← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΣ 281 της 21/25 Ιουν. 1914 Περί σωματείων. Περίπτωσιν αναστολής της ισχύος του νόμου τούτου εν επιστρατεύσει βλ. εν. ν. 677 (κατωτ. αριθ. 3). Κ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος του 1914 ρυθμίζει τα σωματεία, ειδικότερα τα επαγγελματικά και αλληλοβοηθητικά, καθορίζοντας τους σκοπούς, τις δραστηριότητες και την εποπτεία τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 281 της 21/25 Ιουν. 1914 Περί σωματείων. Περίπτωσιν αναστολής της ισχύος του νόμου τούτου εν επιστρατεύσει βλ. εν. ν. 677 (κατωτ. αριθ. 3). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Κοιναί διατάξεις δια πάντα τα σωματεία. Άρθρ.1-11.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 12 του Εισαγωγικού του Αστικού Κώδικος Α. Νόμου 2783/1941, τόμ. 7 σελ. 195. Ήδη ισχύουσιν αι περί Νομικών Προσώπων διατάξεις των άρθρων 61-107 του Αστικού Κώδικος, τόμ. 7, σελ. 20). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Αλληλοβοηθητικά σωματεία Άρθρ.19.-Τα επαγγελματικά σωματεία αποκλειστικόν σκοπόν έχουν την μελέτην, την προστασίαν και την προαγωγήν των οικονομικών ή επαγγελματικών συμφερόντων των μελών αυτών, αποτελούνται δ’ εκ μελών εξασκούντων συνήθως το αυτό ή συναφές βιομηχανικόν, εμπορικόν, γεωργικόν, ή άλλο οιονδήποτε επάγγελμα, ανεξαρτήτως φύλου. Απαγορεύεται να μετέχωσιν εις εν και το αυτό σωματείον εργοδόται και εργάται ή ιδιοκτήται και μισθωτοί. Ως εργάτης της γης θεωρείται, ο υπό οιονδήποτε τύπον διατελών εν συμβάσει εργασίας ή κολληγική σχέσει μετ’ ιδιοκτήτου γης. Ο τελευταίος ούτος θεωρείται ως εργοδότης. Εργάτης, μέλος εργατικού επαγγελματικού σωματείου, γενόμενος εργοδότης ή τραπείς εις άλλο επάγγελμα, αυτοδικαίως παύει να είναι μέλος του επαγγελματικού σωματείου. «Εις τα επαγγελματικά σωματεία των σιδηροδρομικών, των τροχιοδρομικών, των του ηλεκτροφωτισμού, καθώς και του δι’ αερίου φωτισμού, δεν δύνανται ν’ ανήκωσιν εργάται ή υπάλληλοι, όσοι δι’ οιονδήποτε λόγον απεμακρύνθησαν της υπηρεσίας των σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων, ηλεκτροφωτισμού και του δι’ αερίου φωτισμού και εφ’ όσον χρόνον παραμένουσιν εκτός της υπηρεσίας, εξαιρέσει των κανονικώς εξερχομένων αυτής λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας. Παν μέλος ανήκον εις το σωματείον μιας των ως άνω κατηγοριών και απολυθέν της υπηρεσίας διαγράφεται από το μητρώον του 14.Α.α.1 Νόμοι περί Σωματείων οικείου σωματείου και επανεγγράφεται μόνον όταν επαναπροσληφθή εις αυτήν». Αι εντός « » διατάξεις προσετέθησαν υπό του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 16/21 Οκτ. 1925 (κατωτ. αριθ. 10). Άρθρ.20.-Τα επαγγελματικά σωματεία δεν δύνανται να εξασκούν επάγγελμα ή επιτήδευμα. Δύνανται όμως: α)Να προβαίνουν εις αγοράς και να συνάπτουν συμβάσεις οιασδήποτε προς λειτουργίαν σχολείων ή εργαστηρίων μαθητευομένων. β)Να ενεργούν, επί σκοπώ μεταπωλήσεως εις τα μέλη, ή εκμισθώσεως, ή δανεισμού εις αυτά, αγοράς πρώτων υλών, σπόρων, λιπασμάτων, ζώων, μηχανών, ή άλλων εργαλείων και ειδών χρησίμων δια την εξάσκησιν του επαγγέλματος των μελών. γ)Να αγοράζουν τα προϊόντα του επαγγέλματος των μελών αυτών και να μεταπωλούν αυτά. δ)«Να αποκτούν ακίνητα, προς εγκατάστασιν των γραφείων των, αιθουσών συνεδριάσεων και ομιλιών, βιβλιοθηκών, επαγγελματικών σχολείων και εν γένει προς επίτευξιν τινός των σκοπών αυτών». ε)Να συνάπτουν ομαδικάς συμβάσεις εργασίας μετά προσώπων φυσικών ή νομικών ή μετ’ αντιπροσώπων ομάδων, καθοριζούσας τους όρους της εργασίας του ετέρου των μελών, ήτοι προσλήψεως και αποβολής ή αποχωρήσεως εργατών, πληρωμής της αντιμισθίας αυτών, ωρών εργασίας κλπ. Το εδάφ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Ν.Δ. 4361/1964 (κατωτ. σελ. 38) Ως αντιπρόσωποι του σωματείου συμβάλλονται εν ή πλείονα μέλη, εντεταλμένα παρά της συνελεύσεως. Απαγορεύεται η λήψις προμηθείας ή κέρδους κατά την ενέργειαν των εν παραγρ. 2 του άρθρου τούτου υπό στοιχ. α΄, β΄, γ΄ αναγραφομένων πράξεων. Επίσης απαγορεύεται εις επαγγελματικά σωματεία να διανέμουν εις τα μέλη αυτών κέρδη υφ’ οιανδήποτε μορφήν, προερχόμενα εκ πράξεων αυτών. Τα επαγγελματικά σωματεία δύνανται επίσης να καταθέτωσι βιομηχανικά και εμπορικά σήματα δια την ατομικήν των μελών χρήσιν, συμφώνως προς τας διατάξεις του ν. ΒΡΝΣΤ΄ της 16 Φεβρ. 1893 περί προστασίας των βιομηχανικών και εμπορικών σημάτων. Η κυριότης των σημάτων ανήκει εις αυτά, επιτρέπεται δε η άνευ κέρδους τινός του σωματείου παραχώρησις της χρήσεως αυτών υπέρ των μελών, κατά τους όρους του καταστατικού, ή ιδιαιτέρου κανονισμού του σωματείου. Αι εν τω άρθρω τούτω πράξεις, ενεργούμεναι υπό σωματείων, δεν θεωρούνται εμπορικαί. Κρατούνται δε δι’ αυτάς χωριστοί λογαριασμοί. Εάν επαγγελματικόν τι σωματείον ιδρύση σχολείον επαγγελματικόν ή εργαστήριον μαθητευομένων, δύναται το υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας να παρέχη εις αυτό, επί τω σκοπώ της λειτουργίας του σχολείου ή του εργαστηρίου, ετήσιον χρηματικόν βοήθημα, ή να διορίζη το διδάσκον προσωπικόν, εξ ημεδαπών ή αλλοδαπών, αναγραφομένης της απαιτουμένης πιστώσεως εις τον ειδικόν προϋπολογισμόν του υπουργείου. Πρβλ. και το άρθρ. 15 του ν. 2261 του 1920 περί μέσης εμπορικής εκπαιδεύσεως (τ. 32). Αι εντός ( ) διατάξεις κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 15 του ν. 2151. Άρθρ.21.-Τα υπό ανεγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων και ανεγνωρισμένων ενώσεων τοιούτων ιδρυόμενα αλληλοβοηθητικά ταμεία περιθάλψεων ή συντάξεων έχουν χωριστήν διαχείρισιν και αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα. Δύναται όμως η διοίκησις αυτών ν’ ανατίθηται δια του καταστατικού εις τα πρόσωπα τα διοικούντα το επαγγελματικόν σωματείον ή την ένωσιν τοιούτων. Μη ανεγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία και μη ανεγνωρισμέναι ενώσεις τοιούτων, απαγορεύεται να ιδρύουν και διατηρούν αλληλοβοηθητικά ταμεία. Άρθρ.22.-Τα ανεγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία δικαιούνται: α)Ν’ αποστέλλουν τους κατά το άρθρ. 3 αριθ. ε΄ και ς΄ του ν. ΓπΛΒ΄ (3932) περί συστάσεως τμήματος εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας (τ. 13) αντιπροσώπους εις το Ανώτατον Συμβούλιον Εργασίας. β)Να εγκαλούν ενώπιον της οικείας αρχής δια των νομίμων αντιπροσώπων τους παραβάτας των εργατικών νόμων, των εκτελεστικών αυτών Β.Δ/των και των ειδικών κανονισμών. γ)Να ιδρύουν ελευθέρως γραφεία προμηθείας εργασίας και εργατών, και δωρεάν παροχής ιατρικών ή δικηγορικών συμβουλών. Άρθρ.23.-Απαγορεύεται εις τους εργοδότας ή διευθυντάς ή πράκτορας ή άλλους υπαλλήλους πάσης επιχειρήσεως: α)Να παρακωλύουν εργάτας, υπαλλήλους ή άλλους μισθωτούς από του να συνιστούν επαγγελματικά σωματεία, να προσχωρούν εις τοιαύτα ή ν’ ανήκουν εις πολιτικά κόμματα, δι’ απολύσεως ή δι’ απειλής απολύσεως εκ της εργασίας αυτών ή δι’ άλλων αθεμίτων μέσων. β)Να εξαναγκάζουν, δια των αυτών μέσων, αυτούς εις σύστασιν επαγγελματικών σωματείων, ή εις προσχώρησιν εις ωρισμένα τοιαύτα. γ)Να απαιτούν οπωσδήποτε από εργάτες γραπτήν δήλωσιν περί μη συμμετοχής ή αποχωρήσεως από τοιούτων σωματείων, ίνα μισθώσουν την εργασίαν των, ή ίνα εξακολουθήσουν διετελούντες μετ’ αυτών εν συμβάσει εργασίας. (Αντί της σελ. 7 Σελ. 7 (α) 244-31 Νόμοι περί Σωματείων 14.Α.α.1 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Σωματεία άλλων σκοπών Άρθρ.24-25.(Κατηργήθησαν ως τα άρθρ. 1-11). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Αναγνώρισις, εποπτεία, διάλυσις Άρθρ.26-28.(Κατηργήθησαν ως τα άρθρ. 1-11). Άρθρ.12.-Τα αλληλοβοηθητικά σωματεία ή ταμεία, αποτελούνται εκ μελών ανηκόντων εις την αυτήν ή συναφή επαγγελματικήν τάξιν και προτίθενται αποκλειστικώς ένα ή πλείονας των επομένων σκοπών: 1)Να παρέχουν εις τα μέλη ή και τας οικογενείας αυτών ιατρική περίθαλψιν ή και φάρμακα, εν περιπτώσει νόσου και τραυμάτων. 2)Να παρέχουν εις τα μέλη αυτών χρηματικά επιδόματα εις περίπτωσιν νόσου, τραυμάτων, προσκαίρου ανικανότητος προς εργασίαν, γεννήσεως τέκνου, ανεργίας, ασθενείας ή θανής ζώων ή θεομηνίας. 3)Να καταβάλλουν τας δαπάνας της κηδείας των μελών. 4)Να παρέχουν χρηματικά βοηθήματα, είτε εφ’ άπαξ, είτε υπό τύπον συντάξεως, εις μέλη ανίκανα προς εργασίαν ένεκα γήρατος, δυστυχήματος ή νόσου, ή εις οικογενείας αποβιωσάντων μελών. 5)Να παρέχουν δάνεια μέχρι ποσού 100 δραχμών το πολύ εις έκαστον μέλος, κατά τα δια Β.Δ/τος οριζόμενα. Δια τον σκοπόν τούτον δεν δύναται να διατίθεται κατ’ έτος εν συνόλω πλέον του ενός πέμπτου των καθαρών εισοδημάτων των σωματείων. («Επιτρέπεται η αναγνώρισις αλληλοβοηθητικών σωματείων και αν σύγκεινται εκ μελών μη ανηκόντων εις την αυτήν ή συναφή τάξιν, εφ’ όσον τα σωματεία ταύτα συνεστήθησαν προ 10ετίας και ευρέθησαν λειτουργούντα κατά την έναρξιν της ισχύος του ν. 281 περί σωματείων»). H εντός ( ) παρ. β΄, της περιπτ. 5 είχε προστεθή δια του άρθρ. 25 του Νόμ. 2151/1920 (κατωτ. σελ. 15) καταργηθέντος δια του Νόμ. 330/1976 (κατωτ. σελ. 38,09). Άρθρ.29.-Η εποπτεία των σωματείων αφορά αποκλειστικώς: α)την εφαρμογήν των διατάξεων του νόμου τούτου, β)την τήρησιν του καταστατικού αυτών, και γ)τον έλεγχον της ταμιακής διαχειρίσεως αυτών. Η εποπτεία των σωματείων ανατίθεται, των μεν εργατικών είτε αλληλοβοηθητικών είτε επαγγελματικών, εις την αρμοδίαν επιθεώρησιν της Εργασίας, των δε λοιπών εις τας οικείας Νομαρχίας. Ο Νομάρχης αντικαθιστά εις την εποπτείαν των εργατικών σωματείων τον επιθεωρητήν ή τον επόπτην της εργασίας απόντα. Ανωτέρα εποπτική αρχή, των μεν επαγγελματικών και αλληλοβοηθητικών σωματείων είναι το Υπουργείον (της Εθνικής Οικονομίας), των δε λοιπών το Υπουργείον εις την μέριμναν του οποίου υπάγεται ο κύριος σκοπός του σωματείου. Κατά πάσης ενεργείας των κατά την δευτέραν παράγραφον δημοσίων υπαλλήλων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου υπουργού, ως ανωτέρας εποπτικής αρχής των σωματείων, αποφασίζοντος ανεκκλήτως. Περί εποπτείας των εν τω εξωτερικώ σωματείων βλ. το άρθρ. 1 του κωδικοποιημένου ν. 4952 περί οργανώσεως της κεντρικής πρεσβευτικής και προξενικής υπηρεσίας (τ. 40). Βλ. ήδη αρμοδιότητα του υφυπουργείου Εργασίας εν τόμω 15 σελ. 5 και επ. Άρθρ.30.-Οι κατά το άρθρ. 29 εδ. 2 δημόσιοι υπάλληλοι προβαίνουν, συνεπεία διαταγής του αρμοδίου υπουργού, ενεργούντος είτε αυτεπαγγέλτως, είτε επί τη αιτήσει του ενός εικοστού τουλάχιστον των εκτελεσάντων τας υποχρεώσεις των μελών, εις εξέτασιν έγγραφον ή προφορικήν των διοικούντων το σωματείον προσώπων ή άλλων μελών, ή εις έρευναν βιβλίων ή εις εξακρίβωσιν λογαριασμών, συντάσσοντες εκάστοτε έκθεσιν. Δύνανται επίσης να παρίστανται εις συνελεύσεις και να εποπτεύουν εις την, κατά τον νόμον και το καταστατικόν, διεξαγωγήν αυτών. Σελ.8 (α) 244-32 Εις την περίπτωσιν της αιτήσεως του εικοστού των μελών οι ενεργούντες τον έλεγχον, εγκρίσει του υπουργού, δύνανται να προσλάβωσιν ειδικόν λογιστικόν, η αμοιβή του οποίου ορίζεται υπό της διαταξάσης των έλεγχον αρχής και καταβάλλεται υπό του σωματείου. Άρθρ.31.-(Αναφερόμενον εις την διάλυσιν σωματείου κατηργήθη δια του άρθρ. 12 Α. Ν. 2783/1941, αντικατασταθέν δια του άρθρ. 105 Αστ. Κώδικος). Περί συστάσεως και διαλύσεως σωματείων, δι’ ων επιδιώκονται σκοποί ανατρεπτικοί του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος βλ. άρθρ. 9 του Α. Ν. 117/1936 περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών (τ. 4). Άρθρ.32.Όταν βεβαιούται παράβασις των διατάξεων του καταστατικού του σωματείου ή ανωμαλία διοικητική ή διαχειριστική, η εποπτική αρχή δι’ αποφάσεώς της, ανακοινουμένης προς τους διοικούντας το σωματείον, διατάσσει τα δέοντα προς εφαρμογήν του καταστατικού, ή αποκατάστασιν της τάξεως εν τη διοικήσει ή τη διαχειρίσει, τάσσουσα ωρισμένην προς τούτο προθεσμίαν. «Εάν η προθεσμία παρέλθη άπρακτος, εφαρμόζονται εφ’ εκάστου των απειθούντων αι ποιναί του άρθρ. 41». Όταν βεβαιούται παράβασις δυναμένη να επισύρη ποινικήν καταδίωξιν, κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, ή σπουδαία διαχειριστική ανωμαλία ή χρηματική κατάχρησις, δυναμένη να επισύρη καταδίωξιν, κατά τας διατάξεις του κοινού Ποινικού Νόμου, η υπόθεσις παραπέμπεται εις την αρμοδίαν δικαστικήν αρχήν. Όταν βεβαιούται παράβασις του νόμου τούτου, δυναμένη να επισύρη την διάλυσιν του σωματείου, η υπόθεσις παραπέμπεται πάντοτε εις το αρμόδιον υπουργείον. Η εντός « » διάταξις προσετέθη υπό του άρθρ. 4 του ν. 1207/1918 (κατωτ. αριθ. 7). 14.Α.α.1 Νόμοι περί Σωματείων Άρθρ.33.-«Εις τας περιπτώσεις του άρθρ. 32, ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια του άρθρ. 4 του Ν. 1207/1918 η Ανωτέρα Εποπτική Αρχή δύναται να κηρύσση έκπτωτον το Διοικητικόν Συμβούλιον και να διορίζη προσωρινήν Διοικητικήν ή Διαχειριστικήν Επιτροπήν ήτις εντός τασσομένης αυτή προθεσμίας, υποχρεούται να εκπληρώση τα ανατιθέμενα αυτή καθήκοντα και συγκαλέση την Γενικήν Συνέλευσιν προς εκλογήν Διοικητικού Συμβουλίου». Το άρθρ. 33 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 10 Ν.Δ. 643/1941. Κατόπιν όμως του Α.Ν. 3127/1945 (14. Αβ. 9) ως προς τα επαγγελματικά σωματεία δέον να ισχύη η παλαιά διάταξις του άρθρου 33 Νόμ. 281/1914 έχουσα ούτω: Άρθρ.33.-Εις την περίπτωσιν της β΄ παραγράφου του προηγουμένου άρθρου, η ανωτέρα εποπτική αρχή δύναται να κηρύσσει έκπτωτον το συμβούλιον και να ορίζη και εγκαθιστά προσωρινήν διοικητικήν ή διαχειριστικήν επιτροπήν. Υποχρεούται όμως ταυτοχρόνως να συγκαλή έκτακτον συνέλευσιν προς εκλογήν διοικητικού συμβουλίου. Δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 4361/1964 (κατωτ. σελ. 38) ωρίσθη ότι τα ανωτέρω άρθρ. 29, 30, 32 και 33 δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των επαγγελματικών Σωματείων. Βλ. όμως και ερμηνευτικήν διάταξιν εν τέλει του Ν.Δ. 4361/1964 περί της εννοίας των διατάξεων τούτου, τεθείσαν δια την παρ. 1 άρθρ. 13 Νόμ. 4464/1965 (κατωτ. σελ. 38,02). Άρθρ.34-38.(Κατηργήθησαν ως τα άρθρ. 1-11). Άρθρ.13.-Τα αλληλοβοηθητικά σωματεία δύνανται να συντελούν επίσης εις την ηθικήν, πνευματικήν και οικονομολογικήν μόρφωσιν της επαγγελματικής αυτών τάξεως, ή να βοηθούν τα μέλη προς απόκτησιν εργαλείων του επαγγέλματός των. Την τοιαύτην δαπάνην δι’ εργαλεία οφείλουν να αναγράφουν εν τω ετησίω προϋπολογισμώ αυτών, καθορίζοντα και τον τρόπον της καλύψεως αυτών. Το κεφάλαιον δεν δύναται να διατίθεται δια σκοπούς διαφόρους των εν τω άρθρω τούτω και τω προηγουμένω, πλην των εξόδων διοικήσεως και διαχειρίσεως. Ο προϋπολογισμός συντάσσεται υπό της διοικήσεως του σωματείου και εγκρίνεται υπό της συνελεύσεως, υποβάλλεται δε εις την ανωτέραν εποπτικήν αρχήν εντός μηνός το πολύ από της ενάρξεως εκάστου διαχειριστικού έτους. (Αντί της σελ. 5) Σελ. 5 (α) Τεύχος 602-Σελ. 109 Νόμοι περί Σωματείων 14.Α.α.1 Άρθρ.38 δις.-«Εις κατεπειγούσας περιστάσεις και ένεκεν λόγων δημοσίας τάξεως, δύναται να απαγγελθή διάλυσις σωματείου, υφισταμένου συμφώνως, προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, δι’ αποφάσεως της ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου, ως διοικητικού δικαστηρίου. Η περί διαλύσεως πρότασις, περιέχουσα τους λόγους της διαλύσεως, υποβάλλεται εγγράφως τω ειρημένω συμβουλίω υπό του αρμοδίου υπουργείου, του νομάρχου ή του παρά πρωτοδίκαις εισαγγελέως. Το συμβούλιον, αποτελούμενον εκ πέντε τουλάχιστον μελών αυτού, συνεδριάζον δημοσία την επομένην της λήψεως της περί διαλύσεως προτάσεως, αποφαίνεται επ’ αυτής και απόντων των ενδιαφερομένων μελών. Δια της αυτής αποφάσεως, της απαγγελούσης την διάλυσιν του σωματείου, ρυθμίζεται και η τύχη της περιουσίας του διαλυθέντος σωματείου. Προκειμένης διαλύσεως επαγγελματικού σωματείου η περί αυτής πρότασις εισάγεται μόνον παρά του αρμοδίου υπουργού. Ο νομάρχης ή ο εισαγγελεύς, εισάγοντες πρότασιν παρά τω συμβουλίω, παρίστανται ως εισηγηταί αυτής άνευ ψήφου. Όταν ο εισάγων την πρότασιν είναι ο υπουργός, εκπροσωπείται ομοίως δι’ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του υπουργείου, οριζομένου υπ’ αυτού. Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται και επί ενώσεων σωματείων, ισχύει δε διαρκούντος του παρόντος πολέμου και εξ’ μήνας μετ’ αυτόν». Το άρθρον τούτο προστεθέν υπό του Ν.Δ. της 12/12 Ιαν. 1917 (κατωτ. αρ. 4) ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 7 του ν. 1207/1918 (κατωτ. αριθ. 7). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.39.-Διοικηταί, ελεγκταί και εκκαθαρισταί σωματείου, εν γνώσει και εκ προθέσεως βεβαιούντες ψευδή γεγονότα περί της περιουσίας του, ή αποκρύπτοντες γεγονότα αφορώντα την κατάστασιν των ισολογισμών και της περιουσίας του εις εκθέσεις προς συνέλευσιν ή ενώπιον πάσης αρχής, τιμωρούνται υπό του αρμοδίου πταισματοδικείου με πρόστιμον (έως (300) 1200 δραχμών) ή με κράτησιν ή με αμφοτέρας τας ποινάς, επί τη εγκλήσει της εποπτικής των σωματείων αρχής ή παντός έχοντος έννομον συμφέρον, επιφυλασσομένων των περιπτώσεων εφ’ ων προνοεί ο κοινός Ποινικός Νόμος και της αστικής αυτού ευθύνης. Εν υποτροπή, διπλασιάζεται το ανώτατον όριον της ποινής. Βλ. σχόλιον κατωτέρω άρθρ. 41. Άρθρ.40.-Εν περιπτώσει διαλύσεως σωματείου, κατά το άρθρ. 31, επιβάλλεται χρηματική ποινή μέχρι (χιλίων) τετρακισχιλίων δραχμών και φυλάκισις μέχρι τριών μηνών ή η ετέρα των ποινών τούτων εις εκείνους, οίτινες, διατηρούντες ή ανασυνιστώντες το διαλυθέν σωματείον, προβαίνουν εκ προθέσεως εις την ενέργειαν πράξεων εξ εκείνων αίτινες έδωκαν αφορμήν προς διάλυσιν του σωματείου. Πρόεδρος και γραμματεύς σωματείου ή άλλα μέλη της διοικήσεως, οίτινες συντάσσουν εν γνώσει και εκ προθέσεως πρακτικά, βεβαιούντα γεγονότα αλλοία των πράγματι λεχθέντων ή γενομένων εν συνεδριάσει ή συνελεύσει, εφ’ όσον η τοιαύτη αλλοίωσις κρίνεται έχουσα ουσιώδη επιρροήν επί των υποθέσεων του σωματείου, τιμωρείται με κράτησιν μέχρις 60 ημερών ή χρηματικήν ποινήν (μέχρι (300) 1200 δραχμών) ή εις αμφοτέρας τας ποι(Αντί της σελ. 9 (α) Σελ. 9 (β) 281-059 Νόμοι περί Σωματείων 14.Α.α.1 νάς, επιφυλασσομένης πάσης δεινοτέρας ποινής επί παραβάσει διατάξεων του Ποινικού Νόμου. Η διώξις επιτρέπεται μόνον κατ’ έγκλησιν μελών του σωματείου αποτελούντων το εν εικοστόν του όλου αριθμού των μελών, των παραστάντων κατά την συζήτησιν και εκτελεσάντων τας υποχρεώσεις των. Βλ. σχόλιον επομένου άρθρου. Άρθρ.41.-«Επί τη εγκλήσει της εποπτικής των σωματείων αρχής ή παντός έχοντος έννομον συμφέρον, τιμωρούνται υπό του πλημελειοδικείου με χρηματικήν ποινήν (μέχρι δραχμών (χιλίων) τετρακισχιλίων) ή φυλάκισιν μέχρι δύο μηνών ή με αμφοτέρας τας ποινάς, του ημίσεος της χρηματικής ποινής κατατιθεμένου εις το ταμείον του σωματείου κατά τα δια Β.Δ/τος ορισθησόμενα»: 1)Οι διοικηταί μη ανεγνωρισμένων σωματείων, ούτινος το καταστατικόν είναι συντεταγμένον κατά παράβασιν διατάξεων του άρθρ. 2. 2)Οι μετέχοντες της διοικήσεως σωματείων κατά παράβασιν του άρθρ. 3 παρ. 3. 3)Οι διευθυνταί μεταλλευτικών επιχειρήσεων, οι παραβαίνοντες το άρθρ. 16. 4)Οι διοικηταί σωματείου ή ενώσεως, οι παραβαίνοντες τα άρθρ. 11, 20 παρ. 4, 21, 25, 45 και 51 του νόμου τούτου. 5)Οι διοικηταί σωματείων, οι παραβαίνοντες τα άρθρ. 10, 13 παρ. 2 και παρ. 3, 15 και 47 του νόμου τούτου. 6)Οι παραβάται των άρθρ. 23, 36 παρ. 1 και 4, και 46 του νόμου τούτου. 7)Ο ταμίας διαλυθέντος σωματείου, ο παραβαίνων το άρθρ. 38 του νόμου τούτου. Εν υποτροπή διπλασιάζεται το ανώτατον όριον της ποινής. Η εντός « » πρώτη παράγραφος τίθεται ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 5 του ν. 1207/1918 (κατωτ. αριθ. 7). Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 ν. 110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Άρθρ.42.-Η διάταξις του άρθρ. 202 του Ποινικού Νόμου εφαρμόζεται και δια τα κατά τον παρόντα νόμον ανεγνωρισμένα σωματεία. Ο καταδικασθείς κατά τας διατάξεις του άρθρου επί διαταράξει της ησυχίας και ευταξίας σωματείων ή των πράξεών του, καταδικάζεται εις στέρησιν επί εν έως πέντε έτη του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι εν τω σωματείω, ούτινος την ειρήνην διετάραξε. Σελ. 10 (β) 281-060 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Ειδικαί διατάξεις Άρθρ.43.-Δύο ή πλείονα σωματεία επαγγελματικά, ή άλλων σκοπών, δύνανται να ενώνωνται εις σύνδεσμον ή ένωσιν δια την επιδίωξιν των κοινών αυτών συμφερόντων, διατηρούντα την οικονομικήν και διοικητικήν αυτονομίαν των. Αι τοιαύται ενώσεις δύνανται ν’ αναγνωρίζωνται, κατά τους όρους του νόμου τούτου, υποχρεούμεναι να δηλώνουν αρμοδίως τα ονόματα των αποτελούντων την διοίκησιν των σωματείων, τα οποία συγκροτούν αυτάς. «Εις τας Γενικάς Συνελεύσεις (Συνέδρια κλπ.) τοιούτων Ενώσεων παντός βαθμού (Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, Συνομοσπονδιών), έκαστον Σωματείον ή Ένωσις τούτων εκπροσωπείται και διαθέτει αριθμόν ψήφων ανάλογον προς τον αριθμόν των ψηφισάντων εκ των εκπληρωσάντων τας υποχρεώσεις των μελών αυτών. Η αναλογία αύτη αριθμού ψήφων οριζομένη υπό του Καταστατικού εκάστης των Ενώσεων, δέον να είναι του αυτού μέτρου δι’ άπαντα τα εις εκάστην Ένωσιν ανήκοντα Σωματεία, και καθ’ όλον τον αριθμόν των ψηφισάντων μελών, εν περιπτώσει δε κλάσματος, εφ’ όσον τούτο υπερβαίνει το ήμισυ του αποτελούντος το μέτρον αριθμού θα λογίζεται πλήρης ο αριθμός αυτού. Εν πάση περιπτώσει, αι ψήφοι εκάστου Σωματείου ή Ενώσεως τούτων εν τω συνόλω των δεν δύνανται να αποτελέσουν δύναμιν υπερβαίνουσαν το 1/10 του όλου αριθμού των ψήφων». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 5 Ν.Δ. 4361/1964 (κατωτ. σελ. 38), όπου και σχετική ερμηνευτική διάταξις δυνάμει του άρθρ. 4 παρ. 7 Νόμ. 4504/1966. Αι ανεγνωρισμέναι ενώσεις έχουν τα αυτά δικαιώματα και τας αυτάς υποχρέωσεις, με τα απλά σωματεία κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου. 14.Α.α.1 Νόμοι περί Σωματείων Άρθρ.44.-(Αι αναφοραί και αιτήσεις των ανεγνωρισμένων σωματείων ή ενώσεων προς τας διοικητικάς και δικαστικάς αρχάς συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου). Η κατά το άρθρ. 18 παράγραφος τελευταία του νόμου τούτου κατάθεσις σήματος, είναι απηλλαγμένη του κατά τον ν. ΒΡΝΣΤ΄ της 10 Φεβρ. 1893 τέλους. (Επίσης εφ’ απλού χάρτου συντάσσονται πάντα τα πληρεξούσια, τα αντίγραφα, άλλα έγγραφα, τα δικόγραφα και αι αποφάσεις των εν τω νόμω τούτω αναφερομένων διαδικασιών). Η μετά των αρχών αλληλογραφία των ανεγνωρισμένων σωματείων ή ενώσεων, διαβιβάζεται ατελώς. Τα ανεγνωρισμένα σωματεία δεν υπόκεινται εις την πληρωμήν φόρου εισοδήματος. Αι κατά το άρθρ. 15 δωρεαί αιτία θανάτου, κληρονομίαι και κληροδοσίαι, δεν υπόκεινται (εις τα κατά τον νόμ. ΑΧΚΕ΄ της 30 Δεκ. 1887 τέλη, ουδέ) εις την φορολογίαν του άρθρ. 2 παραγρ. α΄ του ν. ΓΤϞΑ΄ της 24 Οκτ. 1909 περί φορολογίας κληρονομιών, κληροδοσιών και αιτία θανάτου δωρεών. Αι ατέλειαι χαρτοσήμου κατηργήθησαν δια του άρθρ. 1 Α. Ν. 413/1936 (τόμ. 28 σελ. 109). Άρθρ.45.-Αι πράξεις και τα έγγραφα τα προερχόμενα εκ μέρους σωματείου ανεγνωρισμένου, μνημονεύουν την ιδιότητα «ανεγνωρισμένον σωματείον», κάτωθεν του τίτλου αυτού. Σωματείον μη ανεγνωρισμένον δεν αποτελεί νομικόν πρόσωπον, ουδέ επιτρέπεται να παρίσταται ως ανεγνωρισμένον. Άρθρ.46.-Απαγορεύεται η παρά προσώπου φυσικού ή νομικού άνευ δικαιώματος δολία χρήσις ή απομίμησις της επωνυμίας σωματείου ανεγνωρισμένου ή ενώσεως σωματείων ανεγνωρισμένης. Άρθρ.14.-Περίθαλψις, επίδομα, σύνταξις και παν χρηματικόν χορήγημα, οφειλόμενον παρ’ αλληλοβοηθητικού σωματείου εις μέλος αυτού, δεν δύναται να εκχωρηθή ή κατασχεθή, άκυρος δε αυτοδικαίως πάσα εκχώρησις ή κατάσχεσις. Άρθρ.47.-Τα σωματεία και αι ενώσεις τοιούτων υποχρεούνται να παρέχουν ακριβώς προς το αρμόδιον υπουργείον τας αιτουμένας πληροφορίας περί πράξεων, επιχειρηθεισών υπό της διοικήσεως αυτών. Άρθρ.48.- Ο υπουργός της Εθνικής Οικονομίας καταθέτει κατά τριετίαν, εις την Βουλήν έκθεσιν περί των εν τω Κράτει επαγγελματικών και αλληλοβοηθητικών οργανώσεων, μετά στατιστικών πινάκων. (Μετά την σελ. 10 (α) Σελ. 10,01 244-35 Νόμοι περί Σωματείων 14.Α.α.1 14.Α.α.1 Νόμοι περί Σωματείων Άρθρ.49.-Εις τας περιπτώσεις των άρθρ. 9, 34 και 40 δύνανται τα μέλη, τα αποτελούντα το εν εικοστόν, να διορίζωσι δια πληρεξουσίου συμβολαιογραφικού νόμιμον αντιπρόσωπον, εν ή πλείονα των μελών, προς διεξαγωγήν της διαδικασίας υπ’ αυτού και εν ονόματι αυτού, ως τοιούτου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Μεταβατικαί και τελικαί διατάξεις Άρθρ.50.-Εντός τριών μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου τούτου, παν λειτουργούν σωματείον, του οποίου το καταστατικόν δεν προσαρμόζεται προς τον νόμον τούτον, δύναται δι’ αποφάσεως της συνελεύσεως αυτού, λαμβανομένης δι’ απλής πλειοψηφίας των παρόντων μελών, μεταρρυθμίζον το καταστατικόν του συμφώνως προς τας διατάξεις του νόμου τούτου, να ζητήση την αναγνώρισιν αυτού κατά τους όρους του άρθρ. 26. Πρβλ. και τον ν. 585 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρ.51.-Εις σωματείον, υφιστάμενον προ της ισχύος του νόμου τούτου, εφ’ όσον δεν συμμορφώνεται προς τας διατάξεις αυτού εντός της κατά το προηγούμενον άρθρον προθεσμίας, απαγορεύεται να προβάλλη ή οπωσδήποτε χρησιμοποιή έγκρισιν του καταστατικού του γενομένην προ της ισχύος του νόμου τούτου. Άρθρ.52.-Παν σωματείον, λειτουργούν κατά την έναρξιν της ισχύος του νόμου ως επαγγελματικόν συγχρόνως και αλληλοβοηθητικόν, εφ’ όσον μεν σύγκειται αποκλειστικώς εξ εργατών ή αποκλειστικώς εξ εργοδοτών, δι’ αποφάσεως της συνελεύσεως αυτού, λαμβανομένης δι’ απλής πλειοψηφίας των παρόντων μελών εντός τριών μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου τούτου, δύναται να ειδικεύση τον σκοπόν του, ή, διαιρούν εις δύο το υπάρχον ταμείον αυτού, ν’ ανασχηματισθή εις επαγγελματικόν σωματείον μετά ταμείου αλληλοβοηθείας, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 20 του νόμου τούτου, εφ’ όσον δε σύγκειται εξ εργατών συνάμα και εργοδοτών, μετά την ισχύν του νόμου τούτου δύναται να λειτουργή μόνον ως αλληλοβοηθητικόν σωματείον και υποχρεούται να προσαρμόση το καταστατικόν προς τας διατάξεις του νόμου τούτου, άλλως εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 37 επ. και 49 επ. του νόμου τούτου. Δύναται όμως η συνέλευσις τοιούτου σωματείου, μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του νόμου, ν’ αποφασίση περί της διαλύσεως του σωματείου και της συστάσεως δύο ή πλειοτέρων σωματείων, συνισταμένων εκ μελών ανηκόντων εις την αυτήν επαγγελματικήν τάξιν και περί της εις τα νέα σωματεία διανομής της υπαρχούσης εταιρικής περιουσίας. Η συνέλευσις αύτη δεν έχει κύρος άνευ της προσκλήσεως της κατά το άρθρ. 29 παρ. 2 του νόμου τούτου εποπτικής αρχής, ήτις συντάσσει έκθεσιν περί των γενομένων κατά την συνέλευσιν και γνωμοδοτεί περί των κατ’ αυτήν ζητημάτων. Εν περιπτώσει διαφωνίας περί την διανομήν αποφαίνεται περί ταύτης, τη αιτήσει της αυτής αρχής, το πρωτοδικείον, λαμβάνον υπ’ όψιν και την έκθεσιν αυτής. Η διαδικασία γίνεται εφ’ απλού χάρτου, πας δε ενδιαφερόμενος δύναται να παραστή κατά την συζήτησιν, γινομένην επί του πινακίου των αιτήσεων. Ουδέν τακτικόν ή έκτακτον μέσον χωρεί κατά της αποφάσεως. Εάν το τοιούτον σωματείον δε συνέλθη εις συνέλευσιν εντός της ανωτέρω τασσομένης προθεσμίας, θεωρείται διαλελυμένον και εφαρμόζονται ως προς το ταμείον του αι διατάξεις του άρθρ. 48 του νόμου τούτου. Η διάταξις αύτη ισχύει και δια τας ενώσεις τοιούτων σωματείων. Άρθρ.53.-Μέχρι της εκδόσεως ειδικού νόμου περί συνεργατικών ενώσεων, τα ανεγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία δικαιούνται, κατόπιν ειδικής αδείας του αρμοδίου υπουργείου, να συνάπτουν ιδίω ονόματι συμβάσεις μετά του Δημοσίου, δήμων ή κοινοτήτων προς κατασκευήν έργων ή προμήθειαν προϊόντων. Άρθρ.54.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον νόμον τούτον καταργείται από της ισχύος του παρόντος νόμου, ειδικώς δε καταργείται η παραγρ. 28 του άρθρ. 13 του Β.Δ/τος της 5 Δεκ. 1845 περί καθηκόντων των Νομαρχών και της υπηρεσίας αυτών. Άρθρ.55.-Δια Β.Δ/των ορίζονται αι απαιτούμεναι προς εφαρμογήν του νόμου τούτου διατάξεις. Άρθρ.56.-Ο νόμος ούτος τίθεται εις εφαρμογήν τρεις μήνας μετά την δημοσίευσιν αυτού εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως, η δε ισχύς του άρθρ. 22 άρχεται από 1ης Ιαν. 1915. Άρθρ.15.-Αι προς αλληλοβοηθητικόν σωματείον επί ωρισμένω σκοπώ γενόμεναι δωρεαί και κληροδοτήματα μένουν χωρισμένα από το όλον κεφάλαιον, αι δε πρόσοδοι αι προερχόμεναι εξ’ αυτών διατίθενται αποκλειστικώς κατά τους υπό του διαθέτου ή δωρητού ορισθέντας όρους. Κληρονομίαι, κληροδοσίαι και δωρεαί υπερβαίνουσαι τας χιλίας δραχμάς, γίνονται δεκταί μόνον κατόπιν εγκρίσεως της κατά το άρθρ. 29 παρ. 3 εποπτικής των σωματείων αρχής, αι δε κληρονομίαι αυτοδικαίως με το ευεργέτημα της απογραφής. Όταν το σωματείον περιέλθη υπό εκκαθάρισιν, αι δωρεαί, κληρονομίαι και κληροδοσίαι, περιέρχονται όπου ο διαθέτης ή ο δωρητής ή το κατασταστικόν ώρισεν, εν ελλείψει δε τοιούτου ορισμού, αυτοδικαίως εις το «Ταμείον Προνοίας υπέρ των εργατών», τα του οποίου θέλει κανονίσει ειδικός νόμος. Άρθρ.16.-Τα κατά το άρθρ. 19 του ν. ΓπΠΑ΄ περί ταμείου μεταλλευτών του 1912 (15.Μγ. 2) συνιστώμενα ταμεία αλληλοβοηθείας, διοικούνται κατά τας διατάξεις του εκδιδομένου, επί τη βάσει του αυτού άρθρ. 19, Β.Δ/τος, είναι δε αυτοδικαίως ανεγνωρισμένα και καταχωρούνται εις το κατά το άρθρ.29 του νόμου τούτου βιβλίον ανεγνωρισμένων σωματείων κατ’ αίτησιν του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας. Εις την διοίκησιν των κατά τον νόμ. ΓΣΚ΄ (3220) του 1907 ταμείων συντάξεων μετέχουν κατά το εν τρίτον τουλάχιστον οι μέτοχοι αυτών δι’ αντιπροσώπων των εκλεγομένων υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας. Η σύνταξις και πάσα τροποποίησις του καταστατικού των κατά τα προηγούμενα εδάφια ταμείων, υποβάλλεται εις προηγουμένην έγκρισιν του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας. Άρθρ.17.-Τα αλληλοβοηθητικά σωματεία δύνανται να αποκτούν ή διατηρούν ακίνητον ιδιοκτησίαν μόνον προς εγκατάστασιν των γραφείων των, αιθουσών συνεδριάσεων και ομιλιών, βιβλιοθηκών, και εν γένει προς εκπλήρωσιν των σκοπών αυτών και κατόπιν ειδικής αδείας του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας. Η παράβασις του άρθρου τούτου δεν επάγεται ακυρότητα της γενομένης δικαιοπραξίας, εφ’ όσον προηγήθη η άδεια του υπουργείου. Σελ. 6(α) Τεύχος 602-Σελ. 110 Άρθρ.18.-Ταμεία συντάξεων ή ασφαλειών κατά την διάταξιν του αριθ. γ΄ του άρθρ. 3 του ν. ΔΛ΄ (4030) περί πληρωμής των ημερομισθίων των εργατών και των μισθών των υπηρετών και υπαλλήλων, θεωρούνται ταμεία ιδρυόμενα και λειτουργούντα παρά των εργατών μιας επιχειρήσεως αποκλειστικώς και υπό τον όρον να είναι ανεγνωρισμένα συμφώνως προς τον νόμον τούτον. Επίσης, ως ταμεία συντάξεων και ασφαλειών, κατά την διάταξιν του αριθ. γ΄ του αυτού άρθρου του εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένου νόμου, θεωρούνται τα ταμεία τα υπό τους όρους της προηγουμένης παραγράφου ιδρυόμενα και λειτουργούντα, διοικούμενα δε κατά τα 2/3 τουλάχιστον υπό των ιδίων εργατών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Επαγγελματικά σωματεία Βλ. κατωτέρω τας λοιπάς διατάξεις περί επαγγελματικών σωματείων εν 14. Αβ.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.