📄 Κείμενο νόμου
3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 995 της 24/29 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 251) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 9 το Νόμ. 997/79 (ΦΕΚ 287/79 τ.Α΄) «περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων». 2.Τας διατάξεις των άρθρ. 17 παρ. 2 εδάφ. β΄ και 113 παρ. 2 εδάφ. α΄ του υπ’ αριθ. 544/77 Π.Δ./τος (ΦΕΚ 178 τ.Α΄) «περί Οργανισμού του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών», ως ετροποποιήθησαν υπό του άρθρ. 2 παρ. 1 του Νόμ. 728/77 (ΦΕΚ 316/77 τ.Α΄). 3.Την υπ’ αριθ. Δ2652/66/20.5.80 κοινήν απόφασιν του Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Οικονομικών (ΦΕΚ 497/80 τ.Β΄). 4.Την γνώμην του Δ.Σ. του ως άνω Ταμείου, ληφθείσαν κατά την 6/20.6.1980 συνεδρίασιν αυτού. 5.Την γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Κοινων. Ασφαλίσεως, ληφθείσαν κατά την 61η/9.7.80 συνεδρίασιν αυτού της Κ΄ Περιόδου. 6.Την υπ’ αριθ. 1003/1980 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει των επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υπουργού και Οικονομικών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Εγκρίνεται το Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών, αποκαλουμένου κατωτέρω εν τω παρόντι Ταμείον, έχον ούτω: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Ασφαλιστικαί Διατάξεις ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Περί Ασφαλίσεως και Εισφορών Έναρξις ασφαλίσεως και καταβολής εισφορών Άρθρ.1.-1.Από της 1ης του επομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος μηνός άρχεται η ασφάλισις των, δυνάμει της παρ. 4 του άρθρ. 3 του Νόμ. 997/1979, υπαγομένων αυτοδικαίως εις την ασφάλισιν του Ταμείου Προσώπων. 2.Από της αυτής, ωσαύτως, ημερομηνίας άρχεται και η υποχρέωσις καταβολής των εισφορών ησφαλισμένων και συνεισφορών εργοδοτών των ανωτέρω κατηγοριών μισθωτών. 3.Η υποχρέωσις καταβολής των εισφορών ησφαλισμένων και συνεισφορών εργοδοτών των, δυνάμει της παρ. 2 άρθρ. 3 του Νόμ. 997/79 δυναμένων να υπαχθούν εις την ασφάλισιν του Ταμείου κατηγοριών μισθωτών, άρχεται από της ημερομηνίας ασφαλίσεώς των. Βεβαίωσις και είσπραξις εισφορών Άρθρ.7.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 31 Νόμ. 1902/1990, ΦΕΚ Α΄ 138, Τόμ. 15Β(1), σελ. 70,880). Μειώσεις Συντάξεων Άρθρ.8.-1.Εν περιπτώσει απονομής μειωμένης συντάξεως γήρατος ή αναπηρίας παρά του οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, και η υπό του Ταμείου, δυνάμει των άρθρ. 4, 5 και 7 του παρόντος απονεμομένη, κατά περίπτωσιν, σύνταξις μειούται αναλόγως. 2.Εν πάση περιπτώσει, εάν υπό του φορέως κυρίας ασφαλίσεως απονέμεται σύνταξις λόγω γήρατος εις ηλικίαν μικροτέραν του 55ου έτους άνευ ουδεμιάς μειώσεως ή μειωμένη μεν αλλά εις ποσοστόν κατώτερον του 1/200 της πλήρους συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα από το 55ον έτος, η απονεμομένη υπό του Ταμείου σύνταξις μειούται οπωσδήποτε συμφώνως προς τον κατά τ’ ανωτέρω συντελεστήν, χωρίς πάντως η εκ της αιτίας ταύτης μείωσις να υπερβαίνη το ήμισυ της συντάξεως. «Εξαιρούνται οι συντάξεις των εργαζομένων σε υπόγειες στοές μεταλλείων-λιγνιτωρυχείων και τα πρόσωπα αυτά κατά τη συνταξιοδότησή τους με πλήρη κυρία σύνταξη σε ηλικία 50 ετών, δικαιούνται πλήρους συντάξεως από το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, εφ’ όσον έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση αυτού τον απαιτούμενο κάθε φορά από τις διατάξεις του άρθρ. 5 του Νόμ. 997/1989 ασφαλιστικό χρόνο αποκλειστικώς σε υπόγειες στοές». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ. 1 του Π.Δ. 323/30 Αυγ.-9 Σεπτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 220). Σύμφωνα δε με το άρθρ. 2 του ιδίου Π.Δ. 323/1996 ορίστηκε ότι: Η διάταξη του άρθρ. 1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις καταβαλλομένων μειωμένων συντάξεων σε πρόσωπα της ιδίας κατηγορίας, οι οποίες διαμορφώνονται στο αντίστοιχο πλήρες ποσό αυτών κατά την ημέρα υποβολής της σχετικής αιτήσεως, από την οποία αρχίζουν και τα οικονομικά αποτελέσματα. «3.Σε περίπτωση έναρξης καταβολής της σύνταξης του ΙΚΑ – ΤΕΑΜ σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας έναρξης καταβολής της μειωμένης κυρίας σύνταξης, για την προβλεπόμενη από τις προηγούμενες παραγράφους του άρθρου αυτού μείωση της απονεμομένης από το ΙΚΑ – ΤΕΑΜ σύνταξης δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα, που έχει μεσολαβήσει από την έναρξη καταβολής της κυρίας σύνταξης μέχρι την έναρξη καταβολής της επικουρικής σύνταξης». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 72/20 Φεβρ.-3 Μαρτ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 35) του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 2 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αναγνώρισις χρόνου Ασφαλίσεως Άρθρ.9.-1.Δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος συντάξεως και τον υπολογισμόν του ποσού ταύτης, των περί ων η παρ. 4 του άρθρ. 3 του Νόμ. 997/79 ησφαλισμένων, δύναται να συνυπολογισθούν, ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως, και αι από 1.1.1980 μέχρις ενάρξεως ισχύος του παρόντος πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας, κατόπιν αναγνωρίσεως τούτων επί καταβολή υπό των ενδιαφερομένων ησφαλισμένων του συνόλου των προβλεπομένων υπό του άρθρ. 4 του αυτού νόμου εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αναγνώρισις χωρεί δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου, υποβαλλομένης το βραδύτερον μέχρι της 31.3.1981. (Αντί για τη σελ. 2008,281(γ) Σελ. 2008,281(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 109 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) 39.O.κ.3 3.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου θέλουν καθορισθή τα δια την αναγνώρισιν του χρόνου εργασίας, απαιτούμενα δικαιολογητικά. Με το άρθρο μόνο Π.Δ. 257/28 Ιουν.-18 Ιουλ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 95), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 108/17 Αυγ. 1983) παρέχεται νέα εξάμηνη προθεσμία για την αναγνώριση από τους ασφαλισμένους της παρ. 4 άρθρ. 3 του Νόμ. 997/1979 του χρον. διαστήματος από 1 Ιαν. 1980 μέχρι την έναρξη της ισχύος του άνω Π.Δ. 995/1980 και ορίζεται, ότι η εξαγορά του παραπάνω χρόνου γίνεται με καταβολή από τους ενδιαφερομένους του συνόλου των εισφορών εργοδότου και ασφαλισμένου υπολογιζομένων στις αποδοχές του χρόνου υποβολης της αίτησης για την αναγνώριση. Αυξήσεις συντάξεων Άρθρ.10.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 31 Νόμ. 1902/1990, ΦΕΚ Α΄ 138, Τόμ. 15Β(1), σελ. 70,880). Συντάξεις συνταξιούχων συγχωνευομένων Ταμείων Άρθρ.11.-(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 19 Νόμ. 2434/19-20 Αυγ. 1996 ΦΕΚ Α΄ 188, τόμ. 15 σελ. 98,727. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 άρθρ. 19 ιδίου Νόμ. 2434/96, η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1ης Ιουλ. 1996). Γενική Διάταξις Άρθρ.12.-Η εκάστοτε διέπουσα το Ι.Κ.Α. νομοθεσία ως προς την διάρκειαν και λήξιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, την αναστολήν της συντάξεως, τον συνυπολογισμόν των μετά την συνταξιοδότησιν πραγματοποιηθεισών ημερών ασφαλίσεως, την εξόφλησιν, την ειδικήν προστασίαν και παραγραφήν των συντάξεων, τας στερήσεις και εκπτώσεις εκ των παροχών και παν έτερον συναφές θέμα, μη ρυθμιζόμενον άλλως υπό του ιδρυτικού νόμου του Ταμείου και του παρόντος, εφαρμόζεται αναλόγως. Σελ. 2008,282(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 110 39.O.κ.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Οικονομικαί και Λογιστικαί Διατάξεις Γενικαί Διατάξεις Οικονομική και Λογιστική Λειτουργία Άρθρ.13.-Η Οικονομική και Λογιστική Λειτουργία του Ταμείου διέπεται υπό των διατάξεων του παρόντος Δ/τος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Προϋπολογισμός Άρθρ.14.-Επί του προϋπολογισμού του Ταμείου έχουν εφαρμογή αι διατάξεις του Β.Δ. 776/1972 «περί επεκτάσεως ενίων διατάξεων του Ν.Δ. 321/ 69» «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» επί των Ν.Π.Δ.Δ. Ο προϋπολογισμός υποβάλλεται, μετ’ απόφασιν του Δ.Σ., προς έγκρισιν παρά των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επιμέλεια και ευθύνη εκτελέσεως Προϋπολογισμού Άρθρ.15.-1.Η επιμέλεια και η ευθύνη εκτελέσεως του προϋπολογισμού κατά μεν το σκέλος των εσόδων ανήκει εις την υπηρεσίαν εσόδων του Ταμείου κατά δε το σκέλος των εξόδων εις την Οικονομικήν Υπηρεσίαν αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Λογιστική Οργάνωσις Παραστατικά διαχειρίσεως Άρθρ.2.-1.Οι δυνάμει της διατάξεως της παρ. 2 του Άρθρ.16.-1.Λογιστική μεταβολή πάσης φύσεως της περιουσίας του Ταμείου διενεργείται δια παραστατικών διακρινομένων εις: α)Γραμμάτια εισπράξεως. β)Εντάλματα πληρωμής, δια τας διενεργουμένας μέσω Ταμείου συναλλαγάς. γ)Εντολάς πληρωμής, δια τας μέσω Τραπεζών διενεργουμένας συναλλαγάς. δ)Δελτία συμψηφισμού εκδιδομένων δια λογιστικάς τακτοποιήσεις. ε)Επιταγάς. 2.Τα πάσης φύσεως παραστατικά πληρωμών και εισπράξεων ήτοι: εντάλματα πληρωμών, εντολαί πληρωμής, επιταγαί κ.λ.π. ως και γραμμάτια εισπράξεως υπογράφονται υπό του Προέδρου του Δ.Σ., του Δ/ντού και των αρμοδίων, κατά περίπτωσιν, υπηρεσιακών οργάνων, των οριζομένων υπό του Δ.Σ. του Ταμείου. 3.Επί των ως άνω παραστατικών διατυπούται σαφώς η αιτία εκδόσεως, μνημονεύονται αι αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων και επισυνάπτονται τα σχετικά δικαιολογητικά. 4.Τα σχετικά δικαιολογητικά συνοδεύουν τα εκδιδόμενα παραστατικά ή τηρούνται εις ιδιαίτερον αρχείον. 5.Επί ομοειδών εισπράξεων ή πληρωμών δύναται να εκδίδονται αντιστοίχως συγκεντρωτικά παραστατικά. 6.Πάσης φύσεως δαπάνης προηγείται εγκριτική απόφασις του αρμοδίου προς τούτο οργάνου, δια την έκδοσιν της οποίας απαιτείται βεβαίωσις του αρμοδίου Τμήματος περί υπάρξεως σχετικής πιστώσεως εν τω Προϋπολογισμώ. 7.Δεν απαιτείται η ως άνω απόφασις περί της οποίας η παρ. 6, προκειμένου περί σταθερών δαπανών προβλεπομένων υπό της διεπούσης το Ταμείον νομοθεσίας ή προκυπτουσών εκ συμβατικών υποχρεώσεων, ως και των καθοριζομένων δια γενικών αποφάσεων του Δ.Σ. Εισπράξεις – Πληρωμαί – Λογαριασμοί Καταθέσεων Άρθρ.17.-1.Αι εισπράξεις του Ταμείου ενεργούνται μέσω της, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου οριζομένης εκάστοτε Τραπέζης ή Τραπεζών, με αντίστοιχον πίστωσιν του σχετικού παρ’ αυτή ή αυταίς λογαριασμού του Ταμείου. 2.Αι πληρωμαί του Ταμείου ενεργούνται ωσαύτως, μέσω της δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, οριζομένης εκάστοτε Τραπέζης ή Τραπεζών, με αντίστοιχον χρέωσιν του σχετικού παρ’ αυτή ή αυταίς λογαριασμού του Ταμείου, βάσει εγγράφων εντολών. 3.Η ανάθεσις εισπράξεων και πληρωμών εις Τραπέζας γίνεται βάσει συμφωνίας μεταξύ αυτών και του Ταμείου, δι’ ης καθορίζονται οι όροι δια την εξυπηρέτησιν του Ταμείου. Αι Τράπεζαι ανοίγουν λογαριασμούς καταθέσεων υπέρ του Ταμείου κατά τας οδηγίας του Δ.Σ. 4.Επιτρέπεται η κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, σύστασις παγίας προκαταβολής επ’ ονόματι υπαλλήλου του Ταμείου, προς πληρωμήν των πάσης φύσεως μικροδαπανών αυτού. Εντολαί Εσωτερικής Υπηρεσίας Άρθρ.18.-Η παρά της Οικονομικής Υπηρεσίας του Ταμείου έκδοσις εντολών και ενταλμάτων πληρωμής ως και γραμματίων διενεργείται κατόπιν εντολών των καθ’ ύλην αρμοδίων Υπηρεσιών του Ταμείου. Βάσει ιδίων εντολών διενεργείται και έκδοσις δελτίων συμψηφισμού τα οποία αφορούν εις την τακτοποίησιν διαχειρίσεων οικονομικής φύσεως, εξαιρέσει των οίκοθεν λόγω αρμοδιότητας παρά των Οικονομικών Υπηρεσιών εκδιδομένων παραστατικών πληρωμών, εισπράξεων και συμψηφισμών. Αι εν λόγω εντολαί εσωτερικής υπηρεσίας συντάσσονται εις τριπλούν, αριθμούνται δε κατά συνεχή αύξοντα αριθμόν δι’ εκάστην υπηρεσίαν. Το πρωτότυπον εκάστης εντολής συνοδεύεται υπό των σχετικών δικαιολογητικών. Λογιστικόν Σύστημα και Λογιστικά Βιβλία Άρθρ.19.-Η λογιστική του Ταμείου τηρείται κατά την διπλογραφικήν μέθοδον και κατά σύστημα συγκεντρωτικόν. 1.Τα υποχρεωτικά λογιστικά βιβλία τα τηρούμενα υπό της οικονομικής υπηρεσίας του Ταμείου είναι: α)Βιβλίον απογραφών και Ισολογισμού. β)Συγκεντρωτικόν Ημερολόγιον. (Αντί για τη σελ. 2008,29) Σελ. 2008,29(α) Τεύχος Η43-Σελ. 111 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) 39.O.κ.3 γ)Γενικόν Καθολικόν δ)Αναλυτικά Καθολικά περιληπτικών λογαριασμών. ε)Βιβλίον μηνιαίων ισοζυγίων στ)Βιβλίον προϋπολογισμού 2.Οι πάσης φύσεως τίτλοι καταγράφονται εις ίδια κατά περίπτωσιν βιβλία, τηρούμενα υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας του Ταμείου ευθυνομένης δια την παρακολούθησιν αυτών. Η ιδία υπηρεσία έχει την ευθύνην της εγκαίρου εισπράξεως των τοκομεριδίων ή μερισματαποδείξεων των χρηματογράφων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Ισολογισμός, Απολογισμός, Έλέγχος Ισολογισμός, Απολογισμός Άρθρ.20.-Εις το τέλος εκάστου οικονομικού ετους, διενεργείται απογραφή, συντάσσεται ο Γενικός Ισολογισμός και Απολογισμός, ο οποίος υποβάλλεται εις το Δ.Σ. του Ταμείου προς έγκρισιν και εν συνεχεία εις το εποπτεύον Υπουργείον. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Διαχείρισις Υλικού Αναλώσιμον Υλικόν Αρθρ.21.-Ως υλικόν νοείται τα πάσης φύσεως έντυπα, η γραφική ύλη και παν έτερον αναλώσιμον υλικόν, προοριζόμενον δια τας ανάγκας του Ταμείου. Οι διαχειριστικαί αναλωσίμου υλικού ευθύνονται δια την παρακολούθησιν της διακινήσεως αυτού (προμήθεια-διάθεσις) και την τήρησιν των απαραιτήτων βιβλίων αποθήκης, κατά ποσότητα και είδος, βάσει δικαιολογητικών οριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. Έπιπλα και Σκεύη Άρθρ.22.-Η αρμόδια Υπηρεσία του Ταμείου τηρεί το Μητρώον επίπλων και σκευών και λοιπών εγκαταστάσεων, εις το οποίον καταχωρούνται: α)Το είδος και η ποσότης αυτών β)Η τιμή κτήσεως γ)Ο χρόνος αγοράς δ)Η υπηρεσία εις ην διετέθησαν Απογραφή Υλικών, Επίπλων και σκευών εγκαταστάσεων Άρθρ.23.-Εις το τέλος εκάστου έτους και προ της συντάξεως του ισολογισμού του Ταμείου ενεργείται απογραφή υλικού και επίπλων και σκευών και λοιπών εγκαταστάσεων παρ’ Επιτροπής, συνιστωμένης υπό του Δ.Σ. του Ταμείου. Σελ. 2008,30(α) Τεύχος Η43-Σελ. 112 39.O.κ.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) Διαχειρισταί Υλικού Άρθρ.24.-Οι Διαχειρισταί υλικού καθίστανται υπεύθυνοι δια την συντήρησιν αυτού και λήψιν μέτρων ασφαλείας του υπό διαχείρισιν υλικού των, υποχρεούμενοι εις την περιοδικώς επαλήθευσιν του συμφώνου των υπολοίπων, των εμφανιζομένων εις τα υπ’ αυτού τηρούμενα βιβλία εν σχέσει προς το υπάρχον υλικόν. Η έλλειψις τούτου αυτούσιου, καταλογίζεται εις βάρος του διαχειριστού εις χρήμα με βάσιν την τρέχουσαν τιμήν δια την αντικατάστασιν τούτου και καταβάλλεται αμέσως υπό του υπευθύνου, ανεξαρτήτως της λήψεως ετέρων μέτρων ποινικών ή διοικητικών. Διαγραφή Υλικού Άρθρ.25.-1.Παν είδος υλικού διαγράφεται, προτάσει των διαχειριστών υλικού εις περιπτώσεις εκποιήσεως, αχρηστεύσεως και απώλειας εκ δικαιολογημένης αιτίας. 2.Η καταστροφή υλικού επιτρέπεται, εφ’ όσον το υλικόν κατέστη άχρηστον δια τον σκοπόν δια τον οποίον προορίζεται και δεν δύναται να χρησιμοποιηθή δια τον αυτόν ή έτερον σκοπόν ούτε ως μεταχειρισμένον. 3.Η καταστροφή διενεργείται υπό Επιτροπής, συγκροτουμένης δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Προμήθειαι, Μισθώσεις, Εκμισθώσεις Προμήθειαι άρθρ. 4 του Νόμ. 997/79 υπόχρεοι δια την είσπραξιν των εισφορών των ησφαλισμένων του Ταμείου υποχρεούνται όπως, εντός της νομίμου προθεσμίας, καταθέτουν ταύτας μετά των ιδίων αυτών συνεισφορών εις την δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, ορισθησομένην Τράπεζαν ή Τραπέζας, μετά αναλυτικής κατά μήνα καταστάσεως, περιλαμβανούσης πάντα τα αναγκαία στοιχεία κατά τα δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ειδικώτερον οριζόμενα. 2.Αι κατατιθέμεναι, κατά τ’ ανωτέρω, εισφοραί και συνεισφοραί φέρονται εις πίστωσιν του οικείου κατά Τράπεζαν Λογαριασμού του Ταμείου, αι συνοδευτικαί δε καταστάσεις διαβιβάζονται υπ’ αυτών αμελλητί εις τας Υπηρεσίας του Ταμείου. 3.Καθυστέρησις καταβολης των εισφορών και συνεισφορών ως και μη κατάθεσις των, κατά τ’ ανωτέρω, αναλυτικών καταστάσεων ή ελλιπής συμπλήρωσις τοιούτων, συνεπάγεται την επιβολήν, πλην των νομίμων προσθέτων τελών, και πασών των υπό της κειμένης εκάστοτε περί ΙΚΑ νομοθεσίας προβλεπομένων ετέρων κυρώσεων. 4.Οι εργοδόται υποχρεούνται όπως παρέχουν εις τα εντεταλμένα όργανα του Ταμείου παν στοιχείον, πληροφοριάν ή διευκόλυνσιν σχετικόν προς την εν γένει ασφαλιστικήν σχέσιν των μισθωτών των, άτινα ήθελον κριθή αναγκαία δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των εισφορών και συνεισφορών και γενικώτερον την εκπλήρωσιν του σκοπού του Ταμείου. 5.Άρνησις παροχής των ανωτέρω στοιχείων ή ελλιπής παροχή τοιούτων, συνεπάγεται την επιβολήν των υπό της εκάστοτε περί ΙΚΑ εν γένει νομοθεσίας προβλεπομένων κυρώσεων. 6.Εν περιπτώσει εκδόσεως της υπό της παρ. 4 του Άρθρ.26.-1.Πάσης συμβάσεως του Ταμείου, συνεπαγομένης έσοδον ή δαπάνην του Προΰπολογισμού αυτού προηγείται: α)Απόφασις του Δ.Σ. εγκρίνουσα την πραγματοποίησιν του σχετικού εσόδου ή δαπάνης ή του Προέδρου του Δ.Σ. εάν το αντίστοιχον ποσόν δεν υπερβαίνει το 50πλάσιον του εκάστοτε κατώτατου ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου ή του Δ/ντού του Ταμείου, εάν το αντίστοιχον ποσόν δεν υπερβαίνει το 20πλάσιον του αυτού ημερομισθίου. β)Διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού ή μειοδοτικού διαγωνισμού ο οποίος διενεργείται ενώπιον του Δ.Σ. ή Επιτροπής συγκροτουμένης υπ’ αυτού εκ τριών μελών του, κατά την διαδικασίαν και τους όρους τους προβλεπομένους υπό των διατάξεων του Π.Δ. 715/79 αναλόγως εφαρμοζομένων, εφ’ όσον δεν αντίκειται προς τας διατάξεις του παρόντος. 2.Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού τελεί πάντοτε υπό την έγκρισιν του Δ.Σ. 3.Επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού σύναψις συμβάσεως συνεπαγομένης έσοδον, εφ’ όσον τούτο εκτιμάται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου εις ποσόν μη υπερβαίνον το 50πλάσιον του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου. 4.Ομοίως επιτρέπεται η απ’ ευθείας άνευ δημοσίου διαγωνισμού κατάρτισις συμβάσεων δια προμηθείας και εκτέλεσιν εργασιών, οσάκις: α)Η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει το 50πλάσιον του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Εάν η ολική δαπάνη υπερβαίνει το 50πλάσιον ουχί όμως και το 150πλάσιον του ανωτέρω ημερομισθίου, αντί δημοσίου διαγωνισμού ενεργείται πρόχειρος διαγωνισμός. β)Πρόκειται περί προμηθείας αντικειμένων δια τα οποία υπάρχει αποκλειστικότης εκμεταλλεύσεως ή εισαγωγής. γ)Πρόκειται περί εργασιών, η εκτέλεσις των οποίων απαιτεί ειδικάς ικανότητας, κατεχομένας υπό ενός μόνον φυσικού ή νομικού προσώπου. δ)Πρόκειται περί εργασιών, γινομένων δοκιμαστικώς. ε)Ο δημόσιος διαγωνισμός απέτυχε ή εκρίθη ασύμφορον το αποτέλεσμα αυτού. Εις την περίπτωσιν όμως ταύτη δεν επιτρέπεται οι όροι της απ’ ευθείας καταρτιζομένης συμβάσεως ν’ απομακρυνθούν των όρων του προκηρυχθέντος διαγωνισμού, εκτός αν είναι ευνοΐκώτεροι δια το Ταμείον. στ)Πρόκειται προφανώς, περί κατεπειγουσών περιπτώσεων επαρκώς ητιολογημένων. Πάντως, δια την άνευ διαγωνισμού προμήθειαν εις τας ανωτέρω υπό στοιχ. δ-στ περιπτώσεις απαιτείται, οπωσδήποτε, απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου. 5.Η ποσοτική και ποιοτική παραλαβή διενεργείται εκτός και αν άλλως ορίζεται υπό των κειμένων διατάξεων, υπό του Δ.Σ. ή της οριζομένης υπό τούτου Τριμελούς Επιτροπής, το πρακτικόν της οποίας τελεί πάντοτε υπό την έγκρισιν του Δ.Σ. του Ταμείου. Μισθώσεις Άρθρ.27.-1.Πάσης περί μισθώσεως συμφωνίας του Ταμείου προηγείται η ενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού διενεργουμένου ενώπιον του Δ.Σ. ή επιτροπής συγκροτουμένης υπ’ αυτού εκ 3 μελών του. Η διάρκεια της μισθώσεως δεν δύναται να συνομολογηθή δια χρόνον μακρότερον των 5 ετών. 2.Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού τελεί, πάντοτε, υπό την έγκρισιν του Δ.Σ., το οποίον εάν κρίνει ασύμφορον, τούτο, δύναται ν’ αποφασίση την επανάληψιν του διαγωνισμού. 3.Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται η μίσθωσις άνευ διαγωνισμού, δι’ απευθείας συμφωνίας, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., οσάκις διενεργήθησαν δύο δημόσιοι μειοδοτικοί διαγωνισμοί και απέβησαν άκαρποι ή ασύμφοροι, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται επίσης η μίσθωσις άνευ διαγωνισμού. α)Οσάκις πρόκειται περί μισθίου ανήκοντος εις το Δημόσιον ή Ν.Π.Δ.Δ. ή εις ανεγνωρισμένους εν Ελλάδι Τραπεζιτικούς Οργανισμούς υπό την προΰπόθεσιν ότι το συμφωνούμενον μίσθωμα θα είναι πάντοτε σύμφωνον προς τας κρατούσας εκάστοτε μισθωτικάς συνθηκάς της περιοχής, ένθα κείται προς μίσθωσιν ακίνητον. (Μετά τη σελ.2008,30) Σελ.2008,301 Τεύχος ΣΤ11-Σελ.99 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) 39.O.κ.3 β)Προκειμένου περί επεκτάσεως, της εγκατεστημένης ήδη Υπηρεσίας εις ετέρους χώρους του αυτού ακινήτου ή παρακειμένου ακινήτου του αυτού ή ετέρου ιδιοκτήτου αλλά δια χώρον μικρότερον του μεμισθωμένου και δια χρονικήν διάρκειαν μέχρι λήξεως της κυρίας μισθώσεως. γ)Συνεπεία ασκήσεως υπό του Ταμείου μονομερούς δικαιώματός του, δυνάμει συνομολογηθέντος όρου, προς παράτασιν της μισθώσεως δια το όλον μίσθιον ή τμήμα αυτού και δια χρονικήν διάρκειαν ίσην προς την της αρχικής μισθώσεως, δυναμένην να καλυφθή δια μερικωτέρων παρατάσεων μικροτέρας διαρκείας και δ)Οσάκις κρίνεται παρά του Δ.Σ. του Ταμείου, λόγω του κατεπείγοντος, απαραίτητος η μίσθωσις ακινήτου, αλλά δια χρόνον ουχί μακρότερον του έτους. 4.Επί των μισθώσεων, πάντως, εφαρμόζονται, καθ’ ο μέρος δεν αντίκειται εις τας ως άνω παραγρ. του παρόντος άρθρου αι οικείαι περί μισθώσεων διατάξεις του Π.Δ. 715/79 της αρμοδιότητος των εν αυταίς οριζομένων οργάνων ασκουμένης υπό του Δ.Σ. του Ταμείου ή της υπ’ αυτού συγκροτουμένης επιτροπής. Εκμίσθωσις ακινήτων Άρθρ.28.-1.Πάσαι αι εκμισθώσεις των ακινήτων του Ταμείου διενεργούνται δια δημοσίου πλειδοτικού διαγωνισμού, μετά προηγουμένην συνοπτικήν ανακοίνωσιν δια του τύπου των εκάστοτε υπό εκμίσθωσιν χώρων. 2.Ο διαγωνισμός διενεργείται ενώπιον του Δ.Σ. ή υπό επιτροπής συγκροτουμένης εκ τριών μελών αυτού. 3.Η διάρκεια της εκμισθώσεως το μίσθωμα αι καταβλητέαι εγγυήσεις δια την ακριβή εκτέλεσιν των όρων των σχετικών συμβάσεων, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια, καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. 4.Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, τελεί πάντοτε υπό την έγκρισιν του Δ.Σ., το οποίον, εάν κρίνει ασύμφορον τούτο, δύναται να αποφασίση την επανάληψιν του διαγωνισμού. Εις την περίπτωσιν καθ’ ην ο διαγωνισμός αποβή άγονος και δια δευτέραν φοράν, δύναται το Δ.Σ. να προβαίνη εις την δι’ απευθείας συμφωνίας εκμίσθωσιν. 5.Εις ας περιπτώσεις η εκμίσθωσις διενεργείται δι’ απευθείας συμφωνίας, προτείνονται μεταξύ των ενδιαφερομένων οι προσφέροντες μείζονας εγγυήσεις ακριβούς τηρήσεως των όρων των συναπτομένων συμβάσεων, λαμβανομένων υπόψιν τόσον των εν γένει εγγυήσεων όσον και του σκοπού δι’ ον θέλει χρησιμοποιηθή το μίσθιον, μη παραγνωριζομένου πάντως και του ύψους του προσφερομένου μισθώματος. Σελ.2008,302 Τεύχος ΣΤ11-Σελ.100 6.Δια την εκτίμησιν ως συμφέροντος του μισθώματος του επιτυγχανόμενου είτε εκ διαγωνισμού, είτε εκ των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπ’ όψιν αι κρατούσαι εκάστοτε οικονομικαί και μισθωτικαί συνθήκαι η θέσις και η έκτασις των υπό εκμίσθωσιν χώρων το καταβαλλόμενον μίσθωμα δι’ αυτόν ή άλλον παρόμοιον ή ανάλογον χώρον του αυτού ακινήτου ή ετέρων παραπλησίων ακινήτων ως και παν έτερον άλλον στοιχείον επηρεάζον τυχόν κατά περίπτωσιν την περί τούτου κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 39.O.κ.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Αξιοποίησις Περιουσίας Κατάθεσις Άρθρ.30.-1.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται βάσει των κειμένων διατάξεων, εις την Τράπεζαν της Ελλάδος. Επένδυσις Άρθρ.30.-1.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύνανται τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, να επενδύωνται, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών ως εξής: α)Εις χρηματόγραφα του Κράτους β)Εις χρηματόγραφα Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας, εις μετοχάς των εταιρειών επενδύσεως χαρτοφυλακίου καθώς και εις μερίδια Εταιρειών Αμοιβαίων Κεφαλαίων. 2.Μέρος των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατεθή προς απόκτησιν προσοδοφόρων αστικών ακινήτων.Δια την αγοράν ακινήτων απαιτείται απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δια πλειοψηφίας των 5/7 των μελών αυτού και εγκρινομένη υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 3.Δια την ανοικοδόμησιν υπό του Ταμείου επί ιδιοκτήτων οικοπέδων εις ην περιλαμβάνεται και η κατεδάφισις υπαρχόντων επ’ αυτών παλαιών κτιρίων και κτισμάτων ως και ουσιώδη ανακαίνισιν ή διαρρύθμισιν ιδιοκτήτων ακινήτων αυτού δέον όπως τηρείται η διαδικασία η προβλεπομένη υπό των διατάξεων περί εποπτείας και ελέγχου των υπό των Ν.Π.Δ.Δ. εκτελουμένων κτιριακών έργων εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις περί εκτελέσεως των Δημοσίων Έργων, ως ισχύουν εκάστοτε. Εκποίησις ακινήτων Άρθρ.31.-Το Δ.Σ. του Ταμείου, εν τη διαχειρίσει της περιουσίας τούτου, δύναται δι’ αποφάσεώς του, λαμβανομένης δια της αυτής ως άνω δια την αγοράν ακινήτου πλειοψηφίας, ν’ αποφασίζη την εκποίησιν ακινήτων του Ταμείου ή να παραχωρεί ταύτα προς ανοικοδόμησιν επί αντιπαροχή οριζοντίων ιδιοκτησιών επ’ αυτού του οικοδομήματος δια δημοσίου διαγωνισμού τηρουμένων των κειμένων διατάξεων και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Κοινων. Υπηρεσιών. Ισχύς Άρθρ.32.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. άρθρ. 9 του νόμ. 997/79 προβλεπομένης αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των εισφορών και συνεισφορών του Ταμείου, εφαρμόζονται αι διατάξεις της κειμένης εκάστοτε περί ΙΚΑ νομοθεσίας ως προς τον τρόπον βεβαιώσεως και εισπράξεως των εισφορών του. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Υπολογισμός Συντάξεως Συντάξιμοι αποδοχαί Άρθρ.3.-1.Δια τον υπολογισμόν των απονεμομένων υπό του Ταμείου συντάξεων, ως συντάξιμοι αποδοχαί νοούνται εκείναι, αι οποίαι ελήφθησαν υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν της χορηγηθείσης υπό του ΙΚΑ συντάξεως. «Σε περίπτωση που οι εισφορές υπέρ του ΙΚΑ – ΤΕΑΜ υπολογίζονται επί ασφαλιστέου μισθού διαφορετικού από αυτόν επί του οποίου υπολογίζονται εισφορές για τον Κλάδο κύριας σύνταξης του ΙΚΑ, για τον προσδιορισμό του ποσού της απονεμομένης από τον Κλάδο (ΙΚΑ – ΤΕΑΜ) σύνταξης ως συντάξιμες αποδοχές θεωρούνται εκείνες επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές υπέρ του Κλάδου αυτού και με βάση τις αποδοχές αυτές κατατάσσεται ο ασφαλισμένος σε μία από τις ασφαλιστικές κλάσεις του άρθρ. 37 του Α.Ν. 1846/1951, κατά τα οριζόμενα από το άρθρ. 3 του Νόμ. 825/ Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) 39.O.κ.3 (Αντί για τη σελ. 2008,27(α) Σελ. 2008,27(β) Τεύχος Ι-22 Σελ. 135 1978». Το μέσα « » εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 277/27 Ιουλ.-6 Αυγ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 141). 2.Προκειμένου περί ησφαλισμένων, υπαγομένων δια τον κλάδον συντάξεως εις έτερον, πλην του ΙΚΑ, οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως, δια τον προσδιορισμόν των συνταξίμων αποδοχών εφαρμόζονται αναλόγως αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ. «3.α)Σε περίπτωση που η θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της έναρξης καταβολής τη κύριας σύνταξης, λαμβάνεται υπόψη η ασφαλιστική κλάση απονομής της κύριας σύνταξης του ΙΚΑ με την τιμή (τεκμαρτό ημερομίσθιο) που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση από το ΙΚΑ – ΤΕΑΜ. β)Εάν η κύρια σύνταξη απονεμήθηκε από άλλο εκτός του ΙΚΑ φορέα κύριας ασφάλισης η ασφαλιστική κλάση προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. γ)Για τον προσδιορισμό της ασφαλιστικής κλάσης σε περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος δεν δικαιώθηκε σύνταξης από τον κύριο φορέα εφαρμόζονται οι διατάξεις της Νομοθεσίας του ΙΚΑ, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 306/27-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 113). Συντάξεις λόγω αναπηρίας ή γήρατος Άρθρ.4.-«1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης λόγω γηρατειών ή αναπηρίας που απονέμει ο Τομέας, αποτελείται: α)Από βασικό ποσό ίσο προς 9% του 25πλάσιου του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. β)Από προσαύξηση του ποσού του προηγουμένου εδαφίου, λόγω ασφαλιστικής κλάσης, η οποία καθορίζεται σε ποσοστό 12%, για κάθε κλάση, πάνω από την πρώτη που ορίζεται από το άρθρ. 37 του Α.Ν. 1846/51, όπως αυτό κάθε φορά ισχύει και μέχρι την ασφαλιστική κλάση στην οποία κατατάσσεται ο ασφαλισμένος κατά το προηγούμενο άρθρο. γ)Από προσαύξηση του ποσού που προκύπτει από τα εδάφ. α΄ και β΄, λόγω χρόνου ασφάλισης η οποία καθορίζεται σε ποσοστό 4% για κάθε 300 συμπληρωμένες ημέρες ασφάλισης πάνω από τις 1500 και μέχρι τις 7500 και σε ποσοστό 3% για κάθε 300 συμπληρωμένες ημέρες ασφάλισης πάνω από τις 7500. Σελ. 2008,28(β) Τεύχος Ι-22 Σελ. 136 2.Το τελικό ποσό της απονεμητέας σύνταξης που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρ. 5, 6,7 και 8 στρογγυλοποιείται σε ακέραιες δεκάδες δρχ. του ποσού μέχρι μεν 5 δραχμών παραλειπόμενου, του δε ανώτερου των 5 λογιζόμενου σε ακέραιες δεκάδες δραχμών». Το άρθρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 499/10-14 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 177), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 217/31 Δεκ. 1984. 39.O.κ.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΤΕΑΜ) Σύνταξις αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος Άρθρ.5.-Το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας, επελθούσης συνεπεία εργατικού ατυχήματος, δεν δύναται να είναι κατώτερον εκείνου, το οποίον θα εδικαιούτο ο ασφαλισμένος, συμφώνως προς τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, μετά χρόνον ασφαλίσεως 6.000 ημερών και επί τεκμαρτού ημερομισθίου της VIII (8ης) ασφαλιστικής Κλάσεως μέχρι την 31.12.1980, της ΙΧ (9ης) τοιαύτης από 1.1.1981 και της Χ (10ης) από 1.1.1984 και εφεξής. Σύνταξις επιζώντων μελών οικογενείας Άρθρ.6.-1.Το ποσόν της συντάξεως των κατά την διάταξιν της παρ. 3 του άρθρ. 5 του Νόμ. 997/79, αναγνωριζομένων μελών οικογενείας, των δικαιουμένων οπωσδήποτε συντάξεως εκ του ΙΚΑ ή ετέρου οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, ορίζεται εις ποσοστόν της συντάξεως του θανόντος συνταξιούχου ή της συντάξεως την οποίαν θα ελάμβανε ο θανών ησφαλισμένος, εάν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος. 2.Το ποσοστόν συντάξεως εκάστου μέλους ισούται προς το υπό του ΙΚΑ ή του ετέρου Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως οριζόμενον τοιούτο. «3.α)Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου Επικουρικού Ταμείου που συγχωνεύθηκε στο ΙΚΑ – ΤΕΑΜ και που δεν είχε δικαίωμα σε σύνταξη από φορέα κύριας ασφάλισης δικαιούνται σύνταξης τα μέλη οικογενείας του τα αναγνωριζόμενα από τη νομοθεσία του συγχωνευθέντος Ταμείου, ανεξάρτητα από τυχόν θεμελίωση δικαιώματος των μελών αυτών σε σύνταξη από φορέα κύριας σύνταξης. β)Το ποσοστό σύνταξης κάθε μέλους της οικογένειας του θανόντος είναι ίσο με το ποσοστό που προβλέπεται από τη νομοθεσία του συγχωνευθέντος Ταμείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των περί κατωτάτων ορίων συντάξεων του ΙΚΑ–ΤΕΑΜ, διατάξεων». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 306/27-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 113). Κατώτατον όριον συντάξεων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.