← Ελλάδα

23. ΝΟΜΟΣ 3252 της 1/3 Ιουν. 1955 Περί Διοικήσεως του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας και Οργανώσεως των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας κα

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει την πολιτική απασχόλησης και ασφάλισης ανεργίας στην Ελλάδα, καθώς και τη λειτουργία των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας. Επίσης, καθορίζει τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις για την καταγγελία συμβάσεων εργασίας και την καταβολή αποζημιώσεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
23. ΝΟΜΟΣ 3252 της 1/3 Ιουν. 1955 Περί Διοικήσεως του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας και Οργανώσεως των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας και τροποποιήσεώς τινων νόμων (Α΄ 142). Άρθρ.1.-Η υπό του Υπουργείου Εργασίας ασκουμένη πολιτική απασχολήσεως ενεργείται: α)Δια του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας.- β) Των γραφείων Ευρέσεως Εργασίας.- γ) Των Κέντρων Επαγγελματικής Μορφώσεως. Άρθρ.9.Ο Υπουργός της Εργασίας δι’ αποφάσεως αυτού, συνιστά παρ’ εκάστω Γραφείω Ευρέσεως Εργασίας τριμελή ή πενταμελή Επιτροπήν, αναλόγως της σπουδαιότητος του Γραφείου, τελούσαν υπό την Προεδρίαν ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας, επί τω τέλει εποπτείας, παρακολουθήσεως και ελέγχου της εκτελέσεως των διατάξεων του παρόντος.- Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται η σύνθεσις της Επιτροπής ήτις δέον να είναι μικτή και να μετέχουν εις αυτήν ισάριθμοι αντιπρόσωποι των εργοδοτών και μισθωτών ως και ο τρόπος λειτουργίας αυτής. Άρθρ.10.-(Αντικαθίσταται το άρθρ. 29 Ν.Δ. 3083/1954, τόμ. 15Β σελ. 70,27). Άρθρ.11.-Τα Κέντρα Επαγγελματικής Μορφώσεως συνιστώνται κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 2656/1953 εφ’ εξής όμως αντί της γνωμοδοτήσεως του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. απαιτείται γνωμοδότησις του Δ.Σ. του Οργανισμού. Άρθρ.12.-(Αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρ. 6 του Νόμ. 2112/1920, κατωτ. σελ.165 και η παρ. 4 του άρθρ. 940 Πολ. Δικονομίας τόμ. 10 σελ. 97). Άρθρ.13.-Κυρούται η υπ’ αριθ. 1018/23.6.1954 πράξις του Υπουργικού Συμβουλίου «περί καθορισμού εισφοράς δια τον κλάδον ανεργίας Νόμ. 1846/1951» αφ’ ης ίσχυσεν και μέχρι της ισχύος του Ν.Δ. 2691 και του τοιούτου 3083/1954 εφ’ όσον και καθ’ ο μέτρον αι διατάξεις των τελευταίων τούτων αντίκεινται προς αυτήν.- Ομοίως κυρούνται αι κάτωθι αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας: 1) υπ’ αριθ. 51524/1954 από 20.12.1954 «περί εισφοράς οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως δια την χορήγησιν εκτάκτων βοηθημάτων ανεργίας», 2) υπ’ αριθ. 40617/39/1954 από 15.12.1954 «περί χορηγήσεως εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως εις ανέργους μισθωτούς» τροποποιουμένων: α) του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 αυτής όσον αφορά την προθεσμίαν εκδόσεως δελτίου (κάρτας) ανεργίας Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας οριζόμενης ως τοιαύτης της 20 Ιαν. 1955 και β) του άρθρ. 3 της αυτής αποφάσεως ως προς την προθεσμίαν λήξεως καταβολής των βοηθημάτων ανεργίας οριζόμενης ως τοιαύτης της 25 Ιαν. 1955. γ) υπ’ αριθ. 40617/40/1954 «περί χορηγήσεως εκτάκτου βοηθήματος εις επιδοτούμενους ανέργους» εγκρινομένης και της λόγω υπερωριακής απασχολήσεως δια την πληρωμήν των εκτάκτων βοηθημάτων καταβληθείσης αποζημιώσεως εις υπαλλήλους των οικείων ασφαλιστικών Οργανισμών. Άρθρ.14.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 24. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 6/1955 (του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας) Δια την εφαρμογήν των ενδιαφερουσών τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας, ως και τας Υπηρεσίας επιδοτήσεως λόγω ανεργίας, διατάξεων του νέου Νόμ. 3198/1955 περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας παρέχομεν τας ακολούθους οδηγίας. Ι.Έκτασις εφαρμογής του νόμου Κατά ρητήν διάταξιν του νέου νόμου (άρθρ. 1) εις τας δι’ αυτούς θεσπιζομένας υποχρεώσεις υπόκεινται αι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις αι απασχολούσαι προσωπικόν υπαγόμενον εις την ασφάλισιν ανεργίας του Ν.Δ. 2961/1954.- Κατά συνέπειαν εις ας περιοχάς δεν έχει εισέτι επεκταθή η τοιαύτη ασφάλισις δεν υφίσταται υποχρέωσις των εργοδοτών προς τήρησιν των δια την καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας οριζομένων ειδικών διατυπώσεων.- Ωσαύτως, του νόμου μη ποιουμένου διάκρισίν τινα, υπόκεινται εις τας δι’ αυτού θεσπιζομένας υποχρεώσεις το Δημόσιον και τα Ν.Π.Δ.Δ., δια τους παρ’ αυτοίς απασχολουμένους επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου μισθωτούς. II.Όροι και διατυπώσεις δια καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας Α)Επί εργατών, τεχνιτών και υπηρετών Δια την απόλυσιν εργάτου, τεχνίτου ή υπηρέτου παρ’ εργοδότου τινός απαιτείται: 1. «Έγγραφος καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ήτοι επίδοσις εγγράφου, δι’ ου δηλούται η βούλησις του εργοδότου περί τερματισμού της μεταξύ αυτού και του περί ου πρόκειται μισθωτού εργασιακής σχέσεως. Ποία στοιχεία δέον να περιέχωνται εν τω εγγράφω τούτω δεν ορίζεται εν τω νόμω είναι όμως αυτονόητον ότι είναι απαραίτητον και αρκεί να περιλαμβάνωνται εν αυτώ άπαντα τα στοιχεία, εξ ων συνάγεται σαφώς η ταυτότης του καταγγέλλοντος την σύμβασιν, ως και του ον αύτη αφορά εργατοτεχνίτου, ήτοι δέον απαραιτήτως να αναφέρηται το ονοματεπώνυμον του εργοδότου και του μισθωτού.- 2 Καταβολή της αποζημιώσεως του Ν.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920. Μόνον υπό τον όρον και από της τοιαύτης πληρωμής της αποζημιώσεως επέρχεται έγκυρος λύσις της συμβάσεως εργασίας, διότι, κατά ρητήν διάταξιν του νόμου (άρθρ. 5 παρ. 3), η καταγγελία της εργατικής σχέσεως θεωρείται έγκυρος, εφ’ όσον γίνη εγγράφως και καταβληθή η οφειλομένη αποζημίωσις. Απαραιτήτως όθεν δέον να προσάγηται υμίν πλην του αντιγράφου της καταγγελίας της συμβάσεως, περί ης κατωτέρω, και βεβαίωσις του οικείου εργοδότου ότι κατέβαλεν εις τον μισθωτόν την οφειλομένην αυτώ αποζημίωσιν. Προς τον σκοπόν μάλιστα της διευκολύνσεως των ενδιαφερομένων, εργοδοτών και ησφαλισμένων, ως και των Υπηρεσιών υμών, παραθέτομεν εν τέλει της παρούσης υπόδειγμα σχετικού εντύπου (υπ’ αριθ. 1), εν ω περιλαμβάνεται το κείμενον τηςκαταγγελίας της σχέσεως εργασίας, ως και η βεβαίωσις της καταβολής της αποζημιώσεως μετά των λοιπών στοιχείων, άτινα κρίνονται απαραίτη(Αντί της σελ. 98,15 ) Σελ. 98,15(α) Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.24 τα δια την αναγνώρισιν δικαιώματος ανέργου προς επιδότησιν. Εφ’ όσον τοιούτον έγγραφον ήθελεν υποβληθή υμίν συμπεπληρωμένον, δέον να γίνεται δεκτόν τόσον δια την απόδειξιν της συνδρομής των προϋποθέσεων περί εγγράφου καταγγελίας και πληρωμής της αποζημιώσεως, όσον και της περί ης η επομένη παράγραφος αναγγελίας της απολύσεως, άλλως του ανέργου προσερχομένου προς επιδότησιν θα χορηγήται τοιούτον έντυπον εις τούτον, ίνα προσαγάγη τούτο συμπεπληρωμένον από τον εργοδότην του, ως δικαιολογητικόν, πλέον της επιδοτήσεώς του. Ελλειπουσών των ως άνω υπ’ αριθ. 1-2 προϋποθέσεων δεν υφίσταται έγκυρος απόλυσις του μισθωτού, ουδέ περιέλευσις αυτού εις ανεργίαν πράγματι και άρα η επιδότησις τούτου ως ανέργου δεν είναι δυνατή. Προς αποφυγήν όμως των κατά το παρελθόν παρατηρηθεισών ανωμαλιών και ευλόγων παραπόνων των ησφαλισμένων, οίτινες υπό το κράτος της ισχύος του άρθρ. 9 του Νόμ. 118 εις παρομοίας περιπτώσεις ακύρου απολύσεως εξομοιούντο προς οικειοθελώς αποχωρήσαντας της εργασίας των μισθωτούς και εστερούντο του επιδόματος ανεργίας, καίτοι κατά κανόνα ετέλουν εν αγνοία της δυνατότητας να προσβάλουν δικαστικώς την άκυρον αυτών απόλυσιν, παραγγέλλομεν τα εξής: Κατά πάσαν περίπτωσιν, καθ’ ην διαπιστούται μη υποβολή δικαιολογητικών αποδεικνυόντων την συνδρομήν των περί ων ανωτέρω 1-2 προϋποθέσεων, δέον το ταχύτερον δυνατόν προ της εκπνοής πάντως της εν άρθρ. 6 παρ. 1 του κοινοποιουμένου νόμου προθεσμίας, να γνωστοποιήται εις τον ενδιαφερόμενον επί αποδείξει (υποδ. εντύπου υπ’ αριθ. 2), ότι η επιδότησις τούτου τελεί εν αναστολή μέχρι της προσαγωγής τοιούτων δικαιολογητικών ή εν ελλείψει τοιούτων μέχρι της εμπροθέσμου εγέρσεως αγωγής δια την ακύρωσιν της απολύσεως. Η μη προσαγωγή των δικαιολογητικών εντός τασσομένης υπό της Υπηρεσίας ευλόγου, ήτοι αναλόγου προς το ελλείπον δικαιολογητικόν, προθεσμίας, θα συνεπάγηται την απόρριψιν της αιτήσεως επιδοτήσεως ως αναποδείκτου. Επίσης η μη εμπρόθεσμος προσβολή της ακυρότητος της απολύσεως θα συνεπάγηται απόρριψιν της αυτής αιτήσεως ως αβασίμου, ως αποδεχθέντος του μισθωτού εν γνώσει του ανύπαρκτον νομικώς απόλυσιν.- 3. Αναγγελία της καταγγελίας συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότου. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγείλη την υπ’ αυτού γενομένην καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας εντός προθεσμίας 8 ημερών από της ημέρας, καθ’ ην επεδόθη η έγγραφος καταγγελία εις τον μισθωτόν. Η τοιαύτη αναγγελία γίνεται τόσον προς το αρμόδιον Γ.Ε.Ε. όσον και προς την αρμοδίαν Υπηρεσίαν του Ο.Α.Α.Α. Ως αρμοδία Υπηρεσία του Ο.Α.Α.Α. είναι εκείνη εντός της ασφαλιστικής περιοχής της οποίας έλαβε χώραν η δια της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τερματισθείσα απασχόλησις του μισθωτού. Ούτω δια τας επιχειρήσεις τας Σελ. 98,16(α) εδρευούσας εν τη ασφαλιστική περιοχή των Τοπικών Υπηρεσιών Ο.Α.Α.Α. Αθηνών και Πειραιώς, ήτις συμπίπτει με την αντίστοιχον ασφαλιστικήν περιοχήν του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Αθηνών αφ’ ενός και Πειραιώς αφ’ ετέρου του Ι.Κ.Α., (περιλαμβανομένας τοποθεσίας βλ. εις Δελτίον Ι.Κ.Α. Δ/379), η αναγγελία θα γίνηται, προκειμένου μεν περί των Αθηνών εις την αυτόθι Τοπικήν Υπηρεσίαν (οδός Ρεθύμνου 16), προκειμένου δε περί του Πειραιώς εις την Τοπικήν Υπηρεσίαν Ο.Α.Α.Α., (Ακτή Μιαούλη Μέγαρον Τ.Α.Ν.Π.Υ .). Προκειμένου όμως περί των λοιπών πόλεων, επειδή εν αυταίς κατά νόμον αι αρμοδιότητες του Οργανισμού ασκούνται εισέτι υπό των κατά τόπους Υποκαταστημάτων ή Παραρτημάτων του Ι.Κ.Α. αναγγελία των απολύσεων θα γίνηται εις ταύτα. Αναγγελία όμως εις Γ .Ε.Ε. θα γίνηται μόνον, εφ’ όσον η δια της καταγγελίας τερματιζομένη απασχόλησις έλαβε χώραν εις περιοχήν υπαγομένην εις την αρμοδιότητα νομίμως συνεστημένου και λειτουργούντος τοιούτου Γραφείου (βλ. σχετικώς ημετέραν υπ’ αριθ. πρωτ. 4194/1955 γενικήν διαταγήν), άλλως η αναγγελία θα γίνηται μόνον προς την Υπηρεσίαν του Ο.Α.Α.Α. (ή του Ι.Κ.Α.). Ούτω, επί παραδείγματι, απόλυσις εις την πόλιν Χαλκίδος θα αναγγέλληται εις το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. της πόλεως ταύτης δια κοινοποιήσεως εις τούτο αντιγράφου της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εις δύο αντίγραφα (ή του περί ου υπ’ αριθ. 1 υποδείγματος εντύπου), εξ ων εν θα προορίζηται δια την Υπηρεσίαν Παροχών Ανεργίας του εν λόγω Υποκαταστήματος και το έτερον δια το υπό το αυτό Υποκατάστημα λειτουργούν Γ .Ε.Ε. Δι’ απόλυσιν όμως γενομένην π.χ. εις την υπαγομένην εις την ασφαλιστικήν περιοχήν του Ι.Κ.Α. Χαλκίδος, Κοινότητα Βασιλικού, η αναγγελία θα γίνη εις απλούν εις το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Χαλκίδος, ουχί δε και εις το παρ’ αυτώ Γ.Ε.Ε. ούτινος η αρμοδιότης επεκτείνεται μόνον εις την πόλιν της Χαλκίδος. Τέλος δι’ απόλυσιν γενομένην εις την πόλιν π.χ. της Άρτης ουδεμία τοιαύτη αναγγελία απαιτείται, διότι εν αυτή ούτε Γ .Ε.Ε. υφίσταται, ούτε η ασφάλισις ανεργίας έχει εισέτι επεκταθή.- Έκαστον των κατά τα ανωτέρω αντιγράφων των επιδιδομένων εις το Γ.Ε,Ε. ή την Υπηρεσίαν Παροχών Ανεργίας θα καταχωρήται εις το ίδιον Βιβλίον Πρωτοκόλλου. Επειδή όμως ταύτα δεν τυγχάνουν απαραίτητα δια το κύρος της απολύσεως και την έναρξιν της επιδοτήσεως του νόμου μη προβλέποντος, ειμή μόνον την επιβολήν ποινικών κυρώσεων κατά των παραβατών εργοδοτών, αι Υπηρεσίαι Παροχών Ανεργίας δύνανται να χωρούν εις την επιδότησιν των ησφαλισμένων και άνευ αυτού, επί τη προσαγωγή μόνον του κοινοποιηθέντος εις τον ησφαλισμένον εγγράφου της καταγγελίας συν τη βεβαιώσει περί της καταβολής της οφειλομένης αποζημιώσεως του Β.Δ. της 16/18.7.1920 ή επί τη προσαγωγή, μερίμνη του ησφαλισμένου, του περί ου ανωτέρω (αριθ. Υποδ. 1) δικαιολογητικού. 15.Γ .β.24 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) Β΄.Επί υπαλλήλων 1.Έγγραφος καταγγελία της συμβάσεως, δι’ ην ισχύουν τα ανωτέρω επί εγγράφου καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εργατών αναφερόμενα. 2.Καταβολή της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112. Εν προκειμένω όμως δέον να διακρίνωμεν αν: αα) Η απόλυσις γίνηται άνευ προμηνύσεως, ήτοι άνευ προειδοποιήσεως του μισθωτού περί τερματισμού της συμβάσεως εργασίας προ χρόνου οριζομένου εν τω Νόμ. 2112 αναλόγως του χρόνου προϋπηρεσίας τούτου. Εν τοιαύτη περιπτώσει είναι αμέσως καταβλητέα η ως άνω αποζημίωσις, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τας αποδοχάς 6 μηνών η δια το μέχρι του ορίου τούτου τμήμα τοιαύτη, του υπολοίπου καταβλητέου εις τριμηνιαίας δόσεις, εκάστη των οποίων δεν δύναται να είναι κατωτέρα των αποδοχών τριών μηνών, εκτός εάν το απομένον προς ολικήν εξόφλησιν υπόλοιπον είναι μικρότερον. ββ)Η απόλυσις γίνηται μετά προηγουμένην προειδοποίησιν του μισθωτού κατά τα εν άρθρ. 1 Νόμ. 2112 οριζόμενα. Εν τοιαύτη περιπτώσει άμα τη εκπνοή της τασσομένης δια της προμηνύσεως προθεσμίας είναι καταβλητέον το ήμισυ της αποζημιώσεως, ήτις υπό το κράτος του Νόμ. 2112 θα κατεβάλλετο. εις τον μισθωτόν, αν δεν είχε λάβει χώραν η προειδοποίησις. Η καταβολή της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112 κατά πάσαν περίπτωσιν, ήτοι είτε του ημίσεος, οσάκις τοιούτον ήμισυ οφείλεται, είτε ακέραιος, είτε των τμηματικών τριμηνιαίων δόσεων, περί ων ανωτέρω, αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια το κύρος της απολύσεως και επομένως δια το νόμιμον της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας. Επομένως ισχύουν και εν προκειμένω τα ανωτέρω εν Κεφαλ. ΙΙ παρ. α΄ εδάφ. 2 εκτιθέμενα. Ειδικώτερον δια την περίπτωσιν της καταβολής της αποζημιώσεως εις τριμηνιαίας δόσεις, περί ων το άρθρ. 2 του Νόμου, αι Υπηρεσίαι παροχών θα χωρούν εις την επιδότησιν του ανέργου άμα τη προσαγωγή βεβαιώσεως περί καταβολής της αρχικώς οφειλομένης αποζημιώσεως εξ μηνών. Επειδή όμως η μη καταβολή ή η μη εμπρόθεσμος καταβολή τινός των τριμηνιαίων δόσεων της αποζημιώσεως υπάγεται ακυρότητα της απολύσεως εξ υπαρχής και συμψηφισμόν του έχοντος ήδη καταβληθή τμήματος της αποζημιώσεως προς τας λόγω της ακυρότητος και της υπερημερίας του εργοδότου οφειλομένας από της (ακύρου) απολύσεως υπό του εργοδότου αποδοχάς, δέον να τηρούνται τα ακόλουθα: Α)Προς τον εργοδότην, όστις προέβη εις απόλυσιν επί καταβολή αποζημιώσεως κατά δόσεις, δέον εγκαίρως να γνωστοποιήται (υπόδειγμα εντύπου υπ’ αριθ. 3) η εκ του άρθρ. 31 του Ν.Δ. 2698/1953 εν περιπτώσει ακυρώσεως γενομένης υπ’ αυτού απολύσεως μισθωτού υποχρέωσις αυτού, όπως παρακρατή από τας οφειλομένας εις τον μισθωτόν αποδοχάς τα εν τω μεταξύ καταβληθέντα υπό του Οργανισμού ποσά δι’ επίδομα ανεργίας. (Σχετικώς βλέπε την υπ’ αριθ. 256/1953 εγκύκλιον του Ι.Κ.Α. εις Δελτίον Ι.Κ.Α. Δ/79). Β) Η αρχική επιδότησις του ησφαλισμένου θα καθορίζεται τοιαύτης διαρκείας, ούτως ώστε περαιτέρω αν υφίσταται αντίστοιχον δικαίωμα, συνέχισις ταύτης να εξαρτάται εκ της προσαγωγής βεβαιώσεως του εργοδότου ότι εμπροθέσμως κατέβαλε το οφειλόμενον τμήμα της αποζημιώσεως. Σχετική περί τούτου μνεία δέον να γίνηται δι’ ειδικής σφραγίδος, επιτιθεμένης επί του βιβλιαρίου επιδοτήσεως και ακριβώς εκεί όπου αναγράφεται η διάρκεια της επιδοτήσεως. 3.Αναγγελία της γενομένης καταγγελίας. Και εν προκειμένω ισχύουν τα ανωτέρω εν Κεφαλ. ΙΙ παρ. α εδάφ. 3 εκτιθέμενα. Δέον όμως να προστεθή σχετικώς, ότι και επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μετά προμήνυσιν η προθεσμία προς αναγγελίαν, λόγω της ρητής διατυπώσεως του άρθρ. 9 παρ. 1, άρχεται από της επομένης της επιδοτήσεως του εγγράφου της καταγγελίας και ουχί από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Ο Νόμος εξ άλλου απαιτεί ειδικόν τύπον εγγράφου αναγγελίας, προκειμένου περί της αναγγελίας λήξεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου. Τα περιληπτέα εις την τοιαύτην αναγγελίαν στοιχεία ορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μέχρι δε της δημοσιεύσεως της τοιαύτης αποφάσεως δέον να εφαρμόζεται η πρότερον υπό το κράτος του άρθρ. 9 του Νόμ. 118 αντίστοιχος απόφασις. ΙΙΙ.Ρύθμισις εκκρεμών περιπτώσεων Κατά ρητήν διάταξιν του Νόμου η ισχύς αυτού άρχεται από της 9ης Φεβρουαρίου ε.ε. Ο Νόμος όμως δια τας από της ημερομηνίας ταύτης μέχρι της δημοσιεύσεως αυτού (23ης Απρ. 1955) γενομένας απολύσεις μισθωτών προβλέπει ειδικάς διατάξεις (άρθρ. 11 παρ. 3) μόνον δι’ ό,τι αφορά την καταβολήν ή την συμπλήρωσιν της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112 κλπ. Δια τας λοιπάς διατυπώσεις (έγγραφος καταγγελία, αναγγελία εις Γ .Ε.Ε. και Ο.Α.Α.Α.) δέον να δεχθώμεν, ότι και αύται τυγχάνουν απαραίτητοι, με την διευκρίνισιν όμως ότι η 8ήμερος προθεσμία αναγγελίας, αντί της υπό του άρθρ. 13 παρ. 1 του Ν.Δ. 2961/1954 προβλεπομένης 30θημέρου, άρχεται από της 23ης Απριλίου (ημέρας θεσπίσεως της νέας συντομωτέρας προθεσμίας) κατ’ ανάλογον εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 11 του Εισαγ. Νόμου του Α.Κ. Όσον αφορά την καταβολήν της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112 οι εμπίπτοντες εις την τοιαύτην διάταξιν ησφαλισμένοι, ήτοι οι απολυθέντες από 9ης Φεβρ.1955-23 Απρ. 1955, δια να εξακολουθήσουν επιδοτούμενοι, δέον να υποβάλουν ημίν υπεύθυνον δήλωσιν εισπράξεως της τοιαύτης αποζημιώσεως ή παραιτήσεως απ’ αυτής. Εξ άλλου δια τας προ της 9ης Φεβρουαρίου ε.ε. γενομένας απολύσεις μετά προειδοποιήσεως, εάν μεν προ της ημερομηνίας ταύτης έχη συμπληρωθή ο χρόνος της προμηνύσεως, δεν γεννάται ζήτημά τι, διότι ούτω έχει συντελεσθή έγκυρος απόλυσις υπό το κράτος της προϊσχυούσης. Εάν όμως δεν έχη συμπληρωθή ο χρόνος της προμηνύσεως, ισχύουν τα εν άρθρ. 11 παρ. 1-2 του Νόμου οριζόμενα, περί της αληθούς εννοίας του οποίου παραθέτομεν την ακόλουθον ερμηνευτικήν δήλωσιν του Υπουργού Εργασίας γενομένην κατά την επί του σχεδίου του Νόμου συζήτησιν εις την Βουλήν και καταχωρισθείσαν εις τα πρακτικά ταύτης. «Επειδή είναι δυνατόν να μη θεωρηθή σαφής η διάταξις αύτη, κάμνω την εξής δήλωσιν περί της εννοίας της: Εάν δεν ανακληθή η γενομένη καταγγελία, τότε πρέπει αύτη να επαναληφθή, οπότε ο απολυόμενος υπάλληλος θα λάβη δια μεν τον χρόνον ο οποίος διέδραμεν από της καταγγελίας μέχρι της ισχύος του παρόντος, το 1/4 της αποζημιώσεως, δια δε τον από της 9ης Φεβρουαρίου και εντεύθεν χρόνον το ήμισυ της υπό του Νόμ. 2112/1920, ως ετροποποιήθη, προβλεπομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν της απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Ταύτα δια την περίπτωσιν, καθ’ ην επαναλαμβάνεται η καταγγελία δια προμηνύσεως. Αν όμως δεν γίνη προμήνυσις, αλλά λάβη χώραν άμεσος απόλυσις, ο υπάλληλος θα λάβη δια μεν τον διαδραμόντα μέχρι της 9ης Φεβρ. 1955 χρόνου προμηνύσεως το 1/4 της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, δια την περίπτωσιν της απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας το αναλογούν εις τον χρόνον τούτον, έτι δε πλέον τας αποδοχάς των μηνών, οίτινες υπολείπονται δια την συμπλήρωσιν του χρόνου της γενομένης προμηνύσεως». (Μετά την σελ. 98,16(α) Σελ. 98,17 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.24 Καταγγελία συμβάσεως εργασίας (Αριθ. υποδείγμ. 1) Προς τον …………………………………………............ Δια της παρούσης γνωρίζομεν υμίν, ότι συμφώνως τω Νόμ. 3198/1955 καταγγέλλομεν την υφισταμένην μεθ’ υμών σύμβασιν εργασίας αορίστου χρόνου από ………………….................... και καλούμεν υμάς όπως προσέλθητε προς είσπραξιν της νομίμου αποζημιώσεώς σας. Εν Αθήναις τη..........195................ Ο εργοδότης (ή ο πληρεξούσιος Δικηγόρος). (Υπογραφή-Σφραγίς) Στοιχεία επιχειρήσεως Τα στοιχεία, άτινα δέον να περιλαμβάνει η αναγγελία ορίζονται ήδη δια της υπ’ αριθ. 31512/1955 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας (ανωτ. σελ. 98,13). Οργανισμός Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας Τοπική Υπηρεσία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Αρ. υποδείγμ. 2) Εν..…..…τη ……………195……. Προς τον …………………………………............................ Επί της υποβληθείσης ημίν αιτήσεώς σας προς επιδότησιν υμών ως ανέργου κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 2961/1954 γνωρίζομεν ότι δέον το βραδύτερον μέχρι της .............…..να προσάγητε ημίν …….......... Σχετικώς καθιστώμεν εις υμάς γνωστόν, ότι, εάν η απόλυσις εκ της εργασίας σας δεν εκοινοποιήθη εις υμάς εγγράφως ή δεν κατεβλήθη υπό του εργοδότου σας αποζημίωσις, ως ορίζηται εις τον Νόμ. 2112 ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920, δεν έχετε εγκύρως απολυθή εκ της εργασίας και δικαιούσθε να ζητήσετε από τον εργοδότην σας πλήρεις τας αποδοχάς σας. Προς τούτο δέον να στραφήτε κατά του εργοδότου σας το βραδύτερον εντός τριών μηνών από της απολύσέως σας. Άλλως δεν δικαιούσθε ούτε των αποδοχών σας από τον εργοδότην, ούτε επίδομα ανεργίας, διότι απεδέχθητε οικειοθελώς άκυρον απόλυσιν. Ο Διευθυντής (Αριθ. υποδείγμ. 3) Προς τον ……………………………………………................ Γνωρίζομεν υμίν ότι υπό του τέως παρ’ ημίν εργαζομένου …………..υπεβλήθη ημίν αίτησις επιδοτήσεως λόγω ανεργίας κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 2961/1954. Σελ. 98,18 Επειδή, ως προκύπτει εκ των προσαχθέντων ημίν δικαιολογητικών, υμείς, ποιούμενοι χρήσιν της εκ του Νόμ. 3198/1955 παρεχομένης ευχερείας, δεν κατεβάλατε ακεραίαν την οφειλομένην αποζημίωσιν του Νόμ. 2112, αλλ’ επεφυλάχθητε να εξοφλήσετε ταύτην εις τριμηνιαίας δόσεις, κρίνομεν σκόπιμον να καταστήσωμεν εις υμάς γνωστόν ότι: α)Τυχόν μη εμπρόθεσμος καταβολή εκάστης των κατά τα ανωτέρω τριμηνιαίων δόσεων συνεπάγεται κατά τον Νόμον (άρθρ. 5 παρ. 3) ακύρωσιν της απολύσεως και επομένως υποχρέωσιν υμών προς καταβολήν των αποδοχών του μισθωτού σας επί συμψηφισμώ της καταβληθείσης εν τω μεταξύ αποζημιώσεως. β)Εάν ούτω ήθελεν ακυρωθή, η απόλυσις του περί ου πρόκειται τέως μισθωτού υμών, υπέχετε υποχρέωσιν να παρακρατήσητε από τας κατά τα ανωτέρω καταβλητέας εις τούτον αποδοχάς τα ποσά, άτινα ούτος εισέπραξε παρ’ υμών ως επίδομα ανεργίας και να αποδόσητε ταύτα εις ημάς. Η τοιαύτη υμών υποχρέωσις απορρέει εκ του άρθρ. 31 Ν.Δ. 2698/1953 έχοντος ούτω: «Εις το άρθρ. 36 του Α.Ν. 1846/1951 προστίθεται παρ. 9, έχουσα ούτω: «Εάν καταγγελία συμβάσεως εργασίας, αναγγελθείσα κατ’ άρθρ. 9 του Νόμ. 118/1945 εις το Ι.Κ.Α., ηκυρώθη δια δικαστικής αποφάσεως ή ανεκλήθη ως άκυρος παρά του καταγγέλλοντος, ο εργοδότης, καταβάλλων εις τον μισθωτόν τας αποδοχάς αυτού υποχρεούται να παρακρατήση δια λογαριασμόν του Ι.Κ.Α. τα παρά τούτου εις τον μισθωτόν καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας. Ο εργοδότης δικαιούται να μη καταβάλη τους οφειλομένους μισθούς, εν όσω ο μισθωτός δεν τω προσκομίζει πιστοποιητικόν του Ι.Κ.Α. περί των υπ’ αυτού εισπραχθέντων επιδομάτων ανεργίας. Ο εργοδότης, παρακρατών τα ανωτέρω επιδόματα, ως εντολοδόχος και δια λογαριασμόν του Ι.Κ.Α., οφείλει ν’ αποδώση ταύτα εις αυτό εντός 15 ημερών. Εάν δεν προβή εις την παρακράτησιν ταύτην, οφείλει να καταβάλη ίσον ποσόν εις το Ι.Κ.Α., ευθυνόμενος, έναντι αυτού ως εάν είχε παρακρατήσει ταύτα. Τα εκ του ανωτέρω λόγου οφειλόμενα ποσά του εργοδότου προς το Ι.Κ.Α., εισπράττονται κατά τα εν άρθρ. 26 παρ. 6 και 27 παρ. 1, εδάφ. 1, του Α.Ν. 1846/1951 οριζόμενα». 15.Γ .β.24 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) Άρθρ.2.-(Αντικαθίσταται το άρθρ. 3 του Ν.Δ. 2961/1954, ανωτ. σελ. 86 (ε). Άρθρ.3.-1.Εις το Δ.Σ. του Οργανισμού ορίζεται ως Κυβερνητικός Επίτροπος, ο Προϊστάμενος της παρά τω Υπουργείω Εργασίας Διευθύνσεως Απασχολήσεως, ως μετονομάζεται δια του παρόντος η παρά τω αυτώ Υπουργείω Δ/νσις Εργατικού Δυναμικού και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, εις την οποίαν συγχωνεύεται και η δυνάμει της υπ’ αριθ. 30519/1953 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, κυρωθείσης δια του άρθρ. 36 του Ν.Δ. 2961/1954, συσταθείσα υπηρεσία Επαγγελματικού Προσανατολισμού, ως αναπληρωτής διορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας εις εκ των Τμηματαρχών της αυτής Δ/νσεως.- 2. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος μετέχει άνευ ψήφου, των συνεδριάσεων του Δ.Σ. και των Επιτροπών του Οργανισμού και παρακολουθεί την νομιμότητα των λαμβανομένων αποφάσεων του Δ.Σ. και των Επιτροπών δυνάμενος να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος και να υποβάλη προτάσεις.- Εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελεν κρίνει ότι απόφασίς τις του Δ.Σ. αντίκειται προς τας διατάξεις κειμένων νόμων, δ/των και Υπουργικών αποφάσεων διεπουσών την λειτουργίαν του Οργανισμού δύναται είτε προφορικώς διαρκούσης της συνεδριάσεως του Δ.Σ., είτε δι’ εγγράφου ανακοινώσεως κοινοποιουμένης εις τον Πρόεδρον του Δ.Σ. εντός 48 ωρών από της λήψεως της σχετικής αποφάσεως, να ζητή την αναστολήν της εκτελέσεως αυτής.- Εντός της αυτής 48ώρου προθεσμίας ο Κυβερνητικός Επίτροπος αναφέρει εγγράφως τα της διαφωνίας του εις τον Υπουργόν Εργασίας εις ον υποβάλλει τας απόψεις του Δ.Σ. ο Πρόεδρος αυτού εντός 48 ωρών από της ανακοινώσεως εις αυτόν της διαφωνίας του Κυβερνητικού Επιτρόπου.- 3. Ο Υπουργός Εργασίας δέον όπως εντός 10 ημερών από της υποβολής αυτώ της διαφωνίας του Κυβερνητικού Επιτρόπου άρη δι’ αποφάσεως αυτού, κοινοποιουμένης προς τον Πρόεδρον του Οργανισμού, την διαφωνίαν, αποδεχόμενος την μίαν εκ των εν διαστάσει γνωμών ή εφ’ όσον δεν συμφωνεί προς ουδεμίαν τούτων ν’ αναπέμψη το ζήτημα εις τον Οργανισμόν προς επανεξέτασιν.- Η περί άρσεως της διαφωνίας απόφασις του Υπουργού είναι υποχρεωτική δια το Δ.Σ. του Οργανισμού.- Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εντός της ως άνω οριζόμενης προθεσμίας των 10 ημερών την περί άρσεως της διαφωνίας απόφασιν αυτού δύναται το Δ.Σ. να εκτελέση την εφ’ ης η διαφωνία απόφασίν του.- 4. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώση ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερόμενος εις το συμφέρον του Οργανισμού ή εις γενικότερα κρατικά συμφέροντα.- Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται κατά την επομένην αυτού συνεδρίασιν να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως, δι’ αποφάσεώς του λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν του συνόλου των μελών αυτού.- 5. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη δια (Αντί για τη σελ. 98,13(α) Σελ. 98,13(β) Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.22-23 τους αυτούς ως άνω λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Οργανισμού.6.Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των Επιτροπών του Οργανισμού θεωρούνται άκυροι και αι αποφάσεις αυτών ανύπαρκτοι, εφ’ όσον δεν εκλήθη εις αυτάς νομίμως ο Κυβερνητικός Επίτροπος. Άρθρ.4.-Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. δικαιούται μισθού και εξόδων παραστάσεως, άτινα ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και δεν δύνανται αθροιστικώς λαμβανόμενα να είναι περισσότερα του μισθού μετά των επιδομάτων του Γενικού Γραμματέως Υπουργείου.- Ομοίως δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ορίζονται τα της αποζημιώσεως των μη δημοσίων υπαλλήλων μελών του Δ.Σ. ως και τα των εξόδων κινήσεως του Προέδρου, του Κυβερνητικού Επιτρόπου, του Γραμματέως και των μελών του Δ.Σ.- (Εάν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Οργανισμού είναι δικηγόρος αναστέλλεται η άσκησις του δικηγορικού λειτουργήματος). Η εντός ( ) διάταξις κατηργήθη δυνάμει του άρθρ. 12 του Ν.Δ. 4020/1959, κατωτ. σελ. 246,03. Άρθρ.5.-1.Δια τας αποδοχάς και τας ώρας εργασίας του προσωπικού του Οργανισμού εφαρμόζονται, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Οργανισμού αι εκάστοτε περί του προσωπικού του Ι.Κ.Α. ισχύουσαι αντίστοιχοι διατάξεις.- 2. Υπάλληλοι, οίτινες κατά τας οικείας διατάξεις του κανονισμού ήθελον ενταχθή εις βαθμόν, εις ον αντιστοιχούν αποδοχαί κατώτεραι εκείνων τας οποίας λαμβάνουν κατά τον χρόνον της εντάξεως εξακολουθούν λαμβάνοντες τας αποδοχάς ταύτας και μετά την τοιαύτην ένταξιν, της επί πλέον διαφοράς διατηρουμένης ως εκτάκτου προσωπικού επιδόματος συμψηφιζομένου κατά πάσαν μελλοντικήν αύξησιν μισθών, προαγωγήν αυτών κλπ.- 3. Οι εκ των ανωτέρω εντασσομένων εκ του Ι.Κ.Α. προερχόμενοι εξακολουθούν διεπόμενοι υπό των διατάξεων του άρθρ. 47 του Ν.Δ. 2698/1953 και του υπό τούτου προβλεπομένου Ν.Δ. της 20.8.1954 «περί συστάσεως παρά τω Ι.Κ.Α. Ειδικού Λογαριασμού Προνοίας του Προσωπικού αυτού», υποχρεούμενοι αυτοί τε και ο Οργανισμός εις την καταβολήν των αντιστοίχων εισφορών και δικαιούμενοι των υπό του ως άνω Β.Δ/μα προβλεπομένων παροχών.- 4. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Οργανισμού και του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. ρυθμίζονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων περί συνεισπράξεως των εισφορών του Ι.Κ.Α. μετά των τοιούτων του οργανισμού ως και η άρσις των εκ της συνεισπράξεως αναφυομένων ζητημάτων- 5.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας δι’ αποφάσεώς του ν’ αναθέτη Σελ. 98,14(β) εις το Ι.Κ.Α. την δια των κατά τόπους υπηρεσιών αυτού άσκησιν των αρμοδιοτήτων του Οργανισμού εν όλω ή εν μέρει επί καταβολή αποζημιώσεως οριζομένης δια της αυτής αποφάσεως.- 6. Η οικονομική και Ταμειακή υπηρεσία τελεί υπό την εποπτείαν της αρμοδίας υπηρεσίας ελέγχου του Υπουργείου Εργασίας.- 7. Η μισθοδοσία των κατ’ απόσπασιν εκ του Ι.Κ.Α. υπηρετούντων εις τον Οργανισμόν υπαλλήλων από της 1 Μαΐου 1955 βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Οργανισμού. 15.Γ .β.23 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) Άρθρ.6.-(Τροποποιούνται τα άρθρ. 33 και 17 του Ν.Δ. 2961/1954, ανωτ. σελ. 95 και 89). Άρθρ.7.-1.Τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας αποτελούσι εξωτερικάς Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, εξαρτωμένας εκ της Δ/νσεως Απασχολήσεως. 2.Τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας συνιστώνται εφ’ εξής δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Εργασίας. Δια των αυτών Β.Δ/των ορίζονται τα της κατανομής του προσωπικού εις τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας και τα της λειτουργίας και κατά τόπον αρμοδιότητος αυτών. 3.Αι θέσεις Επαγγελματικών Συμβούλων, περί ων το εδαφ. 3 της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 2961/1954 μετονομάζονται από της ισχύος του παρόντος εις θέσεις εποπτών Επαγγελματικού Προσανατολισμού Α΄ Κατηγ. βαθμοίς 7ω, 6ω, 5ω, ή 4ω, συνιστώνται δε παρά τω Οργανισμώ Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας βάσει των κατά το άρθρ. 2 παρ. 5 του παρόντος κανονισμού, δι’ ου ρυθμίζονται τα της προαγωγής των εν αυταίς υπηρετούντων υπαλλήλων . Εις τας θέσεις ταύτας διορίζονται πτυχιούχοι της Σχολής Επαγγελματικού Προσανατολισμού της συσταθείσης δια της υπ’ αριθ. 30415/1954 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας επί βαθμώ μεν 7ω εάν είναι πτυχιούχοι Μέσης Σχολής, επί βαθμώ δε 6ω εάν είναι πτυχιούχοι Ανωτάτης Σχολής. 4.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας, όπως δι’ αποφάσεως αυτού αναθέτη εις τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας και άλλας αρμοδιότητας αναγομένας εις την ρύθμισιν της αγοράς εργασίας. 5.Οι υπό του Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας υποδεικνυόμενοι προς εργασίαν άνεργοι, εφ’ όσον υπερβαίνουν τους δυο δι’ έκαστον εργοδότην, δέον να προέρχωνται κατά ποσοστόν 33ο/ο μηνιαίως εκ των υπό του Οργανισμού επιδοτουμένων τοιούτων, εφ’ όσον έχουν τας δια την συγκεκριμένην εργασίαν ικανότητας, του εργοδότου δικαιουμένου να εκλέξη τους υπ’ αυτού προσληφθησομένους εκ των παρά τοις Γραφείοις Ευρέσεως Εργασίας τηρουμένων καταλόγων των επιδοτουμένων ανέργων. 6.Τα αρμόδια όργανα του Γ.Ε.Ε. επιδεικνύοντα την ταυτότητα αυτών, δικαιούνται να εισέρχωνται εις τους τόπους εργασίας προς διενέργειαν ελέγχου επί της κινήσεως των εργαζομένων και διαπίστωσιν τυχόν παραβάσεων των σχετικών διατάξεων εκ μέρους των υποχρέων. Άρθρ.8.-1.Η υπηρεσία των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας διεξάγεται δι’ υπαλλήλων του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας, όστις βαρύνεται και με απάσας τας δαπάνας λειτουργίας των εν λόγω Γραφείων, αίτινες εντέλλονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, ως και δι’ υπαλλήλων άλλων ασφαλιστικών Οργανισμών, αποσπωμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Από της ισχύος του παρόντος οι εις τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας υπηρετούντες υπάλληλοι, εξαρτώνται απ’ ευθείας από το Υπουργείον Εργασίας, ως προς την υπηρεσιακήν κατάστασιν αυτών πλην της περιπτώσεως του διορισμού, της προαγωγής και της απολύσεως αυτών. 2.Δια την τοποθέτησιν, μετάθεσιν και την πειθαρχικήν δίωξιν των υπαλλήλων τούτων εφαρμόζονται αναλογικώς αι οικείαι διατάξεις αι αφορώσαι τους εξωτερικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας, αρμόδιον δε υπηρεσιακόν Συμβούλιον, καθίσταται και δια τους υπαλλήλους τούτους το οικείον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον του Υπουργείου Εργασίας, όπου κατά την κειμένην νομοθεσίαν απαιτείται η γνώμη υπηρεσιακού Συμβουλίου. 3.Οι ως άνω υπάλληλοι υπέχοντες πάσας τας ευθύνας του Δημοσίου υπαλλήλου διατηρούσι την ιδιότητα και την μισθολογικήν ρύθμισιν και μισθολογικήν εξέλιξιν των υπαλλήλων του οργανισμού εις τον οποίον ανήκουσι οργανικώς. 4.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας, όπως δι’ αποφάσεως αυτού ορίζη την συστέγασιν των υπηρεσιών Επιθεωρήσεως Εργασίας, Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας και Τοπικών Υπηρεσιών του Οργανισμού και να καθορίζη τας υπηρεσιακάς σχέσεις των υπηρεσιών τούτων ως και τας εκ της σχετικής ρυθμίσεως προκαλουμένας (Μετά την σελ. 98,14(α) Σελ. 98,141 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.23 15.Γ .β.23 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) δαπάνας εγκαταστάσεως και λειτουργίας αυτών αίτινες και βαρύνουν τον προϋπολογισμόν του Οργανισμού.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.