← Ελλάδα

1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 3/22 Απρ. 1929 (ΦΕΚ Α' 155) Περί γενικού οικοδομικού κανονισμού του Κράτους. Έχοντες υπ' όψει τας διατάξεις του από 17 Ιουλ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα του 1929 καθορίζει τους γενικούς κανόνες για την σύνταξη και έγκριση των σχεδίων ρυμοτομίας, καθώς και για την κατάρτιση τοπογραφικών και χωροσταθμικών χαρτών.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 3/22 Απρ. 1929 (ΦΕΚ Α' 155) Περί γενικού οικοδομικού κανονισμού του Κράτους. Έχοντες υπ' όψει τας διατάξεις του από 17 Ιουλ. 1923 Ν.Δ/τος "περί σχεδίων πόλεων κλπ.", ως ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων διατάξεων, αποφασίζομεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1-17.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 81 Β.Δ. 9 Αυγ./30 Σεπτ. 1955). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ Γενικοί κανόνες δια την σύνταξιν και έγκρισιν των σχεδίων ρυμοτομίας Οι διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ διατηρήθηκαν σε ισχύ από την παρ. 3 άρθρ. 31 Νόμ. 1577/85 (ΦΕΚ Α' 210), (κατωτ. σελ. 387) με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων Νόμ. 1337/83 όπως ισχύουν. Γενικοί κανόνες δια την σύνταξιν τοπογραφικών κλπ. χαρτών Άρθρ.18.-1.Σύνταξις και εφαρμογή σχεδίου παλαιάς ή νέας πόλεως ή κώμης, ως και αναθεώρησις ή τροποποίησις τοιούτου σχεδίου, απαιτεί την προηγουμένην σύνταξιν τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου. Ούτος απαιτείται να περιλαμβάνη έκτασιν ανάλογον δια την προβλεπομένην εξέλιξιν της πόλεως επί μίαν πεντηκονταετίαν, πάντως δε επαρκή δια τον διπλασιασμόν αυτής. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον χάρται πρέπει να συντάσσωνται κατά τα επόμενα: Τριγωνισμός Α)Το πρωτεύον τριγωνομετρικόν δίκτυον θ' αποτελήται εκ τριγώνων, όσον οιόν τε ομοιομόρφων (άνευ μεγάλων διαφορών εις τα μήκη των πλευρών) και κανονικών (άνευ οξειών γωνιών) μετά πλευρών ουχί μειζόνων των 2000 μέτρων. Το τριγωνομετρικόν δίκτυον θα στηρίζηται επί βάσεως εκλεγομένης επί εδάφους όσον οίόν τε ομαλού και οριζοντίου και μετρουμένης τετράκις δια κανόνων ξυλίνων ή μετροταινίας μεταλλικής, συγκρινομένης προς κανονικόν μέτρον (λ.χ. του πολυτεχνείου). Προς έλεγχον του όλου δικτύου θα μετράται και ετέρα κανονική βάσις εις το έτερον άκρον του τριγωνομετρικού δικτύου. Εις περίπτωσιν καθ' ην πλησίον της αποτυπωτέας εκτάσεως εξικνείται και το κρατικόν τριγωνομετρικόν δίκτυον (π.χ. δύο κορυφαί τούτου κείνται περί τα 5 χιλ. από της αποτυπωτέας εκτάσεως), τότε γίνεται η εξάρτησις του τριγωνομετρικού δικτύου της πόλεως εκ του κρατικού δικτύου, μετρουμένης βάσεως ελέγχου εις το άκρον του τοπικού δικτύου. Ανεκτόν σχετικόν σφάλμα ορίζεται εις 0,0001 Μ, όπου Μ παριστά το ολικόν μήκος βάσεως. Η ανεύρεσις των τριγ. σημείων εξασφαλίζεται δια πλήρους περιγραφής της θέσεως τούτων και δι' αναλόγων μετρήσεων, αναγραφομένων εν ιδιαιτέρω σημειωματαρίω. Πολυγωνομετρικαί οδεύσεις Β)Αι προς αποτύπωσιν των εδαφικών λεπτομερειών πολυγωνομετρικαί οδεύσεις δέον να ώσι πάσαι εξηρτημέναι από τριγωνομετρικών σημείων ή και εκ πολυγωνομετρικών τοιούτων, προσδιορισθέντων ήδη, το δε μήκος εκάστης τούτων (δηλαδή το άθροισμα των μηκών των πλευρών) να μη υπερβαίνη τα 1200 μέτρα. Το μήκος εκάστης πλευράς οδεύσεως ενδείκνυται να μη υπερβαίνη τα 200 μ. αλλ' ούτε και να υπολείπεται των 30 μέτρων. Αι παρακείμεναι πλευραί ενδείκνυται να μη διαφέρωσιν αλλήλων πολύ εις μήκος, του μεταξύ αυτών λόγου όντος πάντοτε μείζονος του ενός τετάρτου. Αι γωνίαι εκάστης πολυγωνομετρικής οδεύσεως ενδείκνυται να μη διαφέρωσι κατά πολύ των 200β, αλλά να περιέχωνται μεταξύ των ορίων 150β-200β. Αι πλευραί των πολυγ. οδεύσεων θα μετρώνται δις δια χαλυβδίνης μετροταινίας, η δε μεταξύ των μετρήσεων της αυτής πλευράς διαφορά πρέπει να μη υπερβαίνη την υπό του κάτωθι τύπου διδομένην τιμήν. M 030 , 0 + 5000 M όπου Μ το μήκος της πλευράς. Το ολικόν γωνιώδες σφάλμα κλίσεως πρέπει να είναι μικρότερον του 0,01 N δια τας πρωτευούσας οδεύσεις (τας αρχομένας και καταληγούσας εις τριγωνομετρικόν σημείον) και 0,02 N δια τας δευτερευούσας οδεύσεις, όπου Ν είναι ο αριθμός των μετρηθεισών γωνιών οδεύσεως. Το σφάλμα παρέχεται εις εκατοστά βαθμού εκατονταδικής διαιρέσεως. (Αντί για τη σελ. 349(α) Σελ. 349(β) Τεύχος Η31-Σελ. 61 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός 23.Δ.κ.1 Το ολικόν γραφικόν σφάλμα κλίσεως οδεύσεως, ευρισκόμενον εκ του τύπου F=Fχ 2 -Fψ 2 , ένθα Fχ και Fψ τα επί τετμημένων και τεταγμένων ολικά σφάλματα, πρέπει να μη υπερβαίνη τα εκ των επομένων τύπων διδόμενα ανεκτά όρια =0,01 Μ-0,10 δια τας πρωτευούσας οδεύσεις =0,02 Μ-0,15 δια τας δευτερευούσας οδεύσεις, ένθα Μ είναι το μήκος της οδεύσεως εις μέτρα. Χωροστάθμησις Γ)Το χωροσταθμικόν δίκτυον, όπερ θα αποτελή την βάσιν της υψομετρικής αποτυπώσεως θα σημαίνηται δια μονίμων σταθερών χυτοσιδηρών υψομετρικών αφετηριών, πακτουμένων εις στερεά μόνιμα κτίρια (εκκλησίας, σχολεία κλπ.), διανοιγομένων οπών καταλλήλων, μακράν δε των αρμών της οικοδομής. Τα υψόμετρα των αφετηριών θα προσδιορίζωνται μέσω χωροβάτου δια χωροσταθμικών οδεύσεων. Αι αφετηρίαι θα κατανέμωνται κατά τρόπον εξασφαλίζοντα τον καθορισμόν του υψομέτρου εις οιανδήποτε θέσιν το πολύ δια δύο διαδοχικών στάσεων του χωροβάτου. Αι μεταξύ αυτών υψομετρικαί διαφοραί θα προσδιορίζωνται δια διπλής χωροσταθμήσεως. Η μεταξύ των δύο εξαγομένων διαφορά οφείλει να μη υπερβαίνη το υπό του επομένου τύπου εις μέτρα διδόμενον ανεκτόν όριον. M 01 , 0 + 3000 h ένθα Μ το μήκος της χωροσταθμικής οδεύσεως εις χιλιόμ. και h το απόλυτον άθροισμα των διαφορών της στάθμης εις μέτρα. Τα υψόμετρα θέλουσιν εν γένει ανάγεσθαι εις τον γενικόν υψομετρικόν ορίζοντα του Κράτους δι' εξαρτήσεως του χωροσταθμικού δικτύου εκ τινος σταθερού υψομετρικού σημείου γνωστού υψομέτρου (παρακειμένης οδού ή σιδηροδρομικής γραμμής) ή και δι' αναγωγής εις την στάθμην της θαλάσσης, εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Τρόπος αποτυπώσεως των εδαφικών λεπτομερειών Δ)Αι εδαφικαί λεπτομέρειαι του πυκνοκατωκημένου μέρους της πόλεως θ' αποτυπώνται δι' ορθογωνίων συντεταγμένων από των πολυγωνομετρικών πλευρών τη βοηθεία ορθογώνου. Κατά τον αυτόν Σελ. 350(β) Τεύχος Η31 - Σελ. 62 τρόπον θα ορίζωνται εν γένει και αι θέσεις παντός οικοδομικού έργου. Αι τετμημέναι και τεταγμέναι θα μετρώνται δια κανόνων ξυλίνων ή χαλυβδίνης μετροταινίας, προηγουμένως συγκρινομένων προς κανονικόν μέτρον. Τα αποτυπωτέα στοιχεία εν τε τω πυκνοκατωκημένω και αραιοκατωκημένω τμήματι της πόλεως θα είναι τα περιγράμματα των οικοδομικών τετραγώνων και οι εντός αυτών ασκεπείς χώροι, αυλαί, κήποι, πάντα τα μεμονωμένα ή και συνεχόμενα οικοδομήματα και τα μεταξύ τούτων γήπεδα μετά καθορισμού του αριθμού των ορόφων και κατατάξεως εις ποιότητας αυτών (καινουργές, ετοιμόρροπον κλπ.), οι διαχωριστικοί τοίχοι και εν γένει μανδρότοιχοι, φράκται και λοιπά, τα φρέατα, τα μεγάλα δένδρα και τεχνικά έργα πάσης φύσεως, δεξαμεναί, τοίχοι μεμονωμένοι ή τοίχοι υποστηρίξεως, ερείπια, αρχαία μνημεία, νεκροταφεία, υδραγωγεία, οχετοί ανοικτοί, χάνδακες χείμαρροι, ρύακες κλπ. Πάντως θα λαμβάνηται υπ' όψιν ότι δέον να απεικονίζεται και το εσωτερικόν των οικοδομικών τετραγώνων μέχρι βάθους από της υπαρχούσης οικοδομικής γραμμής δέκα μέτρων τουλάχιστον, εν ανάγκη δε και εσώτερον τούτου, προς επίτευξιν αρτίας παραστάσεως του συνόλου της κυρίας οικοδομής, ίνα είναι γνωστή κατά τας μελετηθησομένας διαπλατύνσεις ή ευθυγραμμίσεις η σύνθεσις των πλευρών των οικοδομικών τετραγώνων. Όπου κατά την μελέτην του ρυμοτομικού σχεδίου κριθή αναγκαία ριζικωτέρα ρυμοτομία δια μέσου οικοδομικών τετραγώνων, τότε, εφόσον η υπάρχουσα αποτύπωσις δεν είναι επαρκής, αποτυπούται ολόκληρον το θιγόμενον εσωτερικόν των οικοδομικών τετραγώνων (δια της απλουστέρας τοπογραφικής μεθόδου). 23.Δ.κ.1 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός Απλούστευσις τοπογραφικών εργασιών δια μικράς κωμοπόλεις 3.Επιτρέπεται παρέκκλισις από των διατάξεων της άνω παραγράφου, εφόσον πρόκειται περί κώμης μη περιλαμβανούσης περισσοτέρους των δύο χιλιάδων κατοίκους. Η παρέκκλισις συνίσταται εις ταχυμετρικήν αποτύπωσιν της εφ' ης εκταθήσεται το σχέδιον περιοχής. Η παρέκκλισις αύτη επιτρέπεται υπό τον όρον όπως το βάσει ταύτης συνταχθησόμενον σχέδιον ρυμοτομίας εφαρμοσθή αμέσως επί του εδάφους και αποτυπωθή το νέον οδικόν δίκτυον κατά τον εν τη προηγουμένη παραγράφω εκτιθέμενον ακριβή τρόπον. Κατά την αποτύπωσιν ταύτην επιβάλλεται και ταυτόχρονος αποτύπωσις των εκ της ρυμοτομίας θιγομένων ιδιοκτησιών, αποτυπουμένης πλήρως εκάστης τούτων (και κατά το μη ρυμοτομούμενον μέρος) μετά χαρακτηρισμού του αριθμού ορόφων, της καταστάσεως, του είδους κατασκευής και της παλαιότητος. Τρόπος καταρτίσεως των διαγραμμάτων των τοπογραφικών χαρτών 4.Οι κατά τα προηγούμενα χάρται συντάσσονται εις πινακίδας διαστάσεων εξήκοντα επί ενενήκοντα εκατ. μ. (0,60x0,90 μ.) εκ χονδρού χάρτου αρίστης ποιότητος ωπλισμένου δι' υφάσματος υπό κλίμακα 1:500. Τας άνω πινακίδας συνοδεύει πάντοτε ευρετήριον και συνοπτικός τοπογραφικός και χωροσταθμικός (μετά χωροσταθμικών καμπυλών) χάρτης υπό κλίμακα 1:2000, εξ ου παραλείπονται οι χαρακτηρισμοί οδεύσεων, στάσεων, αριθμοί, υψόμετρα κλπ., περιλαμβανομένης μόνον της υποτυπώσεως των χωροσταθμικών καμπυλών. Εάν ο συνοπτικός ούτος χάρτης καταλαμβάνη επιφάνειαν μείζονα του 1,00x1,50 μ., τότε πρέπει και ούτος να συντάσσηται εις πινακίδας του άνω μεγέθους και να καταρτίζηται κατά τον αυτόν τρόπον και πρόσθετος συνοπτικός χάρτης, παραστατικός του συνόλου, υπό κλίμακα περιορίζουσαν την επιφάνειαν αυτού εις 1,00x1,00 μ. 5.Έκαστον των κατά τα ανωτέρω χαρτών πρέπει να συνοδεύωσι 2 τουλάχιστον αντίγραφα, έν επί διαφανούς υφάσματος και έτερον επί διαφανούς χάρτου καλής ποιότητος. Εκ του επί διαφανούς υφάσματος αντιγράφου πρέπει να παραλείπωνται αριθμοί, οδεύσεις κλπ. και η χωροσταθμική υποτύπωσις και να περιορίζηται τούτο μόνον εις την υποτύπωσιν της οριζοντογραφίας δια σινικής μελάνης μέλανος χρώματος. Εκ του επί του διαφανούς χάρτου αντιγράφου παραλείπονται επίσης αριθμοί, χαρακτηρισμοί στάσεων, οδεύσεις κλπ., ουχί όμως και η χωροσταθμική υποτύπωσις δια καμπυλών. Χάραξις του σχεδίου επί του εδάφους 6.Ο δήμος και η κοινότης, μετά την έγκρισιν του σχεδίου ρυμοτομίας ή της τροποποιήσεως αυτού, προβαίνει εις την επί του εδάφους μεταφοράν του νέου ρυμοτομικού διαγράμματος, σημαίνων επί τόπου τας διασταυρώσεις ή αλλαγάς κατευθύνσεως των αξόνων των οδών δια μονίμου σημάνσεως, εξασφαλιζομένης συνάμα και της θέσεως των ούτω τεθέντων σημείων δια συντόμου περιγραφής τούτων. Η τοποθέτησις των σημείων τούτων επί διασταυρώσεως των αξόνων θέλει γίνει επιμεμελημένη, δια καταλλήλων μετρήσεων, λαμβανομένων εκ του εγκριθέντος διαγράμματος και μεταφερομένων καταλλήλως επί του εδάφους, ούτως ώστε να τηρηθώσιν αι ωρισμέναι συνθήκαι, υφ' ας εχαράχθη η ρυμοτομία. Επί του τοπογραφικού διαγράμματος (πρωτοτύπου και αντιγράφου, 1:500 και 1:2000) σημειούται είτα ευκρινώς η θέσις των ως άνω μονίμων σημείων των αξόνων των οδών, εξασφαλιζομένων δια μετρήσεων προς τα γειτονικά σταθερά σημεία (εφόσον υπάρχουσι), συνάμα δε σημειούνται και τα υψόμετρα των αξόνων των νέων οδών. Επιπροσθέτως καθορίζονται δι' υπολογισμού και αι συντεταγμέναι των τομών των αξόνων των χαραχθεισών νέων οδών, ως και των σημείων, καθ' α οι άξονες των οδών αλλάσσουν κατεύθυνσιν. Ομοίως αναγράφονται εις το διάγραμμα τα τε οριστικά πλέον μήκη των οικοδομικών τετραγώνων, ως και τα πλάτη των οδών, πλατειών κλπ. δι' αριθμών. Το ούτω συμπληρούμενον ρυμοτομικόν διάγραμμα αποτελεί το τελικόν τοιούτον εφαρμογής. (Αντί της σελ. 351) Σελ. 351(α) Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός 23.Δ.κ.1 7.Τα στοιχεία τριγωνισμού και λοιπών υπολογισμών, αι πρωτότυποι πινακίδες και εν γένει πάντα τα στοιχεία τοπογραφήσεως και χωροσταθμήσεως, βάσει των οποίων συνετάγη ο δια το σχέδιον χάρτης, ταξινομούνται και διαφυλάσσονται υπό του δήμου ή κοινότητος εις μέρος ασφαλές δια την ενδεχομένην περίπτωσιν ανασυντάξεως εξ αυτών του εν λόγω χάρτου. Μελέτη και έγκρισις του σχεδίου και σύνταξις των οριστικών αυτού διαγραμμάτων Άρθρ.19.-1.Μετά την σύνταξιν των κατά τα ανωτέρω χαρτών, καταρτίζεται η μελέτη του σχεδίου ρυμοτομίας επί ιδιαιτέρου διαφανούς χάρτου, αυτοτελώς (άνευ τοπογραφικών στοιχείων, οριζοντιογραφίας, χωροσταθμήσεως) υπό τας κλίμακας 1:500 και 1:2000, επίσης δε και την κατά το άρθρ. 18 παρ. 4 ενδεχομένως μικροτέραν κλίμακα. Τα διαγράμματα συνοδεύονται υπό του σχεδίου ειδικού οικοδομικού κανονισμού διασαφηνιστικού του σχεδίου ρυμοτομίας κλπ. 2.Μετά της άνω μελέτης ρυμοτομίας πρέπει να καταρτίζηται και δικαιολογητική αυτής έκθεσις, περιγράφουσα, μεταξύ των άλλων, τας τοπικάς συνθήκας εργασίας και διαίτης των κατοίκων, τα της εξωτερικής μεθ' ετέρων πόλεων, λιμένων, σιδηροδρομικών σταθμών κλπ. συγκοινωνίας, την οικονομικήν κατάστασιν του δήμου ή κοινότητος και τας προβλέψεις δημιουργίας νέων αυτών πόρων προς αντιμετώπισιν των προς εφαρμογήν του σχεδίου απαιτουμένων δαπανών, τας προβλέψεις περί αναπτύξεως της πόλεως ή κώμης, τας αναλογίας μεταξύ οικοδομησίμων και κοινοχρήστων χώρων βάσει του μελετηθέντος σχεδίου και προ αυτού, την κατά κάτοικον αναλογούσαν επιφάνειαν της πόλεως ή κώμης και επιφάνειαν κοινοχρήστων χώρων βάσει του μελετηθέντος σχεδίου και προ αυτού, το υφιστάμενον σύστημα υδρεύσεως και αποχετεύσεως των ακαθαρσιών, τον προβλεπόμενον τρόπον βελτιώσεως της υδρεύσεως και εξυγιάνσεως, την περιοχήν του κεντρικού (εμπορικού) τμήματος, την επάρκειαν ή μη επάρκειαν αυτού και την προβλεπομένην προέκτασίν του, τας πρωτευούσας οδούς και λεπτομερώς την μάλλον επικρατούσαν κατάστασιν εις τας ιδιοκτησίας από απόψεως εμβαδού και διαστάσεων εν εκάστω τμήματι. Η εφ' εκάστης μελέτης έκτασις της εκθέσεως πρέπει να είναι ανάλογος προς την σημασίαν της πόλεως ή κώμης εις ην αφορά, πάντως όμως πρέπει εις εκάστην περίπτωσιν να εξαντλώνται πλήρως τα άνω θέματα. Σελ. 352(α) 3.Προκειμένου περί μερικής τροποποιήσεως υφισταμένων σχεδίων, η έκθεσις θα περιορίζηται μόνον εις τα προς αυτήν απολύτως σχετικά ζητήματα, και προ παντός θα δικαιολογηθή ταύτην εμπεριστατωμένως. 4.Την εγκριτικήν του σχεδίου πράξιν συνοδεύει το υπό κλίμακα 1:2000 διάγραμμα. Δύναται ουχ' ήττον, κατά την κρίσιν του υπουργείου, να συνοδεύση ταύτην και το διάγραμμα υπό κλίμακα 1:500. 5.Βάσει του εγκριθέντος σχεδίου και των λεπτομερειακών αποδείξεων της ρυμοτομίας εν τω διαγράμματι 1:500 (άρθρ. 19 παρ. 1) εκτελείται η εφαρμογή αυτού υπό του δήμου ή κοινότητος επί του εδάφους και η αποτύπωσις του οριστικού λεπτομερειακού σχεδίου κατά τα εν άρθρ. 18 παρ. 6 οριζόμενα. Ο πρωτότυπος τοπογραφικός χάρτης υπό κλίμακα 1:500 και τα κατά το άρθρ. 18 παρ. 5 αντίγραφα συμπληρούνται δια των εν άρθρ. 18 παρ. 6 στοιχείων και υποβάλλονται εις το υπουργείον προς έλεγχον και κύρωσιν, ως επίσημα λεπτομερειακά αντίγραφα του κυρωθέντος σχεδίου. Μετά την κύρωσιν το πρωτότυπον κατατίθεται εις μέρος ασφαλές και γίνεται χρήσις των αντιγράφων και αντιτύπων αυτών. Εις την περίπτωσιν της κατά το άρθρ. 18 παρ. 3 παρεκκλίσεως, τα ανωτέρω εφαρμόζονται ως προς την κατά την ιδίαν παράγραφον αποτύπωσιν, ο βάσει της οποίας καταρτιζόμενος χάρτης χρησιμοποιείται δια το ως άνω οριστικόν σχέδιον. 6.Δι' οιανδήποτε μεταγενεστέραν τροποποίησιν του σχεδίου, συνταχθέντος βάσει τοπογραφικού κλπ. χάρτου, καταρτιζομένου ως ανωτέρω, γίνεται χρήσις νέας πρωτοτύπου πινακίδος του τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου, συμπεπληρωμένης με την υποτύπωσιν της κατά την εποχήν της τροποποιήσεως καταστάσεως. 23.Δ.κ.1 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός Αναστολή οικοδομικών εργασιών προς μελέτην νέου σχεδίου "7.Αναστολή οικοδομικών εργασιών επί εκτάσεως, εφ' ης υφίσταται εγκεκριμένον σχέδιον, προς τροποποίησιν αυτού αποκλείεται κατά κανόνα. Επιτρέπεται αύτη εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α)Εφ' όσον πρόκειται περί μελέτης νέου σχεδίου επί τμημάτων δι' α δεν προϋπήρχε τοιούτον εγκεκριμένον. β)Εφ' όσον πρόκειται περί αναθεωρήσεως εγκεκριμένων σχεδίων κατά τας διατάξεις του άρθρ. 80 του Ν.Δ. της 17/7/1923 και γ)εφ' όσον πρόκειται περί αναθεωρήσεως εγκεκριμένων σχεδίων οικισμών, εις ους λόγω θεομηνιών ή ραγδαίας εξελίξεως υφίστανται προδήλως αι προϋποθέσεις αι επιβάλλουσαι ριζικήν αναθεώρησιν του εγκεκριμένου σχεδίου. Η ως άνω αναστολή επιτρέπεται να ζητήται υπό των Δημοτικών και Κοινοτικών Συμβουλίων μόνον όταν αποφασισθή οριστικώς η σύνταξις του τοπογραφικού χάρτου, ήτοι παραχωρηθή η εργασία εις ανάδοχον ή αρχίση δια της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου ή Κοινότητος. Αι σχετικαί πράξεις των Δημοτικών και Κοινοτικών Συμβουλίων πρέπει να συνοδεύωνται και υπό βεβαιώσεως της επί της εφαρμογής του σχεδίου Κρατικής Υπηρεσίας περί της ως άνω προϋποθέσεως. Η αναστολή ισχύει μόνον εφ' όσον διαπιστούται υπό της ανωτέρω υπηρεσίας ότι μέχρι της ανακοινώσεως αυτή της δημοσιεύσεως του σχετικού Δ/τος δεν εγένετο έναρξις εργασιών δομήσεως, ήτοι τουλάχιστον εκσκαφής θεμελίων μέχρι βάθους ενός μέτρου καθ' άπασαν την έκτασιν του κτιρίου, βάσει νομίμου αδείας. Της αναστολής δύνανται να εξαιρώνται ακίνητα αποτελούντα εν συνεχεία τουλάχιστον δύο οικοδομικά τετράγωνα, εφ' όσον πλην του Δήμου, και η επί της εφαρμογής του σχεδίου Τεχνική Υπηρεσία, στηριζομένη επί των πραγμάτων βεβαιοί υπευθύνως ότι δεν θέλουσι θιγή ταύτα υπό του μέλλοντος σχεδίου. Δύνανται επίσης να εξαιρώνται βιομηχανικαί εγκαταστάσεις και κτίρια κοινωφελούς σκοπού, εφ' όσον η εξαίρεσις αφορά ολόκληρον την περιοχήν της ην αφορά η αναστολή πόλεως ή κώμης, αδιακρίτως σκοπού εγκαταστάσεως και εφ' όσον βεβαιοί την ανάγκην της εξαιρέσεως και η ανωτέρω Τεχνική Υπηρεσία. (Ανεξαρτήτως της επιβολής αναστολής κατά τας ανωτέρω περιπτώσεις δύναται εις πάσαν περίπτωσιν ο Υπουργός, μετά προηγουμένην σύμφωνον γνωμάτευσιν του Συμβουλίου Δημ. Έργων, να αναστέλλη προσωρινώς και μέχρι διμήνου το πολύ, τας οικοδομικάς εργασίας εις οικισμούς ή τμήματα αυτών δια τα ρυμοτομικά σχέδια των οποίων εγνωμάτευσε το Συμβούλιον Δημ. Έργων, εγκρίναν νέαν ρυμοτομικήν διάταξιν. Η περί αναστολή απόφασις, μη απαιτούσα δημοσίευσιν κλπ. ανακοινούται επειγόντως εις την οικείαν Κοινοτικήν ή Δημοτικήν Αρχήν και εις την επί της εφαρμογής των πολεοδομικών διατάξεων εις τον υπ' όψιν οικισμόν Υπηρεσίαν. Ως αφετηρία ενάρξεως της επιβληθείσης αναστολής και υπολογισμού του διμήνου λαμβάνεται υπ' όψιν η ημέρα της κατά τα άνω ανακοινώσεως της αποφάσεως του Υπουργού. Η ως άνω ειδική αναστολή δεν δύναται να υπερβή το δίμηνον έστω και αν κατ' αυτό δεν κατέστη δυνατή η δημοσίευσις του Δ/τος του εγκρίνοντος την νέαν ρυμοτομίαν)". Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρου μόνου του Β.Δ. της 14/29 Οκτ. 1947, τα δε τέσσαρα τελευταία εδάφια κατηργήθησαν δια του Β.Δ. της 24/27 Μαΐου 1952. "Της αναστολής εξαιρούνται: α)επισκευαί αίτινες κατά την κρίσιν της αρμοδίας Τεχνικής Υπηρεσίας, μη αποτελούσαι ενίσχυσιν του φέροντος οργανισμού των κτιρίων, κρίνονται απαραίτητοι δια λόγους χρήσεως, υγιεινής και ασφαλείας των οικοδομών και β)προσθήκαι κατ' επέκτασιν ή καθ' ύψος επί υφισταμένων κτιρίων κοινής ωφελείας ή υπαγομένων εις την κατηγορίαν της παρ. 18 του άρθρ. 79 του από 9.8.1955 Β.Δ/τος "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους" (ΦΕΚ 266 Α'), ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως". Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρου μόνου του Β.Δ/τος της 6/10 Απρ. 1971 (ΦΕΚ Δ' 81). (Αντί της σελ. 353(α) Σελ. 353(β) Τεύχος 414-Σελ. 133 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός 23.Δ.κ.1 23.Δ.κ.1 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός Τι πρέπει να προβλέπη η μελέτη του σχεδίου και τι να λαμβάνηται κατ' αυτήν υπ' όψιν Άρθρ.20.-1.Η μελέτη του σχεδίου ρυμοτομίας και του συναφούς ειδικού οικοδομικού κανονισμού πρέπει να προβλέπη: Το εσωτερικόν συγκοινωνιακόν δίκτυον και την ένωσίν του μετά των εξωτερικών αρτηριών, προς δε και τους τύπους της κατά πλάτος τομής των οδών. Τας θέσεις προς δόμησιν των απαραιτήτων δια την εξυπηρέτησιν των κοινών αναγκών των κατοίκων κτιρίων, και τας εγκαταστάσεις, τας οποίας καθιστά απαραιτήτους η κοινή ανάγκη ή αι οποίαι αποβλέπουσιν εις κοινωφελείς σκοπούς. Τοιαύτα κτίρια και εγκαταστάσεις είναι ναοί, κτίρια δημοσίων εν γένει λειτουργιών, δημοτικά και κοινοτικά μέγαρα, θέατρα, βιβλιοθήκαι, μουσεία εν γένει, νοσοκομεία, λουτρά, γυμναστήρια και χώροι αθλητικών παιδιών, σφαγεία, νεκροταφεία κλπ. Τους λοιπούς, πλην των απαραιτήτων δια την συγκοινωνίαν, κοινοχρήστους χώρους, οι οποίοι απαιτούνται δια τας ανάγκας των κατοίκων, οίον πλατείαι, άλση κλπ. Το εμπορικόν τμήμα και την μελλοντικήν επέκτασιν αυτού. Το τροχιοδρομικόν δίκτυον. Το εφαρμοστέον σύστημα δομήσεως (συνεχές, μη συνεχές, μικτόν κλπ.) εν εκάστω τμήματι μετά των συναφών λεπτομερειών και τα μέγιστα και ελάχιστα ύψη των κτιρίων. Τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων εις έκαστον τμήμα και την ελαχίστην επιφάνειαν των οικοδομών. Την διαφύλαξιν και έξαρσιν των αρχαιολογικής και ιστορικής σημασίας μνημείων. Την βιομηχανικήν περιοχήν, ήτοι την περιοχήν προς ανέγερσιν των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, οσάκις υφίσταται βιομηχανία ή και προβλέπεται ανάπτυξις τοιαύτης εις βαθμόν δικαιολογούντα την συγκέντρωσιν αυτής δια λόγους υγιεινής, καθαριότητος, ευπροσώπου της πόλεως παραστάσεως, ευκολιών, συγκοινωνίας κλπ. εις ωρισμένην περιοχήν. Την υψομετρικήν διάταξιν των νέων οδών και πλατειών, ήτοι την θέσιν των αξόνων του οδικού δικτύου, βάσει του οποίου θα καθορίζηται το κατώφλιον των εισόδων των οικοδομών εν σχέσει προς το φυσικόν έδαφος. 2.Εάν δια της μελέτης προβλέπεται αχρήστευσις ωρισμένων κτιρίων και εγκαταστάσεων, εξυπηρετήσεως των κοινών αναγκών προς ίδρυσιν νέων, χωρίς οι υπό των πρώτων καταλαμβανόμενοι χώροι να καθορίζωνται κοινόχρηστοι, πρέπει να μελετάται και αυτών η διάθεσις κατά τρόπον ευκολύνοντα οικονομικώς την ίδρυσιν των νέων. 3.Κατά τας μελέτας των σχεδίων ρυμοτομίας εφιστάται ιδιαιτέρως η προσοχή επί των ακολούθων σημείων: Επί της διατάξεως του οδικού δικτύου από απόψεως αερισμού του ηλιακού φωτισμού, επιδιωκομένου όπως αι ηλιακαί ακτίνες καθ' εκάστην επισκέπτωνται διαδοχικώς τας οικοδομάς αμφοτέρων των πλευρών εκάστης οδού. Η τήρησις του όρου τούτου ενέχει σπουδαίαν σημασίαν δια τα αστικά τμήματα των πόλεων, ήτοι τας οδούς όπου προβλέπονται κατοικίαι. Δεν επιτρέπεται όμως να παρορώνται χάριν αυτού αι γενικαί συγκοινωνιακαί ανάγκαι αι εξυπηρετούμεναι δια των κεντρικών αρτηριών ιδίως των κεντρικών τμημάτων. Επί της επαρκείας του πλάτους των οδών προς εξυπηρέτησιν το μεν των συγκοινωνιακών αναγκών, το δε της υγιεινής των εκατέρωθεν κατοικιών, και επί της μορφής της εγκαρσίας διατομής εκάστης οδού. Επί της ανάγκης συνθέσεως του οδικού δικτύου κατά τρόπον επιτρέποντα την αμεσωτέραν επικοινωνίαν οιουδήποτε σημείου μετά των λοιπών και ιδίως του κέντρου, των σιδηροδρομικών σταθμών και των εξωτερικών αρτηριών. Επί της δυνατότητος οικονομικής διαπλατύνσεως παλαιών οδών δια διανοίξεως ασκεπών κατά τα πλάγια (αψιδωτών ή ου) στοών υπό το κτίριο. Επί της δυνατότητος περιορισμού δαπανών κατασκευής και συντηρήσεως εξωτερικών τμημάτων μεγάλων αρτηριών προ της εκδηλώσεως της ανάγκης χρησιμοποιήσεως όλου του πλάτους των, δια μορφώσεως απλών ιδιωτικών πρασιών προ των οικοδομών. Επί της ανάγκης πλήρους εκμεταλλεύσεως του χώρου καθ' ύψος εις τα κεντρικά τμήματα των πόλεων. Επί της ανάγκης παροχής εις την επέκτασιν της πόλεως κατευθύνσεων και μορφής συνεπαγομένης την μεγίστην οικονομίαν εις το οδικόν δίκτυον και τα τούτο έχοντα βάσιν έτερα γενικής φύσεως έργα. (Μετά την σελ. 353(β) Σελ. 354,01 Τεύχος 414-Σελ. 135 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός 23.Δ.κ.1 Επί της ανάγκης όπως α)η κλίσις του άξονος των οδών μη υπερβαίνη το 7%, β)περιορίζηται η κατασκευή οδών με κλίμακας μόνον εις τας υπωρείας των λόφων και επιτρέπηται αύτη μόνον εφ' όσον εκάστη τοιαύτη κλιμακωτή οδός άπτεται εις αμφότερα τα άκρα των οικοδομικών τετραγώνων, άτινα διασχίζει, οδών με κλίσιν μη υπερβαίνουσαν το άνω όριον. Επί της ενδεδειγμένης παρακολουθήσεως (εφ' όσον είναι δυνατόν) του υφισταμένου παλαιού δικτύου εις τα πυκνώς εκτισμένα τμήματα, και της εις ταύτα χαράξεως της ρυμοτομίας ει δυνατόν κατά τρόπον μη επιβάλλοντα την άμεσον διάνοιξιν οδών καθ' άπαν το μήκός των δια κατεδαφίσεως κτιρίων προς ανέγερσιν οικοδομών βάσει του νέου σχεδίου. Επί της ανάγκης συγκριτικής οικονομικής μελέτης διανοίξεως όλως νέων αρτηριών ή διαπλατύνσεως υφισταμένων τοιούτων εις τα ως άνω τμήματα. Επίτης ανάγκης εξετάσεως αν ενδείκνυται εφαρμογή ριζικών μέτρων ως προς τας κεντρικάς αρτηρίας του αυτού τμήματος αντί ημιμέτρων εις ολόκληρον το οδικόν αυτού δίκτυον. Επί Σελ. 354,02 Τεύχος 414-Σελ. 136 23.Δ.κ.1 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός της ανάγκης προβλέψεως επαρκών τμημάτων ασυνεχούς οικοδομικού συστήματος και ελευθέρων πανταχόθεν οικοδομών. Επί της ανάγκης καθορισμού όσον οίόν τε μεγαλειτέρων οικοπέδων, χωρίς να παροράται η επικρατούσα μορφή ιδιοκτησίας εις τα παλαιά τμήματα των πόλεων και των κωμών. Επί της ανάγκης του καθορισμού ελαχίστου ορίου όγκου οικοδομών εις τας κεντρικωτέρας αρτηρίας. Επί των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών εν γένει συγκοινωνιών (υπογείων, εναερίων ισοπέδως τω εδάφει) και επί της επιρροής των χαράξεων αυτών εις την περαιτέρω εξέλιξιν της πόλεως ή κώμης. Επί των νεωτέρων επιστημονικών παρατηρήσεων και συζητήσεων ως προς την ανάπτυξιν των πόλεων, ιδίως οσάκις πρόκειται περί νέων πόλεων ή νέων αυτών τμημάτων. Γενικώς ευρεία πρόβλεψις του μέλλοντος ως προς το πλάτος των κεντρικών αρτηριών συγκοινωνίας, οικονομία εις την διάθεσιν των ελευθέρων χώρων ως προς το δευτερεύον οδικόν δίκτυον της αραιάς κυκλοφορίας, μεγάλοι κοινόχρηστοι χώροι δι' άλση, παιδιάς και κέντρα αναψυχής και μεγάλοι ακάλυπτοι χώροι εντός των οικοδομικών τετραγώνων πρέπει να επιδιώκονται κατά την μελέτην παντός νέου σχεδίου. Δικαιολογητικά στοιχεία απαιτούμενα προς συζήτησιν του σχεδίου ρυμοτομίας και των τροποποιήσεων αυτού Άρθρ.21.-1.Τα υπό των δήμων και κοινοτήτων υποβαλλόμενα εις το υπουργείον προς έγκρισιν σχέδια ρυμοτομίας, ή αι τροποποιήσεις αυτών, πρέπει να συνοδεύωνται υπό των τυχόν σχετικών ενστάσεων του κοινού μετά των επ' αυτών παρατηρήσεων των δήμων και κοινοτήτων και μετά παραστατικής επεξηγήσεως εκάστης ενστάσεως εν τω σχεδίω. 2.Ουδεμία τροποποίησις εγκεκριμένου σχεδίου πρέπει να υποβάλληται προς έγκρισιν εις το υπουργείον, αν δεν δικαιολογήται υπό κοινής τινος ανάγκης. Των εις μικράς εκτάσεις εντετοπισμένων τροποποιήσεων και δυσδικαιολογήτων από της άνω απόψεως (οίον μετατόπισις ή κατάργησις οδού, διάνοιξις οδού εις οικοδομικόν τετράγωνον κλπ.) πρέπει πάντοτε να λαμβάνωσι γνώσιν οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήται, καλούμενοι προς τούτο υπό του δήμου ή κοινότητος, κατά τας περί κοινοποιήσεως σχετικάς διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, και να βεβαιούται υπευθύνως υπό του δήμου ή κοινότητος πάντων τούτων η πρόσκλησις. "Επί πλέον της προσκλήσεως ταύτης επιβάλλεται και ανακοίνωσις τοιχοκολλουμένη εις τα δημοσιώτερα μέρη της πόλεως (Δημαρχείον, Καφενεία Κεντρικά, Ναοί κλπ.) προκειμένου περί πόλεως ή κώμης μέχρι 5.000 κατοίκων, άνω δε των 5.000 κατοίκων επιβάλλεται και δημοσίευσις της μελετωμένης τροποποιήσεως δις εν συνεχεία εις δύο των τοπικών εφημερίδων, ή, τοιούτων μη υφισταμένων, εις τινας των περισσότερων κυκλοφορουσών εις τον τόπον, εν ω το υπό τροποποίησιν σχέδιον. Η εις τας εφημερίδας δημοσίευσις επιβάλλεται προκειμένου και περί γενικής εγκρίσεως ή τροποποιήσεως ρυμοτομικού σχεδίου". Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρου μόνου του Β.Δ. της 25 Ιουν./21 Αυγ. 1948. 3.Ουδεμία πρότασις περί τροποποιήσεως εγκεκριμένου σχεδίου επιτρέπεται να υποβάλληται εις το υπουργείον, εφ' όσον ο προτείνων δεν διασαφηνίζει πλήρως και υπευθύνως εν τοις σχετικοίς της τροποποιήσεως σχεδίοις αν δι' αυτής θίγωνται κτίρια ανεγερθέντα βάσει του τροποποιουμένου σχεδίου ή οικόπεδα τακτοποιηθέντα βάσει του ιδίου σχεδίου, και εάν οικόπεδα άρτια καθίστανται μη άρτια, και εν καταφατική περιπτώσει δεν καθορίζη τα ούτω θιγόμενα ακίνητα εν τοις άνω στοιχείοις. Την αυτήν υποχρέωσιν έχει και ο δήμος ή κοινότης ο υιοθετών την πρότασιν. 4.Οι αιτούντες την τροποποίησιν του σχεδίου ιδιώται υποχρεούνται πάντοτε να προπαρασκευάζωσι το κατά το προηγούμενον άρθρον τεχνικά στοιχεία ιδία δαπάνη και φροντίδι και να προσάγωσιν έτοιμα εις την οικείαν αρχήν τα κατά τας ανωτέρω παρ. 2 και 3 στοιχεία κοινοποιήσεως κλπ. Δικαιολογητικά στοιχεία επεκτάσεως σχεδίου 5.Επέκτασις εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή κώμης επιτρέπεται μόνον υπό τας ακολούθους προϋποθέσεις και όρους: α)Εφ' όσον εκ της κατά το άρθρ. 19 παρ. 2 εκθέσεως προκύπτει σαφώς και δικαιολογείται πλήρως η ανάγκη της επεκτάσε(Αντί της σελ. 355(α) Σελ. 355(β) 256 - 131 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός 23.Δ.κ.1 ως, λόγω ανεπαρκείας του εγκεκριμένου σχεδίου ως οικοδομησίμους χώρους εν σχέσει προς την πυκνότητα του πληθυσμού. β)Εφ' όσον η επέκτασις προτείνεται ως προγραμματική, συνεπεία μελέτης λαμβανούσης υπ' όψιν όλας τας δυνατότητας επεκτάσεως της πόλεως εντός μιας εικοσαετίας και συντεταγμένης κατ' ανάλογον προς τας αφορώσας ολόκληρα τα σχέδια των πόλεων μελέτας τρόπον και ιδία ως προς τον συνοδεύουσαν ταύτας αιτιολογικήν έκθεσιν. Μονομερείς επεκτάσεις εγκεκριμένων σχεδίων απαγορεύονται απολύτως. Σχέδια ιδρύσεως νέων πόλεων και συνοικισμών 6.Σχέδια συστάσεως νέων πόλεων ή συνοικισμών, είτε υπαγομένων εις υφισταμένους δήμους ή κοινότητας είτε αποτελουσών αυτοτελείς δήμους και κοινότητας, και αποβλέποντα αμέσως ή εμμέσως εις στέγασιν οιωνδήποτε ατόμων ή οργανώσεων, εις ίδρυσιν εξοχικών κέντρων, εις εμπορικάς επιχειρήσεις και εν γένει εις οιονδήποτε έτερον σκοπόν, εγκρίνονται υπό ειδικάς προϋποθέσεις και όρους, κανονιζομένους δι' ειδικού Δ/τος, εφαρμοζομένων πάντως των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και ως προς ταύτα. Απαραίτητοι προϋποθέσεις της εγκρίσεως είναι: α)η εξακρίβωσις ότι αύτη θέλει εξυπηρετήσει πραγματικήν και δεδηλωμένην ανάγκην του κοινού, β)εξασφαλίσεις ανεγέρσεως οικοδομών, γ)εξασφαλίσεις κατασκευής και συντηρήσεως οδών, υδρεύσεως και φωτισμού και συγκοινωνίας, και δ)εγγυήσεις μη αμέσου επιβαρύνσεως υφ' οιανδήποτε μορφήν των πλησιεστέρων δήμων και κοινοτήτων. Παρέκκλισις από των διατάξεων της παρούσης παραγράφου επιτρέπεται μόνον οσάκις πρόκειται περί συνοικισμών αμέσου ανάγκης κατασκευαζομένων υπό του Δημοσίου, ως οι υπ' αυτού ανεγειρόμενοι συνοικισμοί προς στέγασιν των προσφύγων. Ρύθμισις λεπτομερειών συντάξεως τοπογραφικών χαρτών και σχεδίων Άρθρ.22.-1.Ο Υπουργός της Συγκοινωνίας δι' αποφάσεών του κανονίζει εκάστοτε τας λεπτομερείας του τρόπου συντάξεως των τοπογραφικών και χωροσταθμικών χαρτών και σχεδίων ρυμοτομίας, ως επίσης και τα χρησιμοποιητέα δι' εκάστην περίπτωσιν είδη μονίμου σημάνσεως. 2.Τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια πόλεων και κωμών επιβάλλεται να αναθεωρηθώσιν υπό των δήμων και κοινοτήτων βάσει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Σελ. 356(β) 256-132 Άρθρ.23-142.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 81 Β.Δ. 9 Αυγ./30 Σεπτ. 1955). 23.Δ.κ.1 Γεν. Οικοδομικός Κανονισμός

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.