← Ελλάδα

4. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 390 της 29 Αυγ./14 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α' 135) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 166/24-101984). Καταστατικό του Κλάδου Αυτοτελώς

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει το Καταστατικό του Κλάδου Αυτοτελώς Απασχολούμενων Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών του Ι.Κ.Α., ρυθμίζοντας θέματα ασφάλισης, εισφορών και συνταξιοδότησης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 390 της 29 Αυγ./14 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α' 135) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 166/24-101984). Καταστατικό του Κλάδου Αυτοτελώς Απασχολουμένων Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών του Ι.Κ.Α. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρου 12 του νόμου 1422/1984 για την "Ενοποίηση των Παραρτημάτων του Κλάδου Ασφάλισης κατά της Ασθένειας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Κ.Α.Δ.Κ.Υ.) σε ενιαίο φορέα, σύσταση Κλάδου Αυτοτελώς Απασχολούμενων, Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών και άλλες ασφαλιστικού περιεχομένου διατάξεις". 2.Γνώμη της Διοικητικής Επιτροπής του Κλάδου Αυτοτελώς Απασχολούμενων Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών του ΙΚΑ, που διατυπώθηκε στην αριθ. 1 απόφασή της της 1/4.6.1984 συνεδρίασης αυτής. 3.Γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων που διατυπώθηκε στην 216 απόφασή του, της 22/7.6.1984 συνεδρίασής του. 4.Γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων που διατυπώθηκε κατά την 7η συνεδρίαση αυτού της 13.6.1984 της ΚΓ Περιόδου. 5.Την 474/1984 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποφασίζουμε: Άρθρο πρώτο. Εγκρίνεται το Καταστατικό του Κλάδου Αυτοτελώς Απασχολούμενων Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που έχει ως ακολούθως: (Μετά τη σελ. 86,74) Σελ. 86,75 Τεύχος ΣΤ123 - Σελ. 119 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχ/νων, Ελεύθερων και Ανεξ/των Επαγγ/τιών 15Β.Β.ι.2-4 ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΤΟΥ Ι.Κ.Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 7. Αναγνώριση χρόνου άσκησης επαγγέλματος. 1.Με αίτηση, που υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την ένταξη στον Κλάδο Ταμείων ή κατηγοριών ή ομάδων ασφαλισμένων κατά το άρθρο 11 του Ν. 1422/1984, μπορούν οι ασφαλισμένοι να αναγνωρίσουν και εξαγοράσουν χρόνο άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος για την πριν από την ένταξη στον Κλάδο χρονική περίοδο, ίσο με εκείνο που προβλεπόταν από τις διατάξεις του οικείου Ταμείου και εφόσον οι διατάξεις αυτές παρείχαν τέτοιο δικαίωμα. Ο χρόνος αυτός εξαγοράζεται από τους ασφαλισμένους με βάση την τιμή, κατά το χρόνο εξαγοράς, του τεκμαρτού ημερομίσθιου της κατά το άρθρο 11 του παρόντος VI ασφαλιστικής κλάσης και με το κατά το άρθρο 12 ποσοστό ασφαλίστρου. Η εξαγορά γίνεται είτε εφάπαξ εντός του επόμενου μήνα από εκείνη που θα κοινοποιηθεί η σχετική απόφαση είτε σε μηνιαίες δόσεις ισάριθμες με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση πρέπει να καταβληθεί εντός του επόμενου μήνα από εκείνο που θα κοινοποιηθεί η σχετική απόφαση. Στην περίπτωση που η εξόφληση γίνεται με δόσεις για τον υπολογισμό του ποσού της εισφοράς εξαγοράς, λαμβάνεται ως βάση η τιμή του τεκμαρτού ημερομίσθιου της ανωτέρω κλάσης κατά τον προηγούμενο μήνα εκείνου που εξοφλείται κάθε δόση. Καθυστέρηση καταβολής δόσης πέραν του τριμήνου συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος για αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί στη μη εξοφληθείσα δόση. Ο αναγνωρισμένος και εξαγορασμένος χρόνος θεωρείται από κάθε άποψη ως χρόνος ασφάλισης που διανύθηκε στη VI κλάση. Χρόνος που αναγνωρίστηκε αλλά δεν εξαγοράστηκε δεν θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης. 2.Υπό τους όρους και προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου μπορούν και οι ασφαλισμένοι κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 1422/1984, με αίτησή τους. που θα υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Κλάδου, να αναγνωρίζουν και εξαγοράζουν χρόνο άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος μέχρι 15 ετών. Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 19 του παρόντος για την απονομή σύνταξης στα πρόσωπα αυτά, απαιτείται οπωσδήποτε η ασφάλισή τους στον Κλάδο επί 5ετία τουλάχιστον από την υπαγωγή τους σ' αυτόν. Άρθρο 8. Μητρώο Ασφαλισμένων- Αρχείο Λογαριασμού Ασφαλισμένων. Στον Κλάδο τηρείται Γενικό Μητρώο των Ασφαλισμένων του, που περιλαμβάνει τα απαραίτητα κάθε φορά ευρετηριακά στοιχεία (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, έτος γέννησης κ.λ.π.) των ασφαλισμένων. Στον Κλάδο τηρείται επίσης Αρχείο Λογαριασμών των Ασφαλισμένων του, που περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με την έναρξη, διάρκεια και λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, τις ασφαλιστικές κλάσεις στις οποίες διανύθηκε ο χρόνος αυτός και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΡΟΙ Άρθρο 9. Εννοιολογικοί Προσδιορισμοί. 1.Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού, οι ακόλουθοι όροι σημαίνουν αντίστοιχα: α)Ασφαλιστέο επάγγελμα: Το επάγγελμα, η άσκηση του οποίου καθιστά υποχρεωτική την ασφάλιση στον Κλάδο. β)Ασφαλισμένος και Ασφαλισμένοι: Τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 1, καθώς και του άρθρου 5 του παρόντος. γ)Συνταξιούχος και Συνταξιούχοι: Τα πρόσωπα που συνταξιοδοτούνται λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. δ)Ατύχημα: Το κατά την άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος ή εξ αφορμής του επαγγέλματος αυτού βίαιο συμβάν. ε)Φορέας: Το Νομικό πρόσωπο ή η Υπηρεσία Ασφάλισης μέσω της οποίας ασκείται κύρια ασφάλιση. στ)Διοικητική Επιτροπή: Η κατά το άρθρο 10 του Ν. 1422/1984 Διοικητική Επιτροπή του Κλάδου. ζ)Χρόνος ασφάλισης: Ο χρόνος ασφάλισης στον Κλάδο, καθώς και ο χρόνος που βάσει άλλων διατάξεων εξομοιώνεται με αυτόν εφόσον έχουν καταβληθεί οι νόμιμες εισφορές. η)Μήνας ασφάλισης: Ο ημερολογιακός μήνας για τον οποίο καταβλήθηκαν οι νόμιμες εισφορές. θ)Έτος ασφάλισης: Περίοδος 12 μηνών ασφάλισης συνεχών ή με διακοπή. 2.Όπου απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο, η μετατροπή χρόνου ασφάλισης σε ημέρες, θεωρείται ότι σε κάθε μήνα ασφάλισης περιλαμβάνονται 25 ημέρες και σε κάθε έτος ασφάλισης 300. Άρθρο 10. Αφάνεια - Απόδειξη ηλικίας. Για τα θέματα τα σχετικά με την αφάνεια και την απόδειξη ηλικίας, εφαρμόζονται κάθε φορά οι αντίστοιχες διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. (Μετά τη σελ. 86,76) Σελ. 86,77 Τεύχος ΣΤ123 - Σελ. 121 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχ/ων, Ελεύθερων και Ανεξ/των Επαγγ/τιών 15Β.Β.ι.4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'. ΕΣΟΔΑ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ - ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ Άρθρο 11. Ασφαλιστικές Κλάσεις. 1.Οι ασφαλισμένοι κατατάσσονται σε μία από τις ισχύουσες ασφαλιστικές κλάσεις του Ι.Κ.Α. κατ' επιλογή τους και με τους περιορισμούς, που αναφέρονται στις παρακάτω παραγράφους. 2.Ο ασφαλισμένος μπορεί, με αίτησή του, να μεταβάλλει ασφαλιστική κλάση και να κατατάσσεται σε ανώτερη ή κατώτερη. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκεί ο ασφαλισμένος μετά τη συμπλήρωση δύο τουλάχιστον ημερολογιακών ετών σε κάθε ασφαλιστική κλάση. Δεν επιτρέπεται όμως να επιλέξει ο ασφαλισμένος κλάση κατώτερη της VI, ή, εφόσον έχει χρόνο άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος μεγαλύτερο από 5 έτη, κατώτερη της VIII. 3.Εάν ο ασφαλισμένος δεν δήλωσε την κλάση στην οποία επιθυμεί να καταταγεί, θεωρείται ότι υπάγεται είτε στη VI είτε στη VIII, κατά τις διακρίσεις της προηγούμενης παραγράφου. 4.Σε κάθε περίπτωση μεταβολής ασφαλιστικής κλάσης, η κατάταξη στη νέα κλάση για όλες τις συνέπειες, ισχύει από την πρώτη του επομένου μήνα από εκείνο κατά τον οποίο συνέβη το γεγονός (υποβολή αίτησης - συμπλήρωση 5ετίας) που δικαιολογεί την μεταβολή κλάσης. Άρθρο 12. Εισφορά Ασφαλισμένων -Πρόσθετα τέλη. 1.Η εισφορά των ασφαλισμένων είναι μηνιαία και ορίζεται ίση με ποσοστό 16% του 25πλάσιου του τεκμαρτού ημερομίσθιου, όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά, της ασφαλιστικής κλάσης στην οποία κατατάσσεται ο ασφαλισμένος κατά το παρόν καταστατικό. 2.Υπόχρεοι για την καταβολή της εισφοράς είναι οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι. 3.Η εισφορά καταβάλλεται μέσα στον επόμενο ημερολογιακό μήνα από εκείνο στον οποίο αφορά. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της εισφοράς, αυτή υπολογίζεται με βάση την τιμή του οικείου τεκμαρτού ημερομισθίου κατά τον προηγούμενο μήνα εκείνου του χρόνου της εξόφλησης. Η επιπλέον προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της τιμής του τεκμαρτού ημερομίσθιου του χρόνου γενέσεως της οφειλής και του χρόνου εξόφλησης θεωρείται ως προσαύξηση εισφορών. Η ανωτέρω συνολική εισφορά προσαυξάνεται με τα πρόσθετα τέλη, που προβλέπονται κάθε φορά από τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., με αφετηρία τον κατά το εδάφιο α' οριζόμενο χρόνο καταβολής. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν οφείλεται ούτε εισπράττεται εισφορά για χρόνο προγενέστερο της πενταετίας από την ημερομηνία καταβολής της, ο δε προγενέστερος αυτός χρόνος δεν μπορεί, κατά κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως χρόνος ασφάλισης. Τυχόν εισπραχθείσες εισφορές για το χρόνο αυτό επιστρέφονται κατά το άρθρο 15 του παρόντος, χωρίς να δημιουργούνται δικαιώματα ασφάλισης. Σελ. 86,78 Τεύχος ΣΤ 123 - ΣΕλ. 122 4.Τα ποσά των εισφορών στρογγυλοποιούνται σύμφωνα με όσα ισχύουν αντίστοιχα στο Ι.Κ.Α. Άρθρο 13. Είσπραξη Εισφορών. 1.Η είσπραξη των εισφορών του Κλάδου μπορεί να γίνεται ή με ένσημα ή τοις μετρητοίς είτε και με τους δύο αυτούς τρόπους, ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ανάλογα με τις επί μέρους κατηγορίες των ασφαλισμένων, σύμφωνα με όσα καθορίζονται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής θα καθορίζεται επίσης ο τύπος των απαιτούμενων για την ανωτέρω είσπραξη δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2.Τα ένσημα της προηγούμενης παραγράφου, εξομοιώνονται απόλυτα με τα ένσημα του Ι.Κ.Α. και έχουν την ίδια νομική προστασία που προβλέπεται για τα τελευταία αυτά. Άρθρο 14. Βεβαίωση και είσπραξη καθυστερούμενων εισφορών και πρόσθετων τελών - Ποινικές ευθύνες. 1.Σε περίπτωση, που διαπιστώνεται, ότι δεν έχουν καταβληθεί οι νόμιμες εισφορές και τα αντίστοιχα πρόσθετα τέλη, οι εισφορές και τα πρόσθετα αυτά τέλη βεβαιώνονται και εισπράττονται αναγκαστικά, σύμφωνα με όσα ισχύουν κάθε φορά για τη βεβαίωση και είσπραξη των αντιστοίχων οφειλών προς το Ι.Κ.Α., με τις οποίες εξομοιώνονται κατά το σημείο αυτό, και οι οφειλές της παρούσας παραγράφου. 2.Οι διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., οι σχετικές με τις ποινικές ευθύνες και την ποινική δίωξη των εργοδοτών, που δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις εργοδοτικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α., εφαρμόζονται ανάλογα και για τους κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του παρόντος υπόχρεους καταβολής εισφορών. 3.Ο χρόνος στον οποίο αντιστοιχούν οι οφειλόμενες εισφορές δον θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης, προτού οι εισφορές αυτές και τα αντίστοιχα πρόσθετα τέλη εξοφληθούν πλήρως, με την επιφύλαξη πάντοτε του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 12 του παρόντος. Άρθρο 15. Επιστροφή εισφορών. Εισφορές, που έχουν εισπραχθεί αχρεώστητα, επιστρέφονται στον ασφαλισμένο σύμφωνα με όσα ισχύουν κάθε φορά στη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. 15Β.Β.ι.4 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχ/νων, Ελεύθερων και Ανεξ/των Επαγγ/τιών ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΛΟΓΩ ΓΗΡΑΤΟΣ - ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ Άρθρο 1. Φορέας Ασφάλισης. 1.Ο ειδικός Κλάδος Αυτοτελώς Απασχολούμενων Ελεύθερων και Ανεξάρτητων Επαγγελματιών που συστήθηκε στο ΙΚΑ με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1422/1984, αποκαλούμενος εφεξής "Κλάδος" διέπεται από τις οικείες διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και από τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού. 2.Σκοπός του Κλάδου είναι η ασφάλιση των αυτοτελώς απασχολούμενων καθώς και των ελεύθερων και ανεξάρτητων επαγγελματιών κατά τους ορισμούς, τις διακρίσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ο ανωτέρω νόμος για τη χορήγηση κύριας σύνταξης στα πρόσωπα αυτά σε περίπτωση γήρατος και αναπηρίας και στα μέλη της οικογένειάς του σε περίπτωση θανάτου του προστάτη τους ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρο 16. Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος. Ο ασφαλισμένος στον Κλάδο έχει δικαίωμα να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος, εάν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση, έχει διακόψει την άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος και έχει συμπληρώσει: α)το 58ο έτος της ηλικίας του και 35 έτη ασφάλισης β)το 62ο έτος της ηλικίας του και 30 έτη ασφάλισης γ)το 65ο έτος της ηλικίας του και 20 έτη ασφάλισης. Άρθρο 17. Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας. 1.Ο ασφαλισμένος στον Κλάδο έχει δικαίωμα να συνταξιοδοτηθεί, εάν έχει καταστεί ανάπηρος κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου, έχει διακόψει την άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος λόγω της αναπηρίας του αυτής και έχει συμπληρώσει είτε 10 τουλάχιστον έτη στην ασφάλιση, από τα οποία τα 3 μέσα στην τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση, είτε 20 έτη οποτεδήποτε. 2.Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος, εάν λόγω πάθησης, βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, εξάμηνης τουλάχιστον κατά ιατρική πρόβλεψη διάρκειας, έχει ποσοστό ανατομοφυσιολογικής βλάβης ίσο ή ανώτερο του 67%, που τον έχει καταστήσει ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος για το οποίο έχει ασφαλισθεί. Η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, εφαρμόζεται και για τους ασφαλισμένους του Κλάδου. 3.Οι διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., όπως ισχύουν κάθε φορά, οι σχετικές με τα αρμόδια για τη διαπίστωση και κρίση της αναπηρίας όργανα, τη διαδικασία ενώπιον αυτών, την άσκηση ενδικοφανών μέσων, την επανάκριση των συνταξιούχων και την οριστικοποίηση των συντάξεων, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους λόγω αναπηρίας του Κλάδου. Άρθρο 18. Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου - Δικαιούχα πρόσωπα. 1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή θανάτου ασφαλισμένου, ο οποίος έχει συμπληρώσει είτε 10 τουλάχιστον έτη ασφάλισης, από τα οποία τα 3 μέσα στην τελευταία πριν από το θάνατό του πενταετία είτε 20 έτη ασφάλισης οποτεδήποτε, έχουν δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν τα κατωτέρω πρόσωπα: α)Ο επιζών σύζυγος (χήρος ή χήρα). β)Τα άγαμα τέκνα, νόμιμα, νομιμοποιημένα, αναγνωρισμένα και υιοθετημένα, των οποίων η υιοθεσία πραγματοποιήθηκε ένα τουλάχιστον έτος πριν από το θάνατο του ασφαλισμένου ή τη συνταξιοδότησή του, εκτός αν ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν. Επίσης έχουν δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν λόγω θανάτου της μητέρας τους τα τέκνα, που έχουν γεννηθεί χωρίς γάμο των γονέων τους. γ)Οι ορφανοί, κατά το χρόνο του θανάτου, από πατέρα και μητέρα, εγγονοί και προγονοί, εφ' όσον είναι άγαμοι και η συντήρησή τους βάρυνε κατά κύριο λόγο, το θανόντα ή τη θανούσα συνταξιούχο ή ασφαλισμένο. δ)Οι γονείς, αν η συντήρησή τους βάρυνε κατά κύριο λόγο το θανόντα ή τη θανούσα. Ως γονείς θεωρούνται και οι θετοί, εφόσον η υιοθεσία πραγματοποιήθηκε τρία τουλάχιστον έτη πριν από τον θάνατο του υιοθετημένου τέκνου. 2.Ο επιζών σύζυγος δεν έχει δικαίωμα να συνταξιοδοτηθεί: α)αν ο θάνατος του συζύγου ή της συζύγου επήλθε πριν παρέλθουν έξι μήνες από την τέλεση του γάμου, εκτός: Ι.αν ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν, II.αν, όσο διαρκεί ο γάμος, γεννήθηκε ή νομιμοποιήθηκε τέκνο, III.αν η χήρα, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου, τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης, β)αν ο θανών ή η θανούσα ήταν συνταξιούχος κατά την τέλεση του γάμου και ο θάνατος επήλθε πριν παρέλθουν 24 μήνες από την τέλεση του γάμου, εκτός αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους Ι, ΙΙ και ΙII του προηγούμενου εδαφίου. 3.Η σύνταξη του επιζώντος συζύγου (ή της συζύγου) αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος έχει καθαρό μηνιαίο εισόδημα, από οποιαδήποτε άλλη πηγή μεγαλύτερο από το 50πλάσιο του ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη. Αν το εισόδημά του είναι μικρότερο, καταβάλλεται είτε ολόκληρη η σύνταξη, αν το άθροισμα του ποσού της σύνταξης και των ποσών από άλλες πηγές δεν υπερβαίνει το ανωτέρω όριο, είτε η προκύπτουσα διαφορά. Για την εφαρμογή του ανωτέρω εδαφίου, εξευρίσκεται το δωδέκατο του εισοδήματος του προηγούμενου ημερολογιακού έτους και η σχετική σύγκριση γίνεται κατά την απονομή της σύνταξης και κατά την 1η Απριλίου κάθε επόμενου έτους. Το τυχόν ποσό της διαφοράς καταβάλλεται για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη σύγκριση αμετάβλητο και δεν επηρεάζεται από τυχόν αυξομειώσεις του ποσού της σύνταξης κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. 4.Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, τα εισοδήματα, από μισθωτές υπηρεσίες αποδεικνύονται με βεβαίωση του οικείου εργοδότη, ή ασφαλιστικού Οργανισμού, τα δε λοιπά με πιστοποιητικό του αρμόδιου Οικονομικού Εφόρου ή και με υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/1969. Οι διατάξεις για το απόρρητο των φορολογικών στοιχείων έχουν εφαρμογή και για τα όργανα του Κλάδου. 5.Οι διατάξεις των παρ. 1 (περίπτ. α) 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για τα πρόσωπα που είχαν ασφαλισθεί μέχρι την 31.12.1982 σε φορείς που εντάσσονται στον Κλάδο, ή ανήκουν στις ομάδες ή κατηγορίες του άρθρου 11 παρ. 4 του Ν. 1422/1984 και είχαν ασφαλισθεί μέχρι την ίδια ημερομηνία, στο φορέα, από τον οποίο μεταφέρονται. Στις περιπτώσεις αυτές έχουν δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν η χήρα ή ο ανάπηρος και άπορος σύζυγος του οποίου η συντήρηση βάρυνε κατά κύριο λόγο τη θανούσα σύζυγο. 6.Οι διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., όπως ισχύουν κάθε φορά, οι οποίες ρυθμίζουν τα θέματα των ποσοστών της σύνταξης των δικαιοδόχων μελών και την βάση υπολογισμού της, εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα του παρόντος άρθρου. Άρθρο 19. Συνταξιοδότηση λόγω ατυχήματος. Για τη χορήγηση σύνταξης λόγω αναπηρίας ή θανάτου, δεν απαιτείται η συμπλήρωσή του, κατά τα άρθρα 17 και 18 του παρόντος, χρόνου ασφάλισης, αν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την άσκηση του ασφαλιστέου επαγγέλματος ή εξ αφορμής του επαγγέλματος αυτού (ατύχημα). Άρθρο 20. Διαδικασία απονομής σύνταξης. Για την απονομή της σύνταξης, απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης, καθώς και των αναγκαίων δικαιολογητικών, που θα καθορίζονται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., όπως ισχύουν κάθε φορά. (Μετά τη σελ. 86,78) Σελ. 86,79 Τεύχος ΣΤ123 - Σελ. 123 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχολούμενων, Ελεύθερων και Ανεξάρτητων 15Β.Β.ι.4 Άρθρο 21. Ποσό σύνταξης. 1.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης που χορηγείται από τον Κλάδο αποτελείται από το βασικό ποσό και τα κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου οικογενειακά επιδόματα. 2.Το βασικό ποσό ορίζεται για κάθε έτος ασφάλισης ίσο με το 2% του 25πλάσιου του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης, στην οποία διανύθηκε κάθε έτος ασφάλισης. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο του έτους ασφάλισης, χορηγείται ανάλογο κλάσμα. Για τον υπολογισμό του βασικού ποσού της σύνταξης, λαμβάνεται ως βάση η τιμή του τεκμαρτού ημερομίσθιου, που ισχύει κατά την έναρξη καταβολής της σύνταξης. Το ανωτέρω βασικό ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 44% του 25πλάσιου του τεκμαρτού ημερομίσθιου της VI ασφαλιστικής κλάσης για τις συντάξεις λόγω γήρατος και αναπηρίας και του 38% της ίδιας κλάσης για τις συντάξεις λόγω θανάτου. 3.Το βασικό ποσό της σύνταξης λόγω γήρατος ή αναπηρίας προσαυξάνεται κατά το ποσό του ενάμισυ (1,5) ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη για τη σύζυγο, εφ όσον αυτή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου. Το βασικό ποσό της ανωτέρω σύνταξης προσαυξάνεται επίσης, κατά το ποσό ενός (1) ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη για καθένα από τα κατά το άρθρο 29 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως ισχύει κάθε φορά, τέκνα εφόσον είναι άγαμα, δεν ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα και δεν λαμβάνει γι' αυτά προσαύξηση ο άλλος σύζυγος ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξη από Ασφαλιστικό Οργανισμό ή Ν.Π.Δ.Δ. ή το Δημόσιο. 4.Το άθροισμα των ποσών της βασικής σύνταξης και των οικογενειακών επιδομάτων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 100% του 25πλάσιου του τεκμαρτού ημερομίσθιου της ασφαλιστικής κλάσης στην οποία διανύθηκε ο περισσότερος χρόνος ασφάλισης. 5.Το ποσό της βασικής σύνταξης προσαυξάνεται, κατά 50% για απόλυτη αναπηρία υπό τους όρους και προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 42 του Ν. 1140/1981. 6.Το τελικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης στρογγυλοποιείται σύμφωνα με όσα ισχύουν αντίστοιχα στο Ι.Κ.Α. Άρθρο 22. Επιδόματα λόγω εορτών και θερινών διακοπών. 1.Στους συνταξιούχους του Κλάδου εκτός από τη μηνιαία σύνταξη, καταβάλλονται και τα εξής: α)επίδομα ίσο με μία μηνιαία σύνταξη για τις εορτές Χριστουγέννων και Νέου Έτους, β)επίδομα ίσο με μισή μηνιαία σύνταξη για τις εορτές του Πάσχα και γ)επίδομα ίσο με μισή μηνιαία σύνταξη για θερινές διακοπές. 2.Ως προς τον τρόπο υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων και το χρόνο καταβολής τους, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α. Σελ. 86,80 Τεύχος ΣΤ123 - Σελ. 124 Άρθρο 23. Έναρξη - Λήξη συνταξιοδότησης. 1.Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο μέσα στον οποίο υποβλήθηκε η κατά το άρθρο 20 του παρόντος αίτηση για την απονομή της σύνταξης. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, η καταβολή της σύνταξης στους δικαιούχους αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος. Η καταβολή της σύνταξης πάντως δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο του εξάμηνου από την υποβολή της αίτησης. 2.Ως προς τη λήξη του δικαιώματος στη σύνταξη, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Άρθρο 24. Αναστολή καταβολής σύνταξης. 1.Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)αν ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από ένα έτος, για το χρονικό διάστημα, που εκτίει την ποινή αυτή. Αν όμως υπάρχουν πρόσωπα που, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου θα συνταξιοδοτούνταν, τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν τη σύνταξη που θα καταβαλλόταν σ' αυτά σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου, β)αν και εφόσον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται για εξέταση της κατάστασης της υγείας του, σύμφωνα με όσα προβλέπονται κάθε φορά από τις οικείες διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., γ)στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 18 του παρόντος. 2.Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται επίσης εφόσον ο συνταξιούχος: α)ασκεί επάγγελμα ασφαλιστέο στον Κλάδο, β)αναλάβει εξαρτημένη εργασία από την οποία θα κερδίζει κατά μήνα ποσό μεγαλύτερο από το 35πλάσιο του ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη. 3.Οι διατάξεις της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., όπως ισχύουν κάθε φορά, οι σχετικές με την υποχρέωση του συνταξιούχου για τη γνωστοποίηση της άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος ή της ανάληψης εξαρτημένης εργασίας, την έγκρισή τους από τον Κλάδο, τις συνέπειες σε περίπτωση που ο συνταξιούχος παραλείπει να παράσχει τα κανονικά, ως προς την εργασία αυτή στοιχεία, καθώς και οι σχετικές με την προσαύξηση της σύνταξης για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε από το συνταξιούχο, έχουν εφαρμογή και για τους συνταξιούχους του Κλάδου. Άρθρο 25. Παραγραφή - Εκχώρηση - Συμψηφισμός Συρροή συντάξεων. Οι διατάξεις της Νομοθεσίας του. Ι.Κ.Α., όπως ισχύουν κάθε φορά, οι σχετικές με την παραγραφή του δικαιώματος για σύνταξη, την παραγραφή αξιώσεων για ποσά συντάξεων, την εκχώρηση, κατάσχεση, συμψηφισμό ποσών συντάξεων και συρροή καταβολής συντάξεων από τον Κλάδο, έχουν εφαρμογή και για τους συνταξιούχους του Κλάδου. 15Β.Β.ι.4 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχ/νων, Ελεύθερων και Ανεξ/των Επαγγ/τιών ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ - ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ Άρθρο 2. Έναρξη λειτουργίας του Κλάδου. Ο Κλάδος θα αρχίσει να λειτουργεί από την 1η Ιουλίου 1984. Άρθρο 26. Διοικητική εξυπηρέτηση. Αρμόδια όργανα να κρίνουν για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Κλάδου, την είσπραξη των εισφορών, την απονομή των παροχών και τη διεξαγωγή γενικά της υπηρεσίας του Κλάδου, είναι τα κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., όπως αυτή ισχύει κάθε φορά, αρμόδια αντίστοιχα όργανα του Ιδρύματος αυτού. Άρθρο 27. Διαχείριση Περιουσίας. Η διαχείριση της περιουσίας του Κλάδου, η λογιστική μεταβολή των πάσης φύσεως στοιχείων της και ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης του Κλάδου, ενεργείται σύμφωνα με όσα ισχύουν κάθε φορά, αντίστοιχα για το Ι.Κ.Α. από το οποίο τηρούνται για τον Κλάδο ιδιαίτερα βιβλία και στοιχεία. Άρθρο 28. Επένδυση των διαθεσίμων κεφαλαίων του Κλάδου. Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Κλάδου τηρούνται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδας και μπορούν να επενδύονται σύμφωνα με όσα ισχύουν κάθε φορά για την επένδυση των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ι.Κ.Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'. ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ Άρθρ.29-33.-(Καταργήθηκαν από το εδάφ. γ της παρ. 12 άρθρ. 15 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50), τόμ. 39, σελ. 274, 19052). Άρθρο δεύτερο Χρόνος έναρξης ισχύος. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την 1η Ιουλίου 1984. Άρθρο 3. Διαδοχική ασφάλιση. Για την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν στη μεταβολή ασφαλιστικού φορέα (διαδοχική ασφάλιση) ο Κλάδος θεωρείται ως ιδιαίτερος φορέας ασφάλισης αυτοτελώς απασχολουμένων προσώπων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Άρθρο 4. Υποχρεωτική ασφάλιση - έναρξη - λήξη. 1.Η ασφάλιση στον Κλάδο είναι υποχρεωτική. 2.Η ασφάλιση αυτή: α)αρχίζει από την πρώτη του μήνα από τον οποίο τα κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του παρόντος πρόσωπα Σελ. 86,76 Τεύχος ΣΤ123 - Σελ. 120 ασκούν νόμιμα και μέσα στα όρια της επικράτειας ασφαλιστέο επάγγελμα με την επιφύλαξη πάντως της παρ. 1 (εδάφιο τρίτο) του άρθρου 6 του παρόντος. β)λήγει στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος διακόπτει την άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος. Άρθρο 5. Προαιρετική ασφάλιση - έναρξη - λήξη. 1.Οι ασφαλισμένοι που διακόπτουν την άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος μπορούν να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στον Κλάδο προαιρετικά εφ' όσον υποβάλουν σχετική αίτηση και έχουν συμπληρώσει: α)το 50ό έτος της ηλικίας τους και β)χρόνο ασφάλισης στον Κλάδο δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ετών στον οποίο περιλαμβάνεται και ο τυχόν προγενέστερος χρόνος ασφάλισης σε οποιοδήποτε φορέα ή Κλάδο κύριας ασφάλισης αυτοτελώς απασχολούμενων ελεύθερων και ανεξάρτητων επαγγελματιών. 2.Προαιρετική ασφάλιση ή συνέχισή της δεν επιτρέπεται αν ο αιτών: α)είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένος σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης αυτοτελώς απασχολούμενων ή ελεύθερων και ανεξάρτητων επαγγελματιών και β)δεν έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τυχόν οφειλές του από εισφορές για την υποχρεωτική του ασφάλιση στον Κλάδο. 3.Η προαιρετική ασφάλιση αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο μέσα στον οποίο υποβλήθηκε η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου αίτηση και λήγει στο τέλος του μήνα μέσα στον οποίο υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται αν ο ασφαλισμένος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών επί τρεις συνεχόμενους μήνες. Χρόνος για τον οποίο δεν καταβλήθηκαν εισφορές δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση ως χρόνος ασφάλισης. 4.Όσοι ασφαλίζονται προαιρετικά έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν μέσα στην προθεσμία του άρθρου 12 του παρόντος το ποσό της εισφοράς που κατά το ίδιο άρθρο αντιστοιχεί στην ασφαλιστική κλάση στην οποία κατατάσσονται κατά το επόμενο εδάφιο. Οι ανωτέρω ασφαλιζόμενοι κατατάσσονται σε μία από τις ασφαλιστικές κλάσεις του άρθρου 11 του παρόντος, κατ' επιλογή τους. Οι ασφαλισμένοι αυτοί μπορούν να μεταβάλλουν κλάση σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 11. Κατάταξη πάντως σε κλάση κατώτερη της VIII δεν επιτρέπεται. 15Β.Β.ι.4 Κλάδος Αυτοτελώς Απασχ/νων, Ελεύθερων και Ανεξ/των Επαγγ/τιών ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' ΣΥΝΑΨΗ -ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ Άρθρο 6. Απογραφή ασφαλισμένων- Διάρκεια ασφαλιστικής σχέσης. 1.Τα πρόσωπα που ασκούν ασφαλιστέο επάγγελμα έχουν υποχρέωση να εγγραφούν στο κατά το άρθρο 8 του παρόντος Μητρώο Ασφαλισμένων. Για το σκοπό αυτό οι υπόχρεοι υποβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία δήλωση σε ειδικό έντυπο (δελτίο απογραφής), που συντάσσεται και χορηγείται από την υπηρεσία. Τα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα πληροφορούμενα κατά οποιοδήποτε τρόπο την ύπαρξη προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση του Κλάδου χωρίς να έχουν απογραφεί προβαίνουν στην αυτεπάγγελτη απογραφή των προσώπων αυτών. Η υποχρεωτική αυτή ασφάλιση δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο της πενταετίας από την υποβολή του δελτίου απογραφής ή από την αυτεπάγγελτη απογραφή και σε καμιά πάντως περίπτωση πριν από την ημερομηνία υπαγωγής των ασφαλισμένων ή ένταξης του Ταμείου στον Κλάδο. 2.Τα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα μπορούν σε κάθε περίπτωση να ζητούν από τα ασφαλιστέα ή ασφαλισμένα στον Κλάδο πρόσωπα να υποβάλλουν δικαιολογητικά, το περιεχόμενο των οποίων θα εκτιμούν προκειμένου να προσδιορίσουν την έναρξη, διάρκεια και λήξη της ασφαλιστικής σχέσης. Ως τέτοια δικαιολογητικά θεωρούνται ιδίως βεβαιώσεις και σχετικά έγγραφα Δημοσίων Αρχών, Επιμελητηρίων, Καταστατικά Εταιρειών κλπ. Σε περίπτωση που δεν υποβληθούν τα δικαιολογητικά που ζητούνται, τα αρμόδια όργανα αποφασίζουν για τα θέματα αυτά κατά την αιτιολογημένη κρίση τους. 4.Κάθε δήλωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς οποιαδήποτε φορολογική Αρχή για την έναρξη άσκησης ασφαλιστέου επαγγέλματος πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα από βεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του ΙΚΑ ότι ο δήλων έχει υποβάλει σ' αυτήν την κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δήλωση απογραφής ή ότι έχει απογραφεί κατά οποιοδήποτε τρόπο.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.