📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 428 της 25 Ιουν./4 Ιουλ. 1961 (ΦΕΚ Α΄ 108) Περί του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων. ΄Εχοντες υπ’ όψει:1)την παρ. 6 του άρθρ. 30 του Ν.Δ. 4114/1960, 2)την από 21 Νοεμ. 1960 γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών και 3)την υπ’ αριθ, 207/1961 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Πόροι ΄Αρθρ.1.-1.Οι πόροι του Κλάδου αποτελούνται: α)Εκ της υπό του Νόμου καθοριζομένης ειδικής προσθέτου μηνιαίας εισφοράς εκ δραχ. 100 καταβαλλομένης υπό των ησφαλισμένων δικηγόρων. β)Εκ των ειδικών εισφορών των δικηγόρων λόγω διορισμού, προαγωγής, γάμου, αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, ως αύται καθορίζονται εν τοις άρθρ. 2, 3 και 4 του παρόντος. γ)Εκ των προσόδων της διαχειρίσεως εν γένει της περιουσίας του Κλάδου. δ)Εκ των προς αυτόν δωρεών και κληροδοτημάτων. Εισφοραί λόγω διορισμού και προαγωγής ΄Αρθρ.8.-1.Μετά την λήξιν εκάστου λογιστικού έτους ενεργείται έλεγχος της διαχειρίσεως του Κλάδου υπό τριμελούς Επιτροπής, συγκειμένης εκ δύο ησφαλισμένων, οριζομένων υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης και ενός ορκωτού λογιστού προβλεπομένου υπό του Ν.Δ. 3329/55. Η Εξελεγκτική Επιτροπή ενεργεί τον έλεγχον εντός των γραφείων του Ταμείου Νομικών και υποβάλλει την σχετικήν έκθεσίν της προς το Υπουργείον Δικαιοσύνης. Αντίγραφα (Αντί για τη σελ. 166,33(α) Σελ. 166,33(β) Τεύχος 1202-Σελ. 49 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) 39.Γ.ζ.1 ταύτης υποχρεούται να υποβάλη συγχρόνως προς τα Διοικητικά Συμβούλια του Ταμείου και των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Εις έκαστον μέλος της ως άνω Εξελεγκτικής Επιτροπής καταβάλλεται υπό του Κλάδου, αμοιβή ης το ποσόν καθορίζεται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των επί της Δικαιοσύνης και Οικονομικών Υπουργών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 2.Το λογιστικόν έτος του Κλάδου άρχεται και λήγει κατά τας αντιστοίχους ημερομηνίας τας ισχυούσας δια το Ταμείον Νομικών. Προϋποθέσεις απονομής παροχής εις ησφαλισμένους ΄Αρθρ.9.-1.Δικαίωμα εις μηνιαίαν παροχήν έχει ο ησφαλισμένος μετά την έξοδον εκ της ασφαλίσεως και την συνταξιοδότησιν παρά του Ταμείου Νομικών: α)Εάν έχη συμπεπληρωμένην 30ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας. β)Εάν έχη συμπεπληρωμένην 25ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν και ηλικίαν 60 ετών. γ)Εάν έχη συμπεπληρωμένην 20ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν και ηλικίαν 65 ετών. δ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας μετά 25ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν, ασχέτως ηλικίας, εκτός αν η απόλυσις οφείλεται εις αποχήν εκ των καθηκόντων του. ε)Εάν έχη συμπεπληρωμένην 10 ετών δικηγορικήν υπηρεσίαν και καταστή σωματικώς ή διανοητικώς ανίκανος δια την άσκησιν του λειτουργήματος. ς)Εάν απομακρυνθή της υπηρεσίας ησφαλισμένη μετά την συμπλήρωσιν δικηγορικής υπηρεσίας 25 ετών. «2.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου Νομικών που έχουν συνταξιοδοτηθεί από το Ταμείο αυτό και διέκοψαν την ασφάλισή τους στο ΚΕΑΔ χωρίς να θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης, δικαιούνται να λάβουν επικουρική παροχή από τον ΚΕΑΔ, εφόσον κατά τον χρόνον υποβολής εις τον ΚΕΑΔ της αίτησης για συνταξιοδότηση έχουν συμπληρώσει μία από τις προϋποθέσεις με τις οποίες είναι δυνατή η θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το Ταμείο Νομικών. 3.Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου αρχίζουν από την 1η του επομένου μήνα από εκείνον που υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης στον ΚΕΑΔ». Οι μέσα σε « » παρ. 2 και 3 προστέθηκαν από το άρθρο μόνο του Π.Δ. 217/26 Μαΐου/14 Ιουν. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 91). Σελ. 166,34(β) Τεύχος 1202-Σελ. 50 39.Γ.ζ.1 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) Προϋποθέσεις απονομής παροχής εις οικογένειαν ησφαλισμένου ή συνταξιούχου Άρθρ.10.-1.Δικαιούνται παροχής: «Α)Εν περιπτώσει θανάτου εγγάμου ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει χρόνον ασφαλίσεως 10 ετών ή εγγάμου συνταξιούχου του Κλάδου, η χήρα σύζυγος και τα ανήλικα νόμιμα ή νομιμοποιηθέντα ή δια δικαστικής αποφάσεως πλήρως αναγνωρισθέντα, ως και τα εξώγαμα έναντι της ησφαλισμένης μητρός, κατά τους ορισμούς του Αστικού Κώδικος, τέκνα. Προς τα ανήλικα τέκνα εξομοιούνται, τα άγαμα, ενήλικα μεν, αλλ’ άπορα και ανίκανα προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, εφ’ όσον η ανικανότης επήλθε διαρκούσης της ανηλικότητός των ως και τα άγαμα ενήλικα, τα μη υπερβάντα το 25ον έτος της ηλικίας των, εφ’ όσον τυγχάνουν σπουδασταί Ανωτάτων Σχολών. Δικαίωμα παροχής της χήρας συζύγου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου γεννάται, εάν ο γάμος τούτου ετελέσθη έν έτος τουλάχιστον προ του θανάτου του, οπωσδήποτε επερχομένου. Η προϋπόθεσις αύτη δεν απαιτείται εάν υπάρχη τέκνον εκ του γάμου γεννηθέν ή δι’ αυτού νομιμοποιηθέν». Η περίπτ. Α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 άρθρ. 25 Νόμ. 730/1977 (ανωτ. σελ. 100,02). Β)Εν περιπτώσει θανάτου αγάμου ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει άνευ τέκνων ησφαλισμένου οπωσδήποτε επερχομένου, έχοντος συμπληρώσει χρόνον ασφαλίσεως 20 ετών, ή θανάτου αγάμου ή εν διαζεύξει άνευ τέκνων συνταξιούχου του Κλάδου οπωσδήποτε επερχομένου α)ο άπορος πατήρ, εάν κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου έχη συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του, άλλως από της συμπληρώσεως του 60ού έτους της ηλικίας του, ή ασχέτων ηλικίας, εάν είναι ανίκανος προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, β)μη υπάρχοντος ή εκλείποντος του πατρός, η άπορος χήρα μήτηρ και αι άποροι άγαμοι αδελφαί εφ’ όσον ο θανών συνέζη αποδεδειγμένως μετά των ως άνω προσώπων ή συνετήρει ταύτα μέχρι θανάτου του. 2.Εν περιπτώσει διαζεύξεως των γονέων δικαιούνται παροχής η άπορος μήτηρ και αι άποροι άγαμοι αδελφαί εάν ο αποβιώσας συνέζη αποδεδειγμένως μετά τούτων ή συνετήρει αυτάς μέχρι του θανάτου του, εάν δε ο αποβιώσας συνετήρει αμφοτέρους τους γονείς αυτού, η παροχή ανήκει μόνον εις τούτους κατ’ ίσας μερίδας. 3.Εάν ο εκλιπών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος κατέλιπε χήραν σύζυγον, μετά ή άνευ τέκνων δικαιούνται παροχής η άπορος χήρα μήτηρ ή ή άπορος φυσική μήτηρ αυτού, εφ’ όσον συνέζει και συνετηρείτο υπό τούτου κατά τα ειδικώτερον εν παρ. 6 του άρθρ. 11 του παρόντος οριζόμενα. 4.Το κατά τ’ ανωτέρω δικαίωμα της μητρός παραμένει και εάν έτι η χήρα σύζυγος και τα τέκνα εκλείψωσιν ή οπωσδήποτε απολέσωσι το προς απόληψιν παροχής δικαίωμα. Κατανομή απονεμητέας παροχής εις οικογενείας Άρθρ.11.-1.Η παροχή της χήρας συσίσταται εις 2/4 της εις τον σύζυγον απονεμητέας ή απονεμηθείσης τοιαύτης. Συντρέχοντα τέκνα δικαιούνται του υπολοίπου, αλλ’ έκαστον τούτων ουχί πλέον του 1/4 ταύτης, κατά τα ειδικώτερον εν τη επομένη παραγράφω οριζόμενα. 2.Υπαρχούσης χήρας και τέκνων η παροχή ανήκει κατά το ήμισυ εις αυτήν και κατά το έτερον ήμισυ εις τέκνα κατ’ ίσας μερίδας. Εάν τα τέκνα ή τινά τούτων διατελώσιν υπό την επιτροπείαν άλλου και ουχί της μητρός δύναται ν’ απαιτηθή η κεχωρισμένη καταβολή του ανήκοντος αυτοίς ποσού της παροχής. 3.Εκλείποντος τινός των τέκνων ή ενηλικιουμένου τινός των εκ τούτων αρρένων ή ερχομένου εις γάμον, η παροχή εκάστου των λοιπών τέκνων προσαυξάνει, υπό τον περιορισμόν της παρ. 1 του παρόντος. 4.Μη υπαρχούσης χήρας συζύγου ή εκλιπούσης ή απολεσάσης το εις σύνταξιν δικαίωμα, εάν μεν καθ’ ον χρόνον επήλθε τοιούτον γεγονός υπάρχη έν τέκνον, η παροχή συνίσταται εις 2/4 της εις τον θανόντα ησφαλισμένον ή συνταξιούχον απονεμητέας ή απονεμηθείσης τοιαύτης, εάν δε υπάρχωσι πλείονα του ενός τέκνα, δικαιούνται ταύτα ολοκλήρου της παροχής, κατ’ ίσας μερίδας, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 1 του παρόντος. 5.Εκλείποντος τινός των τέκνων ή ενηλικιουμένου τινός των εκ τούτων αρρένων ή ερχομένου εις γάμον, η παροχή εκάστου των λοιπών προσαυξάνει αναλόγως, αλλ’ ουχί πέραν του ημίσεος της παροχής. 6.Εάν υπάρχη χήρα μήτηρ ή φυσική μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, υπό τους όρους του άρθρ. 10 του παρόντος, δικαιούται αύτη του 1/4 της εις την χήραν σύζυγον ανηκούσης κατά τας προηγουμένας παραγράφους παροχής, μειουμένης κατά το ποσόν τούτο, του 1/6 δε της εις την σύζυγον και τα συντρέχοντα τέκνα ανηκούσης παροχής μειουμένης αναλόγως κατά το ποσόν τούτο. 7.Εκλιπούσης της χήρας μητρός ή της φυσικής μητρός ή απολεσάσης το προς παροχήν δικαίωμα, η μερίς ταύτης ανήκει εκ νέου εις την χήραν σύζυγον και τα τέκνα, κατά τας ανωτέρω διατάξεις. 8.Η παροχή του πατρός συνίσταται εις τα 2/4 της εις τον θανόντα απονεμητέας ή απονεμηθείσης τοιαύτης. Εις το αυτό ποσόν συνίσταται η παροχή της μητρός και των αδελφών. 9.Η παροχή μητρός και αδελφών ανήκει κατά το ήμισυ μεν εις την μητέρα, κατά το έτερον δε ήμισυ εις τας αδελφάς, κατ’ ίσας (Αντί της σελ. 166,341) Σελ. 166,341(α) Τεύχος 652-Σελ. 141 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) 39.Γ.ζ.1 μερίδας, δύναται δε ν’ απαιτηθή η καταβολή της παροχής ταύτης κεχωρισμένως, εάν αι αδελφαί διατελώσιν υπό την επιτροπείαν άλλου προσώπου. 10.Εκλιπούσης ή ερχομένης εις γάμον τινός των αδελφών, η μερίς ταύτης προσαυξάνει την της μητρός και των άλλων αδελφών. 11.Μη υπαρχούσης μητρός ολόκληρος η κατά την παρ. 8 του παρόντος παροχή ανήκει εις τας αδελφάς. 12.Εάν αμφότεροι οι γονείς δικαιούνται παροχής κατά τους όρους του άρθρ. 10 κατανέμεται αύτη μεταξύ τούτων κατ’ ίσας μερίδας. 13.Εξαιρετικώς η παροχή της χήρας συζύγου και μη συντρεχόντων τέκνων δικαιουμένων εις παροχήν, συνίσταται εις ολόκληρον το ποσόν της εις τον σύζυγον απονεμητέας ή απονεμηθείσης παροχής, εφ’ όσον ο θανών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος εκέκτητο 40ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν, εις τα τρία τέταρτα δε ταύτης, εάν εκέκτητο 35ετή δικηγορικήν υπηρεσίαν, υπήρξε δε 20ετής έγγαμος συμβίωσις αυτών μέχρι της συμπληρώσεως της 40ετούς υπηρεσίας ή δεκαπενταετής έγγαμος συμβίωσις μέχρι της συμπληρώσεως 35ετούς υπηρεσίας. Συντρεχόντων τέκνων δικαιουμένων παροχής, η παροχή αύτη της χήρας συζύγου περιορίζεται κατά το ποσόν, ούτινος δικαιούνται τα τέκνα, κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων και εφ’ όσον χρόνον δικαιούνται τοιαύτης.) Η παρ. 13 κατηργήθη δια του άρθρ. 6 Β.Δ. 109/1964 (κατωτ. αριθ. 5). Έναρξις και συρροή παροχών Άρθρ.12.-1.Η παροχή άρχεται από της επομένης της λήξεως της ασφαλίσεως, εν περιπτώσει δε θανάτου, από της επομένης τούτου. 2.Καθ’ ας περιπτώσεις, δια την απονομήν παροχής απαιτείται απορία, η παροχή δεν άρχεται προ του χρόνου της συμπληρώσεως των αποδεικτικών της απορίας, καθοριζομένου του χρόνου τούτου δια της περί απονομής της παροχής αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. Κατ’ εξαίρεσιν η παροχή της χήρας μητρός ή της φυσικής μητρός εις την περίπτωσιν της παρ. 3 του άρθρ. 10 του παρόντος, άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής της αιτήσεως μετά των πλήρων δικαιολογητικών. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην δημιουργούνται υπέρ του αυτού προσώπου δικαιώματα αναγνωρίσεως πλέον της μιας παροχής ο Κλάδος καταβάλλει εις τον δικαιούχον μόνον μίαν παροχήν, κατ’ επιλογήν τούτου. 4.Η παροχή καταβάλλεται εν αρχή εκάστου μηνός. 5.Εν περιπτώσει θανάτου του δικαιούχου προ της εισπράξεως των εκ του Ταμείου παροχών, μεταβιβάζονται αύται μόνον εις εκείνα τα πρόσωπα, τα οποία κέκτηνται εν τω χρόνω του θανάτου του δικαιούχου ή μεταγενεστέρως ήθελον αποκτήσει τας προς απονομήν παροχής προϋποθέσεις, ασχέτως της ιδιότητος αυτών, ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης. Σελ. 166,342(α) Τεύχος 652-Σελ. 142 39.Γ.ζ.1 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) Απώλεια και διακοπή δικαιώματος Άρθρ.13.-1.Η παροχή απόλλυται: α)Εάν ο δικαιούχος καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη, ιδιοποιήσει, πλαστογραφία, απιστία ή παραποιήσει, εφ’ όσον τα αδικήματα ταύτα στρέφονται κατά του Κλάδου. β)Εάν η σύζυγος ή η χήρα μήτηρ έλθη εκ νέου εις γάμον, είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον. γ)Εάν έλθωσιν εις γάμον, είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον, τα θήλεα τέκνα ή αδελφαί του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. δ)Δια της ενηλικιώσεως των τέκνων, ή εάν ταύτα έλθωσιν εις γάμον, είτε κατά το ημεδαπόν, είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον. 2.Η παροχή διακόπτεται αφ’ ης δικαιούχος καταστή εκ νέου ησφαλισμένος. Τρόπος βεβαιώσεως χρόνου ασφαλίσεως και προϋποθέσεων απονομής παροχών Άρθρ.14.-1.α)Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα καθ’ ο ο ησφαλισμένος μετέχει νομίμως της ασφαλίσεως του Κλάδου. β)Η υποχρεωτική ασφάλισις άρχεται από μεν της 1ης Ιαν. 1961 και εντεύθεν δια πάντας τους κεκτημένους κατά την χρονολογίαν ταύτην την εν τω άρθρ. 30 του Ν.Δ. 4114/1960 ιδιότητα, δια δε τους μετά την χρονολογίαν ταύτην αποκτώντας τοιαύτην ιδιότητα, αφ’ ης εγγραφώσιν εις το Μητρώον του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και λήγει κατά την ημερομηνίαν της καθ’ οιονδήποτε τρόπον εξόδου εκ του δικηγορικού λειτουργήματος ή θανάτου. γ)Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής εις την ασφάλισιν, συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος τυχόν χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Κλάδω. 2.Ο χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω υπολογίζεται κατά έτη, μήνας και ημέρας εκάστου μηνός υπολογιζομένου προς 30 ημέρας. 3.Το πλέον των 6 μηνών χρονικόν διάστημα κατά την συγκεφαλαίωσιν του χρόνου ασφαλίσεως λογίζεται ως πλήρες έτος. 4.Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, ο της προσωρινής παύσεως λόγω πειθαρχικής ποινής, και ο χρόνος της συνεπεία ποινικής διώξεως, καταστάσεως αργίας, προσωρινής παύσεως ή προφυλακίσεως, εφ’ όσον ηκολούθησε οριστική απόλυσις. 5.Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εκάστοτε όπως αιτώνται παρά του Κλάδου την βεβαίωσιν χρόνου ασφαλίσεως αυτών υπερβαίνοντος την δεκαετίαν, εφ’ όσον έχουσιν εκπληρώσει πλήρως τας προς το Ταμείον υποχρεώσεις των. Η βεβαίωσις γίνεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Κλάδου, ήτις είναι ανέκκλητος. «6.Αίτηση ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του για χορήγηση παροχής είναι απαράδεκτη, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται η ολοσχερής εξόφληση των προς τον κλάδο ασφαλιστικών υποχρεώσεων του ασφαλισμένου. Στην περίπτωση ύπαρξης οφειλής, ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης παροχής λαμβάνεται η ημερομηνία εκπλήρωσης της παραπάνω προϋπόθεσης. Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, η χορήγηση της παροχής είναι δυνατή, εφ’ όσον το ποσόν της οφειλής από ασφαλιστικές υποχρεώσεις, όπως έχει διαμορφωθεί μαζί με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση πρόσθετα τέλη, κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, δεν υπερβαίνει το ποσόν 4 μηιαίων παροχών που δικαιούται να λάβει ο ασφαλισμένος. Στην περίπτωση αυτή χωρεί άμεσα συμψηφισμός της υπάρχουσας οφειλής μέχρι του ισόποσου τεσσάρων μηνιαίων παροχών». Η μέσα σε « » παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 89/3-8 Μαρτ. 1995, (ΦΕΚ Α΄ 53). 7.Δια την βεβαίωσιν του χρόνου της ασφαλίσεως και των προϋποθέσεων εν γένει απονομής παροχής απαιτείται η υποβολή αντιγράφου αποφάσεως συνταξιοδοτήσεως του Ταμείου Νομικών. Αναθεώρησις αποφάσεων ΄Αρθρ.2.-«Αι εισφοραί λόγω διορισμού και προαγωγής ορίζονται ως εξής: α)Δραχ. 1.000 υπό του το πρώτον διοριζομένου δικηγόρου. Προκειμένου διορισμού απ’ ευθείας, παρ’ Εφέταις ή τω Αρείω Πάγω η άνω καταβολή ορίζεται εις δραχ. 2.000 δια την πρώτην περίπτωσιν και 3.000 δια την δευτέραν. Η μη καταβολή των άνω ποσών επάγεται απαράδεκτον της αιτήσεως περί διορισμού. β)Δραχ. 1.000 παρά του προαγομένου παρ’ Εφέταις ή παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρου. Εις περίπτωσιν απ’ ευθείας προαγωγής παρ’ Αρείω Πάγω καταβάλλονται δραχ. 2.000. Η μη καταβολή των ποσών τούτων επάγεται απαράδεκτον της περί προαγωγής αιτήσεως. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 1 Β.Δ. 793/1972 (κατωτ. αριθ. 11), (Δ.Σ. ΦΕΚ Α΄ 28/31 Ιαν. 1973). Αναγνώρισις και εξαγορά προϋπηρεσίας Άρθρ.15.-1.Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί απονομής παροχής υπόκεινται εις αναθεώρησιν υπ’ αυτού κατά τας επομένας διατάξεις 2.Αναθεώρησιν δικαιούται να ζητήση εφ’ άπαξ και εντός ενός έτους από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως ο ενδιαφερόμενος και εν περιπτώσει θανάτου η οικογένεια αυτού. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δικαιούται και οίκοθεν να προβαίνη εκάστοτε εις την αναθεώρησιν των αποφάσεών του, λόγω πλάνης περί τα πράγματα ή νέων γεγονότων, ειδικώτερον δε των τοιούτων περί απονομής παροχής λόγω ανικανότητος ή απορίας. 4.Αι περί αναθεωρήσεως αποφάσεων υποθέσεις εισάγονται προς συζήτησιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον κατόπιν εγγράφου εισηγήσεως μέλους αυτού οριζομένου υπό του Προέδρου. 5.Τα τυχόν κατόπιν της αναθεωρήσεως επιστρεπτέα ποσά τω κλάδω ή τω δικαιούχω ή τη οικογενεία αυτού αποδίδονται ατόκως. 6.Αι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί πάσης άλλης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός αν ειδικώς ορίζηται άλλως εν τω παρόντι. Ανεκχώρητον, ακατάσχετον, συμψηφισμός Άρθρ.16.-1.Απαγορεύεται εκχώρησις και κατάσχεσις της παροχής του Κλάδου, πάσα δε τοιαύτη πράξις είναι αυτοδικαίως άκυρος. 2.Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/4 της παροχής συνταξιούχου λόγω διατροφής ανιόντων, κατιόντων και συζύγου, κατόπιν αδείας του Προέδρου πρωτοδικών ή λόγω οιασδήποτε οφειλής προς το Δημόσιον. (Αντί για τη σελ. 166,35) Σελ. 166,35(α) Τεύχος 1322 Σελ. 27 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) 39.Γ.ζ.1 3.Δύναται ο Κλάδος όπως συμψηφίζη ολόκληρον το ποσόν της απονεμηθείσης παροχής, προς απαίτησιν αυτού κατά του ησφαλισμένου ή της οικογενείας αυτού, απορρεούσης εξ οιασδήποτε αιτίας και ασχέτων της ιδιότητος των δικαιούχων παροχής μελών της οικογενείας ως κληρονόμων του οφειλέτου του Κλάδου. Παραγραφαί Άρθρ.17.-1.Το δικαίωμα απονομής παροχής παραγράφεται μετά πέντε έτη αφ’ ης εγεννήθη, εάν ο δικαιούχος δεν υποβάλη εντός του χρόνου τούτου την σχετικήν αίτησιν μετά των υπό του Νόμου οριζομένων δικαιολογητικών, επιφυλασσομένων των ειδικών περί τούτου ορισμών του παρόντος. 2.Εν ουδεμιά όμως περιπτώσει δύναται ν’ αναγνωρισθή παροχή δια προηγούμενον της εις τον Κλάδον υποβολής της, κατά την παρ. 1 αιτήσεως χρονικόν διάστημα, υπερβαίνον το έν έτος. 3.Αι παροχαί παραγράφονται μετά έν έτος από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου καθ’ ον κατέστησαν απαιτηταί. Η ενιαυσία παραγραφή των εν τω προηγουμένω εδαφίω παροχών, αίτινες ανάγονται εις χρόνον προγενέστερον της αναγνωριζούσης ταύτας αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Κλάδου, άρχεται από της εκδόσεως της αποφάσεως ταύτης. 4.Πάσα απαίτησις κατά του Κλάδου, λόγω αχρεωστήτου καταβολής ή κρατήσεως υπέρ τούτου εξ οιασδήποτε αιτίας, παραγράφεται μετά πενταετίαν, αφ’ ης ενηργήθη η αχρεώστητος καταβολή. Κυρώσεις Άρθρ.18.-1.Επί πάσης χρηματικής οφειλής ληξιπροθέσμου, ανεξαρτήτως των κατά οικείας διατάξεις συνεπειών, ο κλάδος δικαιούται ν’ απαιτήση τον υπό του Νόμου οριζόμενον τόκον υπηρημερίας, πλην των ειδικώς δια του παρόντος οριζομένων οφειλών, αίτινες υπόκεινται εις την εις τας κατ’ ιδίαν περί των οφειλών τούτων διατάξεις οριζομένην προσαύξησιν. 2.(Κατηργήθη από 1 Ιαν. 1962 δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 798/1961, κατωτ. αριθ. 2). Άρθρ.19.-Όπου εν τω παρόντι αναφέρεται το Διοικητικόν Συμβούλιον νοείται τούτο ως συντίθεται δια την διαχείρισιν του Ειδικού Λογαριασμού του Κλάδου τούτου κατά τα εν άρθρ. 5 παρ. 2 του Ν.Δ. 4114/1960 οριζόμενα. Μεταβατικαί Διατάξεις Άρθρ.20.-1.Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του Κλάδου ησφαλισμένοι δικαιούνται παροχής, εφ’ όσον δικαιωθούν συντάξεως υπό του Ταμείου Νομικών έχουσι δε τουλάχιστον 10ετή χρόνον ασφαλίσεως (συμπεριλαμβανομένης και της αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας) εν τω Κλάδω κατά την έξοδόν των εκ του λειτουργήματος, αναλόγως όμως των ετών ασφαλίσεώς των κατά τα υπό του Σελ. 166,36(α) Τεύχος 1322 Σελ. 28 άρθρ. 30 του Ν.Δ. 4114 προβλεπομένου Β.Δ/τος ορισθησόμενα. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος εφαρμόζονται από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μηνός. 3.Εις τον αυτόν επί της Δικαιοσύνης Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. ΄Αρθρ.3.-1.Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι’ εξαγοράς εν όλω ή εν μέρει της μη συμπιπτούσης προς χρόνον ασφαλίσεως δικηγορικής προϋπηρεσίας των, ουχί όμως πέραν των 20 ετών. 2.Το προς εξαγοράν του χρόνου προϋπηρεσίας ποσόν ορίζεται εις δραχ. (100) δι’ έκαστον εξαγοραζόμενον μήνα και καταβάλλεται δια 48 μηνιαίων ισοπόσων δόσεων, από της 1ης Ιαν. 1961 μεν, υπό των κατά την χρονολογίαν ταύτην ησφαλισμένων, από της χρονολογίας δε της ασφαλίσεώς των, υπό των μετά την 1 Ιαν. 1961 καθισταμένων τοιούτων. Το ανωτέρω ποσόν προς εξαγοράν του χρόνου προϋπηρεσίας ωρίσθη εις 200 δραχμάς δι’ έκαστον εξαγοραζόμενον μήνα, δια της παρ. 2 του άρθρ. 1 Β.Δ. 793/1972 (κατωτ. αριθ. 11), (Δ.Σ. ΦΕΚ Α΄ 28/31 Ιαν. 1993). Η μη εμπρόθεσμος καταβολή εκάστης των άνω δόσεων συνεπιφέρει προσαύξησιν 5% ετησίως μετά πάροδον εξαμήνου από της καθυστηρήσεως μέχρις εξοφλήσεως, πλην των δόσεων του πρώτου 18μήνου αίτινες καταβάλλονται ατόκως, εφ’ όσον η καταβολή ενεργηθή εντός του χρόνου τούτου. 3.Η αναγνώρισις και η εξαγορά προϋπηρεσίας αποτελεί δικαίωμα του ησφαλισμένου, το οποίον δύναται ν’ ασκήση δι’ ολόκληρον ή μέρος της προϋπηρεσίας ταύτης, καθ’ όλην την διάρκειαν της ασφαλίσεώς του ή και κατά την εκ της ασφαλίσεώς του έξοδόν του, του δικαιώματος τούτου ανήκοντος εις την οικογένειάν του, το προς εξαγοράν όμως της προϋπηρεσίας οφειλόμενον ποσόν μετά της τυχόν προσαυξήσεως καταβάλλεται πάντως προ της υποβολής αιτήσεως εκ μέρους των δικαιούχων περί απονομής παροχών, άλλως δεν δημιουργείται δικαίωμα συνιπολογισμού του χρόνου τούτου. Εν περιπτώσει καταβολής μέρους των δια την εξαγοράν της προϋπηρεσίας οφειλομένων, αναγνωρίζεται ανάλογος χρόνος προϋπηρεσίας προς τα καταβληθέντα ποσά, μη υπολογιζομένων δι’ εξαγοράν προϋπηρεσίας των καταβληθέντων δια προσαυξήσεις. «Ο ησφαλισμένος, δύναται να αιτήσηται όπως καταβάλη το ήμισυ του οφειλομένου ποσού της εξαγοράς της προϋπηρεσίας ως και (Αντί της σελ. 166,31(β) Σελ. 166,31(γ) Τεύχος ΙΑ-3-3 Σελ. 97 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) 39.Γ.ζ.1 της γενομένης προσαυξήσεως των μέχρι της εξόδου του ληξιπροθέσμων δόσεων, του απομένοντος υπολοίπου ποσού εξοφλουμένου κατά το σύστημα των τοκοχρεωλυτικών δόσεων δια παρατηρήσεως του ημίσεος ποσού της απονεμηθησομένης αυτώ κατά μήνα παροχής, εφ΄’ όσον οφείλεται ποσόν ίσον προς το ήμισυ του δια την αναγνώρισιν της προϋπηρεσίας απαιτουμένου ποσού, αναλόγου δε ποσοστού της συντάξεως εις περίπτωσιν καθ’ ην η οφειλή είναι κατωτέρα του ημίσεος του απαιτουμένου δια την αναγνώρισιν της προϋπηρεσίας κεφαλαίου, της προσαυξήσεως εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει οριζομένης εκ 5%». Το τελευταίον εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 109/1964 (κατωτ. αριθ. 5). 4.Η αναγνωρισθείσα προϋπηρεσία λογίζεται τόσον δια την προσαύξησιν των ετών όσον και δια την δημιουργίαν του δικαιώματος. «5.Η αναγνώρισις του χρόνου προϋπηρεσίας και ασφαλίσεως χωρεί κατόπιν ειδικής δι’ έκαστον ησφαλισμένον αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Οιαδήποτε καταβολή προς τον σκοπόν τούτον δεν συνεπάγεται δικαίωμα του καταβάλλοντος προς απόληψιν αντιστοίχου παροχής άνευ αποφάσεως του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 109/1964 (κατωτ. αριθ. 5). Αναγνώρισις γάμου ΄Αρθρ.4.-1.΄Απαντες οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποχρεούνται εις δήλωσιν του παρ’ αυτών τελεσθέντος ή τελουμένου γάμου, ως και των γεννήσεων, νομιμοποιήσεων ή αναγνωρίσεων τέκνων. «2.Για την αναγνώριση του γάμου καταβάλλεται ποσόν ίσον με το πενταπλάσιο της μηνιαίας εισφοράς των ασφαλισμένων που ισχύει κατά τον χρόνον της καταβολής, προσαυξημένο κατά 2% μηνιαίως από τον πρώτο μήνα του μεθεπομένου έτους της τελέσεως του γάμου ή της ενάρξεως της ασφαλίσεως, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του ποσού. Σε περίπτωση αναπροσαρμογής του ποσού, το 2% της προσαύξησης αρχίζει από την ημερομηνία της τελευταίας αναπροσαρμογής». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 172/15-25 Απριλ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 77). 3.Προκειμένου περί γάμου τελουμένου υπό συνταξιούχου οφείλεται το εν τη προηγουμένη παραγράφω καθοριζόμενον ποσόν, και καταβάλλεται εντός έτους από της τελέσεως του γάμου. Εν μη εμπροθέσμω καταβολή του οφειλομένου ποσού ουδέν εκ της ασφαλίσεως δικαίωμα παράγεται υπέρ της οικογενείας του συνταξιούχου. Σελ. 166,32(γ) Τεύχος ΙΑ-3-3 Σελ. 98 «Δια τους εξελθόντας της ασφαλίσεως μετά την 1ην Ιαν. 1961 και τελέσαντες γάμον μετά την έξοδόν των και μέχρι της ισχύος του παρόντος, η προθεσμία καταβολής της οφειλής δια την αναγνώρισιν του γάμου των άρχεται από της ισχύος του παρόντος, εφαρμοζομένης και εν τη περιπτώσει ταύτη της διατάξεως της δευτέρας περιόδου της παρ. 2 του άρθρ. 4 του υπ’ αριθ. 428/1961 Β.Δ/τος». Το εντός « » τελευταίον εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 109/1964 (κατωτ. αριθ. 5). 39.Γ.ζ.1 Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ.) 4.Εν περιπτώσει τελέσεως δευτέρου ή τρίτου γάμου, δι’ έκαστον τοιούτον καταβάλλεται το κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον ποσόν. 5.Η υποχρέωσις καταβολής λόγω γάμου δεν αίρεται εν περιπτώσει ακυρώσεως ή λύσεως του γάμου οπωσδήποτε. 6.Εις την κατά τας διατάξεις των παρ. 2 και 3 του παρόντος, καταβολήν υποχρεούται ο άγαμος ησφαλισμένος, αναγνωρίζων εξώγαμον τέκνον ή πλείονα τοιαύτα, ως και εκείνος, έναντι του οποίου εγένετο δικαστική αναγνώρισις εξωγάμου ή εξωγάμων τέκνων, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 1533 και 1555 του Αστικού Κώδικος. «Δια την μη εμπρόθεσμον καταβολήν του οφειλομένου κατά τ’ ανωτέρω χρηματικού ποσού, δια την αναγνώρισιν εξωγάμων τέκνων οφείλεται προσαύξησις 5%. Αύτη υπολογίζεται δια μεν την περίπτωσιν των προ της 1ης Ιαν. 1961 γεννηθέντων εξωγάμων τέκνων από 1ης Ιαν. 1962, δια δε την περίπτωσιν των γεννηθέντων ή γεννηθησομένων από 1ης Ιαν. 1961 και εφεξής, έν έτος μετά την γέννησιν αυτών». Το τελευταίον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Β.Δ. 109/1964 (κατωτ. αριθ. 5). 7.Επί εκουσίας ή δικαστικής αναγνωρίσεως εξωγάμων τέκνων κατά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, καταβάλλεται το ως άνω ποσόν ιδιαιτέρως δια τα εξ εκάστης γυναικός γεννώμενα. 8.Εάν κατά την λήξιν της ασφαλίσεως οφείλεται ολόκληρον ή μέρος του δια την αναγνώρισιν γάμου ή δι’ εκουσίαν ή δικαστικήν αναγνώρισιν εξωγάμων τέκνων ωρισμένου ποσού, κρατείται η απονεμομένη εις τον ησφαλισμένον ή την οικογένειαν αυτού μηνιαία παροχή μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλής, συμψηφιζομένη προς αυτήν. 9.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως μέλους πατρικής οικογενείας θανόντος αγάμου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, οφείλεται υπό του συνταξιοδοτουμένου το εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενον ποσόν παρακρατείται δε κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. Τρόπος εισπράξεως εσόδων ΄Αρθρ.5.-1.Η είσπραξις των πόρων του Κλάδου ενεργείται υπό του Ταμείου Νομικών, όπερ δύναται ν’ αναθέση επί προμηθεία ή άλλη αποζημιώσει εις μίαν ή και πλείονας των ανεγνωρισμένων Τραπεζών ή εις τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια ή εις την Ταχυδρομικήν εν γένει υπηρεσίαν και τα ταχυδρομικά γραφεία ως και εις ησφαλισμένους ή μη κατά τα υπό του Διοικητικού Συμβουλίου αποφασιζόμενα, ή εις τα Δημόσια Ταμεία την είσπραξιν των πόρων του Κλάδου και την πληρωμήν των παροχών. 2.Οι πόροι του Κλάδου εισπράττονται δι’ εκδόσεως αποδείξεων εν Αθήναις μεν υπό του Ταμείου Νομικών, εν ταις Επαρχίαις δε υπό των εν τη προηγουμένη παραγράφω εντεταλμένων αρμοδίων. Τοποθέτησις και διαχείρισις κεφαλαίων ΄Αρθρ.6.-1.Η διάθεσις και η επένδυσις των κεφαλαίων του Κλάδου γίνεται ελευθέρως δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού εφαρμοζομένων των νόμων περί ελέγχου της πίστεως. Η κατάθεσις των κεφαλαίων αυτού ενεργείται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ή παρ’ άλλη ανεγνωρισμένη Τραπέζη υπό μορφήν εντόκου καταθέσεως. 2.Τα Κεφάλαια του Κλάδου επενδύονται ως εξής: α)Εις χρεώγραφα του Κράτους. β)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Τραπέζης της Ελλάδος. γ)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. δ)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος. ε)Εις μετοχάς επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. ς)Εις δάνεια προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με ρήτραν χρυσού ή δολλαρίου, εφ’ όσον παρέχεται η εγγύησις του Κράτους. ζ)Εις ομολογίας εκδιδομένας υπό επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, αίτινες απολαύουσιν ειδικών προνομίων. η)Εις αγοράν κεντρικών ακινήτων εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών. 3.Επιτρέπεται εις τον Κλάδον κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού να δανείζηται παρά φυσικών ή νομικών προσώπων επί υποθήκη των ακινήτων αυτού ή επ’ ενεχύρω των χρεωγράφων του. Διαχείρισις Κεφαλαίων Κλάδου ΄Αρθρ.7.-Αι υπέρ του Κλάδου ενεργούμεναι εισπράξεις μεταφέρονται εις ειδικόν παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος λογαριασμόν υπό την ονομασίαν «Λογαριασμός Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων Ελλάδος» μετ’ αφαίρεσιν των βαρυνόντων τον Κλάδον γενικών εξόδων. ΄Ελεγχος διαχειρίσεως
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.