📄 Κείμενο νόμου
70. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 31 της 12/22 Ιαν. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 9) Περί συστάσεως παρά τω Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω Αθηνών μονίμου διαιτησίας προς επίλυσιν εμπορικών διαφορών. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Το άρθρον 902 του Β. Δ/τος 657/1971 (Φ.Ε.Κ. 219 τ.Α΄./1.11.1971) περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου (Α.Ν. 44/1967 Φ.Ε.Κ. 106 τ.Α΄.26.6.1967). 2.Την από 7 Ιουνίου 1976 γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. 3.Την υπ’ αριθ. 441/1978 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί της Δικαιοσύνης και Εμπορίου Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Γενικαί Διατάξεις. Άρθρον 1. Σύστασις μονίμου διαιτησίας. Συνίσταται παρά τω Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω Αθηνών (Ε.Β.Ε. Αθηνών) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν των εις αυτήν υποβαλλομένων εμπορικών διαφορών. Άρθρον 10. Θάνατος ή ανικανότης διαιτητών ή επιδιαιτητού. 1.Εάν ο υπό του Προέδρου του Επιμελητηρίου ορισθείς μοναδικός διαιτητής αποβιώση, ή δι’ οιανδήποτε λόγον κωλύεται ή αρνείται να διεξαγάγη την διαιτησίαν ή εξαιρεθή, τότε επί τη αιτήσει ενός των μερών ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου οφείλει να προσκαλέση ταύτα όπως εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών ορίσουν διαιτητήν, ης παρερχομένης τούτον ορίζει ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου. 2.Εάν ο υπό τινος των μερών ή του Προέδρου του Επιμελητηρίου ορισθείς διαιτητής αποβιώση ή δι’ οιονδήποτε λόγον αρνήται να διεξαγάγη την διαιτησίαν ή εξαιρεθή, το έτερον μέρος δύναται να καλέση εγγράφως το ορίσαν τον διαιτητήν μέρος ή τον Πρόεδρον του Επιμελητηρίου όπως εντός προθεσμίας οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών ορίση έτερον διαιτητήν. Το προς ο η κλήσις μέρος οφείλει εντός της τασσομένης προθεσμίας να ανακοίνωση εις τον καλούντα τον υπ’ αυτού οριζόμενον διαιτητήν. Σελ. 82, 38 Τεύχος 703-Σελ. 14 3.Εάν ο υπό των διαιτητών ή του Προέδρου του Επιμελητηρίου ορισθείς επιδιαιτητής αποβιώση ή δι’ οιονδήποτε λόγον αρνείται ή κωλύεται να διεξαγάγη την διαιτησίαν, οι δε διαιτηταί ή ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου δεν προβούν εις τον ορισμόν άλλου, εκάτερον των μερών δύναται να καλέση εγγράφως τους διαιτητάς όπως εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών ορίσουν έτερον επιδιαιτητήν και ανακοινώσουν τούτο εις τα συνομολογήσαντα την συμφωνίαν μέρη. Άρθρον 11. Ευθύνη διαιτητών και επιδιαιτητού. Οι διαιτηταί και ο επιδιαιτητής κατά την εκπλήρωσιν των καθηκόντων των ευθύνονται μόνον δια δόλον και βαρείαν αμέλειαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Η Διαδικασία της Διαιτησίας. Άρθρον 12. Αίτησις περί διαιτησίας και απάντησις. 1.Δια την έναρξιν της διαιτητικής διαδικασίας απαιτείται αίτησις υποβαλλομένη υφ’ όλων ή τινός των μερών εις τον Πρόεδρον του Επιμελητηρίου. 2.Εάν ή αίτησις υποβάλλεται υφ’ όλων των ενδιαφερομένων δια την διαιτητικήν επίλυσιν της διαφοράς, αύτη δέον να περιέχη τα ακόλουθα, τουλάχιστον, στοιχεία: α)Το ονοματεπώνυμον, το όνομα πατρός, την ιδιότητα και διεύθυνσιν των μερών, προκειμένου δε περί εταιριών την ακριβή επωνυμίαν, την έδραν και διεύθυνσιν αυτών. β)Σύντομον ιστορικόν. γ)Περιγραφήν της επιλυτέας διαφοράς. δ)Την αξίαν του αντικειμένου της διαφοράς. ε)Αίτημα. στ)Τον ορισμόν ενός διαιτητού ή ανά ενός διαιτητού υφ’ εκατέρου των μερών και του επιδιαιτητού της κοινής αυτών εκλογής ή εν διαφωνία μνεία περί αυτού. ζ)Εφ’ όσον τις ή αμφότεροι οι ενδιαφερόμενοι κατοικούν ή διαμένουν εκτός της έδρας του Επιμελητηρίου, τον διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εις την έδραν του Επιμελητηρίου. 3.Μετά της αιτήσεως υποβάλλονται: α)Κεκυρωμένον αντίγραφον της συμφωνίας περί υπαγωγής της διαφοράς εις την διαιτησίαν του Επιμελητηρίου. β)Τα στοιχεία, εξ ων προκύπτει η αξία του αντικειμένου της διαφοράς. γ)Η έγγραφος δήλωσις του διαιτητού ή των διαιτητών και του επιδιαιτητού ότι δέχονται να ασκήσουν το λειτούργημά των. δ)Παν στοιχείον αποδεικνύον τους ισχυρισμούς των μερών και συντείνον εις τον σχηματισμόν γνώμης περί της επιλυτέας διαφοράς. 4.Εάν ή αίτησις υποβάλλεται υπό μόνου του επισπεύδοντος την διαιτητικήν επίλυσιν της διαφοράς, αύτη περιέχει τα ανωτέρω εν παρ. 2 στοιχεία α-ε και ζ-η ως και τα έγγραφα εξ ων προκύπτει ο ορισμός διαιτητών και επιδιαιτητού κατά το άρθρον 6. Εις την περίπτωσιν ταύτην ή αίτησις επιδίδεται προηγουμένως εις τον έτερον διάδικον. 5.Η Γραμματεία της μονίμου διαιτησίας διαβιβάζει αντίγραφα των εν τη αιτήσει του επισπεύδοντος συνημμένων εγγράφων προς τον καλούμενον, όστις δέον να απάντηση εντός οκτώ (8) ημερών εις την αίτησιν, εκθέτων τα μέσα αμύνης, τας ενδεχομένας προτάσεις του, και παρέχων πασαν πληροφορίαν ικανήν να στήριξη την άμυνάν του. 6.Αντίγραφον της απαντήσεως, ως και των συνημμένων αυτή επιδίδεται αμελλητί, μερίμνη της Γραμματείας, εις τον επισπεύδοντα διάδικον. 7.Των κατά τα ανωτέρω κατατιθεμένων παρά τη Γραμματεία πρωτοτύπων αποδεικτικών στοιχείων και λοιπών ουσιωδών εγγράφων δύναται να λαμβάνουν γνώσιν μόνον οι διάδικοι ή νόμιμοι αυτών αντιπρόσωποι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, οι διαιτηταί και ο επιδιαιτητής απαγορευμένης ρητώς πάσης τούτων περαιτέρω ανακοινώσεως. 14.Β.αα.70 Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια Άρθρον 13. Ορισμός δικασίμου. 1.Ευθύς άμα τη κατά τα ως άνω συγκροτήσει του Διαιτητικού Δικαστηρίου ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου προσδιορίζει την πρώτην δικάσιμον της υποθέσεως, ήτις δεν δύναται να απέχη από της συγκροτήσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου ολιγώτερον των οκτώ (8) ουδέ περισσότερον των 20 ημερών, των προθεσμιών τούτων παρεκτεινομένων αναλόγως κατά τα εν άρθρ. 6 παρ. 3 οριζόμενα. 2.Ο προσδιορισμός της δικασίμου ομού μετά της αγγελίας της συγκροτήσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου κοινοποιείται μερίμνη της Γραμματείας της μονίμου Διαιτησίας εγγράφως επί αποδείξει τουλάχιστον πέντε ημέρας προ της δικασίμου προς τα μέρη, τους διαιτητάς και τον επιδιαιτητήν καλουμένους δ’ άμα όπως παραστούν κατά την συνεδρίασιν του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Άρθρον 14. Καθήκοντα επιδιαιτητού και διαιτητών. 1.Ο επιδιαιτητής προεδρεύει των συνεδριάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου και διευθύνει την συζήτησιν, δίδων και αφαιρών τον λόγον από τους διαδίκους ή τους τυχόν αντιπροσώπους ή δικηγόρους των. 2.Οι διαιτηταί αποφαίνονται περί της δικαιοδοσίας των και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα. Άρθρον 15. Αι συνεδριάσεις του Δικαστηρίου. 1.Αι συνεδριάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου λαμβάνουν χωράν εντός του Επιμελητηρίου εις τινα των αιθουσών αυτού καταλλήλως διασκευασμένης και δεν είναι δημόσιαι. Δύνανται όμως τα μέρη να παρίστανται κατ’ αυτάς είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπου είτε μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ως και να βοηθώνται υπό συμβούλων. 2.Ο διορισμός των αντιπροσώπων γίνεται δι’ απλής επιστολής. Δια τον διορισμόν πληρεξουσίου δικηγόρου αρκεί τοιαύτη επιστολή ή σχετική δήλωσις κατά την συνεδρίασιν του Δικαστηρίου, καταχωριζομένη εις τα πρακτικά αυτής. 3.Κατά την διαιτητικήν διαδικασίαν τα μέρη έχουν τα αυτά δικαιώματα και τας αυτάς υποχρεώσεις, τηρούμενης της αρχής της ισότητος, πρέπει δε να καλούνται όπως παραστούν κατά τας συζητήσεις αναπτύσσοντα τους ισχυρισμούς των κατά τα εις τα επόμενα άρθρα οριζόμενα. Άρθρον 16. Μη εμφάνισις των διαδίκων. 1.Μη εμφανισθέντος του επισπεύδοντος ή αμφοτέρων των μερών, μολονότι κανονικώς κληθέντων όπως παραστούν κατά την ορισθείσαν δικάσιμον, ή διαιτησία θεωρείται ματαιωθείσα. 2.Εάν ο καλούμενος δεν εμφανισθή και δεν αποστείλη έγγραφον περιέχον δικαιολογίαν, κρινομένην υπό του Διαιτητικού Δικαστηρίου επαρκή, η υπόθεσις εκδικάζεται. Δύναται όμως το Δικαστήριον κατά την κρίσιν του να αναβάλη την συζήτησιν δι’ άλλην σύντομον δικάσιμον και να διάταξη την πρόσκλησιν του μη εμφανισθέντος κατ’ αυτήν. Η απουσία του καλουμένου δεν λογίζεται ως σιωπηρά ομολογία των ισχυρισμών του αιτούντος, των διαιτητών δυναμένων, κατά την κρίσιν των, να συλλέγουν, οίκοθεν, παν στοιχείον τείνον εις την εξακρίβωσιν της αληθείας. Άρθρον 17. Συμβιβαστική Επίλυσις της Διαφοράς. 1.Οι διαιτηταί προ πάσης ενάρξεως της συζητήσεως της υποθέσεως οφείλουν να επιδιώξουν την δια συμβιβασμού επίλυσιν της διαφοράς. Τον συμβιβασμόν τούτον δέον να αποπειρώνται και εις παν στάδιον της διαδικασίας. 2.Περί της αποτυχίας του συμβιβασμού γίνεται ειδική μνεία εις τα πρακτικά. Επιτευχθέντος συμβιβασμού καταρτίζεται πρακτικόν περιλαμβάνον τους όρους αυτού, υπογραφόμενον υπό των διαιτητών, του επιδιαιτητού, των μερών και του Γραμματέως. Άρθρον 18. Υπόμνημα - Νέα αιτήματα. 1.Κατά την συζήτησιν της υποθέσεως, τα μέρη αναπτύσσουν προφορικώς τους ισχυρισμούς των, δυνάμενα να υποβάλλουν και υπομνήματα εντός προθεσμίας οριζόμενης υπό του δικαστηρίου. 2.Μετά την υποβολήν της αιτήσεως και απαντήσεως είναι απαράδεκτος η υποβολή νέων αιτημάτων, μετά δε την προφορικήν ανάπτυξιν των ισχυρισμών των μερών δεν επιτρέπεται η υποβολή νέων ισχυρισμών δι’ υπομνημάτων. Νέα, τυχόν, αιτήματα ή ισχυρισμοί, υποβαλλόμενοι κατά τα ανωτέρω δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν. Άρθρον 19. Ανταγωγικαί αξιώσεις. 1.Ο καθ’ ου η αίτησις περί διαιτησίας, δύναται εν τη απαντήσει του να υποβάλη προς συνεκδίκασιν ιδίας αυτού απαιτήσεις συναφείς προς την εκδικαζομένην υπόθεσιν, εφ’ όσον δια της συμφωνίας υπάγονται εις την αρξαμένην διαιτητικήν διαδικασίαν. 2.Εάν κατά την πρόοδον της διαδικασίας διαπιστωθή υπό του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι εκ της συνεκδικάσεως θα επεβραδύνετο υπερμέτρως ή έκδοσις της αποφάσεως επί της κυρίας αιτήσεως, το Δικαστήριον δύναται να παραπέμψη ταύτην εις ιδιαιτέραν συζήτησιν, ως αυτοτελή αίτησιν και ορίζει δικάσιμον ταύτης, τηρουμένων δε κατά τα λοιπά των διατάξεων του παρόντος. Άρθρον 2. Διαφοραί. 1.Εις την κατά το προηγούμενον άρθρον διαιτησίαν δύναται να υπαχθή δια συμφωνίας οιαδήποτε ιδιωτική διαφορά εμπορικής φύσεως ανεξαρτήτως της ιδιότητος των μερών ως εμπόρων ή μη ως και της ιθαγενείας ή κατοικίας αυτών, εφ’ όσον οι συνομολογήσαντες αυτήν έχουν την εξουσίαν της ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς. 2.Η συμφωνία υπαγωγής εις την μόνιμον διαιτησίαν καταρτίζεται δι’ εγγράφου. Το έγγραφον πρέπει να αναφέρη την διαφοράν, ήτις υπάγεται εις διαιτησίαν ή την σύμβασιν ή την έννομον σχέσιν αι εκ της οποίας διαφοραί υπάγονται εις αυτήν και την συμφωνίαν των μερών περί υπαγωγής της διαφοράς ή των διαφορών εις τας διατάξεις του παρόντος. Το έγγραφον πρέπει να υπογράφεται υφ’ όλων των συνομολογούντων την συμφωνίαν. 3.Η κατά την παρ. 2 συμφωνία δύναται να περιληφθή εις έγγραφον δήλωσιν ή αίτησιν προς το Ε.Β.Ε. Αθηνών υπογεγραμμένην υφ’ απάντων των μερών. 4.Αι εν άρθ. 663 Κ. Πολ. Δικ. διαφοραί δεν δύναται να υπαχθούν εις διαιτησίαν. Η συμφωνία περί διαιτησίας διέπεται από τας περί συμβάσεως διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Οργάνωσις Διαιτησίας Γραμματείας και Κατάλογος Διαιτητών. Άρθρον 20. Αποδεικτικά μέσα. 1.Τα μέσα και τα θέματα αποδείξεως ορίζει ελευθέρως το Διαιτητικόν Δικαστήριον, κατά την κυριαρχικήν αυτού κρίσιν, παρ’ ουδενός περιορισμού δεσμευόμενον. 2.Εάν το Διαιτητικόν Δικαστήριον εκδώση προδικαστικήν απόφασιν, αύτη περιλαμβάνεται εις το πρακτικόν της συνεδριάσεως, ανακοινούται δε προφορικώς παραχρήμα εις τους διαδίκους ή αντιπροσώπους ή πληρεξουσίους δικηγόρους αυτών. Άρθρον 21. Έγγραφα. Άπαντα τα αποδεικτικά των ισχυρισμών των μερών έγγραφα στοιχεία δέον να προσκομίζονται το βραδύτερον μέχρι της πρώτης δικασίμου. Άρθρον 22. Μάρτυρες — Πραγματογνώμονες. 1.Κατά την κρίσιν του Διαιτητικού Δικαστηρίου δύναται να εξετασθούν μάρτυρες ανωμοτί ή και ενόρκως, καίτοι μη προταθέντος υπό των μερών. Περί της ανικανότητος, των κωλυμάτων και της εξαιρέσεως των μαρτύρων ισχύουν οι εν άρθρ. 399-401 Κ. Πολ. Δικ. λόγοι. 2.Ομοίως το Διαιτητικόν Δικαστήριον δύναται, κατά την κρίσιν του, να διορίζη ένα ή πλείονας πραγματογνώμονας. Η γνωμοδότησις των πραγματογνωμόνων εκτιμάται ελευθέρως υπό του Δικαστηρίου ομού μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (Μετά από τη σελ. 82, 38) Σελ. 82, 39 Τεύχος 703-Σελ. 15 Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια 14.Β.αα.70 3.Το Δικαστήριον δεν δύναται να επιβάλη ποινάς ή να διάταξη την λήψιν αναγκαστικών μέτρων δια την διεξαγωγήν αποδείξεων. Τοιαύτα μέτρα διατάσσονται, αιτήσει των διαιτητών, υπό του Ειρηνοδικείου, το οποίον αποφασίζει αν είναι νόμιμος η λήψις αυτών. 4.Η εξέτασις των μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων γίνεται ή ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου εν συνεδριάσει ή ενώπιον τινός των διαιτητών, μετ’ απόφασιν του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συντασσομένου πρακτικού. 5.Οι συνολογήσαντες την συμφωνίαν περί διαιτησίας δύναται να εξετασθούν κατά τας διατάξεις των άρθρ. 415 έως 420 του Κ. Πολ. Δικ. 6.Η ενέργεια κατ’ ιδίαν διαδικαστικών πράξεων δύναται να ανατεθή εις τινα των διαιτητών. 7.Οι διαιτηταί δύναται να ζητήσουν την διεξαγωγήν αποδείξεων υπό του Ειρηνοδικείου. Τούτο αποφασίζει αν είναι νόμιμος η διεξαγωγή της αποδείξεως και έχει πάσας τας εξουσίας δικαστηρίου διατάσσοντος απόδειξιν. 8.Εάν οι μάρτυρες ή πραγματογνώμονες κατοικούν εκτός Αθηνών, η τυχόν όρκισις και εξέτασις αυτών δύναται να ζητηθή παρά του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας ή διαμονής των ή παρά του οικείου Προξενείου της Ελλάδος, της σχετικής αιτήσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου διαβιβαζομένης δια του Προέδρου του Επιμελητηρίου. Εις την αίτησιν πρέπει να ορίζεται και προθεσμία περατώσεως εξετάσεως του μάρτυρος ή πραγματογνώμονος. Η υπό του Ειρηνοδίκου ή Προξένου συντασσομένη έκθεσις εξετάσεως διαβιβάζεται μέσω του Προέδρου του Επιμελητηρίου εις το Διαιτητικόν Δικαστήριον. Άρθρον 23. Ασφαλιστικά μέτρα. 1.Οι διαιτηταί δεν δύναται να διατάσσουν, μεταρρυθμίζουν ή ανακαλούν ασφαλιστικά μέτρα. 2.Εάν διετάχθη ασφαλιστικόν μέτρον υπό του αρμοδίου δικαστηρίου και ωρίσθη προθεσμία ασκήσεως αγωγής ή συντρέχη περίπτωσις εφαρμογής των άρθρ. 715 παρ. 5 και 729 παρ. 5 Κ. Πολ. Δικ. ο αιτών υποχρεούται να προκαλέση την εντός της προβλεπομένης προθεσμίας έναρξιν της διαιτητικής διαδικασίας. Αι διατάξεις των αρθρ. 693 παρ. 2, 715 παρ. 5 εδ. 2α και 729 παρ. 5 εδ. 2 Κ. Πολ. Δικ. εφαρμόζονται και εν προκειμένω. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Εφαρμοστέον Ουσιαστικόν Δίκαιον. Άρθρον 24. 1.Εάν δεν ορίζεται άλλως υπό της συμφωνίας περί διαιτησίας, το Διαιτητικόν Δικαστήριον εφαρμόζει το ελληνικόν ουσιαστικόν δίκαιον, προκειμένου δε περί διεθνών διαφορών ιδιωτικού δικαίου το εφαρμοστέον δίκαιον κρίνεται κατά τας διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Δια της συμφωνίας περί διαιτησίας δεν δύναται να αποκλεισθή η εφαρμογή διατάξεων δημοσίας τάξεως. 2.Ελλείψει συμφωνίας των μερών εφαρμόζονται αι ισχύουσαι διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου, ήτοι ο Εμπορικός Νόμος, η εν γένει εμπορική νομοθεσία και τα εμπορικά έθιμα, εν ανυπαρξία δε τοιούτων διατάξεων εφαρμοστέον τυγχάνει το Αστικόν Δίκαιον (Αστικός- Κώδιξ και Αστική Νομοθεσία). Σελ. 82, 40 Τεύχος 703-Σελ. 16 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Η Διαιτητική Απόφασις. Άρθρον 25. Γενικώς. 1.Περαιωθείσης της διαδικασίας και προσκομισθέντων απάντων των, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, αναγκαίων προς διάγνωσιν της υποθέσεως στοιχείων, το Διαιτητικόν Δικαστήριον συνέρχεται εις διάσκεψιν, μη παρισταμένων των μερών και του Γραμματέως. 2.Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εάν δεν σχηματισθή πλειοψηφία υπερισχύει ή γνώμη του επιδιαιτητού. Άρθρον 26. Το περιεχόμενον της αποφάσεως. 1.Η διαιτητική απόφασις πρέπει να συντάσσεται εγγράφως εις δύο αντίτυπα και να υπογράφεται υπό των δαιτητών, του επιδιαιτητού και του γραμματέως. Εάν τις ως άνω αρνείται ή κωλύεται να υπογράψη πρέπει εν τω εγγράφω της αποφάσεως να βεβαιούται τούτο, ως και ότι ο αρνούμενος ή κωλυόμενος μετέσχε της διαιτητικής διαδικασίας και της διασκέψεως, να υπογράφεται δε υπό των λοιπών. Δια της συμφωνίας περί διαιτησίας δύναται να ορισθή ότι η διαιτητική απόφασις υπογράφεται ιδιοχείρως μόνον υπό του επιδιαιτητού ή υπό τούτου και τινός των διαιτητών. Εφ’ όσον, μη σχηματισθείσης πλειοψηφίας, η απόφασις λαμβάνεται δια μόνης της γνώμης του επιδιαιτητού, αρκεί ή υπογραφή αυτού. 2.Η διαιτητική απόφασις πρέπει να αναφέρη: α)Τον τόπον και χρόνον της εκδόσεώς της. β)Το ονοματεπώνυμον του επιδιαιτητού και των διαιτητών και ότι πάντες ούτοι μετέσχον της διαιτητικής διαδικασίας και της διασκέψεως. γ)Την συμφωνίαν περί διαιτησίας, ως και το ότι αυτή διεξήχθη κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. δ)Σύντομον αιτιολογικόν μετά της, τυχόν, μειοψηφίας. ε)Το διατακτικόν. στ)Τας εν γένει δαπάνας της διαιτησίας και ποίον εκ των μερών βαρύνουν αύται. 3.Δια της συμφωνίας περί διαιτησίας δύναται να ορίσθη ότι η διαιτητική απόφασις αρκεί να αναφέρη την συμφωνίαν περί διαιτησίας και το διατακτικόν. Οσάκις ή απόφασις του Διαιτητικού Δικαστηρίου εκτείνεται και επί αιτημάτων του καθ’ ού ή αίτησις ανταγωγικώς προβληθέντων, δέον όπως εν τη αποφάσει γίνεται ιδιαιτέρα μνεία των αιτημάτων τούτων και της αποφάσεως του Δικαστηρίου περί συνεκδικάσεως. Άρθρον 27. 1.Η διαιτητική απόφασις τελειούται αφ’ ης αύτη υπογραφή κατά το άρθρον 26 παρ. 1. 2.Ο διαιτητής ή επί δύο διαιτητών ο επιδιαιτητής ή κατόπιν εντολής αυτού εις των διαιτητών, υποχρεούται, εάν δεν ορίζεται άλλως υπό της συμφωνίας περί διαιτησίας, να κατάθεση εν αντίτυπον της διαιτητικής αποφάσεως εις την Γραμματείαν της Μονίμου Διαιτησίας του Επιμελητηρίου, το δ’ έτερον εις την Γραμματείαν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να επιδώση αντίγραφα αυτής εις τους συνομολογήσαντας την συμφωνίαν περί διαιτησίας. Συμπληρωματικά αντίγραφα, επικυρούμενα υπό του Γραμματέως, παραδίδονται εις τα διάδικα μέρη, επί τη αιτήσει των, ουχί όμως εις τρίτους. Άρθρον 28. Προθεσμία εκδόσεως της αποφάσεως. 1.Η Διαιτητική απόφασις δέον να εκδοθή εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από του ορισμού της πρώτης δικασίμου. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον προθεσμία δύναται να παραταθή : α)Δια κοινής συμφωνίας των μερών, και β)Δι’ αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, εφ’ όσον υπάρχει βάσιμος λόγος. 14.Β.αα.70 Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια Άρθρον 29 Περάτωσις της διαιτητικής διαδικασίας. 1.Δια της εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως περατούται η διαιτητική διαδικασία, του Διαιτητικού Δικαστηρίου αποξενουμένου εφεξής πάσης αρμοδιότητος επί της ενώπιον αυτού αχθείσης διαφοράς, πλην της περιπτώσεως διορθώσεως της αποφάσεως του. 2.Εάν προ της εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως τα διάδικα μέρη συμφωνήσουν περί της συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς των, τότε εις το κατά το άρθρον 17 παρ. 2 καταρτιζόμενον πρακτικόν, γίνεται λόγος περί τερματισμού της διαιτητικής διαδικασίας. Άρθρον 3. Οργάνωσις διαιτησίας. Παρά τω Ε.Β.Ε. Αθηνών λειτουργεί ειδική υπηρεσία μονίμου διαιτησίας, ης προΐσταται ανώτερος υπάλληλος αυτού Κλάδου ΑΤ επί 4ω τουλάχιστον βαθμώ, πτυχιούχος Νομικής ή εν ελλείψει Δικηγόρος του Επιμελητηρίου. Ούτος παρέχει τας αναγκαίας πληροφορίας και εξηγήσεις επί της τηρητέας διαδικασίας. Άρθρον 30. Διόρθωσις και ερμηνεία της αποφάσεως. 1.Τη αιτήσει τινός των συνομολογησάντων την συμφωνίαν, κοινοποιουμένη και προς τους λοιπούς ως και προς τους διαιτητάς και τον επιδιαιτητήν, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της κατά το άρθρον 27 παρ. 2 επιδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως, εις τους συνομολογήσαντας την συμφωνίαν, δύναται να γίνη διόρθωσις υπό των εκδόντων αυτήν εάν εκ παραδρομής, κατά την σύνταξιν της, παρεισέφρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικόν διετυπώθη ελλειπώς ή ανακριβώς. 2.Εάν η διατύπωσις της αποφάσεως γεννά αμφιβολίας ή είναι ασαφής, το εκδόν Διαιτητικόν Δικαστήριον τη αιτήσει τινός δύναται δι’ αποφάσεως του να ερμηνεύση την απόφασιν, ούτως ώστε να καταστή αναμφίβολος η έννοια αυτής, ουδέποτε όμως δύναται να μεταβάλη το διατακτικόν της ερμηνευομένης αποφάσεως. 3.Η διορθούσα ή ερμηνεύουσα απόφασις σημειούται εις το πρωτότυπον της διορθουμένης ή ερμηνευομένης, εις δε τα αντίγραφα, απόγραφα ή αποσπάσματα ταύτης πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία της διορθούσης ή ερμηνευομένης αποφάσεως. Άρθρον 31. Τα αποτελέσματα της διαιτητικής αποφάσεως. Η διαιτητική απόφασις, εφ’ όσον δια της συμφωνίας περί διαιτησίας δεν ορίζεται η δυνατότης προσφυγής κατά το επόμενον άρθρον 32 ή παρήλθεν ή δια την προσφυγήν προθεσμία, αποτελεί δεδικασμένον, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 του Κ. Πολ. Δικ. Άρθρον 32. Προσφυγή κατά της αποφάσεως. 1.Η διαιτητική απόφασις δεν υπόκειται εις ένδικα μέσα. 2.Κατ’ εξαίρεσιν δια της συμφωνίας περί διαιτησίας δύναται να επιτραπή προσφυγή κατά της διαιτητικής αποφάσεως, ενώπιον άλλων διαιτητών, κατά τα υπό του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 3.Η προσφυγή, εάν δεν έχη ορισθή άλλως δια της συμφωνίας περί διαιτησίας μεταξύ των μερών, ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από της επιδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως εις τον προσφεύγοντα ή τον αντίκλητον ή αντιπρόσωπον αυτού, δι’ επιστολής απευθυνομένης υπό του προσφεύγοντος προς τον Πρόεδρον του Επιμελητηρίου Αθηνών και κατατιθεμένης εις την Γραμματείαν του Δικαστηρίου, εις την οποίαν επισυνάπτεται απόδειξις εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των προβλεπομένων υπό του άρθρου 33 του παρόντος. Η άνω προθεσμία τρέχει και κατά του επιδίδοντος την διαιτητικήν απόφασιν διαδίκου. 4.Ο προσφεύγων ορίζει δια της προσφυγής διαιτητήν, ο δε καθ’ ου, καλούμενος, ορίζει διαιτητήν εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών. Παρερχομένης της προθεσμίας ο διαιτητής ορίζεται υπό του Προέδρου του Ε.Β.Ε. Αθηνών, κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος, εφαρμοζομένων των εν άρθρω 6 επ. του παρόντος οριζομένων. 5.Ο επιδιαιτητής είναι υποχρεωτικώς Δικαστής εν ενεργεία έχων βαθμόν τουλάχιστον Εφέτου, οριζόμενος τη αιτήσει του Προέδρου του Ε.Β.Ε. Αθηνών υπό του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Δεν δύναται να ορισθούν διαιτηταί και επιδιαιτητής οι εκδόντες την απόφασιν διαιτηταί και επιδιαιτητής. 6.Η προσφυγή εκδικάζεται, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ' Αι δαπάναι της Διαιτησίας. Άρθρον 33. Προκαταβολή των δαπανών. 1.Ο υποβάλλων προς το Επιμελητήριον αίτησιν περί διαιτησίας προκαταβάλλει τα δικαιώματα διαιτησίας του Επιμελητηρίου, τα οποία καθορίζονται, υπό της ειδικής υπηρεσίας διαιτησίας του Επιμελητηρίου, κατά περίπτωσιν, αναλόγως του μεγέθους της εν τη αιτήσει απαιτήσεως, εντός των ακολούθων πλαισίων : Δι’ απαίτησιν μέχρι 500.000 δραχμών 10% Μεταξύ 500.000 και 1.000.000 δρχ. 10% έως 7% « 1.000.000 « 5.000.000 « 7% έως 3% « 5.000.000 « 10.000.000 « 3% έως 2% « 10.000.000 « άνω « 1% έως 0,2 % 2.Εν περιπτώσει σημαντικής μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, το Επιμελητήριον, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργείου Εμπορίου, δύναται να αυξήση τα ποσοστά του πίνακα της προηγουμένης παραγράφου. Η σχετική απόφασις θα ισχύση μετά τρίμηνον από της δημοσιεύσεώς της. 3.Το Διαιτητικόν Δικαστήριον προ πάσης ενάρξεως συζητήσεως της υποθέσεως οφείλει να διαπίστωση αν έχουν προκαταβληθή αι δαπάναι διαιτησίας. Άρθρον 34. 1.Εκ των εις εκάστην περίπτωσιν εισπραττομένων δικαιωμάτων διαιτησίας, το εν τρίτον περιέρχεται εις το Επιμελητήριον και τα δύο τρίτα καταβάλλονται υπό τούτου εις τον επιδιαιτητήν κατά ποσοστόν 40 %, εις τους διαιτητάς δε το υπόλοιπον κατ’ ισομοιρίαν. 2.Εάν η διαιτησία εματαιώθη πριν ή επιληφθή ταύτης το Διαιτητικόν Δικαστήριον, αι προκαταβληθείσαι δαπάναι επιστρέφονται, παρακρατουμένου ενός τετάρτου του κατά την προηγουμένην παράγραφαν αναλογούντος εις το Επιμελητήριον ποσοστού των δαπανών. Άρθρον 35. Πρόσθετοι δαπάναι. Δαπάναι απαιτηθησόμεναι κατά την διαδικασίαν ως λ.χ. οδοιπορικά μαρτύρων και πραγματογνωμόνων, τηλεγραφικά ή τηλεφωνικά τέλη, αποζημίωσις των πραγματογνωμόνων, βαρύνουν το επισπεύδον μέλος, παρ’ ου και, συντρεχούσης περιπτώσεως, προκαταβάλλονται. Εν ματαιώσει των δαπανών, αύται επιστρέφονται εις το ακέραιον εις τον προκαταβάλλοντα. Άρθρον 36. Εκκαθάρισις δαπανών υπό της αποφάσεως. 1.Δια της αποφάσεως καθορίζονται αι δαπάναι της διαιτησίας. 2.Ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται εις την πληρωμήν των δικαιωμάτων και εν γένει εξόδων διεξαγωγής της διαιτησίας. Πάντως οι διαιτηταί δύναται κατά την κρίσιν των, να κατανείμουν τας δαπανάς μεταξύ των διαδίκων. (Αντί για τη σελ. 82, 41(β) Σελ. 82, 41(γ) Τεύχος Θ92-Σελ. 17 Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια 14.Β.αα.70 Άρθρον 4. Γραμματεία. 1.Καθήκοντα Γραμματέως του διαιτητικού δικαστηρίου ασκεί υπάλληλος του Ε.Β.Ε. Αθηνών Κλάδου ΑΤ επί 5ω τουλάχιστον βαθμώ, οριζόμενος υπό της Διευθύνσεως Διοικητικού του Επιμελητηρίου. 2.Ο Γραμματεύς τηρεί τα πρακτικά της διαιτησίας, συντάσσει τα πάσης φύσεως έγγραφα της διαιτητικής διαδικασίας, μονογράφων η υπογράφων αναλόγως ταύτα, μεριμνά δια την τήρησιν των προθεσμιών, του πρωτοκόλλου, του βιβλίου δημοσιεύσεως των εκδιδομένων διαιτητικών αποφάσεων, του αρχείου κ.λπ. 3.Ο Γραμματεύς είναι υπεύθυνος δια την φύλαξιν των παραλαμβανομένων εγγράφων, άτινα σχετίζονται με την διαιτησίαν. 4.Άπασαι αι κοινοποιήσεις, επιδόσεις, γνωστοποιήσεις, δηλώσεις κ.λπ. ενεργούνται δια τινος των υπαλλήλων του Επιμελητηρίου, μερίμνη του Γραμματέως του διαιτητικού δικαστηρίου, συντασσόμενης προς τούτο εκθέσεως ή αποδεικτικού παραλαβής υπογραφόμενου παρά του υπαλλήλου και του αποδεκτού. Εν περιπτώσει αρνήσεως υπογραφής εκθέσεως ή αποδεικτικού γίνεται ειδική περί τούτου μνεία, οπότε ακολουθεί επίδοσις δια δικαστικού επιμελητού δαπάναις του δυστροπούντος. Άρθρον 5. Κατάλογος διαιτητών. 1.Κατά μήνα Δεκέμβριον εκάστου δευτέρου έτους ή Διοικητική Επιτροπή του Επιμελητηρίου καταρτίζει κατάλογον διαιτητών, όστις εντός του αυτού μηνός αναρτάται εν τω Καταστήματι του Επιμελητηρίου, καταχωρίζεται εν τω μηνιαίω Δελτίω αυτού, και κοινοποιείται εις το Υπουργείον Εμπορίου, το Πρωτοδικείον Αθηνών, εις τον Σύνδεσμον Ελλήνων Βιομηχάνων, και εις τον Εμπορικόν Σύλλογον Αθηνών. 2.Εις τον κατάλογον των διαιτητών περιλαμβάνονται πρόσωπα, μη δυνάμενα να υπερβούν τα 100, διακρινόμενα δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος, το ήθος, την μόρφωσιν και την εμπειρίαν και ανήκοντα εις διαφόρους κλάδους του Εμπορίου ή της Βιομηχανίας, έτι δε ανώτατα στελέχη της Διοικήσεως, δικηγόροι, δικασταί, καθηγηταί ή υφηγηταί Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, μηχανικοί, χημικοί, ορκωτοί λογισταί κ.λπ. ούτως ώστε να παρέχεται ή δυνατότης διορισμού διαιτητών αναλόγως της φύσεως κρινομένης υποθέσεως. Προκειμένου περί των Δικαστών ή αναγραφή εις τον κατάλογον πραγματοποιείται κατόπιν προτάσεως του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Οι οριζόμενοι ως διαιτηταί δύναται να ορίζωνται εκ νέου καθ’ εκάστην σύνταξιν ή συμπλήρωσιν του καταλόγου. 3.Ο κατάλογος ούτος ισχύει επί μίαν διετίαν από της πρώτης του επομένου μηνός Ιανουαρίου. Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος διατάγματος ο κατάλογος των διαιτητών καταρτίζεται και γνωστοποιείται εντός τριμήνου προθεσμίας από της δημοσιεύσεως του παρόντος, ισχύει δε δια το τρέχον έτος και επί μίαν εισέτι πλήρη διετίαν. 4.Εκ του καταλόγου των διαιτητών διαγράφεται υπό της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου ο αποκρύψας την ύπαρξιν κωλύματος εκ των εν αρθρω 8, έτι δε ο πτωχεύσας έμπορος καίτοι αποκατασταθείς. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄. Οι Διαιτηταί. Άρθρον 6. Ορισμός διαιτητών και επιδιαιτητού. 1.Οι διαιτηταί και ο επιδιαιτητής ορίζονται εκ του κατά το άρθρον 5 του παρόντος καταλόγου. 2.Δια της κατά άρθρον 2 συμφωνίας δύναται να ορισθούν εις διαιτητής ή δύο διαιτηταί και ο επιδιαιτητής. Εάν εις μίαν και την αυτήν διαφοράν οι ενδιαφερόμενοι είναι πλείονες των δύο δεν δύνανται να ορίσουν πλείονας των δύο διαιτητάς και τον επιδιαιτητήν. 3.Εάν δια της συμφωνίας δεν ορίζωνται οι διαιτηταί, εκάτερον των μερών ορίζει ένα διαιτητήν, δικαιούται δε να γνωστοποίηση εγγράφως εις το έτερον μέρος τον υπ’ αυτού οριζόμενον και να καλέση τούτο όπως εντός οκτώ (8) (Μετά από τη σελ. 82, 36) Σελ. 82, 37 Τεύχος 703-Σελ. 13 Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια 14.Β.αα.70 τουλάχιστον ημερών ορίση και αυτό διαιτητήν. Το καλούμενον μέρος υποχρεούται, εντός της προθεσμίας ταύτης, ν’ ανακοίνωση, εις τον καλούντα τον υπ’ αυτού οριζόμενον διαιτητήν. Εάν ο καλούμενος κατοική εκτός της έδρας του Επιμελητηρίου ή προθεσμία ορισμού του διαιτητού του παρεκτείνεται κατά δέκα (10) ημέρας, εάν δε κατοική εκτός της Ελλάδος κατά τριάκοντα (30) ημέρας. 4.Οι κατά την παρ. 3 οριζόμενοι διαιτηταί, εάν δεν ορίζεται άλλως δια της συμφωνίας περί διαιτησίας, οφείλουν να ορίσουν επιδιαιτητήν, εντός οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών από του ορισμού του διαιτητού υπό του καλουμένου. 5.Εάν δεν ορισθή εμπροθέσμως διαιτητής υπό του καλουμένου μέρους ή ο επιδιαιτητής υπό των διαιτητών, ορίζει αυτούς ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε των συνομολογησάντων την συμφωνίαν. Η απόφασις του Προέδρου είναι αμετάκλητος. Άρθρον 7. Αποδοχή διαιτητού. Ο οριζόμενος ως διαιτητής ή επιδιαιτητής δεν υποχρεούται να δεχθή τον διορισμόν του. Ο αποδεχθείς τον διορισμόν του ως διαιτητού ή επιδιαιτητού δύναται, ένεκα σοβαρού λόγου, να αρνηθή την εκπλήρωσιν των καθηκόντων του, δύναται δε να απαλλαγή τούτων, κατόπιν αδείας του Προέδρου του Επιμελητηρίου, ούσης αμετακλήτου και μη υποκείμενης εις μεταρρύθμισιν ή ανάκλησιν. Άρθρον 8. Ανικανότης προς ορισμόν διαιτητού ή επιδιαιτητού .Δεν δύναται να ορισθούν διαιτηταί ή επιδιαιτηταί οι ανίκανοι ή οι έχοντες περιωρισμένην ικανότητα προς δικαιοπραξίαν, οι συνεπεία καταδίκης στερούμενοι της ασκήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων και τα νομικά πρόσωπα. Άρθρον 9. Ανάκλησις και εξαίρεσις διαιτητών και επιδιαιτητού. 1.Οι συνομολογήσαντες την συμφωνίαν περί διαιτησίας δύνανται από κοινού να ανακαλέσουν τον υπ’ αυτών ορισθέντα μοναδικόν διαιτητήν ή τους διαιτητάς των, ως και τον επιδιαιτητήν. 2.Οι διαιτηταί και επιδιαιτητής δύνανται να προτείνουν την εξαίρεσίν των ή να εξαιρεθούν υπό των συνομολογησάντων την συμφωνίαν περί διαιτησίας, κατά το άρθρον 883 παρ. 2 Κ. Πολ. Δικ.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.