← Ελλάδα

22. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2102 της 2/2 Δεκ. 1992 (ΦΕΚ Α΄193) Κύρωση Διεθνούς Σύμβασης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών. ΄Αρθρο πρώτο.- Κυρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει τη Διεθνή Σύμβαση για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία αποσκοπεί στην άμεση επιστροφή παιδιών που έχουν μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παράνομα και στην προστασία των δικαιωμάτων επιμέλειας και επικοινωνίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
22. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2102 της 2/2 Δεκ. 1992 (ΦΕΚ Α΄193) Κύρωση Διεθνούς Σύμβασης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών. ΄Αρθρο πρώτο.- Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, που υπογράφηκε στη Χάγη στις 25 Οκτ. 1980 με τις εξής δηλώσεις: 1.Σύμφωνα με το άρθρ. 42 της σύμβασης η Ελλάδα δηλώνει ότι δεν δεσμεύεται για την πληρωμή των εξόδων, που προβλέπονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρ. 26 και συνδέονται με σύμπραξη δικηγόρου ή νομικού συμβούλου ή για τα δικαστικά έξοδα παρά μόνο κατά το μέτρο που αυτά τα έξοδα αφορούν περιπτώσεις, δωρεάν δικαστικής ή νομικής συνδρομής. 2.Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρ. 6 επ. ως Κεντρική Αρχή ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης. 3.Η αρμοδιότητα για τη διενέργεια των δικαστικών πράξεων και τη διεξαγωγή των δικών επ’ ονόματι ή για λογαριασμό της Κεντρικής Αρχής και των προσώπων ή υπηρεσιών που δικαιούνται κατά τους όρους της σύμβασης να ζητήσουν την επιστροφή του παιδιού ή κρίνονται απαραίτητες για την επίτευξη του σκοπού της σύμβασης ανατίθεται στα κατά τόπους αρμόδια Γραφεία Νομικού Συμβούλου ή Δικαστικά Γραφεία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ΄Οπου δεν λειτουργούν τέτοια γραφεία η αρμοδιότητα αυτή ανατίθεται σε δικηγόρο του Δημοσίου με εντολή του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 4.Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναλαμβάνουν μέσω των ιδρυμάτων τους και ύστερα από σχετική παραγγελία του κατά τόπον αρμόδιον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών την προσωρινή φύλαξη του εντοπιζόμενου και θεωρούμενου ως παρανόμως μετακινούμενου ή κατακρατούμενου κατά τους όρους της σύμβασης παιδιού μέχρι την επιστροφή του στον αναγνωριζόμενο δικαιούχο. Το κείμενο της σύμβασης στο πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΠΑΓΩΓΗΣ ΠΑΙΔΙΩΝ Τα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση, Πιστεύοντας βαθειά ότι το συμφέρον του παιδιού είναι πρωταρχικής σημασίας για κάθε ζήτημα με την επιμέλειά του, Επιθυμώντας να προστατεύσουν διεθνώς το παιδί κατά των επιβλαβών συνεπειών της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησής του και να δημιουργήσουν διαδικασίες που αποβλέπουν στο να διασφαλίζουν την άμεση επιστροφή του παιδιού στο Κράτος της συνήθους διαμονής του, καθώς και την προστασία του δικαιώματος επικοινωνίας. (Αντί για τη σελ. 48,223) Σελ. 48,223(α) Τεύχος 1316 Σελ. 27 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 1.Γ.δ.22 Αποφάσισαν τη σύναψη Σύμβασης γι’ αυτόν το σκοπό και συμφώνησαν στις παρακάτω διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΄Αρθρ.9.-Εφόσον η Κεντρική Αρχή που λαμβάνει την αίτηση, σύμφωνα με το άρθρ. 8, έχει λόγους να πιστεύει ότι το παιδί βρίσκεται σε άλλο Συμβαλλό μενο Κράτος, διαβιβάζει την αίτηση απευθείας και χωρίς καθυστέρηση στην Κεντρική Αρχή του Συμβαλλόμενου αυτού Κράτους και πληροφορεί σχετικά την Κεντρική Αρχή από την οποία προέρχεται η αίτηση, ή, ενδεχομένως τον αιτούντα. ΄Αρθρ.10.-Η Κεντρική Αρχή του Κράτους όπου βρίσκεται το παιδί λαμβάνει ή προκαλεί τη λήψη κάθε μέτρου ικανού να εξασφαλίσει την εκούσια απόδοσή του. ΄Αρθρ.11.-Οι διοικητικές αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών οφείλουν να εφαρμόζουν τις διαδικασίες επείγοντος χαρακτήρος για την επιστροφή του παιδιού. Αν η δικαστική ή διοικητική αρχή που έχει επιληφθεί δεν έχει αποφασίσει εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την έναρξη της διαδικασίας, ο αιτών ή η Κεντρική Αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος Κεντρικής Αρχής του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση, να ζητήσουν επίσημη έκθεση για τους λόγους αυτής της καθυστέρησης. Την απάντηση που θα λάβει η Κεντρική Αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να τη διαβιβάσει στην Κεντρική Αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση ή, ενδεχομένως, στον αιτούντα. ΄Αρθρ.12.-Εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα κατά την έννοια του άρθρ. 3 και από τη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του. Ακόμη κι αν η δικαστική ή διοικητική αρχή επιλήφθηκε μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος ενός έτους, που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, οφείλει ομοίως να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοσθεί στο νέο του περιβάλλον. Εφόσον η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έχει λόγους να πιστεύει ότι το παιδί έχει μεταφερθεί σε άλλο Κράτος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ή να απορρίψει την αίτηση επιστροφής του παδιού. ΄Αρθρ.13.-Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει: α) ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτήν ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή (Μετά τη σελ. 48,224) Σελ. 48,225 Τεύχος ΙΙ69-Σελ.25 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 1.Γ.δ.22 β)ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση. Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητά που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού που παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη αρμόδια υπηρεσία του Κράτους της συνήθους διαμονής του. ΄Αρθρ.14.-Για να διαπιστώσει την ύπαρξη μιας παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης κατά την έννοια του άρθρ. 3, η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορούν να λαμβάνουν υπόψη απευθείας το δίκαιο και τις δικαστικές ή διοικητικές αποφάσεις που αναγνωρίζονται επίσημα ή όχι στο Κράτος της συνήθους διαμονής του παιδιού, χωρίς να γίνεται προσφυγή στις ειδικές διαδικασίες, οι οποίες ακολουθούνται αλλιώς για την απόδειξη αυτού του δικαίου ή για την αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων. ΄Αρθρ.15.-Οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, πριν διατάξουν την επιστροφή του παιδιού, μπορούν να ζητήσουν από τον αιτούντα να προσκομίσει μια απόφαση ή ένα πιστοποιητικό των αρχών του Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού, με το οποίο διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση ήταν παράνομες κατά την έννοια του άρθρ. 3 της Σύμβασης, εφόσον αυτή η απόφαση ή αυτό το πιστοποιητικό μπορούν να αποκτηθούν στο Κράτος αυτό. Οι Κεντρικές Αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών παρέχουν, στο μέτρο του δυνατού , συνδρομή στον αιτούντα για να αποκτήσει την απόφαση ή το πιστοποιητικό αυτό. ΄Αρθρ.16.-Αφότου τους γνωστοποιηθεί η παράνομη μετακίνηση ενός παιδιού ή η κατακράτησή του κατά το άρθ. 3, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους, όπου το παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε, δεν μπορούν να κρίνουν επί του κυρίου θέματος του δικαιώματος της επιμέλειας, μέχρι να διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση επιστροφής του παιδιού κατά την παρούσα Σύμβαση ή μέχρι να διαρρεύσει εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς να υπάρξει αίτηση εφαρμογής της Σύμβασης. Σελ. 48,226 Τεύχος 1169- Σελ.26 Άρθρ.17.Μόνο το γεγονός ότι μια απόφαση σχετική με την επιμέλεια εκδόθηκε ή μπορεί να αναγνωρισθεί στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση να επιστραφεί το παιδί στα πλαίσια της Σύμβασης αυτής, αλλά οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του Κράτους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορούν να λάβουν υπόψη το αιτιολογικό αυτής της απόφασης κατά την εφαρμογή της Σύμβασης. ΄Αρθρ.1.-Η παρούσα Σύμβαση έχει ως σκοπό : α)να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, β) να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. ΄Αρθρ.18.-Οι διατάξεις αυτού του κεφαλαίου δεν περιορίζουν την εξουσία της δικαστικής ή διοικητικής αρχής να διατάξει την επιστροφή του παιδιού σε οποιονδήποτε χρόνο. ΄Αρθρ.19.-Απόφαση για την επιστροφή του παιδιού, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Σύμβασης, δεν θίγει το κύριο θέμα του δικαιώματος επιμέλειας. ΄Αρθρ.20.-Η επιστροφή του παιδιού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 12, μπορεί να απορριφθεί, εφόσον αυτή δεν επιτρέπεται από τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, οι οποίες αναφέρονται στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΄Αρθρ.21.-Αίτηση που αποσκοπεί στην οργάνωση ή την προστασία της ουσιαστικής άσκησης ενός δικαιώματος επικοινωνίας μπορεί να απευθύνεται προς την Κεντρική Αρχή Συμβαλλόμενου Κράτους κατά τον ίδιο τρόπο όπως η αίτηση επιστροφής του παιδιού. Οι Κεντρικές Αρχές δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρ. 7 για να εξασφαλίσουν την αδιατάρακτη άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας και την πραγματοποίηση κάθε όρου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος αυτού και για να άρουν στο μέτρο του δυνατού κάθε εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος αυτού. Οι Κεντρικές Αρχές μπορούν, είτε απευθείας είτε μέσω ενδιάμεσων οργάνων, να κινούν ή προωθούν νόμιμες διαδικασίες για να οργανώσουν ή προστατεύσουν το δικαίωμα επικοινωνίας και τους όρους στους οποίους υπόκειται η άσκηση του δικαιώματος αυτού. 1.Γ.δ.22 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ΚΕΦΑΛΑΙΟ V – ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρ.22.–Καμιά εγγυοδοσία ή κατάθεση, με οποιαδήποτε ονομασία, δεν μπορεί να επιβληθεί για να διασφαλίσει την πληρωμή των εξόδων και δαπανών στο πλαίσιο των δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών που προβλέπονται από τη Σύμβαση. Άρθρ.23.–Καμιά επικύρωση ή παρόμοια διατύπωση δεν απαιτείται στο πλαίσιο αυτής της Σύμβασης. Άρθρ.24.–Κάθε αίτηση, κοινοποίηση ή άλλο έγγραφο διαβιβάζονται στην Κεντρική Αρχή του Κράτους, προς το οποίο απευθύνεται ή αίτηση, στη γλώσσα του πρωτοτύπου και συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες αυτού του Κράτους ή, εφόσον η μετάφραση αυτή είναι δύσκολο να γίνει, από μετάφραση στη γαλλική ή αγγλική. Πάντως ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάνοντας χρήση της επιφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρ.42, μπορεί να εναντιωθεί στη χρήση ή της γαλλικής ή της αγγλικής γλώσσας σε κάθε αίτηση, κοινοποίηση ή άλλο έγγραφο που απευθύνεται στην Κεντρική του Αρχή. Άρθρ.25.–Οι υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και τα πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σ΄ αυτό το Κράτος, έχουν, για ό,τι αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης, δικαίωμα νομικής και δικαστικής αρωγής σε κάθε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σαν να ήταν οι ίδιοι υπήκοοι αυτού του άλλου Κράτους ή είχαν εκεί τη συνήθη διαμονή τους. Άρθρ.26.–Κάθε Κεντρική Αρχή αναλαμβάνει τα έξοδά της, που αφορούν την εφαρμογή της Σύμβασης. Η Κεντρική Αρχή και οι άλλες δημόσιες υπηρεσίες των Συμβαλλόμενων Κρατών δεν καταλογίζουν κανένα έξοδο σε σχέση με τις αιτήσεις που υποβάλλονται κατ΄ εφαρμογή της Σύμβασης. Ιδίως δεν μπορούν να απαιτήσουν από τον αιτούντα την πληρωμή των εξόδων και δαπανών της δίκης ή ενδεχομένως των εξόδων που προκύπτουν από τη σύμπραξη δικηγόρου. Εν τούτοις μπορούν να ζητήσουν την πληρωμή των δαπανών που προκλήθηκαν ή που θα μπορούσαν να προκληθούν από τις ενέργειες που συνδέονται με την επιστροφή του παιδιού. Εν τούτοις ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κάνοντας χρήση της επιφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρ.42, να δηλώσει ότι δεν δεσμεύεται για την πληρωμή των εξόδων που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο και συνδέονται με τη σύμπραξη δικηγόρου ή νομικού συμβούλου ή για τα δικαστικά έξοδα, παρά μόνο κατά το μέτρο που αυτά τα έξοδα μπορούν να καλυφθούν από το σύστημά του που αφορά τη δωρεάν δικαστική και νομική συνδρομή. Διατάσσοντας την επιστροφή του παιδιού ή αποφασίζοντας επί του δικαιώματος επικοινωνίας στο πλαίσιο της Σύμβασης, η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί ενδεχομένως να καταλογίσει σε βάρος του προσώπου που μετακίνησε ή κατακράτησε το παιδί ή παρεμπόδισε την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, την πληρωμή όλων των αναγκαίων εξόδων που καταβλήθηκαν, από τον αιτούντα ή στο όνομά του, ιδίως τα έξοδα ταξιδίου, τα έξοδα δικαστικής πληρεξουσιότητας και εκπροσώπησης του αιτούντος, τα έξοδα επιστροφής του παιδιού, καθώς και όλα τα έξοδα και δαπάνες που έγιναν για να εντοπισθεί το παιδί. ΄Αρθρ.2.-Τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να διασφαλίσουν, εντός των εδαφικών τους ορίων, την πραγματοποίηση των σκοπών της Σύμβασης. Για το σκοπό αυτόν θα χρησιμοποιούν τις διαδικασίες επείγοντος χαρακτήρος που διαθέτουν. Άρθρ.27.–Εφόσον είναι προφανές ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τη Σύμβαση προϋποθέσεις ή ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, μια Κεντρική Αρχή δεν δεσμεύεται να κάνει δεκτή μια τέτοια αίτηση. Στην περίπτωση αυτήν, η Κεντρική Αρχή οφείλει να γνωστοποιήσει αμέσως τους λόγους της στον αιτούντα ή, ενδεχομένως, στην Κεντρική Αρχή που διαβίβασε την αίτηση. Άρθρ.28.–Μια Κεντρική Αρχή μπορεί να απαιτήσει η αίτηση να συνοδεύεται από γραπτή εξουσιοδότηση με την οποία της παρέχεται η εξουσία να ενεργεί για λογαριασμό του αιτούντος ή να ορίζει πληρεξούσιο που να ενεργεί στο όνομά του. Άρθρ.29.–Η Σύμβαση δεν αποκλείει τη δυνατότητα για το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή την οργάνωση, που ισχυρίζονται ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας ή επικοινωνίας κατά την έννοια των άρθρ.3 και 21, να απευθυνθούν απευθείας στις δικαστικές ή διοικητικές αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών κατ’ εφαρμογή ή όχι των διατάξεων της Σύμβασης. Άρθρ.30.–Κάθε αίτηση, που υποβάλλεται στην Κεντρική Αρχή ή απευθείας στις δικαστικές ή διοικητικές αρχές ενός Συμβαλλόμενου Κράτους κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και κάθε έγγραφο ή άλλη κοινοποίηση, που επισυνάπτονται στην αίτηση ή διαβιβάζονται από μια Κεντρική Αρχή, γίνονται δεκτά ενώπιον των δικαστηρίων ή των διοικητικών αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών. Άρθρ.31.–Όταν πρόκειται για ένα Κράτος που έχει για το θέμα της επιμέλειας των παιδιών δύο ή περισσότερα νομικά συστήματα που εφαρμόζονται σε διάφορες εδαφικές ενότητες: α)κάθε αναφορά στη συνήθη διαμονή στο Κράτος αυτό αφορά τη συνήθη διαμονή σε μια εδαφική ενότητα αυτού του Κράτους, β)κάθε αναφορά στο δίκαιο του Κράτους της συνήθους διαμονής αφορά το δίκαιο της εδαφικής ενότητας, εντός της οποίας έχει το παιδί τη συνήθη διαμονή του. Άρθρ.32.–Όταν πρόκειται για ένα Κράτος που έχει για το θέμα της επιμέλειας των παιδιών δύο ή περισσότερα νομικά συστήματα που εφαρμόζονται σε διάφορες κατηγορίες προσώπων, κάθε αναφορά στο δίκαιο του Κράτους αυτού αφορά το νομικό σύστημα που ορίζεται από το δίκαιο αυτού του Κράτους. (Μετά τη σελ.48,226) Σελ. 48,227 Τεύχος 1169-Σελ.27 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 1.Γ.δ.22 Άρθρ.33.–Ένα Κράτος, εντός του οποίου διάφορες ενότητες έχουν τους δικούς τους νομικούς κανόνες σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών, δεν υποχρεούται να εφαρμόσει τη Σύμβαση στην περίπτωση που ένα Κράτος με ενιαίο νομικό σύστημα δεν θα ήταν υποχρεωμένο να την εφαρμόσει. Άρθρ.34.–Η Σύμβαση αυτή υπερισχύει, στα θέματα επί των οποίων εφαρμόζεται, της Σύμβασης της 5 Οκτ. 1961 που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία των Οργάνων και το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα προστασίας ανηλίκων, ως προς τις σχέσεις μεταξύ των Κρατών μελών και στις δύο Συμβάσεις. Εξάλλου η παρούσα Σύμβαση δεν εμποδίζει την επίκληση ενός άλλου διεθνούς κειμένου που δεσμεύει το Κράτος προέλευσης και το Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή την επίκλυση του μη συμβατικού δικαίου του τελευταίου αυτού Κράτους για να επιτευχθεί η επιστροφή του παιδιού που μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα ή για να οργανωθεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Άρθρ.35.–Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών παρά μόνο στις παράνομες απαγωγές και κατακρατήσεις, που έγιναν μετά τη θέση της σε ισχύ στα Κράτη αυτά. Εάν έχει γίνει μια δήλωση σύμφωνα με τα άρθρ.39 ή 40, η αναφορά σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος που γίνεται στην προγούμενη παράγραφο λαμβάνεται ως αναφορά στην εδαφική ενότητα ή στις εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση. ΄Αρθρ.3.-Η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες: α)εφόσον έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β)το δικαίωμα αυτό ησκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Το δικαίωμα επιμέλειας που αναφέρεται στην περιπτ. α) μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από το νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους. Άρθρ.36.–Η Σύμβαση αυτή δεν εμποδίζει δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Κράτη να συμφωνήσουν μεταξύ τους, προς το σκοπό να μειώσουν τους περιορισμούς στους οποίους μπορεί να υπόκειται η επιστροφή του παιδιού, την εξαίρεση εκείνων των διατάξεων της Σύμβασης που μπορούν να προκαλέσουν τέτοιους περιορισμούς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ – ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρ.37.–Η Σύμβαση είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη που ήταν μέλη της Συνδιάσκεψης της Χάγης του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου κατά τη Δέκατη Τέταρτη Σύνοδό της. Θα επικυρωθεί, θα γίνει αποδεκτή ή θα εγκριθεί και τα έγγραφα της επικύρωσης, της αποδοχής ή της έγκρισης θα κατατεθούν στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Άρθρ.38.-Κάθε Κράτος μπορεί να προσχωρήσει στη Σύμβαση. Το έγγραφο της προσχώρησης θα κατατεθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Σελ. 48,228 Τεύχος 1169-Σελ.28 Η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ στο Κράτος που προσχωρεί την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά την κατάθεση του εγγράφου προσχώρησης. Η προσχώρηση δεν έχει αποτελέσματα παρά μόνο στις σχέσεις μεταξύ του προσχωρούντος Κράτους και των Συμβαλλόμενων Κρατών που δηλώνουν ότι αποδέχονται αυτήν την προσχώρηση. Μια τέτοια δήλωση πρέπει επίσης να γίνει από κάθε Κράτος που επικυρώνει, αποδέχεται ή εγκρίνει τη Σύμβαση μετά την προσχώρηση. Η δήλωση αυτή θα κατατεθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Το Υπουργείο αυτό θα αποστείλει δια της διπλωματικής οδού επικυρωμένο αντίγραφο σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ, μεταξύ του προσχωρούντος Κράτους και του Κράτους που δήλωσε ότι αποδέχεται αυτήν την προσχώρηση, την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά την κατάθεση της δήλωσης αποδοχής. Άρθρ.39.–Κάθε Κράτος, κατά το χρόνο της υπογραφής, της επικύρωσης, της αποδοχής, της έγκρισης ή της προσχώρησης, μπορεί να δηλώσει ότι η Σύμβαση εκτείνεται στο σύνολο των εδαφών που εκπροσωπεί επί διεθνούς πεδίου ή σε ένα ή περισσότερα από τα εδάφη αυτά. Η δήλωση αυτή επιφέρει αποτελέσματα από το χρονικό σημείο όπου η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ γι’ αυτό το Κράτος. Η δήλωση αυτή, καθώς και κάθε μεταγενέστερη επέκταση γνωστοποιούνται στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. 1.Γ.δ.22 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ΄Αρθρ.40.–Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες εδαφικές ενότητες εντός των οποίων εφαρμόζονται διάφορα νομικά συστήματα για τα θέματα που ρυθμίζονται από τη Σύμβαση αυτή, μπορεί, κατά το χρόνο της υπογραφής, της επικύρωσης, της αποδοχής, της έγκρισης ή της προσχώρησης, να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις εδαφικές ενότητές του ή μόνο σε μια ή περισσότερες από αυτές και μπορεί κατά πάντα χρόνο να μεταβάλει αυτήν τη δήλωση, κάνοντας μια νέα δήλωση. Οι δηλώσεις αυτές γνωστοποιούνται στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και αναφέρουν ρητώς τις εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση. Άρθρ.41.–Όταν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος έχει σύστημα διακυβέρνησης κατά το οποίο η εκτελεστική, η δικαστική και η νομοθετική εξουσία κατανέμονται μεταξύ μιας Κεντρικής Αρχής και άλλων αρχών αυτού του Κράτους, η υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή και έγκριση της Σύμβασης ή η προσχώρηση στη Σύμβαση ή μια δήλωση που γίνεται κατά το άρθρ.40 δεν επιφέρουν κανένα αποτέλεσμα ως προς την εσωτερική κατανομή των εξουσιών εντός του Κράτους αυτού. Άρθρ.42.–Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, το αργότερο κατά το χρόνο της επικύρωσης, της αποδοχής, της έγκρισης ή της προσχώρησης, ή κατά το χρόνο της δήλωσης που γίνεται κατά τα άρθρ.39 ή 40, να κάνει χρήση είτε της μιας είτε και των δύο επιφυλάξεων που προβλέπονται στα άρθρ.24 και 26 παρ.3. Καμιά άλλη επιφύλαξη δεν γίνεται δεκτή. Κάθε Κράτος μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλέσει μια επιφύλαξη που είχε κάνει. Η ανάκληση αυτή γνωστοποιείται στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Τα αποτελέσματα της επιφύλαξης παύουν την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά τη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο. Άρθρ.43.–Η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά την κατάθεση του τρίτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή προσχώρησης που προβλέπονται από τα άρθρ.37 και 38. Στη συνέχεια η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ: 1.για κάθε Κράτος που επικυρώνει, αποδέχεται, εγκρίνει ή προσχωρεί μεταγενεστέρως, την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά την κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησής του, 2.για τα εδάφη ή τις εδαφικές ενότητες, όπου η Σύμβαση εκτείνει την εφαρμογή της συμφώνως προς τα άρθρ.39 ή 40, την πρώτη ημέρα του τρίτου ημερολογιακού μήνα μετά τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στα άρθρα αυτά. Άρθρ.44.–Η Σύμβαση έχει διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ συμφώνως προς το άρθρ.43 παρ.1, ακόμη και για τα Κράτη τα οποία θα την επικυρώσουν, αποδεχθούν, εγκρίνουν ή θα προσχωρήσουν σ’ αυτή μεταγενεστέρως. Η Σύμβαση ανανεώνεται σιωπηρώς ανά πενταετία, εκτός εάν υπάρξει καταγγελία. Η καταγγελία γνωστοποιείται τουλάχιστον έξι μήνες πριν την πάροδο της προθεσμίας των πέντε ετών στο Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Η καταγγελία μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα εδάφη ή εδαφικές ενότητες επί των οποίων εφαρμόζεται η Σύμβαση. Η καταγγελία δεν επιφέρει αποτελέσματα παρά μόνο απέναντι στο Κράτος που τη γνωστοποίησε. Η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ για τα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. Άρθρ.45.–Το Υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών γνωστοποιεί στα Κράτη μέλη της Συνδιάσκεψης, καθώς και στα Κράτη που προσχώρησαν στη Σύμβαση συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρ.38: 1.τις υπογραφές, επικυρώσεις, αποδοχές και εγκρίσεις που προβλέπονται στο άρθρ.37, 2.τις προσχωρήσεις που προβλέπονται στο ΄Αρθρ.4-Η Σύμβαση εφαρμόζεται για κάθε παιδί το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε Συμβαλλόμενο Κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας. Η εφαρμογή της Σύμβασης παύει όταν το παιδί αποκτήσει την ηλικία των 16 ετών. άρθρ.38, 3.τη χρονολογία, κατά την οποία η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρ.43, 4.τις επεκτάσεις που προβλέπονται στο άρθρ.39 5.τις δηλώσεις που αναφέρονται στα άρθρ. 38 και 40, 6.τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στα άρθρ. 24 και 26 παρ.3 και την ανάκληση των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο άρθρ.42, 7.τις καταγγελίες που προβλέπονται στο άρθρ.44. Για να πιστοποιηθούν τα παραπάνω οι υπογράφοντες δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση. Καταρτίσθηκε στη Χάγη στις 25 Οκτ. 1980, σε δύο κείμενα στη γαλλική και αγγλική γλώσσα, που είναι ισοδύναμα, σε ένα πρωτότυπο που κατατέθηκε στα αρχεία της Κυβέρνησης του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, επικυρωμένο αντίγραφο του οποίου θα επιδοθεί δια της διπλωματικής οδού σε κάθε Κράτος που ήταν μέλος της Συνδιάσκεψης της Χάγης του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου κατά τη Δεκάτη Τετάρτη Σύνοδό της. Άρθρο δεύτερο.–Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της δε κυρουμένης Σύμβασης από την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρ.43 αυτής. Με την Φ.0546/13/ΑΣ 276/28 Μαΐου - 14 Ιουν. 1993 (ΦΕΚ Α΄91) ανακοίνωση του Υπ. Εξωτερικών η παραπάνω σύμβαση τέθηκε σε ισχύ, ως προς την Χώρα μας, από την 1 η Ιουν. 1993. (Αντί για τη σελ.48,229) Σελ. 48,229(α) Τεύχος 1316 Σελ. 29 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 1.Γ.δ.22 ΄Αρθρ.5.-Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α)το « δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του. β)το «δικαίωμα επικοινωνίας» περιλαμβάνει το δικαίωμα να μεταφέρει κάποιος το παιδί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Σελ. 48,224(α) Τεύχος 1316 Σελ. 28 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ – ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΄Αρθρ.6.-Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος υποδεικνύει μία Κεντρική Αρχή επιφορτισμένη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τη Σύμβαση. Ομοσπονδιακά Κράτη, Κράτη στα οποία ισχύουν περισσότερα νομικά συστήματα, ή Κράτη τα οποία έχουν αυτόνομες εδαφικές ενότητες, είναι ελεύθερα να υποδείξουν περισσότερες από μία Κεντρική Αρχή και να προσδιορίσουν την εδαφική έκταση και τις εξουσίες κάθε μιας από τις Αρχές αυτές. Το Κράτος που κάνει χρήση αυτής της ευχέρειας υποδεικνύει την Κεντρική Αρχή προς την οποία θα απευθύνονται οι αιτήσεις προς το σκοπό της διαβίβασής τους στην αρμόδια Κεντρική Αρχή εντός αυτού του Κράτους. ΄Αρθρ.7.-Οι Κεντρικές Αρχές οφείλουν να συνεργάζονται μεταξύ τους και να προωθούν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών στα αντίστοιχα Κράτη για την εξασφάλιση της άμεσης επιστροφής των παιδιών και την πραγματοποίηση των άλλων σκοπών της παρούσας Σύμβασης. Ειδικότερα, είτε απευθείας είτε με τη συνδρομή κάθε ενδιάμεσου οργάνου, οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα: α)για να εντοπίζουν ένα παιδί που μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα, β)για να προλαμβάνουν νέους κινδύνους για το παιδί ή βλάβες στους ενδιαφερομένους, λαμβάνοντας ή προκαλώντας τη λήψη προσωρινών μέτρων, γ)για να εξασφαλίζουν την εκούσια απόδοση του παιδιού ή να διευκολύνουν μια συμβιβαστική λύση, δ) για να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικές με την κοινωνική κατάσταση του παιδιού, εφόσον αυτό είναι χρήσιμο, 1.Γ.δ.22 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ε)για να παρέχουν γενικές πληροφορίες που αφορούν το εθνικό τους δίκαιο σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης, στ)για να αρχίζουν ή να διευκολύνουν την έναρξη δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας με σκοπό να επιτύχουν την επιστροφή του παιδιού, και, αν υπάρχει ανάγκη, να καταστήσουν δυνατή την οργάνωση ή την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας. ζ)για να παρέχουν ή, κατά τις περιστάσεις, να διευκολύνουν την παροχή νομικής και δικαστικής αρωγής, συμπεριλαμβανομένης και της χρησιμοποιήσεως δικηγόρου ή νομικού συμβούλου, η)για να εξασφαλίζουν σε διοικητικό επίπεδο, εάν είναι αναγκαίο και σκόπιμο, την ακίνδυνη επιστροφή του παιδιού, θ)για να τηρούνται αμοιβαίως ενήμερες για τη λειτουργία της Σύμβασης και, στο μέτρο του δυνατού, να αίρουν τα εμπόδια που ενδεχομένως συναντώνται κατά την εφαρμογή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΄Αρθρ.8.-Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση, που ισχυρίζονται ότι ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, μπορούν να απευθυνθούν είτε στην Κεντρική Αρχή του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, είτε σ’ αυτήν οποιουδήποτε άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για να τους παράσχουν τη συνδρομή τους με σκοπό να εξασφαλιστεί η επιστροφή του παιδιού. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α)πληροφορίες που αφορούν την ταυτότητα του αιτούντος, του παιδιού και του προσώπου για το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μετέφερε ή κατακράτησε το παιδί, β)τη χρονολογία γέννησης του παιδιού, εφ όσον είναι δυνατό να παρασχεθεί, γ)τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται ο αιτών για να ζητήσει την επιστροφή του παιδιού, δ)κάθε διαθέσιμη πληροφορία που αφορά τον εντοπισμό του παιδιού και την ταυτότητα του προσώπου με το οποίο τεκμαίρεται ότι αυτό ευρίσκεται. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται ή να συμπληρώνεται από : ε)επικυρωμένο αντίγραφο κάθε χρήσιμης απόφασης ή συμφωνίας, στ)πιστοποιητικό ή βεβαίωση προερχόμενη από την Κεντρική Αρχή ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή του Κράτους της συνήθους διαμονής ή από κάποιο αρμόδιο πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού, ζ)κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.