📄 Κείμενο νόμου
68. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 99 της 29/29 Απρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄93) Αναγνώριση και κατάσταση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις των άρθρ 12-15 του Νόμ. 590/1977 «περί του Καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ 146 Α΄). 2.Το αριθ. 1800/28.4.1998 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το οποίο ανακοινώνεται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Χριστόδουλος εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά την έκτακτη συνεδρίαση της στις 28.4.1998 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ότι την ίδια ημέρα τελέστηκε κατά την εκκλησιαστική τάξη στον Ιερό Καθεδρκό Ναό Αθηνών το προβλεπόμενο Μικρό και Μεγάλο Μήνυμα Σελ. 40,352(ζ) Τεύχος 1314 Σελ. 84 3. Το σχετικό πρωτόκολλο για τη γενόμενη εκλογή του, με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αποφασίζουμε: Αναγνωρίζεται και καθίσταται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Χριστόδουλος, ο οποίος εκλέχθηκε σύμφωνα με τους νόμους και τους Ιερούς Κανόνες και παραγγέλλουμε στις αρχές του Κράτους να του απονέμουν τις τιμές που αρμόζουν στο αξίωμά του. 69. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ. 99 της 16 Οκτ./13 Νοεμ. 1998 (ΦΕΚ Α΄254) Περί συστάσεως και λειτουργίας της ειδικής Συνοδικής Επιτροπής παρακολουθήσεως Ευρωπαϊκών Θεμάτων. Έχουσα υπόψει: 1)Τας διατάξεις των άρθρ. 4 εδάφ. ε΄9 παρ. 2 και 4 και 10 παρ. 4 και 5 του Νόμ. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2)Την ανάγκην αμέσου επικοινωνίας με τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και τας εν αυτή λειτουργούσας υπηρεσίας, προς αξιοποίησιν των υπ’ αυτών παρεχομένων πληροφοριών επί διαφόρων ευρωπαϊκών θεμάτων, 3)Την από 13.10.1998 Απόφασιν της Ι.Σ.Ι., περί συστάσεως «Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Ευρωπαϊκών Θεμάτων». 4)Την από 16.10.1998 Απόφασιν της Δ.Ι.Σ., ψηφίζει Τον υπ’ αριθ. 99/1998 Κανονισμόν Αυτής έχοντα ούτω: 33.Α.γ.65-69 Καταστατικός Νόμος της Εκκλησίας της Ελλάδος 93 ‘Αρθρ.1.-Παρά τη Ιερά Συνόδω συνιστάται επταμελής «Ειδική Συνοδική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Ευρωπαϊκών Θεμάτων» τελούσα υπό την άμεσον εποπτείαν της τε Ιεράς Συνόδου και του Μακαριωτάτου Προέδρου αυτής. Άρθρ.1.-Συνιστάται Ειδική Συνοδική Επιτροπή με την επωνυμία «ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», η οποία αποτελεί συμβουλευτικό όργανο της Εκκλησίας σε θέματα βιοϊατρικών εφαρμογών. Σελ. 40,354 Τεύχος 1314 Σελ. 86 Σκοπός ‘Αρθρ.2.-Σκοπός της Επιτροπής είναι η από ορθοδόξου χριστιανικής πλευράς διερεύνηση, θεώρηση και γνωμάτευση επί θεμάτων και προβλημάτων αναφυομένων εκ της Βιοηθικής και Ιατρικής Επιστημονικής Έρευνας και απτομένων της ψυχοσωματικής οντότητος του ανθρώπου και της υπάρξεως αυτού ως εικόνος του Θεού και γενικώτερα της φύσεως ως δημιουργήματος του Θεού. Συγκρότηση της Επιτροπής Άρθρ.3.-α. Η Επιτροπή αποτελείται από εννέα (9) μέλη και συγκροτείται: από έναν εκπρόσωπο της Εκκλησίας, ο οποίος και προεδρεύει, δύο Καθηγητές της Θεολογίας, τρείς της Ιατρικής, έναν της Βιολογίας ή Γενετικής, έναν Νομικό σύμβουλο και έναν Δημοσιογράφο. β. Τα μέλη διορίζονται από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με ενιαύσια θητεία, δυναμένη να ανανεωθή με την πράξη διορισμού ορίζονται και τρία αναπληρωματικά μέλη, ανά ένα από τη Θεολογική, Ιατρική και Νομική επιστήμη, ώστε να αναπληρούν τα τακτικά μέλη σε περίπτωση κωλύματος. Αρμοδιότητες ΄Αρθρ. 4.- Η επιτροπή έχει ενδεικτικά τις παρακάτω αρμοδιότητες: α. Ενημερώνει και προτείνει στην Ιερά σύνοδο τά πορίσματά της για συγκεκριμένα θέματα των βιοϊατρικών εφαρμογών, ώστε η εκκλησία να έχη υπεύθυνη και κατοχυρωμένη άποψη. β. Αξιοποιεί τους τομείς της Βιοηθικής, ώστε να μεταδώση την διδασκαλία της Εκκλησίας περί ψυχής και ανθρώπου και να μεταφέρη το φρόνημα και τον λόγο Της μέσα από μια νέα και σύγχρονη διάλεκτο επικοινωνίας. 33.Α.γ.70 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 95 γ. Οργανώνει σε συνεργασία με άλλους φορείς, ακαδημαϊκούς, νομικούς και κοινωνικούς, συνέδρια, ημερίδες, σεμινάρια και ενημερωτικές ομιλίες. δ. Προβαίνει σε εκλαϊκευτικές ή θεολογικές εκδόσεις, ή έγγραφα διαβήματα προς αναίρεση εσφαλμένων θέσεων για την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού. ε. Επηρεάζει, όπου αυτό είναι δυνατό και εφικτό, αποφάσεις σχετικές των αρμοδίων κοινωνικών, πολιτικών και νομικών φορέων. στ. Αποστέλλει εκπρόσωπο της Εκκλησίας με υπόδειξη της Ιεράς συνόδου σε συνέδρια, επιτροπές, κοινωνικές εκπομπές κ.τ.λ. ζ. Γενικά μελετά κάθε θέμα πού κατά την κρίση της εμπίπτει στην αρμοδιότητά της και το οποίο αφορά την Εκκλησία. Σύμβουλοι ΄Αρθρ.5.- Για την επιβοήθηση του έργου της Επιτροπής, κατά την διάρκεια της θητείας της, η Ιερά Σύνοδος διορίζει και μικρό αριθμό συμβούλων. Ως σύμβουλοι επιλέγονται προσωπικότητες αδιαμφισβητήτου κύρους, καταρτίσεως και επιπέδου, πνευματικής και κοινωνικής εξειδικευμένης γνώσεως και γενικής καλλιέργειας, προς τους οποίους η Επιτροπή προσφεύγει συμβουλευτικώς, όταν αυτή κρίνει, πρό της εκδόσεως του τελικού πορίσματος στο υπό συζήτηση θέμα. Διαδικασία – Επιλογή θεμάτων ΄Αρθρ.6.- Η Επιτροπή συνέρχεται με έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου αυτής τουλάχιστον άπαξ του μηνός. Τα προς συζήτηση θέματα προτείνονται από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας. Σε περίπτωση που η Ιερά Σύνοδος δεν έχει προτείνει θέμα προς συζήτηση, η επιτροπή επιλέγει το υπό συζήτηση θέμα δια ψηφοφορίας των μελών της. Μετά την συζήτηση των θεμάτων συντάσσεται έγγραφη γνωμοδότηση – πόρισμα, η οποία υποβάλλεται στην Ιερά Σύνοδο πρός έγκριση. Πόροι Άρθρ.7.- Πόροι της Επιτροπής είναι: α. Η επιχορήγηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. β. Κάθε άλλη επιχορήγηση ή συνδρομή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς φορείς. γ. Ειδικά το Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής Δεοντολογίας αναλαμβάνει τα λοιπά έξοδα (εξοπλισμός βιβλιοθήκης, συνδρομές στο Internet ή περιοδικά, γραφικά κ.λπ.). Χώρος εργασιών ΄Αρθρ.8.-Χώρος συναντήσεων, μελέτης και εργασίας της Επιτροπής Βιοηθικής είναι οι εγκαταστάσεις του κέντρου Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας, που φιλοξενείται στο Μετόχιο της Αναλήψεως της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου ΄Ορους, που βρίσκεται στον Βύρωνα. Σφραγίδα ΄Αρθρ.9.Η Επιτροπή δύναται να χρησιμοποιεί για τα πορίσματα και τις εισηγήσεις της σφραγίδα, στην οποία αναγράφεται εξωτερικά «ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» και εσωτερικά «ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ», στο μέσο δε φέρει το σημείο του Σταυρού. Άρθρ.10.- Η ισχύς του Κανονισμού αυτού αρχίζει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. ΄Αρθρ2.-Η Ειδική Επιτροπή επιδιώκει, καλλιεργεί, αναπτύσσει και παρακολουθεί: α)Την επικοινωνίαν με τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. προς αμοιβαίαν ενημέρωσιν και αξιοποίησιν των εκατέρωθεν πληροφοριών επί ζητουμένων θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος τόσον εκκλησιαστικού όσον και κοινωνικού χαρακτήρος. β)Την συνεργασίαν μετά της Ε.Ε. και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί θεμάτων, μορφωτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών, γ)Την συμμετοχήν εις την διαμόρφωσιν και εφαρμογήν αναλόγων κοινοτικών προγραμμάτων και τον συντονισμόν εφαρμογής των εις την Ιεράν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών και τας Ιεράς Μητρο-πόλεις, δ)Τον γενικόν συντονισμόν των φορέων της εκκλησιαστικής διοικήσεως εν γένει και των λοιπών εκκλησιαστικών δραστηριοτήτων των εν Ελλάδι ιδιωτικών φορέων προς αποτελεσματικήν υποβολήν των υπευθύνων προτάσεων των προς την Ε.Ε., ε)Την άμεσον συνεργασίαν με το εν Βρυξέλλαις Γραφείον της Εκκλησίας της Ελλάδος. ΄Αρθρ.11.-Από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του Νομικού Προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προσδιορισθή. 71. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ. 114 της 1 Δεκ.1998/10 Φεβρ.1999 (ΦΕΚ Α΄21) Περί συστάσεως και οργανώσεως επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τους υπ’ αριθ. 120/31 Μαρτ./4 Μαΐου 1999, (ΦΕΚ Α΄91) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄114 της 8 Ιουν. 1999) και 122/9-22 Ιουν. 1999, (ΦΈΚ Α΄ 128), Κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. 72. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ. 117 της 20 Ιαν./11 Φεβρ.1999 (ΦΕΚ Α΄23) Περί συστάσεως και λειτουργίας Νομικής Υπηρεσίας παρά τη Εκκλησία της Ελλάδος. Έχουσα υπ΄όψει: 1)Τας διατάξεις του άρθρ. 4 περίπτ. ε’ και 9 παρ. 2 και 4 του Νόμ. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2)Την ανάγκην νομικής προστασίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και των Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων και Οργανισμών Αυτής, ως και νομικής κατοχυρώσεως των Αποφάσεων των εν γένει οργάνων Αυτής, δια της συγκροτήσεως Νομικής Υπηρεσίας. 3)Την από 20.1.1999 Απόφασιν Αυτής, ψηφίζει: Τον υπ’ αριθ. 117/1999 Κανονισμόν, έχοντα ούτω: (Μετά τη σελ. 40,354) Σελ. 40,355 Τεύχος 1314 Σελ. 87 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 33.Α.γ.71-72 96 «ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΑΡΑ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» Ίδρυσις Νομικής Υπηρεσίας Άρθρ.1.-Ιδρύετα παρά τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος Νομική Υπηρεσία προς μελέτην, επεξεργασίαν και χειρισμόν των νομικής φύσεως υποθέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και άλλων Δημοσίων Αρχών Ελληνικών ή άλλων Κρατών ή εκκλησιαστικών και εν γένει θρησκευτικών Αρχών, είτε εξωδίκως, καθώς και προς σύνταξιν σχετικών γνωμοδοτήσεων προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος ή άλλας υπηρεσίας Αυτής ή εποπτευόμενα υπ’ αυτής Εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα. Όργανα της Νομικής Υπηρεσίας Άρθρ.2.-Η παρά τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος Νομική Υπηρεσία αποτελείται από την Διοικούσαν Επιτροπήν, την Επιστημονικήν Επιτροπήν και το Νομικόν Γραφείον το οποίον περιλαμβάνει, τον Προϊστάμενον και τους Δικηγόρους της Εκκλησίας. Διοικούσα Επιτροπή Άρθρ.3.-Η Διοικούσα Επιτροπή της Νομικής Υπηρεσίας συγκροτείται από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και δύο εν ενεργεία Μητροπολίτας της Εκκλησίας οριζομένους, μετά των αναπληρωτών αυτών Μητροπολιτών, δια Πράξεως του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου, επί πενταετεί θητεία δυναμένη να ανανεωθή, δια της αυτής πράξεως ορίζεται και ο αναπληρωτής του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου, ο οποίος πάντως πρέπει να προηγήται κατά τα πρεσβεία των δύο ως άνω Μητροπολιτών. Γραμματεύς της Επιτροπής ορίζεται ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου, αναπληρούμενος από τον νόμιμον αναπληρωτήν του. Αρμοδιότητες και Λειτουργία της Διοικούσης Επιτροπής Άρθρ.4.-1.Η Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.) έχει τας ακολούθους αρμοδιότητας: α)Ορίζει τα Μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής και ζητεί παρ αυτής γνωμοδοτήσεις επί ζητημάτων ιδιαιτέρας νομικής σημασίας ή σπουδαιότητος. β)Διορίζει και απολύει τους Δικηγόρους της Υπηρεσίας αυτής. Σελ. 40,356 Τεύχος 1314 Σελ. 88 γ)Θεωρεί το Σχέδιον του Κανονισμού περί του Οργανισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας το οποίον καταρτίζει η Επιστημονική Επιτροπή δυναμένη να επιφέρη εις αυτό τας κατά την κρίσιν της τροποποιήσεις και μεταβολάς, το υποβάλλει δε προς έγκρισιν και ψήφισιν εις την διαρκή Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος. δ)Εποπτεύει δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Νομικής Υπηρεσίας λαμβάνουσα τα απαραίτητα προς τούτο μέτρα. 2.Η Επιτροπή συνεδριάζει κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως του προέδρου αυτής ή του νομίμου αναπληρωτού του, εις δε τας συνεδριάσεις δύναται να παρίσταται άνευ ψήφου, οσάκις καλείται υπό του Προέδρου, και ο Προϊστάμενος του Νομικού Γραφείου. Επιστημονική Επιτροπή Άρθρ.5.-Η Επιστημονική Επιτροπή συγκροτείται από τον Μακαρώτατο Αρχιεπίσκοπον, ως Πρόεδρον, και εξ μέλη, τα οποία πρέπει να έχουν είτε την ιδιότητα του εν ενεργεία ή εν συντάξει μέλους ενός εκ των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, είτε την ιδιότητα του εν συντάξει ή εν ενεργεία Καθηγητού Νομικού Τμήματος ενός των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας, είτε την ιδιότητα του Διδάκτορος Νομικής Ελληνικού ή ομοταγούς προς τα Ελληνικά Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, είτε τέλος την ιδιότητα Δικηγόρου παρ Αρείω πάγω. Η συμμετοχή εις την επιτροπήν είναι τιμητική και άμισθος. Ο προσδιορισμός των μελών τούτων, μετά των αντιστοίχων αναπληρωτών των γίνεται ελευθέρως, ως προς την ιδιότητα αυτών, υπό της Διοικούσης Επιτροπής, η οποία ορίζει και τον αναπληρωτή του Προέδρου. Γραμματεύς της Επιτροπής ορίζεται, υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου αυτής, εκκλησιαστικός υπάλληλος, κληρικός ή λαϊκός, και πάντως κάτοχος πτυχίου Νομικού Τμήματος ημεδαπού Πανεπιστημίου ή ισοτίμου πτυχίου αλλοδαπού Πανεπιστημίου. 33.Α.γ.72 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 97 Αρμοδιότητες και Λειτουργία της Επιστημονικής Επιτροπής ‘Αρθρ.6.-1.Η Επιστημονική Επιτροπή, συνεδριάζουσα κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως του Προέδρου αυτής, έχει τας ακολούθους αρμοδιότητας: α) Γνωμοδοτεί επί νομικών ζητημάτων εξωδίκου, δικαστικής ή επιστημονικής απλώς φύσεως, δια τα οποία ζητείται η γνώμη της είτε υπο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου είτε υπό της Ιεράς Συνόδου είτε υπό της Διοικούσης Επιτροπής. β) Καταρτίζει το Σχέδιον του Κανονισμού περί του Οργανισμού εσωτερικής Λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας. γ) παρακολουθεί την λειτουργία της Νομικής Υπηρεσίας εν γένει, και αναφέρεται εις την Διοικούσαν Επιτροπήν. 2.Οι συνεδριάσεις γίνονται βάσει ημερησίας διατάξεως την οποίαν καταρτίζει ο Γραμματεύς κατά τας υποδείξεις του Μακαριωτάτου Προέδρου, εις τας αποφάσεις δε της Επιτροπής, οσάκις αυτές λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, καταχωρίζεται και η μειοψηφία γινομένης μνείας και των ονομάτων των μειοψηφούντων. 3.Η επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων των τεσσάρων εκ των συγκροτούντων αυτήν προσώπων, οπωσδήποτε όμως παρισταμένου του προέδρου αυτής ή του αναπληρωτού του, εν ισοψηφία δε επικρατεί η άποψις προς την οποίαν συνετάχθη ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. 4.Εις τα συνεδριάσεις της Επιτροπής δύναται να καλήται υπό του προέδρου και ο Προϊστάμενος του Νομικού Γραφείου, δια να ακουσθή απλώς η γνώμη του, και ο οποίος όμως δεν έχει ψήφον. Προϊστάμενος του Νομικού Γραφείου Άρθρ.7.-1.Προϊστάμενος του Νομικού Γραφείου διορίζεται υπό της Διαρκούς Ιεράς συνόδου, μετά γνώμην της Επιστημονικής Επιτροπής, Καθηγητής Νομικού τμήματος ενός των Α.Ε.Ι. της χώρας ή δικηγόρος επί πενταετίαν τουλάχιστον παρ’ Αρείω Πάγω, με εξαιρετικήν δικαστηριακήν εμπειρίαν, κατά προτίμησιν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Νομικού τμήματος ενός των Α.Ε.Ι. της χώρας ή ομοταγούς της αλλοδαπής. Τα καθήκοντα του προϊσταμένου δύνανται να ανατίθενται με απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εις Ανώτατον Δικαστικόν λειτουργόν εν ενεργεία ή εν συντάξει, εφ΄όσον είναι τουλάχιστον Διδάκτωρ Νομικής και έχει ειδίκευσιν εις τα θέματα της Εκκλησίας, ο οποίος όμως υποχρεούται να προσφέρη τας υπηρεσίας του αμισθί και πρέπει, προ της αναλήψεως των καθηκόντων του, να υποβάλη ειδικήν προς τούτο δήλωσιν. 2.Ο Προϊστάμενος έχει τας εξής αρμοδιότητας: α)Προϊσταται του Νομικού Γραφείου και υπό την ιδιότητά του αυτήν παρακολουθεί τους δικηγόρους της Εκκλησίας εις το έργον τους, και χρεώνει εις αυτούς, κατ’ ελευθέραν επιστημονικήν κρίσιν, τας διαφόρους νομικάς υποθέσεις, ώστε να εξασφαλίζεται ο κατάλληλος χειρισμός αυτών και η νομιμότης εις τας ενεργείας των οργάνων της Εκκλησίας. β) Συντάσσει ως Α΄ Κριτής τας ετησίας υπηρεσιακάς εκθέσεις ποιοτικής και ποσοτικής αποδόσεως των ως άνω δικηγόρων. Αι εκθέσεις πρέπει να συντάσσωνται το αργότερον μέχρι της 15ης Φεβρουαρίου και εν συνεχεία υποβάλλονται εις τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον ο οποίος δύναται, εάν το κρίνει απαραίτητον, να θέτη αυτάς ή τινάς εξ αυτών υπ΄ όψιν της Επιστημονικής Επιτροπής προκειμένου να λάβη την γνώμην αυτής πριν ή ούτος αξιολογήσει, ως Β΄ Κριτής, τους συγκεκριμένους δικηγόρους. γ) Εισηγείται εις την Ιεράν Σύνοδον, την Διοικούσαν και την Επιστημονική Επιτροπήν ως και τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον περί παντός νομικού ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησίαν εν γένει, οσάκις κρίνει την τοιαύτην εισήγησιν αναγκαίαν ή οσάκις του ζητηθή υπό της Διοικούσης ή της Επιστημονικής Επιτροπής, της Ιεράς Συνόδου ή του Μακαριωτάτου Προέδρου αυτής. δ)Μετέχει οσάκις προβλέπεται υπό διατάξεως του Νόμου ή Κανονισμού εις Επιτροπάς της Ιεράς Συνόδου. 3.Δια τας ανάγκας της Γραμματείας του Νομικού Γραφείου τοποθετούνται εις αυτό δι’ αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. τρεις εκκλησιαστικοί υπάλληλοι συνιστωμένων προς τούτο δια του παρόντος ισαρίθμων οργανικών θέσεων καταλαμβανομένων ανεξαρτήτως του βαθμού των εις αυτάς τοποθετουμένων. Οι υπάλληλοι ούτοι υπάγονται απ’ ευθείας εις τον Προϊστάμενον. Δικηγόροι Άρθρ.8.-1.Δικηγόροι της Νομικής Υπηρεσίας διορίζονται υπό της Διοικούσης Επιτροπής, μετά γνωμοδότησιν της Επιστημονικής Επιτροπής περί των προσόντων των, Δικηγόροι παρ’ Εφέταις ή παρ. Αρείω Πάγω, επί σχέσει εμμίσθου εντολής και επί παγία μηνιαία αντιμισθία. Ο Προϊστάμενος δύναται να αναθέτη τον χειρισμόν ωρισμένης ή ωρισμένων υποθέσεων και εις άλλους, μη ανήκοντας εις την Νομικήν Υπηρεσίαν, δικηγόρους οσάκις τούτο ενδείκνυται κατά την κρίσιν του, μετά σύμφωνον γνώμην του Μακαριωτάτου Προέδρου. 2.Οι ως άνω Δικηγόροι χειρίζονται, όλας τας εχούσας ανάγκην νομικής καλύψεως και υποστηρίξεως υποθέσεις, αι οποίαι αφορούν εις τας υπηρεσίας εν γένει της Εκκλησίας ή η έκβασις των οποίων ενδιαφέρει οπωσδήποτε την Εκκλησίαν. 3.Οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις την Ιεράν Σύνοδον Δικηγόροι του πρώην ΔΕΠ εντάσσονται εις συσταθησομένας θέσεις Δικηγόρων επί σχέσει εμμίσθου εντολής, κατά την διαδικασίαν της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Αι θέσεις αύται καθορίζονται δια του Κανονισμού Εσωτερικής λειτουργίας της Υπηρεσίας ταύτης. (Μετά τη σελ. 40,356) Σελ. 40,357 Τεύχος 1314 Σελ. 89 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 33.Α.γ.72 98 Λύσις της υπηρεσιακής σχέσεως των Δικηγόρων Άρθρ.9.-Η κατά τας διατάξεις του παρόντος δημιουργουμένη υπηρεσιακή σχέσις, μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και των άνω δικηγόρων Αυτής ή του Προϊσταμένου του Νομικού Γραφείου, λύεται δια παραιτήσεως ή δια καταγγελίας υπό της Διοικούσης Επιτροπής, ως προς δε τον Προϊστά-μενον δια καταγγελίας υπό της διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Η καταγγελία δύναται να γίνη οποτεδήποτε ελευθέρως και άνευ ειδικής αιτιολογίας. Συμπλήρωσις του παρόντος Κανονισμού Άρθρ.3.-Εντός του ανωτέρω γενικού περιγράμματος κινουμένη η Ειδική Επιτροπή δύναται να επιλέγη κατά περίπτωσιν τα προσφορώτερα μέσα προς επίτευξιν των σκοπών της. Ταύτα δύναται να είναι: α.Η συγκρότησις εν Αθήναις ή αλλαχού ομάδων εργασίας ή υποεπιτροπών, επανδρωμένων διά καταλλήλου προσωπικού, και η παρακολούθησις δι αυτών των σημειουμένων εξελίξεων εις τον χώρον της Ε.Ε. επί θεμάτων τα οποία άπτονται των ενδιαφερόντων της. β.Η οργάνωσις και διατήρησις Αντιπροσωπείας της Εκκλησιάς της Ελλάδος παρά τη Ε.Ε. εν Βρυξέλλαις, μετά της οποίας συνεργάζεται στενώς προς αποτελεσματικωτέραν επίτευξιν και εξυπηρέτησιν των επιδιώξεων αυτής. γ. Η συνεργασία με τας αρμοδίας πολιτειακάς αρχάς. δ. Η μελέτη των προκηρυσσομένων υπό της Ε.Ε προγραμμάτων και η προετομασία προς υλοποίησιν των υπό των διαφόρων εκκλησιαστικών Υπηρεσιών και Οργανισμών. ε. Η στενή συνεργασία με τους φορείς της Ε.Ε. και της εκκλησιαστικής διοικήσεως δια την επιμόρφωσιν και κατάλληλον αξιοποίησιν του ανθρωπίνου δυναμικού προς επωφελή αξιοποίησιν και τον αρτιότερον καταρτισμόν των προτάσεων και προγραμμάτων της Ε.Ε., ως και την αξιολόγησίν των. στ. Η παρακολούθησις των κυκλοφορούντων εντύπων της Ε.Ε. των περιλαμβανόντων χρησίμους πληροφορίας, η ίδρυσις και διατήρησις ειδικής βιβλιοθήκης περιεχούσης τας εκδόσεις αι οποίαι έχουν σχέσεις με τους σκοπούς της, η μέσω του INTERNET επικοινωνία και συνεργασία. ζ. Η έκδοσις ειδικού περιοδικού φυλλαδίου ευκολύνοντος τους ενδιαδερομένους περί τα ευρωπαϊκά προγράμματα της Ε.Ε. και η ενημέρωσις των περί των παρεχομένων εκάστοτε ευκαιριών. η Η επιλογή κατά περίπτωσιν των φορέων των διαθετόντων αξιοπιστίαν, εγκυρότητα και υπευθυνότητα δι ανάθεσιν εις αυτούς συγκεκριμένου έργου εκτελέσεως και εφαρμογής προγραμμάτων της Ε.Ε. υπέρ των ενδιαφερομένων εκκλησιαστικών φορέων.. θ. Τέλος, η αξιοποίησις παντός κατά την κρίσιν της προσφόρου μέσου προς υλοποίησιν των προσφερομένων δυνατοτήτων Άρθρ.10.-Πάν έτερον ζήτημα, μη ρυθμιζόμενον δια του παρόντος Κανονισμού, αφορών εις την οργάνωσιν και την λειτουργίαν εν γένει της Νομικής Υπηρεσίας, ρυθμίζεται δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, μετά πρότασιν της Διοικούσης Επιτροπής και γνώμην της Επιστημονικής Επιτροπής. Άρθρ.11.-1.Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της κυβερνήσεως και του Περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». 2.Καταργούνται αι διατάξεις του άρθρ. 8 του Κανονισμού 12/1980, των άρθρ. 15, 31 παρ. 2, 33 παρ. 3, 35 παρ. 3 και 39 του Κανονισμού 14/1981, ως και πάσα διάταξις αντίθετος προς τον παρόντα Κανονισμόν. Άρθρ.12.- Από τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού προκαλείται δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού του Νομικού Προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το ύψος της οποίας δεν δύναται να προσδιορισθή. 73. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ.121 της 6 Μαΐου/22 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄128) Περί συστάσεως, λειτουργίας, διοικήσεως και διαχειρίσεως αυτοτελούς Υπηρεσίας εορτασμού του Ιωβηλαίου υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος. 74. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ. 123 της 10 Ιουν./12 Ιουλ.1999 (ΦΕΚ Α΄145) Περί συστάσεως θέσεων ειδικών Επιστημονικών Συμβούλων παρά τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σελ. 40,358 Τεύχος 1314 Σελ. 90 75. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ.124 της 11 Μαρτ./21 Οκτ.1999 (ΦΕΚ Α΄218) Εσωτερικός Κανονισμός του Κλάδου Ραδιοφωνίας της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ε.Μ.Υ.Ε.Ε.). 76. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’αριθ.126 της 30 Σεπτ./8 Νοεμ. 1999 (ΦΕΚ Α΄235) Εσωτερικός κανονισμός του κλάδου εκδόσεων πάσης φύσεως της επικοινωνιακής και μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ε.Μ.Υ.Ε.Ε) 77. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ.132 της 12 Οκτ./8 Νοεμ. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 236) Περί αρμοδιοτήτων , οργανώσεως, διοικήσεως, και εν γένει λειτουργίας του Διορθοδόξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχουσα υπ΄ όψει: 1.Τας διατάξεις των άρθρ. 4 εδάφ. ε΄, 41, του Νόμ. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Την από 27.9.1999 Γνώμην της Νομικής Υπηρεσίας της Ιεράς Συνόδου. 3.Την από 29.9.1999 Απόφασιν του Α.Υ.Σ.Ε. 4.Την από 1.10.1999 Απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. 5.Την από 12.10.1999 Απόφασιν Αυτής. ΨΗΦΙΖΕΙ Τον υπ’ αριθ. 132 11999 Κανονισμόν, έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 132/1999 ΠΕΡΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ, ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Άρθρ.1.-Το δια των διατάξεων του άρθρ. 41 του Νόμ. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» Ιδρυθέν Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπό τον τίτλον «Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος», διέπεται υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, τελεί δε υπό την εποπτείαν της Δ.Ι.Σ 33.Α.γ.73-77 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 99 Άρθρ.2.-1.Ο σκοπός του Διορθοδόξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι πνευματικός και ιεραποστολικός, συνίσταται δε εις την: α)προαγωγήν των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος. β)επίτευξιν στενωτέρας συνεργασίας επί διορθοδόξου και διεκκλησιαστικού επιπέδου εις εκκλησιαστικά, θεολογικά και κοινωνικά θέματα. γ)μελέτην, έρευναν, δημοσίευσιν και αξιοποίησιν των σχετικών με τάς ανά τον κόσμον Εκκλησίας, ιδίως δε τας Βαλκανικάς, δεδομένων, και δ) προαγωγήν της μετ’ αυτών συνεργασίας. 2.Προς επίτευξιν των ως άνω σκοπών το Διορθόδοξον Κέντρον: α)διοργανώνει εκδηλώσεις συναφείς προς τους σκοπούς τούτους. β)εισηγείται εις την αρμοδίαν Υποεπιτροπήν την χορήγησιν υποτροφιών δια την κατάρτισιν στελεχών διορθοδόξων και διαχριστιανικών σχέσεων, και δια σπουδάς στελεχών άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, γ)λειτουργεί Ερευνητικόν Κέντρον Διορθοδόξων Σπουδών, δ)φιλοξενεί επιστήμονας και σπουδαστάς προερχομένους εξ άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι ευρίσκονται εις την Ελλάδα δια μορφωτικούς σκοπούς ή ως επισκέπται. ε)εκδίδει έντυπον δια τους σκοπούς αυτού, στ)χρησιμοποιεί παν έτερον μέσον συντελεστικόν των σκοπών αυτού ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΕΠΟΠΤΕΙΑ Άρθρ.3.-1.Το Διορθόδοξον Κέντρον διοικείται υπό 7μελούς Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), το οποίον συγκροτείται: α)Εκ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος ως Προέδρου, αναπληρούμενου υπό Αρχιερέως, τον οποίον ούτος ορίζει με απόφασίν του, β)Εκ του εκάστοτε Προέδρου της Συνοδικής Επιτροπής επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, η θητεία του οποίου διαρκεί όσον και η ιδιότης τούτου ως Προέδρου της εν λόγω Επιτροπής γ)Εξ ενός Αρχιερέως επί 4ετεί θητεία. δ)Εκ του Ηγουμένου της Ι. Μονής Πεντέλης ή άλλου τινός αδελφού της Μονής, προτεινομένου υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου αυτής, επί 4ετεί θητεία, και ε)Εξ ενός Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών επί 4ετεί θητεία δυναμένη να ανανεούται. Τα υπό στοιχ. (γ), (δ) και (ε) μέλη, ως και τα αναπληρωματικά μέλη αυτών, διορίζονται υπό της Δ.Ι.Σ. στ)Εκ του εκάστοτε Δ/ντού της ΕΚΥΟ και ζ)Εξ ενός ειδήμονος περί τις διορθόοδοξες σχέσεις προσώπου. 2.Το Δ.Σ. τελεί εν απαρτία εφ’ όσον οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων, συνεδριάζει δε είτε εν τη έδρα του Κέντρου είτε εν τοις Γραφείοις της Δ.Ι.Σ. οσάκις τούτο αποφασίζεται υπό του Προέδρου αυτού. 3.Εισηγητής των θεμάτων προς το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι ο Διευθυντής ο οποίος μετέχει αυτού άνευ ψήφου ή ο υπό του Προέδρου αυτού οριζόμενος. 4.Τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον εκ των υπαλλήλων του Κέντρου. 5.Η διαχείρισις των πόρων και της εν γένει περιουσίας του κέντρου ανήκει εις το Διοικητικόν Συμβούλιον τούτου. ΠΟΡΟΙ – ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ Άρθρ.4.-1.πόροι του Διορθοδόξου Κέντρου είναι: α)Ετησία επιχορήγησις της Ε.Κ.Υ.Ο., των Ιερών Μητροπόλεων, Ιερών μονών και Προσκυνημάτων. Β)Επιχορηγήσεις του Δημοσίου , Ν.Π.Δ.Δ. και λοιπών Οργανισμών ή Ν.Π.Ι.Δ. γ)Εκούσιαι εισφοραί, δωρεαί, κληρονομίαι, κληροδοσίαι ή κληροδοτήματα νομικών ή φυσικών προσώπων και, δ)Πάσα πρόσοδος εξ οιασδήποτε ετέρας χρηστής πηγής. 2.Παρά ανεγνωρισμένω πιστωτικώ ιδρύματι τηρείται ειδικός λογαριασμός επ’ ονόματι του Διορθοδόξου Κέντρου, διακινούμενος κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και εντός των πλαισίων του εψηφισμένου ετησίου προϋπολογισμού. Εφ όσον πρόκειται δια ποσόν ανώτερον του 1.000.000 δραχμών τούτο αναλαμβάνεται κατόπιν εντολής του Διευθυντού. Τα ανωτέρω ποσά αυξομειούνται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Άρθρ.5.-1.Συνιστάται μια θέσις Διευθυντού, ο διορισμός του οποίου γίνεται υπό της Δ.Ι.Σ., επί τετραετεί θητεία, ταύτης δυναμένης να ανανεούται. 2.Εις την θέσιν του διευθυντού διορίζεται Κληρικός, Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή και Λαϊκός γνωρίζων μίαν τουλάχιστον ξένην γλώσσαν, κάτοχος διπλώματος Θεολογίας Ελληνικού Πανεπιστημίου ή της αλλοδαπής 3.Ο Διευθυντής διοικεί πάσας τας υπηρεσίας του Κέντρου, συντονίζει, ελέγχει και λαμβάνει τα κατά την κρίσιν αυτού ενδεδειγμένα μέτρα δια την αποδοτικωτέραν λειτουργίαν του Κέντρου. 4. Η καταβαλλομένη εις τον Διευθυντήν αντιμισθία ρυθμίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Άρθρ.6.-Δια τας ανάγκας του Διορθοδόξου Κέντρου συνιστώνται αι κάτωθι θέσεις: Άρθρ.4.-Η επταμελής επιτροπή διορίζεται υπό της ΔΙΣ,προτάσει του Μακαριωτάτου, επί τριετει θητεία, απαρτιζομένη α) εκ τεσσάρων εν ενεργεία Αρχιερέων, β) εκ του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου, και γ) εκ δύο λαϊκών, απάντων εχόντων ειδικάς γνώσεις και εμπειρίαν περί τα ευρωπαϊκά προγράμματα και θέματα. Της Επιτροπής προεδρεύει ο έχων τα πρεσβεία Αρχιερεύς, αναπληρούμενος υπό του επομένου τη τάξει Αρχιερέως. Το αξίωμα των μελών της ειδικής Επιτροπής είναι τιμητικόν και άμισθον. Άρθρ.5.-Η Ειδική επιτροπή αποφασίζει επί παντός ζητήματος αναγομένου εις τον κύκλον των κατά τα άνω επιδιωκομένων σκοπών και αρμοδιοτήτων της, ενεργεί δε τα δέοντα αναφερομένη πάντοτε εις τον Μακαριώτατον Πρόεδρον πή συντάσσει τον Απολογισμόν της, ο οποίος εγκρίνεται δια της ως άνω διαδικασίας επί του Προϋπολογισμού και υποβάλλεται προς έγκρισιν προς την ΔΙΣ. Μετά των παραστατικών των γενομένων δαπανών Άρθρ. 11.- Η εις το εδάφ. β΄ άρθρ. 3 του παρόντος κανονισμού αναφερομένη εν Βρυξέλλαις Αντιπροσωπεία της Εκκλησιάς της Ελλάδος παρά τη ευρωπαϊκή ενώσει αποτελεί εξηρτημένην εξωτερική Υπηρεσίαν του Ν.Π.Δ.Δ.»Εκκλήσια της Ελλάδος» και τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον της ΔΙΣ. Τα της έδρας σφραγίδος αρμοδοτήτων, διοικήσεως, καθηκόντων προσωπικού κ.λπ., ρυθμίζονται δι’ Εσωτερικού Κανονισμού οργανώσεως και λειτουργίας συντασσομένου εντός εξαμήνου υπό της ειδικής Επιτροπής και εγκρινομένου υπό της ΔΙΣ. Άρθρ.12.-Ο παρών Κανονισμός εγκρίνεται υπό της ΔΙΣ και εφαρμόζεται υπό Την ευθύνην της Ειδικής Επιτροπής, τροποποιείται δε αποφάσει της ΔΙΣ. Άρθρ.13.- Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το Περιοδικόν «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Άρθρ.14.-Από της ισχύος του Κανονισμού τούτου, ο υπ’ αριθ. 68/1994 Κανονισμός «Περί λειτουργίας του Γραφείου σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά της Ευρωπαϊκής Ενώσεως» (Φ.Ε.Κ. 39/τ.Α΄/21.3.1994) καταργείται. (Μετά τη σελ. 40,352(ζ) Σελ. 40,353 Τεύχος 1314 Σελ. 85 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 33.Α.γ.69 94 Άρθρ.15.-Εκ της δημοσιεύσεως του παρόντος Κανονισμού προκαλείται δαπάνη εις βάρος του νομικού Προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το ύψος της οποίας δεν δύναται να υπολογισθεί. 70. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου υπ’ αριθ. 101 της 16 Οκτ./20 Νοεμ.1998 (ΦΕΚ Α΄261) Περί συστάσεως οργανώσεως και λειτουργίας της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Λαβούσα υπ’ όψει: 1)την εντυπωσιακή πρόοδο των βιοϊατρικών εφαρμογών και ιδίως της Γενετικής Μηχανικής με αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέες ηθικές ευαισθησίες στο Χριστεπώνυμο Πλήρωμα της Εκκλησίας. 2)Το γεγονός, ότι η Εκκλησία πρέπει να εκφράζη υπεύθυνη γνώμη στην έρευνα της αλήθειας στα επί μέρους ανακύπτοντα βιοϊατρικά προβλήματα, με γνώμονα πάντοτε το ορθόδοξο ήθος, το θείο λόγο, την Πατερική Γραμματολογία και την εκκλησιαστική παράδοση. 3)Την ανάγκη να συσταθή μία συμβουλευτική Επιτροπή, στην οποία θα μετέχουν ειδικοί επιστήμονες για την μελέτη και διερεύνηση των θεμάτων, που ανακύπτουν από τις βιοϊατρικές εφαρμογές, ώστε η Ιερά Σύνοδος να έχη πλήρη και έγκυρη ενημέρωση επί των θεμάτων αυτών. 4)Τις διατάξεις των άρθρ. 4 εδάφ. ε’ και 10 παρ. 5 του Νόμ. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 5)Τις από 2-10-1998 και από 16-10-1998 Αποφάσεις της Δ.Ι.Σ. και την από 13-10-1998 Απόφασιν της Ι.Σ.Ι., ΨΗΦΙΖΕΙ Τον υπ’ αριθ. 101/1998 Κανονισμόν Αυτής έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ. ΑΡΙΘ. 101/1998 «ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» Σύσταση
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.