📄 Κείμενο νόμου
3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 248 της 31 Μαρτ./18 Απρ. 1962 (ΦΕΚ Α΄ 63) Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των από 28.1.1952 (ΦΕΚ 40/23.2.1952) και 18.2.1959 (ΦΕΚ 44/7.3.59) Β.Δ/των «περί κυρώσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού του Ταμείου Νομικών». ΄Εχοντες υπ’ όψει τα άρθρ. 6 και 7 του υπ’ αριθ. 1713/51 Νόμου «περί ιδρύσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού του Ταμείου Συντάξεων Νομικών», την κατά τας υπ’ αριθ. 68/16.12.1960, 69/21.1.1961 και 73/31.3.1961 συνεδριάσεις, γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού του Ταμείου Νομικών, την κατά την υπ’ αριθ. 1462/23.2.1961 συνεδρίασιν, γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών και την υπ’ αριθ. 147/7.3.1962 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Κυρούμεν τας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως προσωπικού του Ταμείου Νομικών γενομένας τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του Καταστατικού αυτού (Β.Δ. 28.1.1852 ΦΕΚ 40/1952 και 18.2.1959 ΦΕΚ 44/1959), όπερ μετά τας τροποποιήσεις και συμπληρώσεις ταύτας έχει ούτω: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ταμείου Νομικών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι ΄Εδρα-Σκοπός-Διοίκησις ΄Αρθρ.1.-Το δυνάμει του Νόμ. 1713/1951 συσταθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού του Ταμείου Συντάξεων Νομικών (αποκαλούμενον εφεξής Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ταμείου Νομικών, κατόπιν της δυνάμει του Ν.Δ. 4114/1960 μετονομασίας του Ταμείου Συντάξεων Νομικών εις Ταμείον Νομικών), εν τω παρόντι δε χάριν συντομίας «Επικουρικόν Ταμείον» εδρεύει, εποπτεύεται και σκοπόν έχει τα εν άρθρ. 13 του άνω Νόμου σχετικώς οριζόμενα, διοικείται δε ως εν άρθρ. 2 του παρόντος ορίζεται. 39.Γ.ε.2-3 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών Η επικουρική ασφάλισις του Επικουρικού Ταμείου περιλαμβάνει την χορήγησιν εφ’ άπαξ χρηματικής παροχής, ως και περιοδικής τοιαύτης εις τους ησφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας αυτών. άρθρου. Αι εις βάρος των αποδοχών των ησφαλισμένων προβλεπόμεναι κρατήσεις των εδαφ. α΄ ,β΄ και δ΄ του άρθρ. 5 του άνω Νόμ. 1713/1951 ενεργούνται υπό του Ταμείου Νομικών, όπερ οφείλει ν’ αποδώση ταύτας εις το Επικουρικόν Ταμείον άμα τη εισπράξει των. Σελ. 162(β) 201-006 Ο υπό του εδαφ. γ΄ του αυτού ως άνω άρθρου και Νόμου προβλεπόμενος πόρος αποδίδεται υπό του Ταμείου Νομικών κατά μήνα και εκκαθαρίζεται εις το τέλος εκάστης ετησίας χρήσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Ησφαλισμένα πρόσωπα ΄Αρθρ.10.-Εις το Επικουρικόν Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς άπαντες οι κατά την 1 Μαΐου 1951, ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του ιδρυτικού Νόμ. 1713/1951, υπηρετούντες ως μόνιμοι υπάλληλοι και υπηρέται εν γένει του Ταμείου Νομικών ως και οι έκτοτε προσλαμβανόμενοι εις την υπηρεσίαν αυτού εξαιρουμένων των επί συμβάσει. Η συμφώνως προς την ανωτέρω παράγραφον του παρόντος άρθρου ασφάλισις του υπηρετούντος ή εφεξής προσλαμβανομένου μονίμου προσωπικού του Ταμείου Νομικών λογίζεται από του διορισμού του, βάσει επισήμου πίνακος περιέχοντος πάντα τα προς τούτο αναγκαία στοιχεία. Τον πίνακα τούτον υποχρεούται να αποστέλη προς το Επικουρικόν Ταμείον, το Ταμείον Νομικών άμα τη προσλήψει εκάστου υπαλλήλου ή υπηρέτου. Ομοίως υποχρεούται εγκαίρως να γνωστοποιή εκάστοτε εις το Επικουρικόν Ταμείον τας επερχομένας μεταβολάς των ησφαλισμένων. ΄Εκαστος ησφαλισμένος λαμβάνει έγγραφον περί της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν, ανακοίνωσιν περιέχουσαν τον χρόνον ενάρξεως της ασφαλίσεώς του, ως και πάντα τα λοιπά ουσιώδη στοιχεία ταύτης. ΄Αρθρ.11.-Παρά τω Επικουρικώ Ταμείω τηρείται γενικόν Μητρώον των ατομικών φακέλλων και απογραφικών στοιχείων των ησφαλισμένων. Πας ησφαλισμένος οφείλει να υποβάλη εις τούτο ληξιαρχικήν πράξιν γεννήσεως ή ελλείψει τοιαύτης πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την ηλικίαν του. Εάν είναι έγγαμος ή προστάτης μελών της οικογενείας του, δέον να υποβάλη πιστοποιητικόν της αρμοδίας αρχής, εμφαίνον την χρονολογίαν τελέσεως, του γάμου του, ως και την ηλικίαν τούτων. Τέλος οφείλει ν’ αναγγέλη πάσαν μεταγενεστέραν μεταβολήν της οικογενειακής του καταστάσεως προερχομένην εκ γάμου, γεννήσεως, διαζυγίου ή θανάτου, υποβάλη δε και τα σχετικά πιστοποιητικά. 39.Γ.ε.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών Η ύπαρξις των ανωτέρω στοιχείων παρά τω Ταμείω Νομικών απαλλάσσει τον ησφαλισμένον της υποβολής των ως άνω στοιχείων, εφ’ όσον ούτος ήθελε προσκομίσει αντίγραφα των παρά τω Ταμείω Νομικών κατατεθειμένων στοιχείων δεόντως επικυρωμένα παρά τούτου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ησφαλισμένος δεν υποβάλλει εις το Επικουρικόν Ταμείον τα απαραίτητα στοιχεία δια τον καταρτισμόν του ατομικού του φακέλλου, το Επικουρικόν Ταμείον μεριμνά αυτεπαγγέλτως δια την συγκέντρωσιν τούτων, του ησφαλισμένου υποχρεουμένου εις την καταβολήν της προς τούτο απαιτουμένης γενικής δαπάνης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IV Ασφαλιστικαί Παροχαί Α΄ Περιοδικαί Παροχαί ΄Αρθρ.12.-«1.α.Ο ησφαλισμένος δικαιούται επικουρικής συντάξεως μετά την συμπλήρωσιν παρά τω Ταμείω των αυτών τουλάχιστον προϋποθέσεων αίτινες εκάστοτε απαιτούνται προς θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως εκ του φορέως κυρίας Ασφαλίσεως. β.Δια την συμπλήρωσιν των χρονικών προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως υπολογίζεται και ο δυνάμει του Ν.Δ. 4202/1961 αναγνωριζόμενος χρόνος ασφαλίσεως». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 34 Νόμ. 730/1977 (ανωτ. σελ. 100,02). 2.Επίσης δικαίωμα εις επικουρικήν σύνταξιν έχουσι τα μέλη της οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου, εφ’ όσον ο θάνατος αυτού επήλθε μετά συμπλήρωσιν 10ετούς χρόνου ασφαλίσεως. 3.΄Οπου ανωτέρω αναφέρεται ο όρος «ησφαλισμένος» νοείται και η ησφαλισμένη, μόνον δε όπου, παρίσταται ανάγκη ειδικής τούτων διακρίσεως γίνεται αύτη ρητώς. 4.Ως μέλη οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενα εις σύνταξιν θεωρούνται: α)Η χήρα σύζυγος, τα άγαμα ανήλικα άρρενα τέκνα και τα άγαμα θήλεα τοιαύτα, νόμιμα, νομιμοποιηθέντα ή εκουσίως, ή δικαστικώς αναγνωρισθέντα. Το δικαίωμα της συντάξεως ταύτης γεννάται υπέρ της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου μόνον εάν ο γάμος τούτου ετελέσθη έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του, εκτός εάν εκ του γάμου εγεννήθη ζων τέκνον, ή εγεννήθη τοιούτον προ του γάμου των γονέων και ενομιμοποιήθη, οπότε η οικογένεια κτάται δικαίωμα συντάξεως ασχέτως του χρόνου της τελέσεως του γάμου. β)Ο άπορος πατήρ εάν κατά την ημέραν του θανάτου του υιού του έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του άλλως από της συμπληρώσεως του 60ού έτους της ηλικίας του ή ασχέτως ηλικίας εάν είναι ανίκανος, προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, η άπορος χήρα μήτηρ, οι άποροι ανήλικοι και άγαμοι αδελφοί ως και αι άποροι άγαμοι αδελφαί. 5.Η χήρα δικαιούται συντάξεως, εφ’ όσον δεν έχει διαζευχθή μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως. 6.Περί της υπάρξεως ή μη της απορίας, όπου απαιτείται τοιαύτη, αποφαίνεται το Διοικητικόν Συμβούλιον του Επικουρικού Ταμείου, δυνάμενον ν’ αρκεσθή εις την υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών περί ταύτης κρίσιν. ΄Αρθρ.13.-Η ένεκα νόσου ανικανότητος (σωματική, πνευματική, ψυχική), προς εργασίαν θεωρείται κριθείσα εφ’ όσον απενεμήθη δια την αιτίαν ταύτην σύνταξις υπό του Ταμείου Νομικών. ΄Αρθρ.14.-Το ποσόν της Επικουρικής Συντάξεως του ησφαλισμένου συνίσταται εκ βασικού ποσού και προσαυξήσεως κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Το βασικόν ποσόν της Επικουρικής συντάξεως ορίζεται εις 30% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του βαθμού, ον έφερε κατά τον τελευταίον προ της εξόδου μήνα ο ησφαλισμένος. Η προσαύξησις ορίζεται εις 1% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του βαθμού ον έφερε κατά τον τελευταίον προ της εξόδου του μήνα ο ησφαλισμένος δι’ έκαστον συντάξιμον έτος. Το πλέον των έξ μηνών χρονικόν διάστημα κατά την συγκεφαλαίωσιν των συνταξίμων ετών λογίζεται ως πλήρες έτος, δια τον υπολογισμόν των εν γένει παροχών. Το σύνολον της ούτω παρεχομένης συντάξεως (βασικής και προσαυξήσεως) δεν δύναται να υπερβή το 60% του εκάστοτε βασικού μισθού του βαθμού ον έφερεν ο ησφαλισμένος κατά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας. Εάν δεν συνεπληρώθη έτος εις τον βαθμόν ον έφερεν ο ησφαλισμένος κατά την έξοδόν του εκ της ασφαλίσεως καταβάλλει δια παρακρατήσεως εκ της συντάξεώς του την διαφοράν εισφοράς του νέου βαθμού εξόδου του επί του βασικού μισθού του, επί το χρονικόν διάστημα, όπερ απαιτείται προς συμπλήρωσιν του έτους. «Οι συντάξεις, που χορηγούνται από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών, δεν μπορούν, σε καμιά περίπτωση, να είναι μεγαλύτερες από το ποσό της σύνταξης που αντιστοιχεί σε υπάλληλο με 2ο βαθμό και 30 χρόνια ασφάλισης, προσαυξημένης κατά 5% επί της επί πλέον διαφοράς μεταξύ της σύνταξης υπαλλήλου με 2ο βαθμό και 30 χρόνια ασφάλισης και της σύνταξης την οποία δικαιούται ο υπάλληλος. Συντάξεις μεγαλύτερες του παραπάνω ορίου που χορηγήθηκαν μέχρι την ισχύ του παρόντος Δ/τος, εξακολουθούν να καταβάλλονται της επί πλέον διαφοράς, συμψηφιζομένης με κάθε (Αντί για τη σελ. 163(γ) Σελ. 163(δ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 55 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών 39.Γ.ε.3 μελλοντική αύξηση». Οι μέσα στα « » τελευταίες διατάξεις του άνω άρθρου προστέθηκαν από το άρθρ. Ι Π.Δ. 197/5-21 Μαΐου 1984 (ΦΕΚ Α΄ 68). ΄Αρθρ.15.-Η εις την χήραν χορηγουμένη σύνταξις ισούται προς τα 50% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. Εις την χήραν μεθ’ ενός τέκνου παρέχεται σύνταξις ίση προς τα 75% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. Εις την χήραν μετά πλειόνων τέκνων χορηγείται ολόκληρος η σύνταξις ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. Εκ της συντάξεως ταύτης το ήμισυ ανήκει εις την σύζυγον, το έτερον δε ήμισυ εις τα τέκνα κατ’ ισομοιρίαν. Μη υπαρχούσης χήρας συζύγου ή θανούσης ή απωλεσάσης το εις σύνταξιν δικαίωμα, εάν μεν κατά τον χρόνον τινός εκ των γεγονότων τούτων υπάρχη έν τέκνον η σύνταξις συνίσταται εις το 50% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος, εάν δε υπάρχουσι πλείονα του ενός τέκνου προστίθενται ανά 25% μέχρις ολοκληρώσεως της συντάξεως. Εξαιρετικώς η εις τα ανίκανα τέκνα, θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ανήκουσα σύνταξις ορίζεται εις τα 100% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος γονεύς ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο ησφαλισμένος υπό τον περιορισμόν ότι η σύνταξις των τέκνων, εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων του ενός, δεν δύναται να υπερβή την ανήκουσαν τω ησφαλισμένω ή συνταξιούχω. Η συνδρομή της ανικανότητος τούτων κρίνεται κατά τα εν άρθρ. 13 του παρόντος οριζόμενα. Εις τον γονέα ή άγαμον ανήλικον και ορφανόν πατρός αδελφόν ή άγαμον ορφανήν πατρός αδελφήν, χορηγούνται τα 50% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος. Εκλιπόντος τινός των τέκων ή ενηλικιουμένους τινός εκ τούτων ή ερχομένου εις γάμον η σύνταξις των λοιπών περιορίζεται αναλόγως κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Εις πάσαν περίπτωσιν μεταβολής του αριθμού των δικαιουμένων προσώπων ενεργείται αναπροσαρμογή της συντάξεως των λοιπών δικαιουμένων προσώπων εντός των καθοριζομένων ποσοστών συντάξεως ενός εκάστου. Η εις έκαστον δικαιούχον απονεμηθείσα σύνταξις εάν μεταγενεστέρως παύση οπωσδήποτε να χορηγήται αυτοίς δεν μεταβιβάζεται εις πρόσωπα ετέρας κατηγορίας. Σελ. 164(δ) Τεύχος Ζ22-Σελ. 56 ΄Αρθρ.16.-Στερούνται του δικαιώματος συντάξεως: α)Η χήρα ή μήτηρ ερχομένη εκ νέου εις γάμον. β)Τα ενήλικα τέκνα άρρενα του θανόντος ησφαλισμένου και οι άρρενες αδελφοί άμα τη ενηλικιώσει των ή και προ αυτής άμα τη τελέσει του γάμου των. γ)Τα θήλεα τέκνα ή αι αδελφαί του θανόντος ησφαλισμένου άμα τη τελέσει του γάμου των. δ)Εξαιρετικώς η σύνταξις των αρρένων αγάμων τέκνων και αδελφών θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου συνεχίζεται εις περίπτωσιν ανικανότητος αυτών προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος της τοιαύτης ανικανότητος υφισταμένης κατά τον χρόνον της ενηλικιώσεως και εφ’ όσον εβεβαιώθη αύτη υπό του Ταμείου Νομικών. Διακόπτεται η παροχή συντάξεως εις συνταξιούχον προσλαμβανόμενον εκ νέου εις την υπηρεσίαν του Ταμείου Νομικών. Ο επαναπροσλαμβανόμενος υποχρεούται εις την επιστροφήν των συντάξεων δι’ όσον χρόνον εκτός υπηρεσίας ήθελε καταβληθή εις αυτόν μισθός, παρά του Ταμείου Νομικών. Η επιστροφή των συντάξεων ενεργείται δι’ αναλόγου κρατήσεως εκ των καταβαλλομένων μισθών. ΄Αρθρ.2.-1.Το Επικουρικόν Ταμείον διοικείται υπό 7μελούς Συμβουλίου απαρτιζομένου:α)Εκ του Γενικού Διευθυντού του Υπουργείου Δικαιοσύνης του μετέχοντος ως Συμβούλου παρά τω Διοικητικώ Συμβουλίω του Τ.Ν., ως Προέδρου, ή τούτου κωλυωμένου, του νομίμου αναπληρωτού του παρά τω αυτώ Δ.Σ. του Τ.Ν., β)εκ τεσσάρων ησφαλισμένων του Επικουρικού Ταμείου μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών εκλεγομένων δια καθολικής μυστικής ψηφοφορίας των ησφαλισμένων, διενεργουμένην 15 ημέρας τουλάχιστον προς της λήξεως της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου και εκ δύο συνταξιούχων, μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών του αυτού Ταμείου, υποδεικνυομένων υπό του Συλλόγου Συνταξιούχων Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ταμείου Νομικών ή μη υφισταμένου τοιούτου οριζομένων υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης. Εκ των ησφαλισμένων δύο δέον να έχωσι βαθμόν Διευθυντού ή Τμηματάρχου, οι έτεροι δε δύο τον βαθμόν του Εισηγητού ή Γραμματέως. Οι συνταξιούχοι δέον να έχωσιν αποχωρήσει επί βαθμώ Διευθυντού ή Τμηματάρχου. 2.Ο Αντιπρόεδρος εκλέγεται εντός των τριών πρώτων Συνεδριάσεων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου δια μυστικής ψηφοφορίας εκ των τεσσάρων ησφαλισμένων μελών αυτού. ΄Αρθρ.17.-1.Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησαφαλισμένου συνίσταται α)εκ του χρόνου ασφαλισεως προς ον εξομοιούται και η προ της ενάρξεως της ασφαλίσεως πραγματική υπηρεσία, παρά τω Ταμείω Νομικών και β)εκ προϋπηρεσίας παρασχεθείσης προ της προσλήψεως εις το Ταμείον Νομικών. 2.Ως πραγματική υπηρεσία παρά τω Ταμείω Νομικών λογίζεται ο από της προσλήψεως εις θέσιν μονίμου υπαλλήλου ή υπηρέτου χρόνος συνιπολογιζομένου του χρόνου ασθενείας, κανονικής ή αναρρωτικής αδείας, ως και του χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας του ως κληρωτού ή εφέδρου εφ’ όσον διηνύθη εν υπηρεσία. 39.Γ.ε.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών 3.Ως προϋπηρεσία λογίζεται α)δια τους ευρεθέντας ησφαλισμένους κατά την ισχύν του παρόντος η μέχρι 10 ετών προϋπηρεσία, υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εκ των αναγραφομένων εν τη παρ. 1 του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 4114/60 «περί Ταμείου Νομικών» ως και προγενεστέρα υπηρεσία λογιστικής οικονομικής και διαχειριστικής εν γένει φύσεως παρά τω Δημοσίω Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου, ανεγνωρισμένη εν Ελλάδι Τραπέζη ή άλλη Ανωνύμω Εταρεία ή παρ’ επισήμω χρηματιστή υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα ως και εν τω Στρατώ, τω Ναυτικώ, τη Αεροπορία, τη Χωροφυλακή και τη Αστυνομία Πόλεων τοιαύτη, ασχέτως της αναγνωρίσεως ή μη των προϋπηρεσιών τούτων παρά του Ταμείου Νομικών και β)δια τους, μετά την ισχύν του παρόντος, καθισταμένους ησφαλισμένους η μέχρι πέντε ετών υπηρεσία υπό τινα των εν τω προηγουμένω εδαφίω ιδιοτήτων. 4.Το δικαίωμα της αναγνωρίσεως και εξαγοράς της προϋπηρεσίας, περί ης η προηγουμένη παρ. 3 ο ησφαλισμένος ή η οικογένεια αυτού δύναται ν’ ασκήση καθ’ όλην την διάρκειαν της ασφαλίσεώς του ή κατά την εκ της ασφαλίσεως έξοδον. 5.Οι κατά την ισχύν του παρόντος ησφαλισμένοι και ουδέν καταβαλόντες δι’ εξαγοράν της εν παρ. 3 του παρόντος δυναμένης ν’ αναγνωρισθή προϋπηρεσίας των, δικαιούνται όπως εξαγοράσωσιν ολόκληρον ή μέρος ταύτης, εάν καταβάλωσιν εντός διετίας από της ισχύος του παρόντος τας αναλογούσας εις την αιτουμένην προϋπηρεσίαν εισφοράς, αίτινες ορίζονται δι’ έκαστον μήνα εις 10% επί του κατά τον χρόνον της καταβολής ισχύοντος βασικού μισθού του βαθμού ον εκέκτητο ο ησφαλισμένος κατά την έναρξιν της ασφαλίσεώς του, ατόκως μεν εάν καταβληθώσιν εντός της άνω διετίας, εντόκως δε προς 5% ετησίως από της παρελεύσεως ταύτης. Κατά τον αυτόν τρόπον δικαιούνται να εξαγοράσωσιν την προϋπηρεσίαν των οι καθιστάμενοι ησφαλισμένοι μετά την ισχύν του παρόντος ατόκως μεν εάν καταβάλλωσι τας αναλογούσας εισφοράς εντός διετίας από της ενάρξεως της ασφαλίσεώς των, εντόκως δε προς 5% ετησίως από της παρελεύσεως ταύτης. 6.Η αναγνώρισις προϋπηρεσίας ενεργείται επί τη βάσει σχετικής αιτήσεως του ησφαλισμένου μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών, αρκούσης, εν προκειμένω και της υποβολής επισήμων αντιγράφων εκ των παρά τω Ταμείω Νομικών κατατιθεμένων τοιούτων. 7.Εάν κατά την απονομήν συντάξεως εις τον ησφαλισμένον ή την οικογένειαν αυτού συνυπολογισθή η εν παρ. 3 του παρόντος αναγνωριζομένη προϋπηρεσία εν όλω ή εν μέρει τότε υποχρεούται να καταβάλη δια συμψηφισμού εκ της χορηγουμένης εφ’ άπαξ παροχής, τας αναλογούσας εις την συνυπολογιζομένην προϋπηρεσίαν εισφοράς ως αύται ορίζονται εν τη παρ. 5 του παρόντος. Β΄ Εφ’ άπαξ παροχαί ΄Αρθρ.18.-Η εφ’ άπαξ παροχή συνίσταται εκ τόσων βασικών μηνιαίων μισθών, του ησφαλισμένου, όσα είναι τα έτη της συνταξίμου υπηρεσίας αυτού, μη δυναμένης πάντως ταύτης να υπερβή τους τριάκοντα μηνιαίους βασικούς μισθούς του. Προς υπολογισμόν της εφ’ άπαξ παροχής λαμβάνεται υπ’ όψει ο βασικός μισθός του ησφαλισμένου κατά τον τελευταίον προ της εξόδου του μήνα. Η εφ’ άπαξ παροχή χορηγείται ολόκληρος εις τον δικαιωθέντα συντάξεως ησφαλισμένον εν περιπτώσει δε θανάτου τούτου ομοίως ολόκληρος εις τα δικαιωθέντα συντάξεως μέλη της οικογενείας του. Η εφ’ άπαξ παροχή καταβάλλεται άμα τη εγκρίσει του επί της συντάξεως δικαιώματος, εξ αυτής δε παρακρατείται πάσα τυχόν απαιτητή και ληξιπρόθεσμος οφειλή του ησφαλισμένου ως και η λόγω αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας του τοιαύτη. Εν περιπτώσει διακοπής της συντάξεως λόγω επαναπροσλήψεως του συνταξιούχου παρά τω Ταμείω Νομικών η εφ’ άπαξ παροχή δεν επιστρέφεται, η εκ νέου δε συνταξιοδότησις εξ οιασδήποτε αιτίας δημιουργεί νέον επί της τοιαύτης παροχής δικαίωμα του συνταξιούχου, συνιστώμενον εις την απόληψιν συμπληρωματικής εφ’ άπαξ παροχής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V Γενικαί διατάξεις περί των Συντάξεων ΄Αρθρ.19.-Ο εις σύνταξιν δικαιούμενος, οφείλει να υποβάλη εις το Επικουρικόν Ταμείον αίτησιν αναγράφουσαν τα στοιχεία εφ’ ων βασίζει το προς παροχήν συντάξεως δικαίωμά του και συνοδευομένην υπό των οικείων δικαιολογητικών. Ο εις σύνταξιν δικαιούμενος συνταξιοδοτείται αφ’ ης ημέρας παύση η καταβολή αυτώ, παρά του Ταμείου Νομικών, απαδοχών ενεργείας. Οι δικαιούχοι συντάξεως λόγω θανάτου του ησφαλισμένου, λαμβάνουν την εις αυτούς ανήκουσαν σύνταξιν, αφ’ ης παύσωσιν αι αποδοχαί ενεργείας του θανόντος, του δε συνταξιούχου από της επιούσης του θανάτου του. Αι συντάξεις είναι καταβλητέαι την πρώτην εκάστου μηνός, η καταβολή δε τούτων γίνεται προς τους δικαιούχους ή τους αντιπροσώπους αυτών δια νομίμου πληρεξουσίου και επί τη βάσει των ατομικών φυλλαδίων, κατά τα ειδικώτερον υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εκάστοτε οριζόμενα και επί τη βεβαιώσει ανά εξάμηνον της αρμοδίας αρχής ότι ο δικαιούχος ευρίσκεται εν ζωή και ότι δεν επήλθεν ουδεμία μεταβολή εκ των συνεπαγομένων την διακοπήν της συντάξεως ή την μείωσιν ταύτης. (Αντί της σελ. 165(α) Σελ. 165(β) Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών 39.Γ.ε.3 Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί χορηγήσεως συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχής δέον να εκδίδωνται το βραδύτερον εντός διμήνου από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως μετά των πλήρων σχετικών πιστοποιητικών. ΄Αρθρ.20.-Τα υπό των δικαιοδόχων εις τας διαφόρους περιπτώσεις υποβλητέα εις το Επικουρικόν Ταμείον πιστοποιητικά, εκδιδόμενα υπό των αρμοδίων αρχών συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις ως αύται εκάστοτε ισχύουν προς αναγνώρισιν των δικαιωμάτων αυτών δια την λήψιν συντάξεων ή εφ’ άπαξ παροχής, ορίζονται εν λεπτομερεία παρά του Διοικητικού Συμβουλίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI Επένδυσις κεφαλαίων του Ταμείου ΄Αρθρ.21.-Τα κεφάλαια του Επικουρικού Ταμείου διατίθενται τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. 1.Εις καταθέσεις επί τόκω παρά τινι των εν Αθήναις εδρευουσών Ελληνικών Τραπεζών. 2.Εις αγοράν ομολογιών Εθν. Δανείων, εις αγοράν ομολογιών ή μετοχών της Τραπέζης της Ελλάδος, της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης Ελλάδος και της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος. 3.Εις ενυπόθηκα δάνεια στεγάσεως προς τους ησφαλισμένους του και συνταξιούχους του επί τόκω ουχί ελάσσονι του 6% επί πρώτη υποθήκη πλήρους κυριότητος αστικών ακινήτων κειμένων εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων περιφερείας Αθηνών και Πειραιώς, ως και των αστικών συνοικισμών και προαστείων τούτων. 4.Εις ενυπόθηκα δάνεια προς τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους του επί τόκω ουχί ελάσσονι του 6% επί πρώτη υποθήκη πλήρους κυριότητος αστικών ακινήτων κειμένων εντός εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων περιφερείας Αθηνών και Πειραιώς ως και των αστικών συνοικισμών και προαστείων τούτων. 5.Εις αγοράν αστικών κεντρικών ακινήτων κειμένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου των πόλεων των Αθηνών και Πειραιώς. Δια την αγοράν ακινήτων ή χορήγησιν ενυποθήκων δανείων απαιτούνται: α)Απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένη δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού και β)Εκτίμησις του ακινήτου ενεργουμένη παρ’ ειδικών εκτιμητών οριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Επικουρικού Ταμείου, συμπαρισταμένου και ενός τουλάχιστον μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, οριζομένου υπό τούτου. Η αμοιβή των εκτιμητών ορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου βαρύνει δε εις τας περιπτώσεις ενυποθήκων δανείων τον δανειζόμενον. Σελ. 166(β) 201-010 Το ποσόν των προς τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους ενυποθήκων δανείων πλην των της στεγάσεως τοιούτων δεν δύναται να υπερβαίνη τα 2/3 της πραγματικής αξίας του ακινήτου, της καθοριζομένης υπό των ανωτέρω εκτιμητών. ΄Απασαι αι λοιπαί λεπτομέρειαι της τοποθετήσεως των κεφαλαίων του Επικουρικού Ταμείου καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Επιτρέπεται εις το Επικουρικόν Ταμείον, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του, λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού, να δανείζηται παρά φυσικών ή νομικών προσώπων, επί υποθήκη των ακινήτων του ή επί ενεχύρω των χρεωγράφων του. 39.Γ.ε.3 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII ΄Ελεγχος-Λογιστικόν Σύστημα ΄Αρθρ.22.-Μετά την λήξιν εκάστης οικονομικής χρήσεως ενεργείται έλεγχος της διαχειρίσεως του Επικουρικού Ταμείου υπό Τριμελούς Επιτροπής απαρτιζομένης εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και εκ δύο ησφαλισμένων του Επικουρικού Ταμείου. Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Η Εξελεγκτική Επιτροπή ενεργεί τον έλεγχον εντός των γραφείων του Επικουρικού Ταμείου και υποβάλλει την σχετικήν έκθεσίν της εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης, αντίγραφα δε ταύτης εις την διοίκησιν του Επικουρικού Ταμείου και του Ταμείου Νομικών. Η λογιστική υπηρεσία του Επικουρικού Ταμείου και η κατάρτισις του ετησίου ισολογισμού αυτού ενεργείται κατά τας διατάξεις του Δ/τος της 27 Φεβρ. 1933 «περί της λογιστικής λειτουργίας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και του τρόπου της συντάξεως των ισολογισμών αυτών». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII Διαχείρισις ΄Αρθρ.23.-Πάσα ανάληψις χρημάτων ή τίτλων παραστατικών αξιών, πάσα μετατροπή αυτών, ως και πάσα δαπάνη ενεργούνται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Επικουρικού Ταμείου. Επιταγαί, αποδείξεις ή άλλα έγγραφα, δι’ ων ενεργείται κατ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου είσπραξις ή ανάληψις χρημάτων ή τίτλων, υπογράφονται παρά του Προέδρου ή του νομίμου αναπληρωτού του και ενός εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένου υπ’ αυτού. KEΦΑΛΑΙΟΝ ΙΧ ΄Εναρξις καταβολής παροχών ΄Αρθρ.24.-Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δύναται να καθορίζηται, αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του Επικουρικού Ταμείου, η εφ’ άπαξ παροχή και εις ποσοστόν κατώτερον του υπό του άρθρ. 18 οριζομένου, ουχί όμως μικροτέρου του 60% αυτού. ΄Αρθρ.25.-Η ισχύς του παρόντος καταστατικού, άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Αριθ. 133/οικ. 2688 της 18/27 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 824) Τρόπος προσδιορισμού των συντάξεων του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών (ΤΕΑΠΤΝ). ΄Αρθρ.3.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον καλείται εις συνεδρίασιν υπό του Προέδρου αυτού, τούτου δε κωλυωμένου ή απουσιάζοντος υπό του Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις παρίσταται ανάγκη προς τούτο κατά την κρίσιν του Προέδρου ή ήθελε ζητηθή τούτο εγγράφως υπό τριών τουλάχιστον τακτικών μελών του Συμβουλίου. Η εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εις την ημερησίαν διάταξιν, ην το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να μεταβάλη εάν συντρέχουν προς τούτο αποχρώντες λόγοι. Το Διοικητικόν Συμβούλιον αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν των παρόντων μελών, εν ισοψηφία δε νικά η γνώμη υπέρ ης η ψήφος του Προέδρου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούνται να ζητούν και να λαμβάνουν δια του Προέδρου πάσης φύσεως πληροφορίας δια παν θέμα αφορών το Επικουρικόν Ταμείον. Εάν τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος απουσιάση εκ περισσοτέρων των τριών συνεδριάσεων εν συνεχεία άνευ αποχρώντος λόγου κρινομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, κηρύσσεται έκπτωτον του αξιώματός του, προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, καλουμένου εις την περίπτωσιν ταύτην ως και επί αποχωρήσεως, θανάτου ή άλλου κωλύματος τακτικού μέλους δια το υπόλοιπον της θητείας του νομίμου αναπληρωτού του. ΄Αρθρ.4.-Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, καταρτίζει, αναλόγως των υφισταμένων εκάστοτε υπηρεσιακών αναγκών, την ημερησίαν διάταξιν των συνεδριάσεων, ήτις και αποστέλλεται ομού μετά της εγγράφου προσκλήσεως εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι προσκλήσεις κοινοποιούνται αρμοδίως, εις τα τακτικά μέλη και τα αναπληρωματικά μέλη. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν’ αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. Θέματα μη περιλαμβανόμενα εις την ημερησίαν διάταξιν δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, να συζητηθούν, αλλ’ απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή ει μη μόνον εις την επομένην συνεδρίασιν, εκτός αν είναι παρόντα όλα τα μέλη ή αναγνωρισθή παμψηφεί υφ’ όλων των παρόντων μελών ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης μη επιδεχομένης αναβολήν. ΄Αρθρ.5.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον λογίζεται εν απαρτία παρισταμένων τεσσάρων εκ των μελών των, μεταξύ των οποίων απαραιτήτως και ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος. Εις το Διοικητικόν Συμβούλιον ο Πρόεδρος εισηγείται τα υπό συζήτησιν θέματα. Εις περίπτωσιν καθ’ ην το Διοικητικόν Συμβούλιον ορίζει επιτροπάς δι’ οιονδήποτε σκοπόν ή ειδικούς εισηγητάς προς μελέτην ωρισμένων θεμάτων, η εισήγησις δύναται να γίνηται υπό του Προέδρου της εκλεγείσης Επιτροπής ή των ορισθέντων επί των εν λόγω θεμάτων Εισηγητών. Των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου τηρούνται παρά του Γραμματέως πρακτικά εις τα οποία καταχωρούνται περιληπτικώς αι γενόμεναι συζητήσεις και κεχωρισμένως αι λαμβανόμεναι αποφάσεις. Τα πρακτικά εκάστης συνεδριάσεως αναγιγνώσκονται προς επικύρωσιν και υπογράφονται εις την επομένην συνεδρίασιν υπό του Προέδρου και των παραστάντων εις την συνεδρίασιν μελών. Ο Γραμματεύς του Συμβουλίου τηρεί ευρετήριον των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως των πρακτικών κατά την επομένην συνεδρίασιν, αφ’ ης ελήφθησαν, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας αποφασίζει ρητώς και παμψηφεί το Διοικητικόν Συμβούλιον την εκτέλεσιν αυτών προ της επικυρώσεως των πρακτικών, οπότε εξου(Αντί της σελ. 161(α) Σελ. 161(β) 201-005 Ταμείο Επικουρικής Ασφσάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών 39.Γ.ε.3 σιοδοτεί τον Πρόεδρον να επικυρώση τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως. ΄Αρθρ.6.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Επικουρικόν Ταμείον, διαχειρίζεται και διαθέτει την περιουσίαν αυτού, εντέλλεται την ενέργειαν δαπανών και πληρωμών και αποφασίζει περί πάσης υποθέσεως αφορώσης την εξυπηρέτησιν των συμφερόντων του Επικουρικού Ταμείου ως και την εκπλήρωσιν εν γένει του σκοπού τούτου. Ομοίως το Διοικητικόν Συμβούλιον μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων, αποφασίζει περί τοποθετήσεως, εκποιήσεως, υποθηκεύσεως, ενεχυριάσεως των κεφαλαίων του Ταμείου, συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος και έχει την εν γένει εποπτείαν επί πασών των υπηρεσιών, του Επικουρικού Ταμείου, δύναται δε ν’ αναθέτη δι’ αποφάσεώς του, εις μέλη αυτού την υπογραφήν ωρισμένων εγγράφων. Το Επικουρικόν Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι οιουδήποτε παρά μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. ΄Αρθρ.7.-Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, τούτου δε απόντος ή κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος αυτού εκπροσωπεί το Ταμείον εις πάσαν περίπτωσιν εξωδίκως και δικαστικώς. Ο Πρόεδρος έχει γενικώς την αμεσωτέραν εποπτείαν του Ταμείου διευθύνσει τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, παρακολουθεί την ακριβή εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτού, εκδίδει δε τας δεούσας διαταγάς και οδηγίας προς επίτευξιν των σκοπών του Ταμείου εναρμονίζων ταύτας προς τα υπό των κειμένων διατάξεων και του παρόντος καταστατικού οριζόμενα και υπογράφει τα έγγραφα του Ταμείου. Ο Πρόεδρος εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης και προκειμένου κινδύνου δύναται να λάβη παν κατά την κρίσιν του ενδεικνυόμενον μέτρον. Τα ούτω ληφθέντα μέτρα δέον όπως ανακοινώνται προς έγκρισιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, συγκαλούμενον εις συνεδρίασιν κατά τους ορισμούς του παρόντος καταστατικού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ Πόροι του Ταμείου ΄Αρθρ.8.-Οι πόροι του Ταμείου είναι οι εν άρθρ. 5 του άνω Νόμ. 1713/1951 λεπτομερώς αναγραφόμενοι. ΄Αρθρ.9.-Οι πόροι του Ταμείου εισπράττονται κατά τα εν συνεχεία οριζόμενα δια του παρόντος
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.