📄 Κείμενο νόμου
2. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 918 της 5/19 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 257) Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί στεγανής υποδιαιρέσεως και ευσταθείας πλοίων μήκους μικροτέρου των 31 μέτρων, μεταφερόντων επιβάτας. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τα άρθρα 32 παράγρ. 2 και 3β παράγρ. 2 του δια του Ν.Δ/τος 187/1973 κυρωθέντος Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου. 2.Τας από 20 Μαρτίου και 26 Ιουλίου 1979 γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Εμπορικού Ναυτικού. 3.Την υπ’ αριθ. 955/1979 από 10.9.1979 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του επί της Εμπορικής Ναυτιλίας Υπουργού, απεφασίσαμεν. Άρθρον μόνον. 1.Εγκρίνεται και τίθεται εις εφαρμογήν Κανονισμός «περί στεγανής υποδιαιρέσεως και ευσταθείας πλοίων μήκους μικροτέρου των 31 μέτρων, μεταφερόντων επιβάτας». 2.Από της θέσεως εις εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού, καταργούνται αι παραγράφοι 2 (δ) και 3 του άρθρου 2 του κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 611/1967 Β. Διατάγματος «Κανονισμού περί στεγανής υποδιαιρέσεως και ευσταθείας επιβατηγών πλοίων εν περιπτώσει βλάβης». ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ Περί στεγανής υποδιαιρέσεως και ευσταθείας πλοίων μήκους μικροτέρου των 31 μέτρων, μεταφερόντων επιβάτας. Άρθρον 9. Αρχική ευστάθειας 1.Επαγγελματικά τουριστικά πλοία : Υπό την επιφύλαξιν της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου: α)Νέα και υπάρχοντα επαγγελματικά τουριστικά πλοία, μεταφορικής ικανότητος άνω των 12 επιβατών, ανεξαρτήτως μήκους και κατηγορίας πλου, υποβάλλονται εις ουσιαστικόν πείραμα ευσταθείας, διενεργούμενον συμφώνως προς τα κριτήρια τα οποία περιλαμβάνονται εις το Παράρτημα Ι του παρόντος Κανονισμού. β)Των διατάξεων του ανωτέρω εδαφίου, εξαιρούνται τα πλοία μήκους άνω των 20 μ., των οποίων η κατασκευή ή μετασκευή εις επαγγελματικά τουριστικά πλοία μεταφορικής ικανότητος άνω των 12 επιβατών, θα αρχίση μετά την θέσιν εις εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού. Τα πλοία ταύτα υποχρεούνται να συμμορφούνται προς τας διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου αναλόγως της κατηγορίας εις την οποίαν κατατάσσονται. 2.Λοιπά επιβατηγά πλοία μη υπαγόμενα εις την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου: Υπό την επιφύλαξιν της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αι απαιτήσεις του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού «περί ευσταθείας επιβατηγών πλοίων» εφαρμόζονται και επί των επιβατηγών πλοίων του παρόντος Κανονισμού, με την ακόλουθον αναλογίαν: α)Τα πλοία Κατηγορίας Ι και II (οιωνδήποτε πλόων εσωτερικού-μικράς ακτοπλοΐας) του παρόντος Κανονισμού, υπάγονται εις την Κατηγορίαν III (πλόων ακτοπλοΐας) του Κανονισμού «περί ευσταθείας επιβατηγών πλοίων». β)Τα πλοία Κατηγορίας III (πλόων περιωρισμένης εκτάσεως) του παρόντος Κανονισμού, υπάγονται εις την Κατηγορίαν IV (πλόων περιωρισμένης εκτάσεως) του Κανονισμού περί ευσταθείας επιβατηγών πλοίων. γ)Τα πλοία Κατηγορίας IV και V (τοπικών και ειδικών τοπικών πλόων) του παρόντος Κανονισμού υπάγονται εις την Κατηγορίαν V (ειδικών τοπικών πλόων) του Κανονισμού περί ευσταθείας επιβατηγών πλοίων. δ)Πλοία ανεξαρτήτως Κατηγορίας πλόων, μήκους μέχρι 20 μέτρων, πλοία Κατηγορίας IV (τοπικών πλόων) παραλαμβάνοντα μέχρι 101 επιβάτας, ως και πλοία Κατηγορίας V (ειδικών τοπικών πλόων) γενικώς, δύνανται αντί των ανωτέρω να υποβάλλωνται εις ουσιαστικόν πείραμα ευσταθείας διενεργούμε-νον συμφώνως προς τα κριτήρια τα οποία (Μετά τη σελ. 334,30) Σελ. 334,301 Τεύχος 743-Σελ. 57 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων 19.Γ.θ.2 περιλαμβάνονται εις το Παράρτημα Ι του παρόντος Κανονισμού. 3.Νέα επιβατηγά πλοία μήκους άνω των 14 μέτρων ανεξαρτήτως είδους, κατηγορίας πλόων και αριθμού επιβατών, φέροντα ιστιοφορίαν συνολικής επιφανείας άνω των 80 τετραγωνικών μέτρων, υποβάλλονται εις πραγματικόν πείραμα ευσταθείας, ως προβλέπεται υπό του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού «περί ευσταθείας επιβατηγών πλοίων». Αι υποβαλλόμεναι εις ΕΕΠ, σχετικαί μελέται, συντάσσονται συμφώνως προς τα κριτήρια τα οποία περιλαμβάνονται εις το Παράρτημα II του παρόντος Κανονισμού. Άρθρον 10. Εξαιρέσεις. 1.Εάν η ΕΕΠ θεωρή ότι ωρισμένοι βραχείς εσωτερικοί πλόες, αι συνθήκαι εκτελέσεως τούτων, το είδος, αι διαστάσεις, ο εξοπλισμός του πλοίου δια σωστικών μέσων και εν γένει κατασκευή αυτού, είναι τοιαύται ώστε να μη καθίσταται πρακτικώς ή λογικώς δυνατή η εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, δύναται να εξαιρέση τα υπάρχοντα και ήδη δρομολογημένα ξύλινα επιβατηγά πλοία τα οποία εξυπηρετούν συγκοινωνιακάς ανάγκας μικρών μεμονωμένων κοινοτήτων, εκ των προβλεπομένων απαιτήσεων του παρόντος Κανονισμού, υπό τας κάτωθι προϋποθέσεις: α)Το πλοίον καθ’ όλην την διάρκειαν του πλου, δεν θα απομακρύνεται της ακτής πλέον των τριών ναυτικών μιλίων. β)Ο πλους να εκτελήται μόνον κατά την διάρκειαν της ημέρας και υπό ευνοϊκάς καιρικάς συνθήκας. γ)Ο αριθμός των επιβαινόντων θα καθορίζεται εις τα 3/5 του προσδιοριζομένου βάσει του πειράματος ευσταθείας και δεν θα υπερβαίνη τους 49, και δ)Το πλοίον θα φέρη πρωραίαν στεγανήν φρακτήν ως προβλέπεται υπό της παραγρ. 2 του άρθρου 7. Άρθρον 11. Συμμόρφωσις υπαρχόντων πλοίων 1.Η προσαρμογή των υπαρχόντων πλοίων προς τας απαιτήσεις του παρόντος Κανονισμού είναι υποχρεωτική. 2.Δια την κατά την ανωτέρω παράγραφον συμμόρφωσιν δύναται η Ε.Ε.Π., αναλόγως εκάστης περιπτώσεως, να παρέχη εύλογον προθεσμίαν μη υπερβαίνουσαν όμως οπωσδήποτε το έτος. Άρθρον 12. Οι παραβάται του παρόντος Κανονισμού υπόκεινται εις τας υπό του άρθρου 45 του Ν.Δ. 187/1973 «περί του Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» προβλεπομένας κυρώσεις. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΕΙΡΑΜΑ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Πλοία μήκους μέχρις 20 μέτρων, μεταφορικής ικανότητος από 13 μέχρι 50 επιβατών. 1.Εφαρμογή : Σελ. 334,302 Τεύχος 743-Σελ. 58 Αι διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του παρόντος Παραρτήματος εφαρμόζονται επί πλοίων μήκους μέχρις 20 μέτρων, μεταφορικής ικανότητος από 13 μέχρι 50 επιβατών, ανεξαρτήτως κατηγορίας πλου και επί αφράκτων πλοίων ανεξαρτήτως αριθμού επιβατών. 2.Προετοιμασία: Το ουσιαστικόν πείραμα ευσταθείας εις τα ανωτέρω πλοία, διενεργείται συμφώνως προς την ακόλουθον μέθοδον: α)Επί του πλοίου τοποθετούνται, το έρμα, εάν απαιτείται, τα καύσιμα και το πόσιμον ύδωρ, το πλήρωμα και οι επιβάται τους οποίους δύναται να μεταφέρει από απόψεως επαρκείας χώρων. β)Αντί των επιβατών και του πληρώματος επιτρέπεται η χρησιμοποίησις διαφόρων βαρών, οπότε δι’ έκαστον άτομον θα λαμβάνεται βάρος ίσον προς 70 χιλιόγραμμα και η θέσις του κέντρου βάρους θα καθορίζεται εις απόστασιν 0,90 μέτρα άνωθεν του καταστρώματος. γ)Κατά την διάρκειαν της διενεργείας του πειράματος ευσταθείας το πλοίον θα ευρίσκεται εις υπήνεμον και απαλλαγμένον κυματισμού, χώρον. 3.Εκτέλεσις πειράματος ευσταθείας. (α)Μετά την κατά τα ανωτέρω τοποθέτησιν των βαρών, μετράται εις αμφοτέρας τας πλευράς του πλοίου και εις το μέσον μήκος αυτού, η απόστασις από το σημείον τομής της άνω επιφανείας του καταστρώματος με την πλευράν, μέχρι της επιφανείας της θαλάσσης. β)Το ημιάθροισμα των δύο αποστάσεων, αποτελεί το ύψος εξάλων της εμφόρτου καταστάσεως του πλοίου. γ)Ακολούθως εκκενούται το πλοίον από αριθμόν τινα επιβατών ή αντιστοίχων βαρών, εις τρόπον ώστε να απομείνη επ’ αυτού το 40% των επιβατών. Οι απομείναντες επιβάται ή τα αντίστοιχα βάρη, τοποθετούνται εις την μίαν πλευράν των πλευρικών καθισμάτων και καθ’ όλον το μήκος του πλοίου. δ)Εάν τα καθίσματα δεν επαρκούν δια το 40% των επιβατών, οι πλεονάζοντες επιβάται τοποθετούνται όρθιοι πλησίον των καθισμάτων. ε)Εάν το πλοίον διαθέτει κατάστρωμα υπερκατασκευής δι’ επιβάτας, τότε η κατανομή του 40% των επιβατών, θα λάβη χώραν εις το κύριον κατάστρωμα και εις το κατάστρωμα υπερκατασκευής κατ’ αναλογίαν εμβαδών ελευθέρων καταστρωμάτων. 4.Κριτήρια ευσταθείας. Ακολούθως διενεργείται νέα μέτρησις του ύψους εξάλων, μόνον εις την πλευράν εις την οποίαν ετοποθετήθησαν οι επιβάται. α)Εάν η κατά τα ανωτέρω μετρουμένη απόστασις της γραμμής καταστρώματος από της επιφανείας της θαλάσσης, είναι μεγαλυτέρα του ημίσεος του, συμφώνως προς την παράγραφον 3 (β) ευρεθέντος, ύψους εξάλων της εμφόρτου καταστάσεως, το πλοίον δύναται από απόψεως ευσταθείας να μεταφέρη ασφαλώς τον αριθμόν των επιβατών τον οποίον δικαιούται να παραλαμβάνη βάσει των διατιθεμένων χώρων. β)Εάν η κατά τα ανωτέρω προκύπτουσα απόστασις της γραμμής καταστρώματος από της επιφανείας της θαλάσσης, είναι μικροτέρα του ημίσεος του, συμφώνως προς την παράγραφον 3 (β) ευρεθέντος, ύψους εξάλων της εμφόρτου καταστάσεως, τότε επαναλαμβάνεται η διενέργεια του πειράματος ευσταθείας με μειωμένον αριθμόν επιβατών, μέχρις ότου το 40% αυτών, τοποθετούμενον εις την μίαν πλευράν συμφώνως προς την διαδικασίαν της παραγράφου 3 (γ) αποδόση απόστασιν μεγαλυτέραν του ημίσεος του ύψους εξάλων της εμφόρτου καταστάσεως. 19.Γ.θ.2 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Πλοία μήκους μέχρις 20 μέτρων, μεταφορικής ικανότητος από 51 μέχρι 150 επιβατών και πλοία μήκους άνω των 20 μέτρων, μεταφορικής ικανότητος από 13 μέχρις 25 επιβατών. 1.Εφαρμογή. Αι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται επί πλοίων, ανεξαρτήτως κατηγορίας πλόων: α)Μήκους μέχρις 20 μέτρων, μεταφορικής ικανότητος από 51 μέχρι 150 επιβατών, και β)Μήκους άνω των 20 μέτρων μεταφορικής ικανότητος από 13 μέχρι 25 επιβατών. 2.Προετοιμασία. Το ουσιαστικόν πείραμα ευσταθείας εις τα ανωτέρω πλοία, διενεργείται συμφώνως προς την ακόλουθον μέθοδον: α)Επί του πλοίου τοποθετούνται, το έρμα, εάν απαιτείται, τα καύσιμα και το πόσιμον ύδωρ με πληρότητα δεξαμενών κατά τα 3/4 της χωρητικότητος αυτών, το πλήρωμα και οι επιβάται τους οποίους δύναται να μεταφέρη από απόψεως επαρκείας χώρων. β)Αντί των επιβατών και του πληρώματος, επιτρέπεται η χρησιμοποίησις διαφόρων βαρών, οπότε δι’ έκαστον άτομον θα λαμβάνεται βάρος ίσον προς 70 χιλιόγραμμα και η θέσις του κέντρου βάρους θα καθορίζεται εις απόστασιν 0,90 μέτρα άνωθεν του καταστρώματος. γ)Η κατανομή των επιβατών ή αντιστοίχων βαρών, θα λαμβάνη χώραν δια την πλέον δυσμενή θέσιν την οποίαν δύνανται να λάβουν κατά την λειτουργίαν του πλοίου. δ)Εις πλοία διαθέτοντα δύο καταστρώματα δι’ επιβάτας, η κατανομή των επιβατών θα λάβη χώραν κατ’ αναλογίαν εμβαδών ελευθέρων καταστρωμάτων. ε)Κατά την διάρκειαν της διενεργείας του πειράματος ευσταθείας, το πλοίον θα ευρίσκεται εις υπήνεμον και απηλλαγμένον κυματισμού χώρον. στ)Εις πλοία έχοντα ανεπιστρόφους βαλβίδας εις τα δίκτυα αποχετεύσεων ή του εκτεθειμένου καταστρώματος, αύται πρέπει να ασφαλίζωνται εις την ανοικτήν θέσιν καθ’ όλην την διάρκειαν του πειράματος. 3.Εκτέλεσις πειράματος ευσταθείας. α)Με το πλοίον εις την έμφορτον κατάστασιν ως προβλέπεται υπό της παραγράφου 2(α), εφαρμόζονται αι ακόλουθοι ροπαί εγκαρσίας κλίσεως: 6 WXB (1) Μα=ΡΧΑΧΗ (2) Ένθα: Με = ροπή λόγω μετακινήσεως επιβατών. W = συνολικόν βάρος επιβατών εις Κρ. Βε = μέγιστο πλάτος του πλοίου προσιτό δια τους επιβάτας. Μα = ροπή κλίσεως λόγω ανέμου σε Κρ-m. Α = η προβολή της πλευρικής επιφανείας των εξάλων του πλοί ου, συμπεριλαμβανομένων και απάντων των υπερκατασκευών, επί του επιπέδου συμμετρίας του πλοίου εις τετραγωνικά μέτρα. Η = απόστασις του γεωμετρικού κέντρου της επιφανείας εξάλων Α από την ίσαλο του πλοίου. Ρ = πίεσις ανέμου εις Κρ/m 2 , λαμβανομένη ως ακολούθως: 35 δια πλόας εντός και εις περιοχάς λιμένος, 50 δια πλόας εντός προησπισμένων περιοχών, 75 δι’ οιουσδήποτε πλόας. β)Το απαιτούμενο βάρος δια την δημιουργίαν επί του πλοίου των ροπών Με και Μα θα ισούται με το βάρος των επιβατών τους οποίους δύναται να μεταφέρη το πλοίον η δε κατανομή του θα γίνεται ως αναφέρεται εις τα εδάφια (γ) και (δ) της παραγράφου 2. 4.Κριτήρια ευσταθείας Όταν το πλοίον υπόκειται εις την μεγαλυτέραν εκ των ροπών των σχέσεων (1) και (2), η βύθισις αυτού η οφειλομένη εις την εγκαρσίαν κλίσιν και μετρουμένη εις το σημείον του ελαχίστου ύψους εξάλων ή εις σημείον απέχον κατά τα 3/4 του κήμους του από την πρώραν εάν το ελάχιστον ύψος εξάλων ευρίσκεται πρύμνηθεν του σημείου τούτου δεν πρέπει να είναι μεγαλυτέρα των ακολούθων περιπτώσεων: α)εις πλοία μετά κλειστού καταστρώματος το εναπομένον ύψος εξάλων, μετρούμενον από την άνω επιφάνειαν του καταστρώματος εις την πλευράν μετά την εγκαρσίαν κλίσιν, δεν πρέπει να είναι μικρότερον του ημίσεος του αρχικού ύψους εξάλων. β)εις πλοία μερικώς άφρακτα, το εναπομένον ύψος εξάλων, μετρούμενον από την άνω επιφάνειαν του καταστρώματος εις την πλευράν, μετά την εγκαρσίαν κλίσιν, δεν πρέπει να είναι μικρότερον από τας ακολούθους σχέσεις: Δια οιουσδήποτε πλόας L L F h 4 ) 51 , 1 2 ( Δια πλόας περιωρισμένης εκτάσεως και εις προησπισμένας περιοχάς: L L F h 4 ) 1 2 ( Ένθα: h = εναπομένον ύψος εξάλων L = ολικόν μήκος του πλοίου Ι = μήκος αφράκτου τμήματος του καταστρώματος F= ύψος εξάλων προ της εγκαρσίας κλίσεως, μετρούμενον ως καθορίζεται εις την παρούσαν παράγραφον. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Εις όλα τα ιστιοφόρα Ε/Γ πλοία μήκους άνω των 14 μέτρων τα οποία διαθέτουν συνολικήν επιφάνειαν ιστίων άνω των 80 τετραγωνικών μέτρων, επιπροσθέτως, των απαιτήσεων αρχικής ευσταθείας αι οποίαι εφαρμόζονται εις πλοία άνευ ιστιοφορίας συμφώνως προς τους ισχύοντας Κανονισμούς περί αρχικής ευσταθείας δια πλοία της κατηγορίας των, θα εξετάζεται και η επίδρασις του ανέμου επί των ιστίων, ως ακολούθως: 1.ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΦΟΡΤΟΥ: Εις τας κάτωθι καταστάσεις φόρτου θα εξετάζεται η άθικτος ευστάθεια των πλοίων μετά της μεγίστης ιστιοφορίας. α)Πλήρης φόρτος επιβατών και δεξαμενών καυσίμων, ποσίμου ύδατος και λιπαντελαίου. β)Πλήρης φόρτος επιβατών και αι δεξαμεναί καυσίμων και ποσίμου ύδατος εις κατάστασιν 1/4 του πλήρους, φορτίου των. 2.Κριτήρια ευσταθείας Ιστιοφόρων πλοίων: α)Δια την εξέτασιν της ευσταθείας των ιστιοφόρων Ε/Γ πλοίων, θα χρησιμοποιήται το διάγραμμα των μοχλοβραχιόνων επαναφοράς. Η μέθοδος υπολογισμού του ανωτέρω διαγράμματος θα είναι ακριβής και θα λαμβάνη υπ’ όψιν την διαγωγή του πλοίου, εάν αύτη είναι μεγαλυτέρα του 4% του μήκους της ισάλου του. β)Η αρχική ευστάθεια των ιστιοφόρων Ε/Γ πλοίων θα εξετάζεται εις τρεις γωνίας εγκαρσίας κλίσεως, ως ακολούθως: (Μετά τη σελ. 334,302) Σελ. 334,303 Τεύχος 743-Σελ. 59 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων 19.Γ.θ.2 (1)Θ 1: γωνία εγκαρσίας κλίσεως μέχρι το σημείον βυθίσεως της τομής της άνω επιφανείας του καταστρώματος με την πλευράν του πλοίου. 1 ) 1 ( ) ( 2 1 COS G (1) AXh X X HZ S 2 10 1 ) ( 1 tom/m 2 (2) (2)Θ 2 = γωνία εγκαρσίας κλίσεως απαιτουμένη δια την έναρξιν της εισροής ύδατος εκ των ανοιγμάτων του καταστρώματος του πλοίου. Η γωνία Θ 2 δεν θα λαμβάνεται ποτέ μεγαλυτέρα των 60 μοιρών. ) 2 (sin 3 , 14 2 ) ( ) ( 3 3 3 3 E HZ (3) xh x x HZ S 2 2 10 2 ) ( ton/m 2 (4) (3)Θ 3 = Γωνία ανατροπής του πλοίου. Η γωνία Θ 3 δεν θα λαμβάνεται μεγαλυτέρα των 120 μοιρών. ) 2 (sin 3 , 14 2 ) ( ) ( 3 3 3 3 E HZ (5) Axh x x HZ S 2 3 3 10 ) ( ton/m 2 (6) Ένθα: -GΖ=μοχλοβραχίων επαναφοράς. -Ε(Θ 2) = εμβαδόν κάτωθι της καμπύλης των GZ μεταξύ των γωνιών 0 και Θ 3 -Ε(Θ 3) = εμβαδόν κάτωθι της καμπύλης των GΖ μεταξύ των γωνιών 0 και Θ 3. Εάν η γωνία Θ 3 είναι μικροτέρα των 90 μοιρών, η επιφάνεια κάτωθι της καμπύλης των GΖ μεταξύ των γωνιών Θ 3 και 90 μοιρών, λαμβάνεται αρνητική εις τον υπολογισμόν του Ε (Θ 3). -Δ = εκτόπισμα του πλοίου εις μετρικούς τόννους. -Α = συνολική επιφάνεια ιστίων εις τετραγωνικά μέτρα. Σελ. 334,304 Τεύχος 743-Σελ. 60 Δια τα ιστία σχήματος τετραγωνικού λαμβάνεται ως επιφάνεια η προβολή αυτών εις το επίπεδον συμμετρίας του πλοίου, όταν σχηματίζουν μετ’ αυτού γωνίαν 45 μοιρών. -h = απόστασις του κέντρου της επιφανείας των ιστίων εκ του ημίσεος του μέσου βυθίσματος του πλοίου εις μέτρα. γ)Ως ελάχισται τιμαί των κριτηρίων S 1, S 2 και S 3 λαμβάνονται αι κάτωθι: 1.Δια πλόας μη απομακρυνομένους από τας ακτάς πέραν των 20 ναυτικών μιλίων S 1= 1,10, S 2 = 1,30, S 3 = 1,80 2.Δι’ οιουσδήποτε πλόας S 1 = 1,20, S 2 = 1,60, S 3 = 2,20. 19.Γ.θ.2 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων Άρθρον 1. Ορισμοί. 1.Κατά τον παρόντα Κανονισμόν νοείται: Ε.Ε.Π.: Η εν Πειραιεί εδρεύουσα Επιθεώρησις Εμπορικών Πλοίων. Επιβάτης: Παν πρόσωπον εκτός: α)του πλοιάρχου και των μελών του πληρώματος, β)των κάτω του ενός έτους παίδων. Μήκος πλοίου (L): Το μετρούμενον εις την έμφορτον ίσαλον του πλοίου μήκος του σκάφους. Κατάστρωμα: Η άνω επιφάνεια του ανωτάτου συνεχούς καταστρώματος ή εφ’ όσον το πλοίον διαθέτει στεγανήν υποδιαίρεσιν, η άνω επιφάνεια του καταστρώματος μέχρι του οποίου εξικνούνται αι στεγαναί φρακταί. Εις την περίπτωσιν των αφράκτων πλοίων, ως κατάστρωμα λαμβάνεται η νοητή επιφάνεια η οποία εφάπτεται της κάτω όψεως του κωπητήρος. Πρωραία στεγανή φράκτη: Η φρακτή η οποία τοποθετείται εις απόστασιν 5-15% του μήκους του πλοίου από της πρωραίας ορθίας. Νέον πλοίον: Το πλοίον του οποίου η εγγραφή εις τα ελληνικά νηολόγια ή η κατασκευή ή μετασκευή εις επιβατηγόν ή εις πλοίον δυνάμενον να μεταφέρη επιβάτας θα λάβη χώραν μετά την θέσιν εις εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού. Υπάρχον πλοίον: Το πλοίον το οποίον δεν είναι νέον. Επιβατηγόν: Το πλοίον το οποίον μεταφέρει άνω των 12 επιβατηγών. Τουριστικόν πλοίον: Παν πλοίον απασχολούμενον εις την εκτέλεσιν κυκλικών πλόων θαλασσίας περιηγήσεως και αναψυχής μεταφορικής ικανότητος μέχρις 25 επιβατών. Επαγγελματικόν τουριστικόν: Παν τουριστικόν πλοίον χρησιμοποιούμενον δια την επί ναύλω μεταφοράν επιβατών. Τουριστικόν πλοίον αναψυχής: Παν τουριστικόν πλοίον το οποίον δεν είναι επαγγελματικόν. Πλους Μικράς Ακτοπλοΐας: Ο βραχύς εσωτερικός πλους, καθ’ ον το πλοίον δεν επομακρύνεται πλέον των 20 ναυτικών μιλίων της πλησιεστέρας ακτής. Εις την κατηγορίαν ταύτην περιλαμβάνονται ενδεικτικώς οι πλόες εκ Πειραιώς προς Κυκλάδες, Β. Σποράδες, Ζάκυνθον, Κεφαλληνίαν, λιμένας Ακαρνανίας και Αμβρακικού, προεκτεινόμενοι έστω και μέχρι Κερκύρας ή Πελοποννήσου ανατολικώς του Ταινάρου. Πλους περιωρισμένης εκτάσεως: Ο βραχυχρόνιος πλους εντός ενός ή και ετέρου συνεχομένου προς αυτόν Κόλπου, ως και εις προησπισμένας εντός ή εκτός κόλπων θαλασσίας περιοχάς, όστις διενεργείται συνήθως κατά την διάρκειαν της ημέρας. Εις την κατηγορίαν ταύτην περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, οι πλόες εκ Πειραιώς προς λιμένας Σαρωνικού και Αργολικού εκ λιμένων εντός του Ν. ή Β. Ευβοϊκού προς λιμένας Ν. ή Β. Ευβοϊκού μέχρι Βόλου, εκ λιμένων εντός Κορινθιακού προς λιμένας Κορινθιακού και μέχρι Πατρών. Τοπικός πλους: Ο πλους μεταξύ λιμένων ή όρμων κειμένων απ’ αλλήλων εις απόστασιν μη υπερβαίνουσαν τα 6 ναυτικά μίλια. Ειδικός τοπικός πλους: Εις την έννοιαν του ειδικού τοπικού πλου περιλαμβάνονται οι πλόες εντός λιμνών και ποταμών, εντός λιμένων και των προσβάσεων αυτών μέχρις αποστάσεως ενός μιλίου από των στομίων των, ως και οι πλόες οι εκτελούμενοι εις απόστασιν μέχρις ενός μιλίου από της ακτής, το συνολικόν μήκος των οποίων δεν υπερβαίνει τα 6 ναυτικά μίλια. Άρθρον 2. Εφαρμογή. 1.Ο παρών Κανονισμός έχει εφαρμογήν επί παντός υπό Ελληνική σημαίαν πλοίου μεταφέροντος επιβάτας, μήκους μέχρι τριάκοντα ενός μέτρων, εξαιρέσει των τουριστικών πλοίων αναψυχής. 2.Ο παρών Κανονισμός έχει εφαρμογήν επί νέων και υπαρχόντων πλοίων, εκτός εάν άλλως ρητώς εν αυτώ ορίζεται. 3.Επιβατηγά πλοία μήκους μικροτέρου των 31 μέτρων εκτελούντα βραχείς διεθνείς πλόας, δέον να συμμορφούνται προς τας δια την κατηγορίαν των προβλεπόμενας διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών Δ.Σ. ΠΑΖΕΘ και Γραμμών Φορτώσεως. 4.Εάν λόγω μεγέθους ή άλλων χαρακτηριστικών, η εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, καθίσταται πρακτικώς αδύνατος, η Ε.Ε.Π. εφαρμόζει τας προβλεπομένας υπό των ανωτέρω συμβάσεων εξαιρέσεις, καθορίζουσα τας απαιτήσεις υποδιαιρέσεως, ευσταθείας, γραμμής, φορτώσεως και ύψους εξάλων, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, αναλόγως των ουσιαστικών χαρακτηριστικών εκτελέσεως του πλου. 5.Πλοία τα οποία μεταφέρουν μέχρι 12 επιβάτας και υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, δύνανται να εκτελούν βραχείς διεθνείς πλόας, εφ’ όσον καταταγούν εις τινα των προβλεπομένων υπό του άρθρου 3 κατηγοριών, αναλόγως της εκτάσεως και των ουσιαστικών χαρακτηριστικών εκτελέσεως του πλου. Άρθρον 3. Κατάταξις πλοίων εις Κατηγορίας. Τα πλοία αναλόγως του προορισμού των και των πλόων τους οποίους εκτελούν, κατατάσσονται εις τας ακολούθους κατηγορίας: 1.Πλοία προοριζόμενα δια την κάλυψιν συγκοινωνιακών αναγκών: α)Πλοία εκτελούντα οιουσδήποτε πλόας εσωτερικού, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α.Ι. (Μετά τη σελ. 334,28(α) Σελ. 334,29 Τεύχος 743-Σελ. 55 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων 19.Γ.θ.2 β)Πλοία εκτελούντα πλόας μικράς ακτοπλοΐας, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α.ΙΙ. γ)Πλοία εκτελούντα πλόας περιωρισμένης εκτάσεως. ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α.ΙΙΙ. δ)Πλοία εκτελούντα τοπικούς πλόας, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α.ΙV. ε)Πλοία εκτελούντα ειδικούς τοπικούς πλόας ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α.V. 2.Πλοία προοριζόμενα δια την κάλυψιν ετέρων, πλην συγκοινωνιακών αναγκών, εξαιρέσει των τουριστικών πλοίων αναψυχής: α)Πλοία εκτελούντα οιουσδήποτε πλόας εσωτερικού ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β.Ι. β)Πλοία εκτελούντα πλόας μικράς ακτοπλοΐας, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β.ΙΙ. γ)Πλοία εκτελούντα πλόας περιωρισμένης εκτάσεως, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β.ΙΙΙ. δ)Πλοία εκτελούντα τοπικούς πλόας, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β.ΙV. ε)Πλοία εκτελούντα ειδικούς τοπικούς πλόας ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β.V. Άρθρον 4. Στεγανή υποδιαίρεσις. 1.Όπου εις τον παρόντα Κανονισμόν απαιτείται η ύπαρξις στεγανής υποδιαιρέσεως, νοείται ότι μετά την κατάκλυσιν υπό διαχωρητότητα 0,95 οιουδήποτε διαμερίσματος περικλειομένου υπό δύο εγκαρσίων στεγανών φρακτών, το κατάστρωμα δεν θα βυθισθή, όταν το πλοίον ευρίσκεται εις την δυσμενεστέραν κατάστασιν φόρτου. Η διαχωρητότης του χώρου μηχανών δύναται να λαμβάνεται ως 0,85. 2.Η στεγανή υποδιαίρεσις δύναται να υποκατασταθή δια πρωραίας στεγανής φρακτής και επιπροσθέτως δια τοποθετήσεως υδατοστεγών αεροκιβωτίων κατασκευασμένων εξ ανοξειδώτου υλικού ή δια τοποθετήσεως ετέρου αδιαβρόχου υλικού πλευστότητος εγκεκριμένου υπό της Ε.Ε.Π., το οποίον δεν θα προσβάλεται υπό του πετρελαίου ή των παραγώγων αυτού. Το ανωτέρω σύστημα δέον να είναι ικανόν ώστε το πλοίον εις την δυσμενεστέραν κατάστασιν φόρτου να επιπλέη μετά την κατάκλυσιν οιουδήποτε διαμερίσματος, το δε κατάστρωμα αυτού να μη εβαπτίζεται εντός της θαλάσσης. 3.Δια την εφαρμογήν των απαιτήσεων των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δέον να υποβάλωνται εις Ε.Ε.Π. σχετικοί υπολογισμοί και σχέδια προς έγκρισιν. Εις απλάς περιπτώσεις ή πλοία εμπειρικής κατασκευής, δύναται η Ε.Ε.Π. να αποδεχθή προσεγγίζοντας υπολογισμούς. Σελ. 334,30 Τεύχος 743-Σελ. 56 Άρθρον 5. Απαιτήσεις στεγανής υποδιαιρέσεως κατά κατηγορίας πλοίων. 1.Αι απαιτήσεις στεγανής υποδιαιρέσεως καθορίζονται επί τη βάσει της κατηγορίας εις την οποίαν έκαστον πλοίον κατατάσσεται, ως ακολούθως: (α)Πλοία Κατηγορίας Α.Ι., Α.ΙΙ., Α.ΙΙΙ, και Β.Ι. (1)Εφ’ όσον μεταφέρουν άνω των 12 επιβατών δέον να διαθέτουν στεγανήν υποδιαίρεσιν. 2)Εφ’ όσον μεταφέρουν μέχρι 12 επιβάτας δέον να διαθέτουν κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος των. 3)Υπάρχοντα πλοία Κατηγορίας Β.Ι. μεταφέροντα μέχρι 25 επιβάτας, δέον να διαθέτουν, κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος των και πρωραίαν στεγανήν φρακτήν. β)Πλοία Κατηγορίας Α.IV. 1.Εφ’ όσον μεταφέρουν μέχρι 101 επιβάτας και το μήκος του πλοίου δεν υπερβαίνει τα 20 μέτρα, δέον να διαθέτουν κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος και πρωραίαν στεγανήν φρακτήν. 2.Εις τας λοιπάς περιπτώσεις δέον να διαθέτουν στεγανήν υποδαίρεσιν. γ)Πλοία Κατηγορίας Α.V. Β.ΙΙΙ και Β.ΙV. Εφ’ όσον μεταφέρουν άνω των 12 επιβατών δέον να διαθέτουν κλειστόν κατάστρωμα κατά το 1/3 του μήκους από πρώρας και πρωραίαν στεγανήν φρακτήν. δ)Πλοία Κατηγορίας Β.ΙΙ. 1.Εφ’ όσον μεταφέρουν άνω των 49 επιβατών, δέον να διαθέτουν στεγανήν υποδιαίρεσιν 2.Εφ’ όσον μεταφέρουν μέχρι 49 επιβάτας, δέον να διαθέτουν κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος και πρωραία στεγανήν φρακτήν. 3.Εφ’ όσον μεταφέρουν μέχρι 12 επιβάτας, δέον να διαθέτουν κατάστρωμα καθ’ όλο το μήκος των. ε)Πλοία Κατηγορίας Β.V. Τα πλοία της Κατηγορίας ταύτης δύνανται να είναι άφρακτα. 2.Της υποχρεώσεως τοποθετήσεως πρωραίας στεγανής φρακτής εξαιρούνται τα μεταφέροντα μέχρι 25 επιβάτας υπάρχοντα επαγγελματικά τουριστικά πλοία Κατηγοριών Β.ΙΙ., Β.ΙΙΙ και Β.ΙV, εφ’ όσον είναι ξύλινα ή είναι μήκους μικρότερου των 15 μέτρων ή διαθέτουν επαρκή εφεδρικήν άντωσιν ώστε μετά την κατάκλυσιν αυτών να παραμένουν εις πλευστότητα. Άρθρον 6. Ανοίγματα εις τα στεγανά διαφράγματα και επί του εξωτερικού περιβλήματος των πλοίων κάτωθι του κυρίου καταστρώματος. 1.Θύραι, ανθρωποθυρίδες, οχετοί αερισμού ή έτερα ανοίγματα, δεν επιτρέπονται εις τα στεγανά διαφράγματα των πλοίων. 2.Παραφωτίδες ευρισκόμεναι κάτωθεν του καταστρώματος, δέον να είναι στεγαναί, επαρκούς αντοχής, μονίμως κλειστού τύπου και να φέρουν στεγανά καλύμματα. 19.Γ.θ.2 Στεγανή υποδιαίρεση πλοίων Άρθρον 7. Καθορισμός ύψους εξάλων. 1.Το ελάχιστον επιτρεπόμενον ύψος εξάλων (F), μετρούμενον από του καταστρώματος εις την πλευράν και εις το μέσον του μήκους του πλοίου, δέον να έχη κατ’ ελάχιστον τας ακολούθως τιμάς: μέτρα χιλιοστόμ. Δια μήκ. καταστρώμ. = 6 Ύψος εξάλων (F) =380 » » » = 7 » » » =410 » » » = 8 » » » =440 » » » = 9 » » » =470 » » » = 10 » » » =500 » » » = 11 » » » =530 » » » = 12 και άνω » » =560 2.Δι’ ενδιαμέσους τιμάς του μήκους καταστρώματος, το ύψος εξάλων (F) καθορίζεται δι’ αναγωγής. 3.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως μήκος καταστρώματος νοείται η οριζοντία απόστασις από της εσωτερικής όψεως της στείρας ή ελάσματος αυτής μέχρι της εσωτερικής όψεως ποδοστήματος ή ελάσματος αυτού, μετρουμένη επί της άνω όψεως του καταστρώματος. Εις πλοία των οποίων το κατάστρωμα έχει σιμότητα, το μήκος καταστρώματος λαμβάνεται δι’ εκτάσεως νήματος κατά το μέσον διάμηκες του πλοίου απ’ άκρον εις άκρον του καταστρώματος ως ανωτέρω. 4.Υπάρχοντα πλοία των Κατηγοριών III, IV και V το ύψος εξάλων των οποίων δεν πληροί τας απαιτήσεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου δύνανται να γίνουν αποδεκτά υπό την προϋπόθεσιν ότι: α)θα υποστούν αναλογικήν μείωσιν του αριθμού επιβατών ο οποίος εξάγεται εκ του πειράματος ευσταθείας, και β)το ύψος εξάλων αυτών δεν θα είναι μικρότερον των 3/5 του απαιτουμένου. Άρθρον 8. Προσδιορισμός και χάραξις γραμμής φορτώσεως. 1.Αι διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού «περί γραμμών φορτώσεως πλοίων εκτελούντων πλόας εσωτερικού» έχουν εφαρμογήν και επί των πλοίων επί των οποίων εφαρμόζεται ο παρών Κανονισμός. 2.Τα πλοία τα οποία δεν εμπίπτουν εις τας διατάξεις του Κανονισμού «περί γραμμής φορτώσεως πλοίων εκτελούντων πλόας εσωτερικού», εξαιρέσει των αφράκτων τοιούτων, δέον να συμμορφούνται προς τας ακολούθους απαιτήσεις: α)Το κατάστρωμα δέον να είναι στεγανόν, όλα δε τα ανοίγματα αυτού να κλείουν δια μονίμων καιροστεγών μέσων ικανοποιητικής αντοχής. β)Το ύψος των στομίων των κυτών και των λοιπών εκτεθειμένων ανοιγμάτων, δέον να είναι τουλάχιστον 0,30 μέτρα δια πλοία Κατηγοριών Ι, II και III και τουλάχιστον 0,15 μέτρα δια τα πλοία των Κατηγοριών IV και V. γ)Εις πλοία Κατηγοριών IV και V, τα προστατευόμενα υπό υπερκατασκευασμάτων ανοίγματα επί του καταστρώματος δύνανται να είναι άνευ κατωφλίου και μέσων κλεισίματος και αι οδηγούσαι εις τα υπερκατασκευάσματα θύραι, να έχουν ύψος κατωφλίου τουλάχιστον 0,15 μέτρων. Εις τας λοιπάς περιπτώσεις τα ανοίγματα ταύτα δέον να προστατεύωνται δια των προβλεπομένων υπό του εδαφίου (β) της παρούσης παραγράφου, μέσων. δ)Τα ανοίγματα των δρυφάκτων να έχουν διατομήν τουλάχιστον κατά το ήμισυ της απαιτουμένης υπό του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού «περί γραμμής φορτώσεως πλοίων εκτελούντων πλόας εσωτερικού». ε)Αι διατάξεις δια κιγκλιδώματα και λοιπά μέσα προστασίας πληρώματος του εκάστοτε ισχύοντος Κανονισμού «περί γραμμής φορτώσεως πλοίων εκτελούντων πλόας εσωτερικού» εφαρμόζονται και επί των πλοίων του παρόντος Κανονισμού. στ)Αι ευρισκόμεναι κάτωθεν του καταστρώματος αποχετεύσεις και λοιπαί εξαγωγαί, δέον να είναι εφοδιασμέναι δια μιας τουλάχιστον ανεπιστρόφου βαλβίδας μετά θετικού μέσου κλεισίματος, απ’ ευθείας προσηρμοσμένης επί του εξωτερικού περιβλήματος, ή οποία θα είναι δυνατόν να χειρίζεται επιτοπίως. ζ)Η πρώτη υπέρ το κατάστρωμα υπερκατασκευή εφ’ όσον προστατεύει ανοίγματα επί του καταστρώματος, δέον να είναι καιροστεγής, εξαιρέσει των πλοίων των Κατηγοριών IV. και V. Δεν επιτρέπεται η ύπαρξις ανοιγμάτων επί του πρωραίου διαφράγματος της πρώτης υπέρ το κατάστρωμα υπερκατασκευής, εξαιρέσει μιας μόνον θύρας ισχυράς κατασκευής. η)Εάν εις τα πλοία των ανωτέρω Κατηγοριών, υφίστανται πλευρικά παράθυρα, ταύτα δέον να κλείωνται δια κρυστάλλου ασφαλείας ή άλλου ισοδυνάμου υλικού απαγορευομένης της χρησιμοποιήσεως κοινής υάλου ή ευθραύστων κρυστάλλων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.