← Ελλάδα

3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 15/19 Δεκ. 1931 Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των εις τας διαλελυμένας μονάς ανηκόντων δασών και των βοσκών των ευρισκομ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τη διοίκηση και διαχείριση των δασών που ανήκαν σε διαλυμένες μονές, καθώς και των βοσκοτόπων εντός των δημόσιων δασών. Καθορίζει τις διαδικασίες για τη μίσθωση αυτών των εκτάσεων μέσω δημοπρασιών και τις υποχρεώσεις των μισθωτών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 15/19 Δεκ. 1931 Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των εις τας διαλελυμένας μονάς ανηκόντων δασών και των βοσκών των ευρισκομένων εντός των Δημ. Δασών κλπ. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 80 του Νόμ. 4173 «περί δασικού κώδικος» και την υπ' αριθ. 498 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί των Οικονομικών, Εσωτερικών και Γεωργίας Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Άρθρ.1.-(Κατηργήθη δια της παρ. 6 άρθρ. 317 Ν.Δ. 86/1969, ανωτ. σελ. 456,31). Άρθρ.9.-Τα πρακτικά της δημοπρασίας υπογράφονται παρά των αρχών και παρά του τελευταίου πλειοδότου και του εγγυητού αυτού ευθυνομένου εις ακέραιον ως και ο τελευταίος πλειοδότης, άνευ του ευεργετήματος της διαιρέσεως και της διζήσεως, δια πάσας τούτου τας εκ της μισθώσεως υποχρεώσεις και ιδία δια την εξόφλησιν ολοκλήρου του μισθώματος, και υποβάλλονται δια του πρώτου ταχυδρομείου εις το επί της Γεωργίας Υπουργείον δια κοινής των Αρχών ητιολογημένης εκθέσεως, περί του συμφέροντος ή μη τω Δημοσίω του αποτελέσματος της δημοπρασίας, συνοδευόμενα με την διακήρυξιν και τας περί δημοσιεύσεως αυτής αποδείξεις. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης ή ο εγγυητής αυτού είναι αγράμματος, υπογράφεται δι' άλλου, επί παρουσία δύο μαρτύρων προσυπογραφομένων και τούτων. Εάν ευθύς μετά το πέρας της δημοπρασίας, ο τελευταίος πλειοδότης δεν υπογράψη τα πρακτικά και δεν συνυπογράψη συμφώνως τοις προηγουμένοις εδαφίοις του παρόντος άρθρου αξιόχρεως εγγυητής, αι διενεργούσαι την δημοπρασίαν αρχαί προσκαλούσιν αυτόν αυθημερόν εγγράφως και επί αποδείξει δια της αστυνομικής αρχής να συμμορφωθή εντός 24 ωρών με τας διατάξεις του ανωτέρω άρθρου επί απειλή αναπλειστηριασμού εις βάρος του. Παρελθούσης δε επί ματαίω της προθεσμίας ταύτης, ενεργείται αναπλειστηριασμός του κτήματος προς νέαν ενοικίασιν εις βάρος του ενοικιαστού, κηρυσσομένου τουτου εκπτώτου υπό των αρχών και συντασσομένου πρακτικού περί τούτου. Η εκ του αναπλειστηριασμού ενδεχομένη ωφέλεια ανήκει εις το Δημόσιον, η δε τυχούσα ζημία καταλογίζεται, εις βάρος του κατά τ' ανωτέρω κηρυχθέντος εκπτώτου ενοικιαστού και εισπράττεται παραχρήμα κατά τας περί εισπράξεως δημοσίου εσόδου κειμένας διατάξεις. Η κατά την παράγραφον τρίτην του παρόντος άρθρου υπογραφή των πρακτικών δεν είναι υποχρεωτική, όταν η κατακύρωσις γίνεται επί τη βάσει εγγράφου προσφοράς, αλλ' υπογράφονται τα πρακτικά υπό μόνον των αρχών. Σελ. 505 Διαχείριση Δασών 17.Ζ.β.3 Άρθρ.10.-1.Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία α)όταν ενεργηθείσης τοιαύτης, δεν παρουσιάσθη πλειοδότης, β)όταν προτείνεται ομοφώνως υπό των Αρχών η ακύρωσις αυτής, γ)όταν μετά το πέρας της δημοπρασίας δοθή εις τον Οικονομικόν Έφορον ανωτέρα προσφορά. Εις τα περιπτώσεις ταύτας αι τοπικαί Αρχαί οίκοθεν επαναλαμβάνουσι την δημοπρασίαν, δ)όταν η ενεργηθείσα δημοπρασία ακυρωθή υπό του Υπουργείου λόγω παρατυπίας ή ένεκα του ασυμφόρου της προσενεχθείσης προσφοράς ή δι' άλλον λόγον. 2.Ανώτεραι προσφοραί είναι δεκταί μετά το πέρας της δημοπρασίας αν είναι κατά 5% τουλάχιστον ανώτεραι του αποτελέσματος της δημοπρασίας και είναι έγγραφοι, περιέχουσαι ολογράφως και αριθμητικώς το επί πλέον προσφερόμενον ποσόν και το σύνολον της προσφοράς, παραδοθώσι δε επί αποδείξει εις τον Οικονομικόν Έφορον μέχρι της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως προς την Δημοτικήν ή Κοινοτικήν Αρχήν. Άρθρ.11.-Αι επαναληπτικαί δημοπρασίαι κηρύττονται δια περιληπτικής διακηρύξεως του Οικονομικού Εφόρου αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης και περιεχούσης ρητώς τους του άρθρ. 6 όρους. Ενεργούνται δε μετά τρεις τουλάχιστον ημέρας, αφ' ης η διακήρυξις του Οικονομικού Εφόρου τοιχοκολληθή εις μόνον τον τόπον της δημοπρασίας επί αποδείξει του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος, υπολογιζομένης και της ημέρας της τοιχοκολλήσεως, διεξαγόμεναι κατά τα λοιπά συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.12.-Πάσα περί επαναλήψεως δημοπρασίας αίτησις παραδίδεται επί αποδείξει εις τον Οικονομικόν Έφορον, όστις οφείλει να εκδώση εντός 24 ωρών την διακήρυξίν του, εάν ο πλειοδότης και εγγυητής αυτού προσαγάγωσι τας οριζομένας υπό του παρόντος Δ/τος εγγυήσεις. Την διακήρυξιν ταύτην οφείλει να εκδώση ο Οικονομικός Έφορος, και αν περιήλθεν ήδη εις αυτόν η Υπουργική έγκρισις της διενεργηθείσης δημοπρασίας και δεν εκοινοποιήθη εισέτι αύτη εις την δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν κατά τα άρθρ. 15 και 16 του παρόντος. Άρθρ.13.-Μετά 2 τουλάχιστον δημοπρασίας, ή και μετά την πρώτην δημοπρασίαν, εάν η ημέρα της προσεχούς δημοπρασίας πρόκειται να συμπέση με την έναρξιν της δι' ην η μίσθωσις κτηνοτροφικής περιόδου, ο Υπουργός της Γεωργίας δύναται δι' ειδικής αποφάσεώς του να διατάξη την προκήρυξιν της δημοπρασίας ως τελικής, της αμέσου εγκρίσεως των πρακτικών αφιεμένης εις τας τοπικάς επί της δημοπρασίας αρχάς. Σελ. 506 Η διακήρυξις της τελικής δημοπρασίας τοιχοκολλάται κατά εν τω άρθρ. 6 του παρόντος οριζόμενα και δημοσιεύεται εις μίαν των εν τη πρωτευούση του νομού, ένθα κείται η βοσκή εκδιδομένων εφημερίδων, άλλως μη υπαρχούσης τοιαύτης εις τινα των εν Αθήναις, Θεσσαλονίκη και Ιωαννίνων τοιούτων αναλόγως της περιφερείας ένθα κείται το μίσθιον και εν γένει μεριμνά ο Οικονομικός Έφορος δια την έγκαιρον και ευρυτάτην γνωστοποίησιν της τοιαύτης αποφάσεως του Υπουργού κατά πάντα δυνατόν τρόπον, βοηθούμενος προς τούτο υπό των Δημάρχων και Προέδρων Κοινοτήτων, προς ους απευθύνεται. Ή τε τοιχοκόλλησις και δημοσίευσις δέον να γίνωνται τρεις τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της δημοπρασίας, μη συμπεριλαμβανομένων εν αυτοίς της τε ημέρας της τοιχοκολλήσεως ή δημοσιεύσεως και της ημέρας της διεξαγωγής της δημοπρασίας. Η τελική δημοπρασία ενεργείται κατά τα λοιπά συμφώνως προς τας περί επαναληπτικών δημοπρασιών διατάξεις του παρόντος, του Υπουργού δυναμένου εν τη περί τελικής δημοπρασίας αποφάσει του να ορίση και το ελάχιστον όριον προσφοράς, όπερ τότε ανακοινούται και δημοσιεύεται μετά της αποφάσεώς του ταύτης. Εάν μέχρι της ενάρξεως της κατά το προηγούμενον εδάφιον δημοπρασίας επήλθεν ουσιώδης τις μεταβολή των περιστατικών, εφ' ων εθεμελιώθη ο ελάχιστος όρος δικαιολογούσα την αύξησιν αυτού, αι διεξάγουσαι την δημοπρασίαν αρχαί δύνανται ν' αυξήσωσι το όρον τούτον προ της ενάρξεως της δημοπρασίας, ειδοποιούσαι περί τούτου το Υπουργείον. Μόνον εάν η τελική δημοπρασία αποβή άνευ αποτελέσματος, μη δοθείσης προσφοράς, ή αν δοθή τοιαύτη κατωτέρα του τεθέντος ελαχίστου ορίου, ήτις θεωρείται ως μη υπάρχουσα, επιτρέπεται η επανάληψις ταύτης. Άρθρ.14.-1.Η έγκρισις των πρακτικών πάσης δημοπρασίας απόκειται όλως εις τον Υπουργόν της Γεωργίας, αποφαίνεται δε ούτος περί της εγκρίσεως ή μη των πρακτικών τούτων εντός οκτώ ημερών από της βεβαιώσεως της παραλαβής των δια του πρωτοκόλλου των εισερχομένων εγγράφων. Εις την προθεσμίαν ταύτην υπολογίζονται αι ημέραι της εν τω Υπουργείω παραλαβής των πρακτικών και της υπό τούτου εκδόσεως της αποφάσεως περί εγκρίσεως. 2.Δύναται το Υπουργείον της Γεωργίας ν' αναθέτη το δικαίωμα της εγκρίσεως των πρακτικών της δημοπρασίας εις τας διενεργούσας ταύτην αρχάς εν τοιαύτη δε περιπτώσει αύται αποφαίνονται την τρίτην ημέραν αφ' ης αύτη διεξήχθη. Εις την προθεσμίαν ταύτην δεν συμπεριλαμβάνεται η ημέρα της δημοπρασίας. 17.Ζ.β.3 Διαχείριση Δασών 3.Το επί της Γεωργίας Υπουργείον ανατιθέμενον την έγκρισιν του αποτελέσματος των δημοπρασιών εις τας διενεργούσας αυτάς αρχάς, δύναται να προσδιορίση και το ελάχιστον όριον, κατωτέρω του οποίου δεν επιτρέπεται να χορηγή η προειρημένη έγκρισις. Ο όρος ούτος δεν δημοσιεύεται, πλην της ειδικής περιπτώσεως της τελικής δημοπρασίας του προηγουμένου άρθρ. 13 εδ. 4. 4.Αι εις ας ανατίθεται η έγκρισις των πρακτικών αρχαί εισί συνυπεύθυνοι δια πάσαν εκ παραβάσεως ή παραλείψεως των καθηκόντων των ζημίαν του Δημοσίου. Άρθρ.15.-1.Η έγκρισις της δημοπρασίας κοινοποιείται εγγράφως και επί αποδείξει παρά του Οικονομικού Εφόρου εις την Δημοτικήν ή Κοινοτικήν Αρχήν της έδρας αυτού, οφείλει δ' αύτη υπ' ευθύνην της να επιδώση εντός 24 ωρών την έγκρισιν εις τον ενοικιαστήν. Εις την προθεσμίαν τάυτην δεν λογίζεται το λόγω αποστάσεως απαιτούμενον χρονικόν διάστημα, εν περιπτώσει καθ' ην ο προς ον η κοινοποίησις ενοικιαστής δεν διαμένει εν τη έδρα του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Η κοινοποίησις της εγκρίσεως εις την Δημοτικήν ή Κοινοτικήν Αρχήν γίνεται την επιούσαν της υπό του Οικονομικού Εφόρου παραλαβής της, εκτός αν δεν εξηντλήθη υπό του Υπουργείου ολόκληρος η κατά το άρθρ. 14 εδ. 1 οκταήμερος προθεσμία, ότε υποχρεούται ο Έφορος να εξαντλήση ταύτην εξ ολοκλήρου και να κοινοποιήση την έγκρισιν την επιούσαν της λήξεως της προθεσμίας ταύτης ημέραν, μη λαμβανομένου υπ' όψιν του χρονικού διαστήματος όπερ απαιτείται από της αποστολής της εγκρίσεως μέχρι της αφίξεως αυτής εις τον Οικονομικόν Έφορον. 2.Εν περιπτώσει δε αναθέσεως της εγκρίσεως των πρακτικών εις τας επιτοπίους αρχάς, η κοινοποίησις προς τον Δήμαρχον ή τον πρόεδρον της Κοινότητος ενεργείται την επομένην της λήξεως της προς έγκρισιν τούτων προθεσμίας, συμφώνως προς το εδ. 2 του προηγουμένου άρθρου, ήτοι την τετάρτην ημέραν, μη λογιζομένης της ημέρας της δημοπρασίας. 3.Η εις την Δημοτικήν ή Κοινοτικήν Αρχήν κοινοποίησις της εγκρίσεως της δημοπρασίας γίνεται την δείλην της κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος οριζομένης ημέρας και ολίγον προ της δύσεως του ηλίου. Μέχρι της ώρας ταύτης δύναται να γίνη δεκτή ανωτέρα προσφορά και να επαναληφθή η δημοπρασία. 4.Η εις την Δημοτικήν ή Κοινοτική Αρχήν κοινοποίησις της εγκρίσεως γίνεται κατά πάσαν ημέραν πλην των Κυριακών και των λοιπών εξαιρεσίμων εορτών του έτους, καθ' ας τα δημοτικά και κοινοτικά γραφεία είναι κλειστά οπότε η κοινοποίησις γίνεται προ μεσημβρίας της επιούσης. Άρθρ.16.-1.Η κοινοποίησις της εγκρίσεως της δημοπρασίας γενομένη προς την κατά τ' ανωτέρω δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν θεωρείται οριστική και αμετάκλητος δια τε τον ενοικιαστήν και το Δημόσιον. 2.Ο δε Δήμαρχος ή Πρόεδρος της Κοινότητος εάν καθυστερήση παρά τα διατεταγμένα την επίδοσιν της εγκρίσεως, είναι υπεύθυνος δια τας συνεπείας απ' ευθείας προς τον ενοικιαστήν. 3.Η κοινοποίησις της εγκρίσεως εν απουσία του ενοικιαστού ή εν αρνήσει τούτου εις παραλαβήν της ενεργείται δια τοιχοκολλήσεως ταύτης εις την θύραν της κατοικίας αυτού διοικητικώς τη παραγγελία του αρμοδίου Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Περί της τοιχοκολλήσεως συντάσσεται έκθεσις ήτις υπογράφεται παρά του ενεργήσαντος ταύτην δημοτικού ή κοινοτικού υπηρέτου και δύο μαρτύρων. Άρθρ.17.-Ο τελευταίος πλειοδότης είναι υπόχρεως δια την προσφοράν του καθ' όλον το χρονικόν διάστημα, όπερ θέλει μεσολαβεί, είτε μέχρι της ακυρώσεως των πρακτικών και επαναλήψεως της δημοπρασίας, είτε μέχρι της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως, κατά τα άρθρ. 15 και 16 του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.18.-Μετά την κοινοποίησιν της εγκρίσεως ο αναδειχθείς ενοικιαστής υποχρεούται να παραδώση εις τον Οικονομικόν Έφορον τας απαιτουμένας κτηματοσημειώσεις προς εγγραφήν υποθήκης επί των προσφερομένων προς ασφάλειαν της εκ της ενοικιάσεως απαιτήσεως του Δημοσίου κτημάτων, ο δε Οικονομικός Έφορος οφείλει να ζητήση την εγγραφήν πρώτης υποθήκης επί των κτημάτων τούτων του ενοικιαστού ή του εγγυητού αυτού ή και αμφοτέρων ή τρίτου τινος προσφερομένου προς τούτο, κατά τας διατάξεις του περί υποθηκών νόμου. Τα της εγγραφής της υποθήκης υπέρ του Δημοσίου επιμελείται ο μισθωτής ιδίαις αυτού δαπάναις, υποχρεούμενος εις την εγγραφήν εντός 8 ημερών από της παραδόσεως εις αυτόν υπό του Οικονομικού Εφόρου της αιτήσεως μετά των περιλήψεων. Άλλως διατάσσεται η επανάληψις της δημοπρασίας εις βάρος του τε μισθωτού και του εγγυητού. 2.Αντί της κατά την προηγουμένην παράγραφον κτηματικής ασφαλείας δύναται ο ενοικιαστής να προσαγάγη γραμμάτιον παρακαταθήκης παρά δημοσίω ταμείω, είτε χρηματικού ποσού ίσου προς το τέταρτον του ενοικίου, είτε ίσης αξίας χρεωγράφων εθνικών δανείων ή ανεγνωρισμένων εν Ελλάδι Τραπεζών, υπολογιζομένης της αξίας αυτών με την αγοραίαν τιμήν της ημέρας της καταθέσεως. Σελ. 507 Διαχείριση Δασών 17.Ζ.β.3 3.Ο ενοικιαστής και ο εγγυητής αυτού υπογράφουσιν ομολογίας συντασσομένας ενώπιον του Οικονομικού Εφόρου επί χαρτοσήμου αναλόγου προς εκάστην δόσιν αξίας, και περιεχούσας το ποσόν εις χρήματα προσφοράς, καθώς και την εποχήν της εξοφλήσεως των δόσεων. 4.Εάν ο ενοικιαστής ή ο εγγυητής είναι αγράμματος, υπογράφεται εις τας ομολογίας δι' άλλου της εμπιστοσύνης του, ενώπιον δύο μαρτύρων, προσυπογραφομένων και τούτων. 5.Δια πάσαν ενοικίασιν συντάσσονται τόσαι ομολογίαι, όσαι είναι και αι δόσεις του προς το Δημόσιον χρέους του ενοικιαστού και παραπέμπονται εις τον ταμίαν προς είσπραξιν. 6.Εάν ο μισθωτής ή ο εγγυητής αυτού εκποιήση ή υποθηκεύση προς τρίτους κατά τον χρόνον της δημοπρασίας είτε μετ' αυτήν, τα προς ασφάλειαν του Δημοσίου προσφερόμενα κτήματα προ της πραγματοποιήσεως της ασφαλείας, καταδιώκεται κατά το Άρθρ.2.-1.Εις την ιδίαν αρμοδιότητα και από της αυτής ημέρας υπάγεται και η εν γένει διοίκησις και εκμετάλλευσις των βοσκών των ευρισκομένων εντός δημοσίων δασών, ας διαχειρίζετο μέχρι τούδε η Διοίκησις Δημ. Κτημάτων, εφ' όσον αι βοσκαί αύται δεν αποτελούσι δικαιώματα τρίτων, ή δεν πρόκειται περί απηγορευμένων βοσκών. 2.Η κατά τα ανωτέρω εκμετάλλευσις της βοσκής των δημοσίων δασών Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου και Κρήτης, υπάγεται εις την Διευθύνσιν Δασών της αρμοδίας Γενικής Διοικήσεως και ενεργείται επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος, αντικαθισταμένου εν τοιαύτη περιπτώσει του Υπουργού της Γεωργίας όπου ούτος αναφέρεται, δια του αρμοδίου Γενικού Διοικητού. 17.Ζ.β.3 Διαχείριση Δασών άρθρ. 396 και επ. του Ποινικού Νόμου, και ενεργείται επανάληψις της δημοπρασίας εις βάρος αυτού. Άρθρ.19.-1.Εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον υπογράψει τας ομολογίας άλλοι εγγυηταί και ουχί οι τα πρακτικά της δημοπρασίας υπογράψαντες, και ούτοι και εκείνοι καθίστανται αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστού υπόχρεοι προς εξόφλησιν του ενοικίου, κατά τας διατάξεις των περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων νόμων, άνευ του ευεργετήματος της διαιρέσεως της διζήσεως. 2.Επί πολλών, συνενοικιαστών ή συνεγγυητών, έκαστος τούτων είναι αλληλεγγύως και αδιαιρέτως υπόχρεως δια την εις το Δημόσιον πληρωμήν ολοκλήρου του ενοικίου. Άρθρ.20.-1.Εάν εντός τριών ημερών από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως, ο ενοικιαστής δεν προσαγάγει τας κατά το ανωτέρω άρθρον 18 κτηματοσημειώσεις ή αποποιηθή να υπογράψη τας ομολογίας, κηρύσσεται κατ' άμεσον πρότασίν των αρχών υπό του Υπουργού της Γεωργίας έκπτωτος, το δε μίσθιον κατ' απόφασιν του Υπουργού της Γεωργίας εκτίθεται εις νέαν δημοπρασίαν εις βάρος του ενοικιαστού επί ταις κατά το άρθρ. 9 του παρόντος υποχρεώσεσι του ιδίου ενοικιαστού. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον ως και οι εν άρθρ. 9 αναφερόμενοι αναπλειστηριασμοί ενεργούνται υπό την έγκρισιν των αρχών τηρουμένων των κατά τα άρθρ. 14 εδ. 2 και 15 προθεσμιών και οριζομένου υπ' αυτών ως ελαχίστου όρου κατ' αρχάς του επ' ονόματι του εκπτώτου ενοικιαστού κατακυρωθέντος ποσού, όπερ δύναται να μειούται αναλόγως, μέχρις ου επιτευχθή προσφορά. Επί των αναπλειστηριασμών τούτων επαναλαμβάνονται αι δημοπρασίαι μόνον οσάκις δίδονται ανώτεραι προσφοραί κατά το άρθρ. 10 εδ. 2 του παρόντος Δ/τος. Σελ. 508 Άρθρ.21.-1.Αμα παραλάβει ο Οικονομικός Έφορος τας ομολογίας του ενοικιαστού προβαίνει εις την υπογραφήν του μισθωτηρίου συμβολαίου μετά του μισθωτού και του εγγυητού ενώπιον συμβολαιογράφου, των τελών ως και των κατά νόμον κηρυκείων δικαιωμάτων καταβαλλομένων υπό του μισθωτού. 2.Επί μισθώσεων, εν αις το μίσθωμα δεν υπερβαίνει τας 50.000 δραχμών εν συνόλω αντί του συμβολαιογραφικού εγγράφου εκδίδεται παρά του Οικονομικού Εφόρου δηλοποίησις, συντεταγμένη επί του αναλόγου ενσήμου χάρτου και προσυπογραφομένη παρά του μισθωτού και του εγγυητού, τούτων δεν αγνοούντων να υπογράφωσι, παρά δύο μαρτύρων δι' έκαστον εξ αυτών. 3.Μη προσελθόντος του μισθωτού εντός 8ημέρου από της προς αυτόν προσκλήσεως του Οικονομικού Εφόρου προς υπογραφήν των κατά τα προηγούμενα εδάφια μισθωτηρίων, ούτος θεωρείται αρνούμενος την σύναψιν της συμβάσεως και διατάσσεται επανάληψις της δημοπρασίας εις βάρος του. 4.Εν περιπτώσει αναβολής ή αρνήσεως της πληρωμής των ομολογιών ο Ταμίας εκβιάζει την είσπραξιν αυτών κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων κειμένας διατάξεις. Άρθρ.22.-1.Ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται της πληρωμής του μισθώματος, εάν δεν εποιήσατο χρήσιν αυτού, του Δημοσίου μη όντος υποχρέου, όπως εγκαταστήση αυτόν εις το μίσθιον, όπερ θεωρείται παραδοθέν αυτώ δια της υπογραφής των κατά τα εδ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρ. 21 μισθωτηρίου συμβολαίου και δη από της ημέρας, ήτις ορίζεται εν τη διακηρύξει ως έναρξις της μισθώσεως. 2.Η υπεκμίσθωσις εφόσον εν τη διακηρύξει δεν απαγορεύεται ρητώς αύτη, δύναται να επιτραπή κατόπιν ειδικής αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας. Δεν θεωρούνται ως υπομισθωταί υπό την έννοιαν της διατάξεως ταύτης οι σμίκται και εν γένει οι μετέχοντες του ποιμνίου δι' ιδίων ζώων ποιμένες. Άρθρ.23.-Εάν ο Οικονομικός Έφορος αμελήση να καλέση εγκαίρως τον ενοικιαστήν προς εγγραφήν υποθήκης υπό των προσφερθέντων προς τούτο κτημάτων, ή προς υπογραφήν των κατά το άρθρ. 21 συμβολαίων, ή εάν παραδώση ή υπογράψη το ενοικιαστήριον πριν λάβη τας ομολογίας, υποχρεούται εις αποζημίωσιν του Δημοσίου, δια πάσαν εκ της παραλείψεως ταύτης ζημίαν. 17.Ζ.β.3 Διαχείριση Δασών Άρθρ.24.-Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν του μισθώματος και την βεβαίωσιν του Οικονομικού Εφόρου περί της εκπληρώσεως πασών των εκ της μισθώσεως και του παρόντος απορρεουσών υποχρεώσεων, διατάσσεται επί τη βάσει ητιολογημένου πρωτοκόλλου του αρμοδίου ταμείου και του Οικονομικού Εφόρου, η εξάλειψις της τυχόν εγγεγραμμένης υποθήκης και η απόδοσις της εγγυήσεως ή της εγγυητικής επιστολής. Εις τον Ημέτερον επί της Γεωργίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.3.-1.Η εκμετάλλευσις των βοσκών του προηγουμένου άρθρου γίνεται δια δημοπρασίας ενεργουμένης κατά τους όρους του παρόντος δια μίαν ή πλείονας κτηνοτροφικάς περιόδους, ετησίας ή μόνον θερινάς, ή χειμερινάς, πάντως όμως ουχί πέραν μιας πενταετίας. 2.΄Ανευ δημοπρασίας επιτρέπεται η ενοικίασις μόνον προς Δήμους και Κοινότητας ή άλλα νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, μετ' απόφασιν του Υπουργού της Γεωργίας λαμβανομένην κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Δασών, όπερ ορίζει την διάρκειαν και το μίσθωμα, καθ' όμοιον δε τρόπον προηγουμένης επιπροσθέτως προτάσεως του αρμοδίου Επιθεωρητού Δασών, δύναται να εκμισθωθώσι και προς ιδιώτας αι βοσκαί δημοσίων ή εις διαλελυμένας Μονάς ανηκόντων δασών εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και δη προς φύλαξιν και προστασίαν αυτών, πάντως όμως δια χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον την λήξιν, της δι' ην η τοιαύτη μίσθωσις μιας χειμερινής ή θερινής ή ετησίας κτηνοτροφικής περιόδου. 3.Η έναρξις και η λήξις της ενοικιάσεως βοσκών δέον να συμπίπτουν με την εκασταχού θερινήν ή χειμερινήν ή ετησίαν κτηνοτροφικήν περίοδον, του δημοσίου ουδεμίαν φέροντος ευθύνην δια την εκ της παρατάσεως των δημοπρασιών ή άλλων νομίμων λόγων επιβράδυνσιν και παράδοσιν της χρήσεως του μισθίου εις τον μισθωτήν μετά την έναρξιν της κτηνοτροφικής περιόδου. Άρθρ.4.-Το εν τρίτον του μισθώματος, του απολαμβανομένου εκ της ενοικιάσεως των εντός δημοσίων δασών βοσκών του προηγουμένου άρθρου, διατίθεται υπέρ της Κοινότητος, εις την περιφέρειαν της οποίας κείται το προς βοσκήν ενοικιαζόμενον δάσος. Άρθρ.5.-1.Αι προς ενοικίασιν της βοσκής δημοπρασίαι άρχονται είτε οίκοθεν, παρά των κατά τόπους Οικονομικών Εφόρων, τρεις τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της υφισταμένης μισθώσεως, είτε κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Γεωργίας. 2.Αι δημοπρασίαι μονοήμεροι ενεργούνται εν ημέρα ιδίως Κυριακή, από της 10 π.μ. μέχρι της 12 μεσημβρίας, εις την έδραν των αρμοδίων Οικονομικών Εφόρων εν τω συνήθει τόπω των δημοπρασιών, διεξαγόμεναι ενώπιον επιτροπής αποτελουμένης εκ του Οικονομικού Εφόρου, του Δασάρχου ή προϊσταμένου Δασονομείου και του αυτόθι εδρεύοντος αντιπροσώπου της διοικητικής αρχής. Ένθα δεν συνεδρεύει μετά του Οικονομικού Εφόρου αντιπρόσωπος της διοικητικής Αρχής ο Ειρηνοδίκης μετέχει ως τρίτον μέλος της Επιτροπής. 3.Κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού της Γεωργίας δύναται η δημοπρασία να διεξαχθή και εκτός της έδρας του οικείου Οικονομικού Εφόρου, ενώπιον τριμελούς Επιτροπής οριζομένης προτάσει του Οικονομικού Εφόρου υπό του Υπουργείου Γεωργίας, αν προκύπτη ότι ως εκ τούτου δύναται να αναπτυχθή μείζων συναγωνισμός. Άρθρ.6.-1.Η πρώτη δημοπρασία προκηρύσσεται δια διακηρύξεως του Οικονομικού Εφόρου, τοιχοκολλουμένης εις το κατάστημα της Οικονομικής Εφορίας και δημοσιευομένης εις τας πρωτευούσας των δήμων της επαρχίας δια τοιχοκολλήσεως εις το δημοσιώτερον μέρος αυτών ως και εις τα καταστήματα των Δημαρχείων ή των Κοινοτήτων, δέκα ημέρας προ της ημέρας της δημοπρασίας, εάν δε το προς ενοικίασιν κτήμα κείται εις την περιφέρειαν ενός ή πλειόνων χωρίων της περιφερείας η διακήρυξις δημοσιεύεται και εις τα χωρία ταύτα. 2.Η δημοσίευσις γίνεται δια των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών και βεβαιούται δι' αποδείξεως των εντεταλμένων προς τούτο δικαστικών ή κοινοτικών υπαλλήλων. Αι περί της δημοσιεύσεως αποδείξεις αποστέλλονται δια του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος εις τον Οικονομικόν ΄Εφορον το ταχύτερον, πάντως δε προ της ενάρξεως της δημοπρασίας. 3.Η διακήρυξις παραπέμπει εις τους όρους του νόμου και του Δ/τος τούτου και περιέχει εκτός των άλλων λεπτομερειών: α)Την ημέραν και τας ώρας της διεξαγωγής της δημοπρασίας, ως και τον τόπον ένθα αύτη ενεργηθήσεται. β)Τον Δήμον, την Κοινότητα, το χωρίον, την θέσιν εν γένει, τα όρια, την έκτασιν του προς ενοικίασιν κτήματος, ως και τον αριθμόν και το είδος των ζώων, άτινα θα βοσκήσωσιν εν αυτώ και τα οποία εκ των προτέρων θα καθορίση η αρμοδία δασική Αρχή. γ)Τον χρόνον της ενάρξεως και της λήξεως της μισθώσεως. δ)Το ελάχιστον όριον προσφοράς, όπερ ορίζεται υπό του Οικονομικού Εφόρου, και δύναται ν' αυξηθή κατά την πρόοδον της δημοπρασίας υπό των διεξαγουσών την δημοπρασίαν αρχών δια πρακτικού συνυποβαλλομένου εις το Υπουργείον Γεωργίας. ε)Τον αριθμόν των δόσεων της καταβολής του ενοικίου και τας χρονολογίας της πληρωμής εκάστης των δόσεων τούτων, αίτινες δι' εκάστην μεν ετησίαν κτηνοτροφικήν περίοδον δεν δύνανται να είναι πλείονες των τριών, ουδέ πλείονες των δύο δι' εκάστην εξάμηνον κτηνοτροφικήν περίοδον της πρώτης δόσεως απαραιτήτως προκαταβαλλομένης της δε τελευταίας δόσεως δυναμένης να συμψηφισθή προς την τυχόν κατά την διενέργειαν της δημοπρασίας δοθείσαν χρηματικήν εγγύησιν προς συμμετοχήν. Επί προκαταβολής δε και τινος των λοιπών δόσεων ή και ολοκλήρου Σελ. 503 Διαχείριση Δασών 17.Ζ.β.3 του μισθώματος γίνεται έκπτωσις 6% επί του ούτω προκαταβαλλομένου ποσού, εφ' όσον το υπολειπόμενον χρονικόν διάστημα προς εμπρόθεσμον καταβολήν του προκαταβληθέντος δεν είναι έλασσον του έτους. ς)Την κατά τα άρθρ. 7 και 18 του παρόντος ασφάλειαν της εκ της ενοικιάσεως απαιτήσεως του Δημοσίου. ζ)Την επιφύλαξιν της υπό του Υπουργού της Γεωργίας εγκρίσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας, ή την ανάθεσιν της εγκρίσεως εις τας διενεργούσας την δημοπρασίαν αρχάς. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη μνημονεύεται εν τη εγκρίσει ο αριθμός και η ημερομηνία της διαταγής τουΥπουργού, δι' ης χορηγείται η τοιαύτη πληρεξουσιότης προς έγκρισιν. η)Ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος δια βλάβην εκ θεομηνίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας επερχομένην εις το μίσθιον κατά το στάδιον των δημοπρασιών ή μετά το πέρας αυτών ή από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως και εφεξής, διαρκούσης της μισθώσεως, εκτός αν λάβη χώραν πυρκαϊά, άνευ υπαιτιότητος προερχομένης έστω και εξ αμελείας του μισθωτού ή αν εκδοθεί κατά την διάρκειαν της μισθώσεως δασική αστυνομική διάταξις απαγορεύουσα την βοσκήν εις το μίσθιον, ήτις κοινοποιείται εις τον μισθωτήν, οπότε διαλύεται αυτοδικαίως η μίσθωσις από της τρεχούσης χειμερινής ή θερινής κτηνοτροφικής περιόδου και επιστρέφεται το αναλογούν εις τον υπόλοιπον χρόνον μίσθωμα, του μισθωτού μη έχοντος ουδέν άλλο δικαίωμα αποζημιώσεως, πλην της απαλλαγής αυτού εκ της υποχρεώσεως προς καταβολήν των μισθωμάτων δια τον υπολειπόμενον τούτον χρόνον. θ)Ότι ο μισθωτής υποχρεούται να διατηρή εν καλή καταστάσει το μίσθιον ευθυνόμενος εις αποζημίωσιν του Δημοσίου δια πάσαν τυχόν οθενδήποτε προξενηθησομένην εις αυτό ζημίαν κατά την διάρκειαν της μισθώσεως. ι)Ότι ο ενοικιαστής έχει την υποχρέωσιν να διατηρή την κατοχήν του δημοσίου επί του μισθίου και των υπέρ αυτού δουλειών, να προστατεύη αυτό από πάσης καταπατήσεως, ν' αποκρούη πάσαν αυθαίρετον πράξιν καταλήψεως του μισθίου, ασκών πάντα τα δικαιώματα του Δημοσίου έναντι τρίτων, εκχωρουμένων αυτώ των συναφών αγωγών και να ειδοποποιή πάραυτα τον Οικονομικόν Έφορον και τον προϊστάμενον της οικείας δασικής αρχής. Εν περιπτώσει δε παραβάσεως ή αμελείας του ενοικιαστού μιας των υποχρεώσεων τούτων ως και του προηγουμένου εδαφίου θ', ο ενοικιαστής, πλην της εις το Δημόσιον καταβλητέας υπ' αυτού αποζημιώσεως, καθοριζομένης δι' αποφάσεως του Υπουργού της Σελ. 504 Γεωργίας, εκδιδομένης μετά προηγουμένην γνωμάτευσιν του αρμοδίου προϊσταμένου της δασικής αρχής και μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου των Δασών, υπόκειται και εις έξωσιν, καθισταμένων αμέσως απαιτητών απάντων των μισθωμάτων του υπολοίπου χρόνου της μισθώσεως, λόγω ποινικής ρήτρας, άμα τη εις αυτόν κοινοποιήσει της περί διαλύσεως της μισθώσεως αποφάσεως του ιδίου Υπουργού. ια)Ότι το Δημόσιον δύναται δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου των Δασών και κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου Δασάρχου, να λύη μονομερώς τας μισθώσεις βοσκής άνευ ουδενός δικαιώματος του ενοικιαστού προς αποζημίωσιν, δια λόγους δασικής εκμεταλλεύσεως, αλλά πάντοτε δια το τέλος της τρεχούσης χειμερινής ή θερινής κτηνοτροφικής περιόδου, και εφ' όσον ήθελε κοινοποιηθή εις τον μισθωτήν το βραδύτερον 40 ημέρας προ της λήξεως ταύτης, η ως άνω Υπουργική απόφασις. Ο ενοικιαστής δικαιούται εν τοιαύτη περιπτώσει εις την απαλλαγήν ή, αν προκατέβαλλεν, εις την ανάληψιν του μη δεδουλευμένου μισθώματος. ιβ)Ότι δια πάσαν παράβασιν των διατάξεων του παρόντος και των όρων της διακηρύξεως ή λόγω καθυστερήσεως μιας των δόσεων του μισθώματος ο Υπουργός της Γεωργίας δι' αποφάσεώς του δύναται να προβή εις μονομερή διάλυσιν της μισθώσεως και να διατάξη την επανάληψιν της δημοπρασίας εις βάρος του ενοικιαστού, δια τον υπόλοιπον χρόνον της μετ' αυτού μισθώσεως. ιγ)Άμα τη λήξει μισθώσεως ο μισθωτής υποχρεούται άνευ ετέρου να εγκαταλείψει το μίσθιον, η δε σιωπηρά αναμίσθωσις αποκλείεται. ιδ)Λυομένης της μισθώσεως μονομερώς υπό του Δημοσίου, κατά τας περιπτώσεις των εδαφίων η΄ και επόμενα του παρόντος, παν υπό του μισθωτού συσταθέν δικαίωμα υπέρ τρίτου και ιδία το του υπομισθωτού, έστω και κατόπιν της κατά το άρθρ. 22 εδάφ. 2 του παρόντος συγκαταθέσεως του Υπουργού, θεωρείται ως μη υπάρχον έναντι του Δημοσίου. Άρθρ.7.-Διαρκούσης της δημοπρασίας, οι πλειοδόται, συμπαρισταμένων και των εγγυητών, αυτών, αποτείνουσι τας εις ακεραίας δραχμάς προσφοράς των εις τον δημόσιον κήρυκα, όστις διακηρύττει ταύτας μεγαλοφώνως, ο δε τηρών τα πρακτικά υπάλληλος εγγράφει αυτάς κατά σειράν, ως εκφωνούνται, μετά του ονοματεπωνύμου του πλειοδότου. Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η υποχρέωσις δε αύτη μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθους και επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. 17.Ζ.β.3 Διαχείριση Δασών Ίνα γίνει δεκτή πάσα διδομένη προσφορά πρέπει να είναι ανωτέρα κατά 5% επί αποτελέσματος δημοπρασίας ενοικιάσεως κτήματος μη υπερβαίνοντος τας «50.000» δραχμάς, και κατά 3% επί αποτελέσματος υπερβαίνοντος το ποσόν τούτο. Κατωτέρα των όρων τούτων προσφορά δύναται να γίνη δεκτή εγκρίσει του Υπουργού της Γεωργίας. Είναι δεκτοί εις την δημοπρασίαν ως πλειοδόται ή εγγυηταί αυτών. α)Οι κατά την εκτίμησιν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών αναμφισβητήτως φερέγγυοι ως τοιούτοι δεν δύνανται να θεωρηθώσι, πλην άλλων και οι εκ προηγουμένων ενοικιάσεων υπερήφανοι οφειλέται του Δημοσίου. β)Οι παρουσιάζοντες πιστοποιητικά της αρμοδίας δημοτικής αρχής, βεβαιούντα το είδος και την αξίαν της ακινήτου αυτών περιουσίας και πιστοποιητικά του αρμοδίου υποθηκοφύλακος, βεβαιούντα ότι, τα κτήματα ταύτα είναι ελεύθερα πάσης υποθήκης και προς τούτοις την αξίαν αυτών, εάν αύτη προκύπτει εκ συμβολαίων αγοραπωλησίας μεταγεγραμμένων ώστε κατά την εκτίμησιν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών να υπάρχη πλήρης ασφάλεια υπέρ του Δημοσίου, δια της εγραφής πρώτης υπέρ τούτου επ' αυτών υποθήκης, και γ)Όσοι, όντες κατά την κρίσιν των Αρχών φερέγγυοι, προσαγάγωσι γραμμάτιον παρακαταθέσεως παρά δημοσίω Ταμείω, είτε χρηματικού ποσού ίσου προς το όγδοον του ελαχίστου όρου της προσφοράς κατά την εκτίμησιν των αρχών, είτε ίσης αξίας χρεώγραφα εθνικών δανείων ή ανεγνωρισμένων εν Ελλάδι Τραπεζών, υπολογιζομένης της αξίας αυτών επί τη τρεχούση αγοραία τιμή κατά την ημέραν της καταθέσεως. Η χρηματική αύτη κατάθεσις του τυχόν ανακηρυχθέντος ενοικιαστού κρατείται ατόκως παρά τω δημοσίω Ταμείω και συμψηφίζεται εις την τελευταίαν δόσιν του ενοικίου. Δεν είναι δεκτοί ως πλειοδόται ή εγγυηταί αυτών οι δήμαρχοι, οι δημαρχιακοί Πάρεδροι και οι Πρόεδροι των Κοινοτήτων. Άρθρ.8.-Αι διενεργούσαι τας δημοπρασίας αρχαί υποχρεούνται εις αποζημίωσιν του Δημοσίου, α)εάν παραδεχθώσιν ως πλειοδότας ή εγγυητάς αφερεγγύους ή μη προσαγαγόντας τα κατά τα προηγούμενον άρθρον πιστοποιητικά περί της ακινήτου ιδιοκτησίας των, ως και δια το ανεπαρκές ταύτης προς ασφάλειαν του δημοσίου, β)εάν αποκλείσωσι της δημοπρασίας πλειοδότας άνευ αποχρώντος λόγου. Δια την μη παραδοχήν εν τη δημοπρασία πλειοδότου τινός, συντάσσεται υπό των διενεργουσών ταύτην αρχών λεπτομερής και ητιολογημένη έκθεσις προσαρτωμένη εις τα πρακτικά της δημοπρασίας και υποβαλομένη εις το Υπουργείον. Οι Οικονομικοί Έφοροι οφείλουσι να σημειώσιν ακριβώς τα όρια εκάστου κτήματος εις τα πρακτικά της δημοπρασίας, οι δε συναγωνιζόμενοι υποχρεούνται να ζητώσιν εγγράφως και επί αποδείξει προ της κατακυρώσεως όσας διασαφήσεις θεωρούσιν αναγκαίας περί ορίων ή θέσεων, τας οποίας αι διενεργούσαι την δημοπρασίαν αρχαί οφείλουσι να κοινοποιώσιν εν τω τόπω της δημοπρασίας δια του κήρυκος και να τας καταχωρίζωσιν εις τα πρακτικά.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.