← Ελλάδα

9. ΠΡΟΕΔΡΙΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 983 της 5/15 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ α΄ 276) Περί του Κανονισμού Παροχών του συσταθέντος Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως παρά τω

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τους κανόνες για τις παροχές επικουρικής ασφάλισης που χορηγούνται από το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων. Περιγράφει τις προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης και τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
9. ΠΡΟΕΔΡΙΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 983 της 5/15 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ α΄ 276) Περί του Κανονισμού Παροχών του συσταθέντος Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης ΑθηνώνΠειραιώς και Περιχώρων. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις του άρθρ. 6 του Νόμ. 794/78 (ΦΕΚ 116/78 τ. Α΄) «περί συστάσεως Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων». 2.Τας διατάξεις των άρθρ. 17 παρ. 2 εδάφ. β΄ περίπτ. αα΄ και 113 παρ. 2 εδάφ. α΄ του υπ’ αριοθ. 544/77 Π. Δ/τος (ΦΕΚ 178/77 τ. Α΄) «περί Οργανισμού του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών», όπως ετροποποιήθησαν υπό του άρθρ. 2 παρ. 1 του Νόμ. 728/77 (ΦΕΚ 316/77 τ. Α΄). 3.Την υπ’ αριθ. Δ3/2087/6.12.77 (ΦΕΚ 1278/77 τ. Β΄)απόφασιν του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 4.Την γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων ληφθείσαν κατά την υπ’ αριθ. 14/18.5.1979 συνεδρίασιν αυτού. 5.Την γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας την ληφθείσαν κατά την υπ’ αριθ. 21/25.7.1979 συνεδρίασιν αυτού της Κ΄ περιόδου. 6.την υπ’ αριθ. 974/1979 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, απεφασίσαμεν: Άρθρ.1.-Αι υπό του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων χορηγούμεναι παροχαί διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού Παροχών. Σελ. 1402,02(β) Τεύχος Η43 Σελ. 48 39.Ν.γ.7-9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 182 Άρθρ.9.-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης αυτώ παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί απονομής συντάξεως εκδίδονται προσηκόντως ητιολογημέναι και κοινοποιούνται εν αντιγράφω εις τον ησφαλισμένον ή τον δικαιοδόχον αυτού. 2.Η αίτησις δέον να συνοδεύεται υπό των κάτωθι δικαιολογητικών προσφάτου εκδόσεως, ήτοι: α)Επίσημον αντίγραφον της αποφάσεως του Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως περί συνταξιοδοτήσεώς των. β)Πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος περί εγγραφής του αιτούντος ησφαλισμένου εις τα οικεία μητρώα ή δημοτολόγια μετ’ ενδείξεως του έτους γεννήσεώς του. γ)Βεβαίωσιν της οικείας Οικονομικής Εφορίας περί διακοπής ασκήσεως επαγγέλματος του αιτούντος ησφαλισμένου. δ)Πιστοποιητικά νομιμοποιήσεως των αιτούντων την απονομήν αυτοίς συντάξεως ως δικαιοδόχων αποβιώσαντος ησφαλισμένου. 3.Το Δ. Σ. εξετάζον την υποβληθείσαν αίτησιν και διαπιστούν την ύπαρξιν ασφαλιστικής τινος περιπτώσεως, αναγνωριζομένης υπό του παρόντος και εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά είναι πλήρη, υποχρεούται όπως εντός 3 μηνών από της υποβολής της αιτήσεως εκδώση την σχετικήν απόφασίν του. 4.Εν περιπτώσει καθ’ ην η υποβολή των δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως, η κατά τα ανωτέρω προθεσμία άρχεται από της υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. (Αντί για τη σελ. 1402,05) Σελ. 1402,05(α) Τεύχος Ι-21 Σελ. 121 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 39.Ν.γ.9 188 Άρθρ.10.-1.Το προς απόληψιν συντάξεως δικαίωμα γεννάται άμα τη επελεύσει ασφαλιστικής τινος περιπτώσεως εκ των εν άρθρ. 3 του παρόντος αναφερομένων, ανεξαρτήτως του χρόνου καθ’ ον ήθελε μεταγενεστέρως βεβαιωθή τούτο και εκδοθή η σχετική πράξις του Δ. Σ. του Ταμείου. 2.Η καταβολή όμως της συντάξεως άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός, καθ’ ον έλαβον χώραν τα επενεγκόντα το δικαίωμα γεγονότα. 3.Εν πάση όμως περιπτώσει δεν δύναται αύτη να ανατρέξη εις χρόνον ανώτερον του έτους προ της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως. 4.Η σύνταξις καταβάλλεται εν αρχή εκάστου μηνός. Άρθρ.11.-1.Η ηλικία του ησφαλισμένου και των δικαιοδόχων του αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, εν ελλείψει δε τοιαύτης εκ του μητρώου αρρένων ή του Δημοτολογίου. Μόνον εν ελλείψει πάντων των ανωτέρω επιτρέπεται ο δια δικαστικής αποφάσεως καθορισμός της ηλικίας μετά προηγουμένην ανακοίνωσιν της δίκης εις το Ταμείον. 2.Εφ’ όσον δεν προσκομίζεται ληξιαρχική πράξις εξ υπαρχής συντεταγμένη, ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η πρώτη Ιουλίου του έτους της γεννήσεως. Άρθρ.12.-1.Οι κατά την ισχύν του παρόντος ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω κατά τας διατάξεις του Νόμ. 794/78 δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι’ εξαγοράς εν όλω ή εν μέρει της μη συμπιπτούσης προς χρόνον ασφαλίσεως προϋπηρεσίας των υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα ή επάγγελμα, εφ’ όσον δια την απασχόλησιν ταύτην έχουν ασφαλισθή εις το Ταμείον κυρίας ασφαλίσεως. Η ούτως εξαγοραζομένη προϋπηρεσία, ήτις δεν δύναται να υπερβαίνη τα 5 έτη, εξομοιούται προς χρόνον ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω και συνυπολογίζεται, τόσον δια την δημιουργίαν του δικαιώματος της συντάξεως, όσον και δια τον καθορισμόν του ποσού ταύτης, υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν έχει αναγνωρισθή ως συντάξιμος υπό ετέρου φορέως επικουρικής ασφαλίσεως. 2.Η εν τη προηγουμένη παρ. 1 αναγνώρισις και εξαγορά προϋπηρεσίας αποτελεί δικαίωμα του ησφαλισμένου, το οποίον ούτος δύναται να ασκήση εντός 3 ετών από της ισχύος του παρόντος. 3.Το προς εξαγοράν του χρόνου υπηρεσίας ποσόν κανονίζεται επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου δι’ αποφάσεως του Δ. Σ. του Ταμείου και ορίζεται δι’ έκαστον μήνα εις ποσοστόν 50% του μέσου όρου των βάσει του άρθρ. 2 παρ. α΄ του Α. Ν. 1606/39 μηνιαίων εισπράξεων του Ταμείου κατά το προηγούμενον της υποβολής της αιτήσεως δωδεκάμηνον, του ποσού των εισπράξεων τούτων Σελ. 1402,06(α) Τεύχος Ι-21 Σελ. 122 διαιρουμένου δια του κατά τον τελευταίον μήνα αριθμού των μετόχων του Ταμείου, καταβάλλεται δε, άνευ προσαυξήσεως μεν εντός έτους από της περί αναγνωρίσεως αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, μετά προσαυξήσεως δε 5% ετησίως από της λήξεως της προθεσμίας ταύτης και εις χρόνον ουχί μείζονα της τριετίας από της αναγνωρίσεως. 4.Κατά παρέκκλισιν των εν άρθρ. 3 του παρόντος περιοριστικώς αναφερομένων ασφαλιστικών περιπτώσεων ησφαλισμένοι του Ταμείου κατά την έννοιαν των διατάξεων του Νόμ. 794/4978, κεκτημένοι κατά την έναρξιν της ισχύος αυτού 15 ετών ασφαλιστέαν εν τω Ταμείω εργασίαν και έχοντες συμπληρώσει ή συμπληρούντες το 65ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων ή το 60όν προκειμένου περί θηλέων δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον απενεμήθη εις αυτούς σύνταξις παρά του Ταμείου Κυρίας Ασφαλίσεως, εις ην υπάγονται, και έχουν συμπληρώσει 3ετή πραγματικήν ασφάλισιν εις τον Κλάδον υπό τον όρον εξαγοράς του υπολειπομένου χρόνου της εν άρθρ. 3 παρ. 1 του παρόντος οριζομένης ως πραγματικής εν τω Κλάδω ασφαλιστέας εργασίας. Το προς εξαγοράν του χρόνου της εν τω Κλάδω ασφαλιστέας υπηρεσίας ποσόν κανονίζεται επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένη εντός της ως άνω τριετίας, δι’ αποφάσεως του Δ. Σ. του Ταμείου εις ποσοστόν 25% του μέσου μηνιαίου μερίσματος του προηγουμένου της υποβολής της αιτήσεως ημερολογιακού έτους δι’ έκαστον μήνα εξαγοραστέας ως πραγματικής εν τω Κλάδω εργασίας, και καταβάλλεται κατά τα εν τη προηγουμένη παρ. 3 οριζόμενα. «5α.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που έχουν πραγματοποιήσει κατά την έναρξη της ισχύος του Νόμ. 794/78 20 έτη ασφαλιστέα στο ταμείο εργασία ως μέτοχοι αυτού κατά την έννοια των διατάξεων του Α.Ν. 1606/39 έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους προκειμένου για άρρενες ή το 60ο προκειμένου για θήλεις, έχουν διακόψει οριστικά την άσκηση του επαγγέλματός τους για οποιονδήποτε λόγο και έχουν χάσει την ιδιότητα του μετόχου οποτεδήποτε μετά τη δημοσίευση του Νόμ. 794/78 δικαιούνται σύνταξης από τον Κλάδο εφόσον απονεμήθηκε σ’ αυτούς σύνταξη από το ταμείο Κύριας Ασφάλισης ανεξάρτητα από το χρόνο πραγματικής ασφάλισης στον Κλάδο με την προϋπόθεση της εξαγοράς του υπολειπόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση των κατά το άρθρ. 3 του παρόντος Δ/τος 5 ετών ασφαλίσεως στον Κλάδο. 39.Ν.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 189 β)Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου πριν από τη συνταξιοδότησή του με τις παραπάνω προϋποθέσεις έχουν δικαίωμα συνταξιοδότησης οι δικαιοδόχοι αυτού σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρ. 4 του Π. Δ. 983/79 με την προϋπόθεση της εξαγοράς του υπολειπόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση 5 ετών πραγματικής ασφάλισης στον κλάδο. γ)Το ποσό της εξαγοράς του χρόνου που απομένει μέχρι την συμπλήρωση πέντε ετών στην ασφάλιση του κλάδου ορίζεται με απόφαση του ΔΣ του Ταμείου σε ποσοστό 50% του μέσου μηνιαίου μερίσματος του προηγούμενου ημερολογιακού έτους από την υποβολή της αίτησης για κάθε μήνα εξαγοραζόμενης στον Κλάδο εργασίας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του Δ/τος αυτού. Το ποσό της εξαγοράς καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρ. 12 του Π.Δ. 983/79». Η παρ. 5, όπως ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 160/17-24 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Α΄ 64). «δ)Ο υπολογισμός της μηνιαίας σύνταξης των περιπτώσεων των εδαφ. α΄ και β΄ , διενεργείται με βάση το συνολικό ποσό των πόρων του κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης έτους 1982 όπως ορίζονται από το άρθρ. 4, εδάφ. α΄ του Νόμ. 794/78 και τον αριθμό των ασφαλισμένων του Ταμείου κατά την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 7 του Π. Δ/τος αυτού». «ε)Οι συντάξεις που καταβάλλονται από το Ταμείο, αναπροσαρμόζονται βάσει του συνολικού ποσού των πόρων του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης έτους 1982 όπως ορίζονται από το άρθρ. 4, εδάφ. α΄ του Νόμ. 794/78 και τον αριθμό των ασφαλισμένων του Ταμείου κατά την 31ην Δεκεμβρίου του ίδιου έτους». Οι περιπτ. δ΄ και ε΄ προστέθηκαν από το άρθρ. 1 Π. Δ. 594/20-31 Δεκ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 215). «6.Ησφαλισμένοι του Ταμείου συνταξιοδοτηθέντες ή συνταξιοδοτούμενοι εκ του Ταμείου Κυρίας Ασφαλίσεως λόγω κοινής νόσου ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας δικαιούνται συντάξεως εκ του Κλάδου εφ’ όσον εκέκτηντο κατά την έναρξιν ισχύος του Νόμ. 794/78 5ετή ασφαλιστέα εργασία εις το Ταμείο και έχουν συμπληρώσει 2ετή πραγματική ασφάλισιν εις τον Κλάδον». «7.Κατά τον υπολογισμό του συνολικού συνταξίμου χρόνου ασφαλιστέας εν τω Ταμείω εργασίας κλάσμα του έτους έξ τουλάχιστον μηνών λογίζεται ως πλήρες έτος, κλάσμα δε μικρότερο των έξ μηνών δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν». Οι παρ. 5, 6 και 7 προστέθηκαν από το άρθρ. 2 Π.Δ. 1059/14-20 Νοεμ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 267). 10. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Αριθ. 210/οικ. 2211 της 5 Σεπτ. /1 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 656) Αναπροσαρμογή των παρεχόμενων συντάξεων του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Πρόνοιας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών – Πειραιώς και Περιχώρων. 1.Οι παρεχόμενες από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Πρόνοιας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών – Πειραιώς και Περιχώρων συντάξεις, αυξάνονται κατά ποσοστό 12%. 2.Κατώτατο όριο της χορηγούμενης σύνταξης ορίζεται: Για τους άμεσους ασφαλισμένους το ποσό των 10.000 δρχ. και για τους δικαιούχους το ποσό των 6.000 δρχ. 3.Η ισχύς της απόφασης αυτής, αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.2.-Χρόνος επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου δια τας περιπτώσεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, είναι ο χρόνος, καθ’ ον πληρούνται άπασαι αι προϋποθέσεις δια την κτήσιν δικαιώματος συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος. Άρθρ.3.-1.δικαιούται συντάξεως εκ του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως του Ταμείου ο ησφαλισμένος ο δι’ οιανδήποτε αιτίαν διακόπτων την άσκησιν της ασφαλιστέας παρά τω Κλάδω τούτω εργασίας, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει δέκα πέντε τουλάχιστον ετών ασφαλιστέαν εν τω Ταμείω εργασίαν, εξ ων τουλάχιστον 5 έτη πραγματικής εν τω Κλάδω ασφαλίσεως από της ενάρξεως της ισχύος του Νόμ. 794/78 και απενεμήθη εις αυτόν σύνταξις παρά του Ταμείου της Κυρίας Ασφαλίσεως, εις ην υπάγεται, συντρέχει δε μία των κάτωθι περιπτώσεων: α)Συμπλήρωσις του 65ου έτους της ηλικίας προκειμένου περί άρρενος και του 60ού προκειμένου περί θήλεος και δι’ οιονδήποτε λόγον απώλεια της ιδιότητος του ησφαλισμένου. β)Η εις οιανδήποτε ηλικίαν διαρκούσης της ασφαλίσεως επέλευσις αναπηρίας λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος και η συνεπεία ταύτης διακοπή της ασκήσεως της παρά τω Ταμείω ασφαλιστέας εργασίας. «γ.Συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος από το φορέα της κυρίας ασφάλισης ή απονομή από αυτόν, σύνταξης στον ασφαλισμένο λόγω τριακονταπενταετίας». Η περίπτ. γ΄ προστέθηκε από το Π.Δ. 501/1014 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 177). 2.Εάν η αναπηρία οφείλεται εις ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, δεν απαιτείται η πλήρωσις των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου χρονικών προϋποθέσεων. 183 3.Ως σωματική ή πνευματική ανικανότης παρέχουσα δικαίωμα εις σύνταξιν λόγω αναπηρίας, κατά την έννοιαν του εδαφ. β΄ παρ. 1, νοείται εκείνη ένεκεν της οποίας ούτος αδυνατεί να ασκήση εφεξής οιασδήποτε φύσεως εργασίαν, διαπιστούται δε εκ της αποφάσεως δι’ ης απενεμήθη αυτώ σύνταξις παρά του οικείου Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως. 4.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου, εφ’ όσον κατά τον χρόνον του θανάτου του είχε συμπληρώσει ούτος τουλάχιστον δέκα πέντε ετών εν τω Ταμείω ασφαλιστέαν εργασίαν, εξ ων τουλάχιστον δύο έτη και έξ μήνας πραγματικήν εν τω Κλάδω Επικουρικής Ασφαλίσεως τοιαύτην, από της ενάρξεως της ισχύος του Νόμ. 794/78, οι δικαιοδόχοι τούτου δύναντια να δικαιωθώσι συντάξεως υπό τον όρον της εξαγοράς του υπολειπομένου χρόνου μέχρι συμπληρώσεως της πενταετούς πραγματικής της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ασφαλίσεως. Το ποσόν της εξαγοράς ορίζεται δι’ έκαστον μήνα εξαγοραστέας, κατά τα ανωτέρω, εργασίας εις ποσοστόν 50% της υπό του αποβιώσαντος ησφαλισμένου κατά το τελευταίον προ του θανάτου του δωδεκάμηνον, καταβληθείσης εις το Ταμείον μέσης μηνιαίας προμηθείας του (εισφοράς ) του άρθρ. 2 παρ. α΄ του Α.Ν. 1606/39. 5.Το ποσόν της εξαγοράς δέον να εξοφληθή δια μηνιαίων δόσεων εντόκως προς 5% ετησίως εντός πενταετίας το βραδύτερον από της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Άρθρ.4.-1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου υπό τας προϋποθέσεις και διακρίσεις του προηγουμένου άρθρου ή εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου δικαιούνται συντάξεως οι κάτωθι: α)Η χήρα σύζυγος ή ο χήρος σύζυγος, εφ’ όσον η συντήρησίς του εβάρυνε την θανούσαν και είναι άπορος και ανάπηρος ή συνεπλήρωσεν το 65ον έτος της ηλικίας του. Το δικαίωμα της συντάξεως ταύτης γεννάται δια τον σύζυγον ή την σύζυγον μόνον, εφ’ όσον ο γάμος ετελέσθη έν τουλάχιστον έτος προ της εκ της ασφαλίσεως εξόδου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εκτός εάν ο θάνατος επήλθε εκ βιαίου συμβάντος. β)Τα άγαμα τέκνα, γνήσια, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, επί ησφαλισμένης δε ή συνταξιούχου τα εξώγαμα τέκνα αυτής μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας των ή του 24ου εφ’ όσον συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Ανωτάτας ή Ανωτέρας Σχολάς καθώς και εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως. Τα ως άνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί ανικάνων προς πάσαν εργασίαν τέκνων. γ)Εις την σύνταξιν της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχει και η χήρα μήτηρ, εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άπορος και δεν έχει έτερον μέσον συντηρήσεως, συνετηρείτο δε μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου υπ’ αυτού. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα της μητρός παραμένει και αν εκλείψουν άπαντες οι λοιποί δικαιοδόχοι. δ)Ελλείψει χήρας ή χήρου συζύγου, τέκνων και χήρας μητρός ο χήρος πατήρ εφ’ όσον κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου έχει συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας του, άλλως από της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του, ή ανεξαρτήτως ηλικίας εάν είναι αποδεδειγμένως άπορος ή ανίκανος δια την άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. ε)Ελλείψει χήρας ή χήρου συζύγου, τέκνων και χήρας μητρός ή χήρου πατρός, αι άποροι και ανίκανοι προς πάσαν εργασίαν άγαμοι αδελφαί του θανόντος. 2.Η ύπαρξις της απορίας κρίνεται βάσει αποφάσεως του οικείου Νομάρχου εκδιδομένης συμφώνως τω άρθρ. 2 του Ν.Δ. 57/1973. 3.Αι χορηγούμεναι συντάξεις εις τους δικαιούχους κατανέμονται ως εξής: α)Η χήρα σύζυγος ή ο σύζυγος δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 6/10 της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο αποβιώσας σύζυγος. β)Εφ’ όσον συντρέχουσι και τέκνα δικαιούμενα συντάξεως προστίθεται εις την ανωτέρω σύνταξιν 1/10 δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι συμπληρώσεως ολοκλήρου της συντάξεως. Η σύνταξις επιμερίζεται κατά 1/2 εις την χήραν και το έτερον 1/2 εις τα τέκνα κατ’ ίσας μερίδας μεταξύ των. γ)Ορφανόν αμφοτέρων των γονέων ή ενός των γονέων αμφοτέρων ησφαλισμένων, δικαιούμενον συντάξεως, λαμβάνει σύνταξιν ίσην προς τα 6/10 της συντάξεως, ης εδικαιούτο λαμβάνειν ο ησφαλισμένος. Εφ’ όσον συντρέχουσι και άλλα ορφανά δικαιούμενα συντάξεως προστίθεται εις την ανωτέρω σύνταξιν 1/10 δι’ έκαστον τούτων. Η σύνταξις επιμερίζεται μεταξύ των ορφανών κατ’ ίσας μερίδας. δ)Εφ’ όσον συντρέχει και χήρα μήτηρ του ησφαλισμένου προστίθεται εις τας άνω συντάξεις και 1/10 εισέτι. Η σύνταξις επιμερίζεται κατά τα 2/10 εις την χήραν μητέρα του ησφαλισμένου, το δε υπόλοιπον εις ίσας μερίδας εφ’ όσον συντρέχουν πλείονα του ενός ορφανά. ε)Ο πατήρ δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 4/10 συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή θα ελάμβανε ο αποβιώσας ησφαλισμένος υιός του. στ)Η άγαμος αδελφή λαμβάνει σύνταξιν ίσην προς τα 4/10 της συντάξεως, ης εδικαιούτο ή ελάμβανε ο ησφαλισμένος. Εφ’ όσον συντρέχουσιν και άλλαι άγαμοι αδελφαί δικαιούμεναι συντάξεως προστίθεται εις την ανωτέρω σύνταξιν 1/10 δι’ εκάστην τούτων. Η σύνταξις επιμερίζεται μεταξύ των αδελφών κατ’ ίσας μερίδας. ζ)Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 5/10 της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο αποβιώσας ησφαλισμένος υιός της. 4.Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω προσώπων δικαιούται συντάξεως, ως δικαιοδόχος ησφαλισμένου, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως τυγχάνει αμέσως σφαλισμένον εις τον δια του παρόντος συνιστώμενον Κλάδον Επικουρικής Ασφαλίσεως. Αντί για τη σελ. 1402,03) Σελ. 1402,03(α) Τεύχος 1089 Σελ. 93 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 39.Ν.γ.9 184 Η ιδιότητς του ησφαλισμένου παρά τω δια του παρόντος συνιστωμένω Κλάδω Επικουρικής Ασφαλίσεως είναι ασυμβίβαστος προς την ιδιότητα του συνταξιούχου του Κλάδου τούτου μη παρέχουσα δικαίωμα εις σύνταξιν, κτωμένη δε καθ’ οιονδήποτε τρόπον μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως, επάγεται αυτοδικαίως την απώλειαν του εις σύνταξιν δικαιώματος ως και την οριστικήν διακοπήν της τυχόν απονεμηθείσης εν τω μεταξύ συντάξεως. 5.Εν ουδεμιά περιπτώσει το σύνολον της συντάξεως των δικαιιοδόχων δύναται να υπερβή την σύνταξιν, ην εδικαιούτο λαμβάνειν ο ησφαλισμένος ή ελάμβανεν ο συνταξιούχος. Άρθρ.5.-Μέτοχοι ησφαλισμένοι, πλείονες του ενός εκμεταλλευόμενοι από κοινού επιχείρησιν πρατηρίου πωλήσεως βενζίνης ή σταθμού αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας ή πετρελαιαντλίας δυνάμει αποφάσεως του Υπουργείου Συγκοινωνιών ή της αρμοδίας Νομαρχίας εκδιδομένης και ισχυούσης επ’ ονόματί των δικαιούνται άπαντες ομού μιας συντάξεως κατανεμομένης μεταξύ των κατά κεφαλάς, ανεξαρτήτως αντιθέτου προς την παρούσαν διάταξιν μεταξύ των συμφωνίας άλλως καθοριζούσης την συμμετοχήν των εις την εκμετάλλευσιν της από κοινού κατά τα ανωτέρω αδείας. Εν περιπτώσει επελεύσεως ασφαλιστικής τινος περιπτώσεως εν τω προσώπω ενός των ως άνω κοινωνών του αυτού δικαιώματος ησφαλισμένων μετόχων, το εις σύνταξιν δικαίωμα τούτο γεννάται υπέρ αυτού κατά την ως άνω αναλογίαν (κεφαλική μερίδα) υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις του άρθρ. 4 του παρόντος. Το αυτό θα συμβή και δι’ ένα έκαστον των λοιπών άμα τη επελεύσει και δι’ αυτούς ασφαλιστικής τινος περιπτώσεως. Εν προκειμένω το ποσόν της συντάξεως, ης δικαιούται έκαστος των κοινωνών, ορίζεται δι’ εκάστην περίπτωσιν εις το πηλίκον της διαιρέσεως του ποσού της κατά το άρθρ. 7 του παρόντος συντάξεως δια του αριθμού των κοινωνών κατά τον χρόνον εξόδου εκ της παρά τω Κλάδω ασφαλίσεως. 2.Μέτοχος ησφαλισμένος, εκμεταλλευόμενος επ’ ονόματί του δυνάμει αποφάσεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών ή της αρμοδίας Νομαρχίας πλείονα του ενός πρατήρια βενζίνης ή σταθμούς αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας, πετρελαιαντλίας ή και αμφοτέρων δικαιούται μιας μόνον συντάξεως. «3.α)Ασφαλισμένοι μέτοχοι, περισσότεροι από ένας, εκμεταλλευόμενοι ύστερα από άδεια λειτουργίας που έχει εκδοθεί νόμιμα στο ονομά τους, είτε σαν άτομα, είτε σαν μέλη οποιασδήποτε εταιρικής μορφής (ΕΠΕ, Ομόρυθμης Εταιρείας, Α.Ε. κ.α.), πρατήριο ή σταθμό αυτοκινήτων με αντλίες υγρών καυσίμων, δικαιούνται μία ολόκληρη σύνταξη ο καθένας, εφόσον οι ετήσιες εισφορές που καταβάλλει στο Ταμείο η επιχείρηση του πρατηρίου τους ή του Σταθμού Αυτοκινήτου τους είναι αναλογικά πολλαπλάσιες του αριθμού των ασφαλισμένων εκμεταλλευτών που περιλαμβάνονται στην άδεια λειτουργίας. Σελ. 1402,04(α) Τεύχος 1089 Σελ. 94 Η ετήσια αυτή εισφορά είναι ίση με το ποσό που προκύπτει κάθε χρόνο από την διαίρεση των ετήσιων πόρων του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως, όπως ορίζονται από το άρθρ. 4 εδάφ. α΄ του Νόμ. 794/1978 (Α΄ 116) με το συνολικό αριθμό των κατά την 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ασφαλισμένων μετόχων του Ταμείου. β)Ασφαλισμένοι μέτοχοι, της παραπάνω κατηγορίας, στην περίπτωση που η εισφορά τους σε ορισμένο οικονομικό έτος είναι μικρότερη της μέσης ετήσιας εισφοράς, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης περίπτωσης και επιθυμούν να δικαιωθούν μια ολόκληρη σύνταξη υποχρεούνται στην καταβολή συμπληρωματικής εισφοράς μέχρι του ποσού της μέσης ετήσιας εισφοράς μετά τη λήξη του οικονομικού αυτού έτους και μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από την έναρξη του επόμενου οικονομικού έτους, άλλως οι απαιτήσεις του Ταμείου κατά των υπόχρεων εισπράττονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 6 του Α.Ν. 1606/ (Α΄ 50) 39.Ν.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 185 γ)Σε περίπτωση που για ένα ή περισσότερα χρόνια από την ισχύ του Νόμ. 794/1978 (Α΄ 116) και μέχρι την δημοσίευση του παρόντος η εισφορά που καταβλήθηκε στο Ταμείο από την κοινή επιχείρηση πρατηρίου ή σταθμού αυτοκινήτων των παραπάνω ασφαλισμένων είναι μικρότερη της μέσης ετήσιας εισφοράς όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. α΄ τότε οι ενδιαφέρομενοι υποχρεούνται να συμπληρώσουν την εισφορά που έχουν καταβάλλει μέχρι του ποσού της μέσης ετήσιας εισφοράς, για να δικαιωθούν μία ολόκληρη σύνταξη. Το ποσό της διαφοράς μεταξύ της ετήσιας εισφοράς που καταβλήθηκε και της μέσης ετήσιας εισφοράς θα καταβάλλεται από τους υπόχρεους ασφαλισμένους είτε εφάπαξ, αν είναι κατώτερο των 30.000 δρχ. είτε σε ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις, που θα καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και οι οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις 36 ύστερα από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων, που πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου πριν την ολοσχερή εξόφληση του ποσού της εξαγοράς το υπολοιπόμενο ποσό που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό θα πρέπει να εξοφληθεί εφάπαξ μέσα σε 2 μήνες από την διακοπή της ασφαλιστικής σχέσης άλλως η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την 1η του επόμενου μήνα της εξόφλησης της οφειλής. δ)Οι ασφαλισμένοι μέτοχοι που θα υπαχθούν στις παραπάνω διατάξεις υπάγονται υποχρεωτικά και για τα εφεξής χρόνια. ε)Οι διατάξεις της περίπτ. α΄ και του πρώτου εδαφίου της περίπτ. γ΄ της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου. Η συμπληρωματική εισφορά που θα πρέπει να καταβληθεί από τους ως άνω συνταξιούχους για την αναγνώριση του προγενέστερου χρόνου θα υπολογιστεί με τη μέση ετήσια εισφορά του οικονομικού έτους 1988. Το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της ετήσιας εισφοράς που καταβλήθηκε και της μέσης ετήσιας εισφοράς που αντιστοιχεί στο έτος 1988 θα καταβληθεί εφάπαξ από τους ενδιαφερόμενους, άλλως δεν θα δικαιωθούν βοηθήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τους δικαιούχου αυτών, σε περίπτωση θανάτου του άμεσα συνταξιούχου». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρο μόνο Π.Δ. 400/14-16 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 173). Άρθρ.6.-1.Δικαιούται εις ανάληψιν των εισφορών του χρόνου πραγματικής εν τω Κλάδω ασφαλίσεως, ο εξερχόμενος της ασφαλίσεως και μη δικαιούμενος συντάξεως ησφαλισμένος οι δε δικαιοδόχοι αυτού κατά τα εν τοις προηγουμένοις άρθροις ποσοστά και μερίδας εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου: α)Ο εξερχόμενος της ασφαλίσεως λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του πρατηρίου ή του σταθμού του αυτοκινήτου μετά βενζιναντλίας ή πετρελαιαντλίας ή και αμφοτέρων ή λόγω διακοπής της λειτουργίας αυτού μη οφειλομένης εις την βούλησιν ή υπαιτιότητα αυτού, συνεπεία της οποίας απώλεσεν την ιδιότητα του μετόχου του Ταμείου. β)Ο καθιστάμενος ανάπηρος ησφαλισμένος συνεπεία ασθενείας ή βιαίου συμβάντος συνεπαγομένου διαρκή ανικανότητα προς πάσαν οιασδήποτε φύσεως εργασίαν. 2.Ως επιστρεπτέα και αναληπτέα κατά την προηγουμένην παράγραφον του παρόντος άρθρου εισφορά ορίζεται το 50% επί του συνόλου της υφ’ ενός εκάστου τούτων καταβληθείσης εις το Ταμείον κατά το άρθρ. 2 παρ. α΄ του Α.Ν. 1606/1939 προμηθείας (εισφοράς) κατά τον χρόνον της πραγματικής εν τω Κλάδω ασφαλίσεώς του και μέχρι της ημέρας της εξόδου του εκ της ασφαλίσεως άνευ δικαιώματος απολήψεως συντάξεως. Το ποσόν της επιστρεπτέας κατά τ’ ανωτέρω εισφοράς εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβαίνη το σύνολο του καταβληθέντος κατά την αυτήν χρονικήν περίοδον μερίσματος εις τον εξελθόντα της ασφαλίσεως του Κλάδου μέτοχον του Ταμείου. 3.Το ως άνω επιστρεπτέον ποσόν δύναται να καταβάλλεται εις τον δικαιούχον κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και κατά την κρίσιν αυτού, είτε εφ’ άπαξ είτε εις δόσεις, αναλόγως της οικονομικής και ταμειακής ευχερείας του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως. Εν ουδεμιά όμως περιπτώσει δύναται να καταβληθή τούτο εις χρόνον μείζονα των δύο ετών. (Μετά τη σελ. 1402,04(α) Σελ. 1402,041 Τεύχος 1089 Σελ. 95 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 39.Ν.γ.9 186 39.Ν.γ.9 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 187 4.Οι κατά το εδάφ. α΄ της παρ. Ι του παρόντος άρθρου ησφαλισμένοι, εφ’ όσον έχουν 10ετή ασφαλιστέαν εργασίαν εις το Ταμείον, εξ ης 5ετή τουλάχιστον πραγματικήν ασφάλισιν εις το Κλάδον δύνανται να συνεχίσουν προαιρετικώς την ασφάλισιν των εις τον Κλάδον κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως, καταβάλλοντες καθ’ έκαστον μήνα εισφοράν ίση προς το 50% του πηλίκου της διαιρέσεως των, κατά τον αντίστοιχον μήνα, εσόδων του Κλάδου δια του άριθμού των μετόχων αυτού. «5.Υπό τους όρους και περιορισμούς της παρ. 2 του παρόντος δικαιούνται επιστροφής εισφορών, αφ’ ης ίσχυσεν ο Νόμ. 794/1978 και δεν υπάγονται στην ασφάλιση του δια του Νόμου αυτού συσταθέντος Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως, αι επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως πρατηρίων υγρών καυσίμων ή σταθμών αυτοκινήτων μετ’ αντλιών παροχής υγρών καυσίμων αίτινες τυγχάνουν μέτοχοι του Ταμείου υπό την έννοιαν του άρθρ. 3 του Α.Ν. 1606/1939». Η παρ. 5 προστέθηκε από το άθρρ. Ι Π.Δ. 1059/14-20 Νοεμ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 267). Άρθρ.7.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω αναπηρίας και γήρατος υπολογίζεται επί τη βάσει των υπό του άρθρ. 4 εδάφ. α΄ του Νόμ. 794/1978 οριζομένων πόρων του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως κατά το προηγούμενον της εξόδου του ησφαλισμένου ημερολογιακόν έτος και αποτελεί το γινόμενον του κατά τ’ ανωτέρω ποσού των ετησίων πόρων του Κλάδου, διηρημένου δια του συνολικού αριθμού των κατά την 31 Δεκεμβρίου του προηγουμένου τούτου ημερολογιακού έτους ησφαλισμένων επί τον αριθμόν των συνταξίμων ετών του εξερχομένου ησφαλισμένου επί τον σταθερόν συντελεστήν 7‰ 2.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω αναπηρίας εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατώτερον της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος εξερχόμενος λόγω γήρατος με δεκαπενταετή συντάξιμον υπηρεσίαν. «3.Στους συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλονται, πέραν της χορηγούμενης σ’ αυτούς μηνιαίας σύνταξης, χρηματικά επιδόματα που είναι ίσα με το ποσό μιας μηνιαίας σύνταξης ως δώρο εορτών Χριστουγέννων-Νέου Έτους και με το ποσό μισής σύνταξης, ως δώρο Πάσχα και επίδομα θερινών διακοπών. Το ποσό του επιδόματος των θερινών διακοπών καταβάλλεται μαζί με το ποσό της σύνταξης του μηνός Ιουλίου κάθε έτους και μόνο στους δικαιούμενους σύνταξης κατά τον μήνα αυτό». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρο μόνο Π.Δ. 121/15-20 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ α΄ 68). Άρθρ.8.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν συντάξεως ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή ο καταδικασθείς δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επί κακουργήματι ή πλημμελήματι συνεπαγομένω τας υπό των άρθρ. 59, 60 και 61 του Ποινικού Νόμου προβλεπομένας παρεπομένας ποινάς. Εάν όμως υπάρχωσι μέλη οικογενείας εκ των εν άρθρ. 4 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο εις περίπτωσιν θανάτου του εξ ου έλκουσι το δικαίωμα ησφαλισμένου. 2.Εκπίπτουν του δικαιώματος εις σύνταξιν τα κατά το άρθρ. 4 του παρόντος, μέλη οικογενείας εάν κατεδικάσθησαν δι’ αμετακλήτου αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου δια πράξιν, ης συνέπεια υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου, εξ ου έλκουσι το δικαίωμα. Ειδικώς ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα, αύτη εκπίπτει του δικαιώματος εις σύνταξιν, εάν εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.