📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 50125/6437/47 της 5/30 Ιουλ. 1949 (ΦΕΚ Β΄ 119) (Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 180/21.10.1949) Περί εγκρίσεως του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Αυτονόμου Οργανισμού Καπνού. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α. Νόμου της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ.1 του Α. Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν. Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής». 3)Τας διατάξεις του άρθρ. 4 του από 5.7.43 Κ. Δ/τος «περί ιδρύσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Αυτον. Οργανισμού Καπνού. 4)Πρότασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Αυτονόμου Οργανισμού Καπνού, υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 2 ε.έ. αναφοράς του, και 5)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 147 συνεδρ. 30 της 20ης Νοεμ. 1947) αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Αυτονόμου Οργανισμού Καπνού εξ άρθρ. 11 έχοντα ούτω: Δικαιούχοι συντάξεως Άρθρ.1.-Α΄. Οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως: 1.Εάν απομακρυνθώσι της υπηρεσίας των: α)«Μετά την συμπλήρωσιν, προκειμένου περί (Αντί της σελ. 1923(α) Σελ. 1923(β) Τεύχος 510 Σελ. 139 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 39.Ο.ζ.2 αρρένων αα)του 65ου έτους της ηλικίας των δια τους κατέχοντας βαθμόν από του 4ου και άνω και ββ)του 62ου έτους δια τους κατέχοντας κατώτερον βαθμόν, προκειμένου δε περί θηλέων του 60ού έτους της ηλικίας των, εφ’ όσον έχουν 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 10ετή πραγματικήν». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. Φ. 46/3/14786 της 27 Νοεμ./15 Δεκ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 821). β)Μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των, προκειμένου περί αρρένων και του 55ου έτους προκειμένου περί θηλέων και 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 15ετή πραγματικήν. «Επί θήλεος ησφαλισμένης τελούσης εν χηρεία μετ’ ανηλίκου τέκνου, ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκου τέκνου ή εγγάμου, μετά την συμπλήρωσιν 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 10ετής πραγματική τοιαύτη, εφ’ όσον τύχωσι συντάξεως υπό του φορέως της κυρίας ασφαλίσεώς των». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 107/5264 της 13/24 Νοεμ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1395) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Εάν απολυθώσι της υπηρεσίας των λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας και έχωσι δεκαετή (10) συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης πενταετή πραγματικήν. Σελ. 1924(β) Τεύχος 510 Σελ. 140 39.Ο.ζ.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 3.Εάν απολυθώσι της υπηρεσίας των λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των, προελθούσης εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος είτε εν τη εκτελέσει διατεταγμένης υπηρεσίας είτε εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας. 4.Εάν απολυθώσι της υπηρεσίας ως καταστάντες σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανοι, συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν των διατάξεων της υπ’ αριθ. 67724/1940 υπουργικής αποφάσεως και υπό τους εν αυτή οριζομένους όρους και προϋποθέσεις, ή συνεπεία κακουχιών ή ατυχημάτων επερχομένων διαρκούσης της παρούσης ανταρσίας εκ γεγονότων συνδεομένων οπωσδήποτε προς αυτήν μη οφειλομένων δε πάντως εις άμεσον ή έμμεσον συμμετοχήν του παθόντος εις την ανταρσίαν αδιαφόρως χρόνου ασφαλίσεως της υπηρεσίας. «5.Εάν απομακρυνθώσιν οπωσδήποτε της υπηρεσίας και έχουν συμπληρώσει 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 20ετή πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του Ταμείου και το 55ον έτος της ηλικίας των. Επί θήλεος υπαλλήλου αρκεί εικοσαετής πραγματική συντάξιμος υπηρεσία, και η συμπλήρωσις του 50ού έτους της ηλικίας, εκτός αν συντρέχη περίπτωσις εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 1 εδάφ. γ΄ ότε εφαρμόζεται αύτη». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 6050/Σ. 41 της 31 Μαρτ./20 Απρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 120) αποφ. Υπ. Εργασίας. «6.Ειδικώς λόγω της θέσεως εν ισχύϊ των περί αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας διατάξεων του Συντάγματος, παρέχεται η ευχέρεια εις τους αναγκαστικώς αποχωρήσαντας τους συμπληρώσαντας την 15.11.1968 το 62ον έτος της ηλικίας των και 12ετή υπηρεσίαν εν ασφαλίσει, όπως συνεχίσουν προαιρετικώς την ασφάλισίν των από 15.11.1968 και μέχρι συμπληρώσεως 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, επί τη καταβολή της εισφοράς την οποίαν κατέβαλον κατά τον χρόνον της εξόδου των. Η περί προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως αίτησις δέον να υποβληθή εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της ισχύος της παρούσης. Αι εισφοραί εκάστου μηνός προαιρετικής ασφαλίσεως καταβάλλονται υπό του ησφαλισμένου εντός του επομένου τούτου μηνός. Αι εισφοραί αι αναγόμεναι εις το από 15.11.68 και μέχρι της υποβολής της αιτήσεως χρονικόν διάστημα καταβάλλονται εις 6 ισοπόσους μηνιαίας δόσεις. Η μη εμπρόθεσμος καταβολή των εισφορών υπό των προαιρετικώς ησφαλισμένων, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του δικαιώματος προαιρετικής ασφαλίσεως:. Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. Φ. 46/3/14786 της 27 Νοεμ./15 Δεκ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 821). «7.Εάν απομακρυνθώσιν οπωσδήποτε της Υπηρεσίας και έχουν 25ετή πλήρη συντάξιμον υπηρεσίαν, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ’ όσον τύχωσι συντάξεως υπό του φορέως της κυρίας ασφαλίσεώς των». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 107/3446 της 23 Οκτ. / 8 Νοεμ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 953) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. ΄Αρθρ.3.-«1.Η μηνιαία σύνταξη ασφαλισμένου υπολογίζεται σε τόσα τριακοστά πέμτα (35) των τακτικών αποδοχών του όσα και τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας του, επί τον συντελεστή 21%». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης θεωρούνται, ο εκάστοτε βασικός μισθός κλιμακίου του χρόνου εξόδου από την υπηρεσία και το εκάστοτε επίδομα χρόνου υπηρεσίας. Το ποσό της σύνταξης που προκύπτει από τον πάνω υπολογισμό, προσαυξάνεται με τα ποσοστά της ΑΤΑ, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μετά την 30.4.84. 3.Κατώτατο όριο της χορηγούμενης από το Ταμείο σύνταξης στους άμεσους ασφαλισμένους του ορίζεται το 25% του βασικού μισθού του δέκατου τρίτου κλιμακίου, προσαυξανόμενο με το χορηγούμενο, μετά τη δημοσίευση του παρόντος ποσοστό της ΑΤΑ, ανεξάρτητα από το χρόνο εξόδου από την υπηρεσία. 4.Ανώτατο όριο της χορηγούμενης από το Ταμείο σύνταξης στους άμεσους ασφαλισμένους του, με επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 3 του Νόμ. 195/75, ορίζεται το 40% του βασικού μισθού του 17ου κλιμακίου, προσαυξανόμενο με το ποσοστό της ΑΤΑ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά την 30.4.84». Οι παρ. 1, 2, 3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 16/7-15 Ιαν. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 7). «5.Οι συντάξεις που χορηγήθηκαν ή θα χορηγηθούν και η έναρξη καταβολής τους εμπίπτει σε χρόνο πριν από την ισχύ του παρόντος, ανακαθορίζονται χωρίς αίτηση, από το ταμείο με βάση τις παραπάνω διατάξεις. Οι διαφορές που προκύπτουν από τον ανακαθορισμό διατηρούνται ως προσωρινό επίδομα και συμψηφίζονται με κάθε μελλοντική αύξηση των συντάξεων». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. «6.Οι συντάξεις που χορηγήθηκαν ή θα χορηγηθούν και η έναρξη καταβολής τους εμπίπτει σε χρόνο προ της ισχύος του Κανονισμού αυτού, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που χορηγήθηκαν πριν την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμ. 1505/84 «περί Αναδιάρθρωσης μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης», ανακαθορίζονται, χωρίς αίτηση, από το Ταμείο, με βάση τις παραπάνω διατάξεις. Οι επιπλέον διαφορές που θα προκύψουν από τον πιο πάνω υπολογισμό των συντάξεων καταβάλλονται από την πρώτη του μεθεπόμενου από την δημοσίευση του παρόντος μήνα, τυχόν δε επί έλατον διαφορές διατηρούνται και συμψηφίζονται με μελλοντικές αυξήσεις». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 16/7-15 Ιαν. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 7). Δικαιούμενα πρόσωπα λόγω θανάτου ΄Αρθρ.4.-Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου ή ησφαλισμένου συμπληρώσαντος δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει ή ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν ή εις πολεμικήν αιτίαν δικαιούνται συντάξεως τα εν ταις επομέναις παραγράφοις οριζόμενα μέλη οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τας εν αυταίς προβλεπομένας προϋποθέσεις και περιορισμούς. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή και συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορφανοί και πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί, εφ’ όσον ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού (υπ’ αυτής). δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούνται συντάξεως. «Α.Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε πριν από την πάροδο 24 μηνών από την τέλεση του γάμου, εκτός: α)εάν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα, β)εάν υφισταμένου του γάμου γεννήθηκε ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε τέκνο και γ)εάν η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης». Η με το στοιχ. Α΄ περίπτωση αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Μετά τη σελ. 1926,01(δ) Σελ. 1926,03 Τεύχος 1090-Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 39.Ο.ζ.2 Β΄.Εάν ο θανών (η θανούσα) ελάμβανεν κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου. 4.«Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού και γονέως, ισούται προς τα 30% και προκειμένου περί τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων προς τα 60% της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου, το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων». Το εντός « » εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 7478/Ε.129 της 12/12 Φεβρ. 1952 (ΦΕΚ Β΄ 30) αποφ. Υπ. Εργασίας. ΄Αρθρ.5.-«1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης που δικαιούται η χήρα (χήρος) ασφαλισμένου (ης) ή συνταξιούχου του Ταμείου ορίζεται στα 70% του ποσού της σύνταξης που έπαιρνε ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος ή που θα εδικαιούτο να πάρη ο θανών (θανούσα) ασφαλισμένος (η) εάν την ημέρα του θανάτου έμενε ανάπηρος (η). 2.Το ποσό της σύνταξης κάθε παιδιού ορίζεται σε 20% του ποσού της σύνταξης του θανόντος (θανούσης). Το σύνολο των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των παιδιών δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό της σύνταξης του θανόντος (θανούσης) και μη υπάρχοντος συζύγου που να δικαιούται σύνταξη το 60% του πιο πάνω ποσού. Εάν το συνολικό ποσό της σύνταξης υπερβαίνει τα όρια του προηγούμενου εδαφίου η σύνταξη καθ’ ενός δικαιούμενου μειώνεται αναλόγως. Ειδικά προκειμένου για ένα (1) παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, το ποσό της σύνταξης ορίζεται σε 80% της σύνταξης του θανόντος (θανούσης) και για δύο παιδιά και άνω, ανεξάρτητα από τον αριθμό αυτών, σε 100% της σύνταξης κατανεμόμενο σε ίσα μέρη μεταξύ τους». Η παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 16/7-15 Ιαν. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 7). 3.Οι περί ων το εδάφ. γ΄ του προηγουμένου άρθρου του παρόντος έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή εάν υφισταμένων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξηντλήθη το οριζόμενον εν εδαφ. 3 της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Σελ. 1926,04 Τεύχος 1090-Σελ. 88 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου προγονού ή γονέως ισούται με τα είκοσιν εκατοστά της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου, το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου, το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 5.Εάν πρόσωπον εκ των δικαιουμένων συντάξεως τελή εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, το ποσόν της μηνιαίας αυτού συντάξεως μετά την αναπροσαρμογήν του εις νέας δραχμάς επαυξάνεται κατά 50%, χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων. 39.Ο.ζ.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού Χρόνος ενάρξεως και λήξεως δικαιώματος εις σύνταξιν ΄Αρθρ.6.-1)Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου καθ’ ον επήλθεν η αναπηρία ή ο θάνατος ή καθ’ ον απεχώρησεν ο ησφαλισμένος εκ της υπηρεσίας. Κατ’ εξαίρεσιν επί αναπηρίας οφειλομένης εις ασθένειαν ή ατύχημα η σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από της ημέρας αφ’ ης έπαυσεν η καταβολή επιδόματος ασθενείας ή μισθού. 2)Η σύνταξις παύει να παρέχηται. α)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας εφ’ όσον παύουν υφιστάμεναι αι προϋποθέσεις του άρθρ. 4 παρ. 2-4 του παρόντος (ανικανότης προς εκτέλεσιν των καθηκόντων του παρά του συνταξιούχου). β)Επί συντάξεως λόγω γήρατος δια του θανάτου του συνταξιούχου. «γ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγονών και προγονών, προκειμένου μεν περί αρρένων άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον δεν κατέστησαν ανίκανα κατά την διάρκειαν της ενηλικιώσεώς των, ως εν εδαφ. β΄ του άρθρ. 4 του παρόντος Κανονισμού προβλέπεται προκειμένου δε περί θηλέων άμα τη συμπληρώσει του 30ού έτους της ηλικίας του και προ αυτού άμα τη τελέσει του γάμου των είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 6050/Σ.41 της 31 Μαρτ./20 Απρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 120) αποφ. Υπ. Εργασίας. αα)Δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου εγγόνου ή προγονού ανικάνου λόγω παθήσεως, δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και «ββ.Παρατείνεται μέχρι του εικοστού τετάρτου (24) έτους της ηλικίας εφόσον τα πιο πάνω πρόσωπα συνεχίζουν να σπουδάζουν σε σχολές γενικής ή επαγγελματικής εκπαίδευσης και δεν ασκούν βιοποριστικό επάγγελμα». Η περίπτ. ββ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 43/3-16 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 23) του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 4 αυτού αρχίζει από την 1 του επομένου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. δ)Επί συντάξεως χήρας δια του θανάτου της ή δια της τελέσεως νέου γάμου. ε)Επί συντάξεως γονέων δια του θανάτου των. 3)Κηρυχθείσης αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δια δικαστικής αποφάσεως, το δικαίωμα των οικογενειών των εις απόληψιν περιοδικής συντάξεως και η πληρωμή αυτής άρχεται από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος την τελευταίαν στιγμήν του κινδύνου του αφάντου ή την τελευταίαν περί του αφάντου είδησιν κατά τα ειδικώς περί αφανείας εν τω Αστικώ Κώδικι οριζόμενα. Στερήσεις εκπτώσεις και αναστολαί Άρθρ.2.-«1.Ως χρόνος πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας λογίζεται ο διανυθείς παρά τω Εθνικώ Οργανισμώ Καπνού, υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα και εργασιακήν σχέσιν, μετά την σύστασιν του Ταμείου. 2.Ως χρόνος απλής συνταξίμου υπηρεσίας μη δυνάμενος να είναι ανώτερος του χρόνου πραγματικής ασφαλίσεως ούτε εν πάση περιπτώσει να υπερβή την 10ετίαν, λογίζεται ο διανυθείς: α)Παρά τω Εθνικώ Οργανισμώ Καπνού υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα και εργασιακήν σχέσιν προ της συστάσεως του Ταμείου. β)Παρά τω Δημοσίω ή Ν. Π. Δ. Δ. υφ’ οιανδήποτε σχέσιν εργασίας, και «γ)Παρά τω Στρατώ της Ξηράς ή της Θαλάσσης ή της Χωροφυλακής ή της Αεροπορίας υπηρεσία, ως και ο χρόνος υπηρεσίας εν τω Μακεδονικώ ή Βορειοηπειρωτικώ αγώνι, ως στρατιωτικού ή ιδιώτου, εφ’ όσον δεν συμπίπτει προς άλλην συντάξιμον τοιαύτην, του υπολογισμού και της αποδείξεως ταύτης γενομένης κατά τους περί στρατιωτικών συντάξεων νόμους. Ο κατά τ’ ανωτέρω χρόνος υπηρεσίας, ως και ο χρόνος υπηρεσίας εν τη Πυροσβεστική Υπηρεσία, εφ’ όσον διηνύθη, πράγματι, υπό τας εν τω άρθρ. 40 του Α.Ν. 1854/51 προϋποθέσεις υπολογίζεται εν προσαυξήσει κατά τα εν τω άρθρω τούτω οριζόμενα. Ο χρόνος της πολιτικής υπηρεσίας ο διανυθείς εις τας τάξεις του στρατεύματος προς εκπλήρωσιν της υποχρεώσεως του κληρωτού ή εφέδρου, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συνταξίμου πολιτικής υπηρεσίας». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρου μόνου Π.Δ. 628/2-16 Αυγ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 185). Με την παρ. 2 του ίδιου Π.Δ/τος ορίστηκε ότι «Δια την αναγνώρισιν, των περί ων αι παρ. 1 και 2 του άρθρ. 2 προϋπηρεσιών, υπό των, ήδη υπηρετούντων, χορηγείται νέα ενιαύσιος προθεσμία, αρχομένη από της δημοσιεύσεως του παρόντος». (Αντί για τη σελ. 1925(η) Σελ. 1925(θ) Τεύχος 1090 Σελ. 83 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 39.Ο.ζ.2 3.Δεν υπολογίζεται ως συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας ο διανυθείς παρά ταις εν παρ. 2 του παρόντος αναφερομέναις υπηρεσίαις, εφ’ όσον ούτος ανεγνωρίσθη ως συντάξιμος παρ’ οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή του Δημοσίου, βάσει του οποίου έτυχον περιοδικών παροχών επικουρικής ασφαλίσεως ή εφ’ άπαξ βοηθήματος. «4.Ο χρόνος προϋπηρεσίας, ο οποίος αναφέρεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται: α)Για τις αναγνωρίσεις των παρ. 1 και 2 εδάφ. α, β μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός χρόνου που αρχίζει για τους ήδη ασφαλισμένους στο Ταμείο, από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Δ/τος και για όσους θα ασφαλίζονται εφεξής από την ημέρα ασφάλισής τους. β)Για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του εδαφ. γ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, κατά την διάρκεια της υπηρεσίας των ασφαλισμένων. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου η αίτηση των εδαφ. α, β της παραγράφου αυτής μπορεί να υποβληθεί από τα μέλη της οικογένειάς του μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από το θάνατό του». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το ΄Αρθρ.7.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν συντάξεως ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος εφ’ όσον διαπιστωθή η ενοχή του δια τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 7 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, της οποίας θα εδικαιούτο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου, εξ ου έλκουν το δικαίωμα. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται. α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου δια πράξιν συνεπεία της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της επιτροπίας των τέκων της δι’ αισχράν διαγωγήν. 3.Η καταβολή των παρά του Ταμείου χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται. α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του, μικροτέραν του έτους. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα, άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως, όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα επενέμετο εις αυτά. β)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εργασίαν ή υπηρεσίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. Παραγραφή ΄Αρθρ.8.-1)Το δικαίωμα εις σύνταξιν παραγράφεται μετά παρέλευσιν τριετίας από της γενέσεώς του. 2)Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3)Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μικρότερον των 6 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 4)Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς απονομήν συντάξεων ΄Αρθρ.9.-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως. (Αντί για τη σελ. 1927(α) Σελ. 1927(β) Τεύχος Ι-22-Σελ. 125 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 39.Ο.ζ.2 2.Εν αδυναμία εγγράφου αποδείξεως συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται αύτη βεβαιουμένη δια δικαστικής αποφάσεως τηρουμένης της επ’ αναφορά διαδικασίας και των περί αδυναμίας εγγράφου αποδείξεως διατάξεων της πολιτικής δικονομίας, κλητευομένου επί ποινή απαραδέκτου της τοιαύτης αποφάσεως του Ταμείου. 3.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται ν’ αξιώσιν παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφων ειδικώς ητιολογημένων αποφάσεων οσάκις το Δ.Σ. αρνείται την χορήγησιν των αιτουμένων παροχών, είτε απολύτως είτε εν εκτάσει και τη μορφή εις ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. Το Δ.Σ. του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδόση την επ’ αυτής απόφασίν του. Εν περιπτώσει καθ’ ην η υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως η κατά τα ανωτέρω δίμηνος προθεσμία άρχεται από της υποβολής του τελευταίου πιστοποιητικού. 5.Η διαπίστωσις της σωματικής και διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά των γνωματεύσεων των πρωτοβαθμίων τούτων επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου, ενώπιον των δευτεροβαθμίων επιτροπών του Ι.Κ.Α. εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν της προθεσμίας υποβολής των προσφυγών κλπ. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του Ι.Κ.Α. ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. του τόπου διαμονής του. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον όπερ καταβάλλει εις το Ι.Κ.Α. και τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων. Σελ. 1928(β) Τεύχος Ι-22 Σελ. 126 39.Ο.ζ.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 6.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 7.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α., αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίσει ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις οπότε δύναται ν’ αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. «8.Στους επιμεληθέντες την κηδεία ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που απεβίωσε καταβάλλεται από το Ταμείο σαν έξοδα κηδείας ποσό ίσο με την διαφορά του εισπραχθέντος για το λόγο αυτό ποσού από τον φορέα κύριας ασφάλισης με αυτό που καταβλήθηκε στο γραφείο τελετών. Το ύψος του ποσού αυτού σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ίσο με 2,5 ανώτατες συντάξεις του Ταμείου, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από το σχετικό άρθρο του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 8 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εκχώρησις και κατάσχεσις παροχών ΄Αρθρ.10.-Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/3 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών. ΄Αρθρ.11.-Τα απονεμηθέντα υπό του Ταμείου περιοδικά βοηθήματα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος καταστατικού αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν βάσει των διατάξεων του παρόντος, καταβαλλομένων, από της ισχύος του των υπό τούτου καθοριζομένων συντάξεων. Εις ην περίπτωσιν πάντως εκ της αναπροσαρμογής των βοηθημάτων τούτων ήθελε προκήψει μείωσις του ποσού αυτών, η μείωσις αύτη δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να είναι μεγαλυτέρα των 20% του καταβαλλομένου βοηθήματος. άρθρ. 1 Π.Δ. 54/15 Φεβρ. - 4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5.Κατά τον υπολογισμόν του συνολικού χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας κλάσμα υπερβαίνον το ήμισυ του έτους λογίζεται ως πλήρες έτος, κλάσμα δε μικρότερον ή ίσον προς το ήμισυ του έτους παραλείπεται. 6.Επί προϋπηρεσίας εκφραζομένης εις ημέρας εργασίας, λογίζεται δια την εξεύρεσιν του εξαγορασθησομένου χρόνου ότι 25 ημέραι εργασίας καλύπτουν ένα εργάσιμον μήνα. Αι πέραν των 300 και μέχρι των 360 πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας εντός του αυτού έτους, κατανέμονται προσαυξανομένου αναλόγως του ορίου των 25 ημερών. 7.»α.Η εξαγορά της αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας ενεργείται δια της καταβολής υπό του ησφαλισμένου και εργοδότου δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα, συμπληρωματικής εισφοράς ίσης προς την αναλογούσαν τακτικήν τοιαύτην εις έκαστον, υπολογιζομένης επί των αποδοχών του ησφαλισμένου των υποκειμένων εις κρατήσεις κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως». β)Εν περιπτώσει όμως θανάτου του ησφαλισμένου, κατά την διάρκειαν της προς αναγνώρισιν τασσομένης ανατρεπτικής προθεσμίας λαμβάνονται υπ’ όψιν αι αποδοχαί τας οποίας ούτος ελάμβανε κατά τον χρόνον του θανάτου του. Σελ. 1926(θ) Τεύχος 1090 Σελ. 84 «γ)Η κατά τα ανωτέρω υπολογιζομένη συνολική εισφορά καταβάλλεται είτε εφ’ άπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση σε ποσοστό 10%, είτε με δόσεις ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τον αριθμό των αναγνωριζομένων μηνών. Σε περίπτωση εξόφλησης εφ’ άπαξ του ποσού εξαγοράς η οφειλή πρέπει να καταβληθεί μέσα σε 2 μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 54/15 Φεβρ. - 4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. δ)Η εξόφλησις της συμπληρωματικής εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου δια την εξαγοράν αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας, ως συνταξίμου, ενεργείται υπό του Εθνικού Οργανισμού Καπνού, υποχρεουμένου όπως παρακρατή μηνιαίως εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου την βαρύνουσαν αυτόν συμπληρωματικήν εισφοράν και αποδίδει ταύτην εις το Ταμείον ομού μετά της εισφοράς του εργοδότου. 39.Ο.ζ.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού «ε)Σε περίπτωση υποβολής αίτησις για συνταξιοδότηση πριν από την ολοσχερή εξόφληση του κατά τα ανωτέρω υπολογισθέντος ποσού της εξαγοράς, ο μη εξαγορασθείς μέχρι τότε χρόνος λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος εφόσον το οφειλόμενο ποσό για το χρόνο τούτο, καταβληθεί πριν την έκδοση της σχετικής συνταξιοδοτικής απόφασης. Σε περίπτωση θανάτου, ή εξόδου από την υπηρεσία λόγω νόσου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου, το οφειλόμενο υπόλοιπο εξοφλείται από μεν τον ασφαλισμένο με παρακράτηση από την καταβαλλομένη σύνταξη σε δόσεις, κάθε μία από τις οποίες δεν δύναται να είναι μικρότερη του 10% ταύτης, από δε του εργοδότου εφ’ άπαξ». Η περίπτ. ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26) του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού αρχίζει από την πρώτη του επομένου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα εδάφ. α΄, γ΄, δ΄ και ε΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την 107/3/295/21 Οκτ.-13 Νοεμ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1373) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. ς)Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και δια τους κατά την δημοσίευσιν της παρούσης καταβάλλοντας συμπληρωματικάς εισφοράς δια την εξαγοράν αναγνωρισθείσης ήδη προϋπηρεσίας, ως προς τον μη εξαγορασθέντα χρόνον, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως υπό του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 107/3/4638 της 17/30 Ιαν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 109) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 8.Ουδείς μη τελών εν ενεργώ ασφαλίσει παρά τω Ταμείω δικαιούται να ζητήση αναγνώρισιν συνταξίμου υπηρεσίας εκτός της περιπτώσεως θανάτου του ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της ενεργού υπηρεσίας του, ότε έχει εφαρμογήν η παρ. 4 του παρόντος. «9.Παραίτησις ή διακοπή αναγνωρισθείσης προς εξαγοράν προϋπηρεσίας δεν είναι δυνατή». Η παρ.9 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 107/3/4638 της 17/30 Ιαν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 109) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 10.Όπου εν τω παρόντι αναφέρεται προϋπηρεσία εις τον Εθνικόν Οργανισμόν Καπνού, ως τοιαύτη νοείται και η διανυθείσα εις τα τέως Γραφεία Προστασίας Ελληνικού Καπνού, την τέως ΄Ενωσιν Γραφείων Προστασίας Ελληνικού Καπνού, τον Αυτόνομον Οργανισμόν Ελληνικού Καπνού, την Επιτροπήν Κρατικών Καπνών και το Καπνολογικόν Ινστιτούτον». Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη εξ ολοκλήρου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 107/1841 της 8/16 Αυγ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 592) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «11.Η αναγνώριση των προϋπηρεσιών των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου ως συνταξίμων, μπορεί να γίνει από τους ασφαλισμένους που έχασαν την προθεσμία της παρ. 4 με νέα αίτησή τους που πρέπει να υποβληθεί στο Ταμείο μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός χρόνου από την ισχύ του παρόντος Π.Δ/τος». Η παρ. 11 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 54/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), του οποίου η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρ. 6 αυτού, αρχίζει από την πρώτη του επομένου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ. 1926,01(γ) Σελ. 1926,01(δ) Τεύχος 1090-Σελ. 85 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού 39.Ο.ζ.2 39.Ο.ζ.2 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού Ποσόν συντάξεως
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.