📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 28125 της 21/17 Σεπτ. 1942 (ΦΕΚ Β΄ 163) (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 31 της 22-244) Περί εγκρίσεως προσωρινού Κανονισμού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας. 2.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 1 ε.έ. αναφοράς αυτού. 3.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως αριθ. πρωτ. 139 ε.έ. Συν. 30/6/7/42 αποφασίζομεν. Όπως εις το Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως ισχύση Προσωρινός Κανονισμός του Διοικητικού Συμβουλίου έχων ως εξής. Προσωρινός Κανονισμός του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Άρθρ.1.-1.Το Ταμείον διοικείται υπό «εξαμελούς» Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. δ)Εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των εργοδοτών. ε)Εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. Δια της υπ’ αριθ. Ζ1α/29586 της 12/19 Μαΐου 1975 (ΦΕΚ Β΄ 506) αποφ. Υπ. Συντον., Προεδρίας και Κοιν. Υπηρεσιών, προσετέθη έν εισέτι μέλος εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. 2.Ο Πρόεδρος του Διοικ. Συμβουλίου μετά του αναπληρωτού του ως μελών επιλέγεται εκ προσώπων εχόντων μίαν των κάτωθι ιδιοτήτων. Του Συμβουλίου Επικρατείας ή Συμβουλίου Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή Παρέδρου των ως άνω Σωμάτων εν ενεργεία ή εν συντάξει ή Δικηγόρων ή άλλου εγκρίτου προσώπου, ειδικού περί τα θέματα Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Κοινωνικής Πολιτικής. Εις περίπτωσιν διορισμού ως αναπληρωτού του Προέδρου προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Συμβούλου Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Νομικού Συμβούλου του Κράτους ή Παρέδρου των ως άνω Σωμάτων, ούτος προεδρεύει του Συμβουλίου εν ελλείψει απουσία ή κωλύμματι του Προέδρου. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Διοικ. Συμβουλίου προσώπου, έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Πολιτικής, δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού, διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας επί τριετή θητεία αρχομένη από της εκδόσεως της περί συγκροτήσεως εκάστου τούτων αποφάσεως. Οι υπό των οικείων καταστατικών διατάξεων, προβλεπόμενοι πίνακες των διοριστέων εξ ησφαλισμένων και εργοδοτών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου υποβάλλονται εντός προθεσμίας 5 ημερών αφ’ ης ζητηθώσιν ούτοι. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον εκλέγει εις την πρώτην αυτού συνεδρίασιν μεταξύ των μελών αυτού ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου, και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. (Αντί της σελ. 1801) Σελ. 1801(α) Τεύχος 591-Σελ. 139 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.2 16 Ο Κ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. Ο Κ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού της Εργασίας, εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί κοινή ακυρότης της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 6.Το Διοκητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντος του ημίσεος του αριθμού των μελών αυτού εν οις ο Πρόεδρος ή ο Προεδρεύων πλέον ενός και λαμβάνει αποφάσεις δια της απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων μελών αυτού. Αι παρ. 1-4 και 6 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 59606 της 7 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Συντον. και Εργασίας. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία. Εντός της υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 4346/64 οριζομένης προθεσμίας θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία. Μέχρι διορισμού του νέου Δ.Σ. το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 69500 της 1/7 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 312) αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 1802(α) Τεύχος 591-Σελ. 140 7.Δεν διορίζεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο μη έχων την Ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγου τινός εκ των υπό στοιχ. β-ε αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος, υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. 8.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να κηρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις. του Συμβουλίου. 39.Ο.α.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 17 9.Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρησάντων μελών. 10.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Διοικ. Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 11.Τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 12.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 13.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος ο Κυβερνητικός Επίτροπος του Δ.Σ. του Ταμείου, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο Γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης καταργείται». Το άρθρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3976/Σ.146 της 12/27 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 48). Άρθρ.2.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, ειδικώτερον δε εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου και το λογιστικόν ισοζύγιον αυτού, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί της απονομής των παροχών, ως και περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος και τέλος ασκεί πάσας τας εκ των διατάξεων του Νόμου ή Κανονισμού ανατιθεμένας αυτώ λειτουργίας και λαμβάνει παν μέτρον προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Οργανισμού. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να εκλέγη μεταξύ των μελών αυτού εισηγητάς των εν αυτώ συζητουμένων θεμάτων και να συνιστά τας τυχόν αναγκαίας δια την ειδικωτέραν μελέτην και προπαρασκευήν των θεμάτων Επιτροπάς. Ο Πρόεδρος του Διοκητικού Συμβουλίου, τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος διευθύνει τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν αυτών, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτού και εκπροσωπεί το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς, υπογράφει πάντα τα εξ αυτού εξερχόμενα έγγραφα. Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου να ανατίθεται η εκπροσώπησις του Ταμείου εις ειδικάς περιπτώσεις και εις έτερα μέλη αυτού. 3.Ο Γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου. α)Τηρεί το βιβλίον πρακτικών των συνεδριάσεων του Διοικ. Συμβουλίου, ως και το βιβλίον παρουσίας των μελών αυτού. β)Συντάσσει και αποστέλλει εντολή του Προέδρου του Διοικ. Συμβουλίου τας προσκλήσεις εις τα μέλη αυτού, και γ)Επιμελείται της αρμοδίας κοινοποιήσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Μέχρι της οργανώσεως των υπηρεσιών του Ταμείου επιμελείται της διεξαγωγής της αλληλογραφίας του Ταμείου, βοηθούμενος υπό δακτυλογράφου-γραφέως υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας οριζομένης υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.3.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του αναπληρούντος αυτόν, Αντιπροέδρου. Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν μετ’ αντιγράφου της ημερησίας διατάξεως αποστέλλεται εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρας προ της συνεδριάσεως. Μόνον εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης δύναται να συντομευθή το χρονικόν τούτο διάστημα. Εν τη ημερησία διατάξει αναγράφονται τα θέματα τα συζητητέα. Θέματα μη περιλαμβανόμενα εν τη ημερησία διατάξει δύνανται να συζητηθώσι κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς όμως να δύναται να ληφθή επ’ αυτών απόφασις εάν δεν παρίστανται τουλάχιστον εννέα εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινος εν τη ημερησία διατάξει της επομένης συνεδριάσεως. Μετά της ημερησίας διατάξεως διανέμονται και αντίγραφα των συζητηθησομένων τυχόν σχεδίων Κανονισμών ως και πάσης ετέρας προτάσεως ή εκθέσεως. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον (7) μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων και δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των πέντε υπερισχυούσης εν ισοψηφία της γνώμης περί ης εδόθη η ψήφος του Προέδρου ή του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην η ψηφοφορία είναι μυστική οπότε η πρότασις θεωρείται αναβληθείσα δια την επομένην συνεδρίασιν. Εν περιπτώσει νέας ισοψηφίας κατά την συνεδρίασιν ταύτην η πρότασις θεωρείται απορριφθείσα. Βλ. ανωτέρω άρθρ. 1 παρ. 6 Σελ. 1803 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.2 18 (Διαρκούσης της εμπολέμου περιόδου το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 6 μελών εν οις ο προεδρεύων και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων και δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 4). Το ανωτέρω εντός ( ) εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 10222/289 της 21 Απρ./2 Μαΐου 1944 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 64). 3.Εάν έν τέταρτον της ώρας μετά την ώραν της προσκλήσεως δεν έχει επιτευχθή απαρτία ο Πρόεδρος αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων υποχρεούται να κηρύξη ματαιωθείσαν την συνεδρίασιν. Αι προσκλήσεις κοινοποιούνται πάντοτε εις τα τακτικά μέλη. Εάν μέλος τι κωλύεται να παραστή δέον να ειδοποιήση αμελλητί είτε δι’ απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του, είτε την υπηρεσίαν του Ταμείου, ήτις αποστέλλει την πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος. Κατά τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά των λαμβανομένων αποφάσεων άτινα υπογράφονται παρά του Προέδρου, των παραστάντων κατά την συνεδρίασιν μελών και του Γραμματέως. Επί εκάστης λαμβανομένης αποφάσεως αναγράφονται τα ονόματα των υπερψηφισάντων και καταψηφισάντων ταύτην μελών του Διοικητικού Συμβουλίου μετά συντόμου περιλήψεως των γνωμών της πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι δημόσιαι. Η χορήγησις αντιγράφων ολοκλήρων των πρακτικών των συνεδριάσεων απαγορεύεται άνευ ειδικής αποφάσεώς του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης απαγορεύεται εις τα μέλη η ανακοίνωσις των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω διαμειφθέντων πλην εάν χορηγηθή ειδικώς προς τούτο άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεως κεφαλαίων συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίον δύναται να χαρακτηρίζη και έτερα θέματα ως εμπιστευτικά. Τα συζητητέα θέματα μετά πάντων των σχετικών εγγράφων τηρούνται υπό του Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου παρ’ ω δύνανται να λαμβάνουν γνώσιν αυτών τα μέλη και να ζητούν στοιχεία και πληροφορίας υποβοηθοηθούσας την εν τω Συμβουλίω συζήτησιν. 4.Κηρυχθείσης εν απαρτία της συνεδριάσεως επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις χαρακτηριζομένας ως επειγούσας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται η επικύρωσις των πρακτικών ως διετυπώθησαν εν τω σχεδίω υπό του Γραμματέως να γίνη κατά την λήξιν της Συνεδριάσεως. Σελ. 1804 Η συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εν τη ημερησία διατάξει την οποίαν δύναται να μεταβάλη το Διοικητικόν Συμβούλιον εάν ευρίσκη προς τούτο αποχρώντας λόγους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνουσι τον λόγον παρά του Προέδρου αυτού κατά την σειράν της προς τούτο αιτήσεώς των. Εάν η συζητουμένη υπόθεσις αφορά ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός του Διοικητικού Συμβουλίου ή συγγενούς αυτού μέχρι του τετάρτου βαθμού δεν δύναται το μέλος ούτε να παραστή κατά την συζήτησιν, ούτε να λάβη μέρος εις την ψηφοφορίαν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνεται μετά πρότασιν του ενδιαφερομένου υποχρεουμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός άλλου μέλους αυτού. Ουδεμία υπηρεσιακή ενέργεια γίνεται επί των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου προ της επικυρώσεως των πρακτικών. 5.Η ψήφισις των κανονισμών γίνεται εις διαφόρους συνεδριάσεις άπαξ κατ’ αρχήν και άρθρα και άπαξ εις το σύνολον. 39.Ο.α.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 19 Άρθρ.4.-Εις τους ασκούντας το αξίωμα του Προέδρου, Αντιπροέδρου ή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου παρέχονται δι’ έξοδα κινήσεως κατά συνεδρίασιν δραχ. (500). Εις τον Πρόεδρον παρέχονται προσέτι ως έξοδα κινήσεως δραχ. (5.000) μηνιαίως εις δε τον Αντιπρόεδρον δραχ. (3.000) μηνιαίως. Εις τον Γραμματέα και την δακτυλογράφον παρέχονται μηνιαίως δραχ. (3.000). Εις δε τον εκτελούντα καθήκοντα κλητήρος δραχ. (2.000) καταβαλλόμενα καθ’ α χρονικά διαστήματα και οι μισθοί των υπαλλήλων. (Διαρκούσης της εμπολέμου καταστάσεως αι ως άνω πάγιαι αποζημιώσεις ως και η αποζημίωσις του Δ/του του Ταμείου ως Εισηγητού των προς το Δ.Σ. θεμάτων ορίζονται υπό του Υπουργού Εργασίας, δυναμένου να ζητήση προ τούτου και την γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου). Το ανωτέρω εντός ( ) εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 2569/Σ.63 της 20/21 Απρ. 1943 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 51). Αι αποζημιώσεις ως και τα έξοδα κινήσεως ορίζονται ήδη δι’ Υπουργικών αποφάσεων. Άρθρ.5.-«Πάσα αντίληψις χρημάτων ή τίτλων παραστατικών αξιών, ως και πάσα δαπάνη, ενεργούνται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ταμειακή υπηρεσία και αι πάσης φύσεως πληρωμαί και εισπράξεις διεξάγονται δια τινος των Τραπεχών εις ας είναι κατατεθειμένα κεφάλαια του Ταμείου, οριζομένης δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Επιταγαί ή άλλα έγγραφα δι’ ων ενεργούνται αναλήψεις χρημάτων ή τίτλων ή πληρωμαί περιοδικών βοηθημάτων ή πάσης φύσεως εντολαί υπογράφονται παρά του Προέδρου του Διοικ. Συμβουλίου, του Δ/ντού και του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου του Ταμείου ή των νομίμων αυτών αναπληρωτών. Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις εντόκους καταθέσεις μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου εις μίαν ή πλείονας των Τραπεζών Εθνικής Ελλάδος, Αγροτικής, Αθηνών, Λαϊκής, Εμπορικής, Ιονικής και Εμπορικής Πίστεως προτιμωμένης της Τραπέζης ή των Τραπεζών, υπέρ των οποίων τυχόν υφίστανται δυνάμει γενικών ή ειδικών διατάξεων προνόμια κατά προτίμησιν καταθέσεως παρ’ αυταίς των Κεφαλαίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, δι’ όσον χρόνον ισχύουν ταύτα, και εφ’ όσον αι Τράπεζαι υπέρ των οποίων τυγχάνουν θεσπισμένα τα σχετικά προνόμια παρέχουν ίσους τουλάχιστον όρους καταθέσεων εις τας λοιπάς τόσον από απόψεως ύψους επιτοκίου, όσον και από απόψεως ετέρων πάσης φύσεως διευκολύνσεων συνεπαγομένων πρόσθετα οικονομικά οφέλη δια τον Οργανισμόν. Ως προς τας καταθέσεις και επενδύσεις των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και Ασφαλιστικών Ταμείων, βλ. και Α.Ν. 1611/1950, εν συνδυασμώ προς το Ν.Δ. 3856/1958 (τόμ. 39 σελ. 12 και επ.), ως και άρθρ. 12 Ν.Δ. 3083/1954 (τόμ. 15Β σελ. 70,25). Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου διατίθενται κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου εις : 1.Αγοράν χρεωγράφων του Δημοσίου ή ομολογιών ή μετοχών των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής και Κτηματικής. Οι τίτλοι τούτων κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, αι δε αποδείξεις, φυλάσσονται παρά της υπηρεσίας του Ταμείου. 2.Εις την αγοράν ακινήτων, κειμένων εντός του σχεδίου πόλεων Αθηνών-Πειραιώς. Δια την πραγματοποίησιν της αγοράς απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. Εν τη αποφάσει δέον να καθορίζεται και το διατεθησόμενον προς τον σκοπόν τούτον κατ’ ανώτατον όριον ποσόν. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργού Εργασίας, παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην των εξ ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων της κειμένης Νομοθεσίας προβλεπομένων οργάνων. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον εντός ωρισμένης προθεσμίας ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15θημέρου. Δια της προκηρύξεως δέον ωσαύτως να αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς ακινήτου ων και του αξιουμένου τιμήματος, αποκλειομένης πάντως της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά κρίσιν του κρινόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ων επιζητείται η εξαγορά (στέγασις ή ανέγερσις νοσηλευτικών ιδρυμάτων, στέγασις υπηρεσιών του Ταμείου προσοδοφόρος επένδυσις κλπ.). Σελ. 1805 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.2 20 «ε)Τα κατά τ’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρά Τριμελούς Εκτιμητικής Επιτροπής, ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εκ των κάτωθι: α)του Οικονομικού Εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού τούτου εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου κείται το προς αγοράν ακίνητον β)του Προϊσταμένου ή του νομίμου αναπληρωτού του, του οικείου Γραφείου του Σχεδίου Πόλεως της τοποθεσίας του ακινήτου και γ)1 Μηχανικού της Α.Ε. «Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος», οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, κατόπιν αιτήσεως του Ταμείου». Η περιπτ. ε΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 101270/Σ. 1097 της 7/15 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ’ Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 12). ς)Μετά την υποβολήν των εκθέσεων της εκτιμητικής επιτροπής, το Διοικητικόν Συμβούλιον εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασίν του επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου εις τον Υπουργόν Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον να αναφέρηται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους τούτο επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων, γνωμοδότησιν περί του κανονισμού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Το Ταμείον μετέχει εις τα έξοδα μεταβιβάσεως του ακινήτου κατά την νόμιμον αναλογίαν, απαγορευομένης συμφωνίας περί αναλήψεως υπό τούτου και των εξόδων των βαρυνόντων κατά Νόμον τον πωλητήν ουχί όμως και του αντιθέτου. Η υπογραφή του Συμβολαίου της αγοραπωλησίας είναι εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργού Εργασίας. ζ)Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. «Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 101270/Σ.1097 της 7/15 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 12). Οι απαιτούμενοι υπάλληλοι, επιστάται, φύλακες κλπ. δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας της σχετικής με τας οικοδομικάς εργασίας και μετέπειτα δια την συντήρησιν των κτιρίων, εισπράξεων ενοικίων ως και πάσαν άλλην υπηρεσίαν, μη προβλεπομένην υπό του παρόντος, προσλαμβάνονται και απολύονται υπό του Δ.Σ. όπερ καθορίζει τας αντιμισθίας και εν γένει τους όρους εργασίας αυτών. Σελ. 1806 3.Α)Εις χορήγησιν ενυποθήκων τοκοχρεωλυτικών δανείων μέχρι 35% των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου, εις ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου επί ακινήτου των ή ακινήτου ανήκοντος εις τον ή την σύζυγον αυτού εφ’ όσον τα δάνεια ταύτα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν προς ανέγερσιν, επιδιόρθωσιν, επέκτασιν της κατοικίας ή αγοράν τοιαύτης ή προς εξόφλησιν χρέους συναφθέντος κατά την αγοράν ακινήτου προς ιδιοκατοίκησιν του δανειζομένου. Β)Το ποσόν του χορηγουμένου δανείου δεν δύναται να υπερβή το σύνολον των πάσης φύσεως αποδοχών δύο και ημίσεος ετών προκειμένου περί ησφαλισμένων ή το σύνολον των συντάξεων 2 1/2 ετών, προκειμένου περί συνταξιούχων, πάντως δε δεν δύναται να είναι ανώτερον των 80/100 της αξίας του εις υποθήκην παρεχομένου ακινήτου, εάν δε το ακίνητον βαρύνουν και άλλαι προηγούμεναι της υπέρ του Ταμείου παρεχομένης υποθήκης υπέρ τρίτων, το ποσόν του χορηγουμένου υπό του Ταμείου Δανείου δεν δύναται να είναι ανώτερον του 80% της αξίας τούτου συνυπολογιζομένων των ποσών των προηγουμένων εγγραφεισών υπέρ τρίτων υποθηκών Γ)Το δάνειον χορηγείται εφ’ όσον οι αιτούντες ή αι σύζυγοι αυτών στερούνται ιδιοκτήτου οικίας ή ετέρας ακινήτου περιουσίας σοβαράς αξίας και εφ’ όσον έχουσι συμπληρώσει ενδεκαετή παρά τω Ταμείω πραγματικόν χρόνον ασφαλίσεως, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας υπό τον όρον της προς ασφάλειαν αυτού εγγραφής 1ης ή και 2ας υποθήκης επί του ακινήτου υπέρ του Ταμείου. 39.Ο.α.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 21 Δ)Το υποθηκευόμενον ακίνητον δέον να είναι αστικόν, κείμενον εντός εγκεκριμένου σχεδίου να είναι απηλλαγμένον παντός βάρους ρυμοτομίας και να ανήκη εξ ολοκλήρου εις τον παρέχοντα την υποθήκην ησφαλισμένον ή συνταξιούχον ή εις την σύζυγον αυτού εφ’ όσον αύτη συναινεί νομοτύπως εις την παραχώρησιν της υποθήκης ή εις αμφοτέρους, εφ’ όσον και εν τη περιπτώσει ταύτη η σύζυγος συναινεί εις την παραχώρησιν της υποθήκης. Ο δανειζόμενος εφ’ όσον δεν υφίσταται ιδιοκατοίκησις υποχρεούται εις εκχώρησιν υπέρ του Ταμείου των προσόδων του υποθηκευμένου ακινήτου εκ μισθωμάτων κλπ. και μέχρι ποσού ανταποκρινομένου εις την εξυπηρέτησιν του δανείου. Ε)Δια την χορήγησιν του δανείου ενεργείται εκτίμησις του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρά Πολιτικού μηχανικού οριζομένου υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. ΣΤ)Τα έξοδα ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου ενεργουμένου υπό του Ν. Συμβούλου ή Δικηγόρου του Ταμείου ή εάν δεν υπηρετούσι παρά τω Ταμείω τοιούτοι, παρά Δικηγόρου οριζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, τα έξοδα συντάξεως συμβολαίων εξαλείψεως υποθήκης και παν εν γένει έξοδον, βαρύνουσιν αποκλειστικώς τον δανειζόμενον. Ζ)Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δύναται εφ’ όσον κρίνει τούτο σκόπιμον, να ζητήση παρά του αιτούντος το δάνειον, την κατάθεσιν εγγυήσεως καλυπτούσης τας ως άνω δαπάνας. Η)Αι ανωτέρω δαπάναι βαρύνουν τον αιτήσαντα το δάνειον ησφαλισμένον ή συνταξιούχον και εις περίπτωσιν καθ’ ην υπαιτιότητι ή αμελεία αυτών δεν κατέστη δυνατή η χορήγησις του δανείου. Θ)Εις περίπτωσιν μη συνάψεως του δανείου, το Ταμείον υποχρεούται εις την επιστροφήν του υπολοίπου της τυχόν καταβληθείσης κατά τ’ ανωτέρω εγγυήσεως, μετ’ αφαίρεσιν πασών των τυχόν γενομένων δαπανών. Ι)Τα ως άνω δάνεια εξοφλούνται εις διάστημα 25 ετών δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων επί τόκω 6% ετησίως, παρακρατουμένου εκ των μηνιαίων αποδοχών των δανειζομένων, εφ’ όσον πρόκειται περί ησφαλισμένων (Νόμ. 5931/1933) ή εκ της μηνιαίας παρά του Ταμείου λαμβανομένης συντάξεως, εφ’ όσον πρόκειται περί συνταξιούχων αυτού, ποσού ίσου προς το 1/300 του ποσού του τοκοχρεωλυτικού δανείου. ΙΑ)Επιτρέπεται τη αιτήσει του δανεισθέντος και η προ της λήξεως της ως άνω προθεσμίας εξοφλήσεως του ενυποθήκου δανείου, παρακρατουμένων εν τη περιπτώσει ταύτη των μη δεδουλευμένων εν τη περιπτώσει ταύτη των μη δεδουλευμένων τόκων μιας εξαμηνίας ως και η μείωσις του χρόνου εξοφλήσεως του δανείου επί αναλόγω αυξήσει των χρεωλύτρων, μετ’ απόφασιν δε πάντως, εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. ΙΒ)Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως της κυριότητος του ακινήτου, εκτός της τοιαύτης λόγω συστάσεως προικός, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. ΙΓ)Κατά την χορήγησιν των ως άνω δανείων προτιμώνται κατά σειράν: α)Οι έχοντες πολυετή χρόνον υπηρεσίας, προτιμωμένων των εχόντων μείζονα τοιούτον, ως και οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας κατά λόγον των προστατευομένων προσώπων. β)Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως λόγω αποδοχών και γενικώς λόγω μικτού εισοδήματος. ΙΔ)Εν περιπτώσει καθυστερήσεως τοκοχρεωλυτικής τινός δόσεως, υπαιτιότητι του δανειζομένου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμνον και απαιτητόν, του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμεόυ υποχρεουμένου όπως προβή εις εκπλειστηριασμόν του εις υποθήκην ακινήτου προς διασφάλισιν της περιουσίας του». Η παρ. 3 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 19706/Σ.490 της 5/5 Μαΐου 1952 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 102), ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 74516/Ε.2387 της 14/26 Οκτ. 1961 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 378). 4.«Εις την χορήγησιν προσωπικών τοκοχρεωλυτικών δανείων, μέχρις 25% των διαθεσίμων παρά Τραπέζαις κεφαλαίων του Ταμείου, εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους και βοηθηματούχους, ως και εις το ησφαλισμένον προσωπικόν αυτού, εξοφλητέων δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή τας 60 επί επιτοκίω ίσω προς το εκάστοτε εισπραττόμενον τοιούτον καταθέσεων, όψεως παρά Τραπέζαις και ασφαλίστρω 1%. Άπαντα τα μέχρι τούδε χορηγηθέντα προσωπικά τοκοχρεωλυτικά δάνεια εξοφλούνται εις 60 μηνιαίας δόσεις, αναπροσαρμοζομένου αναλόγως του ποσού εκάστης δόσεως. Η παροχή των δανείων τούτων επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογημένας εκ σοβαρών, απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου , τηρουμένων και των εκάστοτε επί του θέματος τούτου ισχυουσών γενικών αποφάσεων του Υπουργείου Εργασίας. «Το ποσόν του χορηγητέου εις τους ησφαλισμένους δανείου, δεν δύναται να είναι ανώτερον των αποδοχών εφ’ ων αποδίδονται ασφαλιστικαί εισφοραί ενός μηνός δια τους έχοντας υπηρεσίαν εν ασφαλίσει 3 ετών συμ(Αντί της σελ. 1807) Σελ. 1807(α) 353-143 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 39.Ο.α.2 22 πεπληρωμένων μέχρι 5 ετών, 2 μηνών δια τους έχοντας υπηρεσίαν εν ασφαλίσει 5 ετών συμπεπληρωμένων μέχρι 10 ετών και 3 μηνών δια τους έχοντας υπηρεσίαν εν ασφαλίσει 10 ετών συμπεπληρωμένων και άνω, δια δε τους βοηθηματούχους των 3 μηνιαίων βοηθημάτων». Το εντός « » τέταρτον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 84/3/4146/Σ.222 της 11/20 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 196). Προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως χορηγηθέντων οιασδήποτε φύσεως δανείων ουδέποτε παρέχεται νέον δάνειον. Η απόδοσις των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων συντελείται κατά την περί τούτου απόφασιν του Δ.Σ. είτε δια παρακρατήσεως αυτών εκ των αποδοχών του οφειλέτου ή του βοηθήματος είτε δια καταθέσεως υπό του λαβόντος το δάνειον των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων απ’ ευθείας εις την επί τούτω οριζομένην Τράπεζαν, δι’ ης ενεργεί τας πληρωμάς του ο Οργανισμός, κατά την σχετικήν έγγραφον ειδοποίησιν της υπηρεσίας του προς τον υπόχρεων οφειλέτην. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος κατά τ’ ανωτέρω χορηγηθέντος μηνιαίου τοκοχρεωλυτικού δανείου πέραν του μηνός αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή και εφ’ όσον ο οφειλέτης δεν ήθελε καταβάλει τα οφειλόμενα εντός επταημέρου προθεσμίας από της κοινοποιήσεως αυτώ σχετικής προσκλήσεως προς πληρωμήν υπό του Δ/ντού του Ταμείου, καθίσταται αυτοδικαίως αμέσως απαιτητόν ολόκληρον το οφειλόμενον υπόλοιπον κεφαλαίου και δεδουλευμένων τόκων και εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Νόμ. 4845 «περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων» ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και εκάστοτε ισχύει κατά την ειδικήν του Νόμου τούτου διαδικασίαν μη αποκλειομένης της δια της δικαστικής οδού επιδιώξεως προστασίας των συμφερόντων του δανειστού Οργανισμού. Βλ. ήδη και τας διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 και 3 του Νόμ. 2097/1952 «περί ρυθμίσεως ειδικών τινων περιπτώσεως εφαρμογής του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και άλλων τινών διατάξεων» (Τόμ. 25 σελ. 197 και 198). Εν περιπτώσει θανάτου ή εξόδου εκ της υπηρεσίας του δανεισθέντος εάν μεν ούτος ή οι δι’ αυτού έλκοντες δικαιώματα δικαιωθώσιν παροχών παρά του Οργανισμού παρακρατείται εφεξής το χορηγηθέν δάνειον κατά την σύμβασιν εκ των παροχών. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο δανεισθείς δεν δικαιούται παροχών τηρείται η σύμβασις υπ’ αυτού ή των κληρονόμων του άλλως ο Οργανισμός προβαίνει εις τα νόμιμα προς προστασίαν των συμφερόντων του. Σελ. 1808(α) 353-144 Πάσαι αι κατά τ’ ανωτέρω λαμβανόμεναι γενικαί αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου περί τρόπου επενδύσεως των κεφαλαίων αυτού και περί των διαθετέων δι’ εκάστην κατηγορίαν επενδύσεων κατ’ ανώτατον όριον ποσών υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας. Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 51643/Σ.968 της 28 Σεπτ. /24 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 213). 5.(Προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 1954/Σ.22 της 12/15 Ιαν. αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 9) κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 51643/Σ.968 της 28 Σεπτ. /24 Οκτ. 1951 ομοίας, (ΦΕΚ Β΄ 213). Το άρθρ. 5 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 34534 της 24 Σεπτ. /16 Οκτ. 1942 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 179) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 61131 της 9/10 Νοεμ. 1950 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 202). Η ισχύς της παρούσης ανατρέχει από της ενάρξεως της λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου. 39.Ο.α.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως(ΤΕΑΠΟΚΑ) 23
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.