📄 Κείμενο νόμου
3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 14 Μαΐου/9 Ιουν. 1927 Περί του τρόπου της ενεργείας των δημοπρασιών δια την ενοικίασιν α)του φόρου των δημοσίων θεαμάτων, και β)του φόρου επί των ημερησίων ακαθαρίστων εισπράξεων των κέντρων διασκεδάσεως. Εκδίδεται κατά το Ν.Δ. 20/22 Ιαν. 1925 (ανωτ. αριθ. 2) και το άρθρ. 9 του καταργηθέντος ν. 3047/19. Το παρόν Δ/μα δεν ισχύει ως προς τον φόρον κέντρων διασκεδάσεως, των σχετικών διατάξεων καταργηθεισών δυνάμει του άρθρ. 7 Α.Ν. 504/1937 (28.Βγ.5). Ως προς τον φόρον δημοσίων θεαμάτων διατηρείται εν ισχύϊ δυνάμει του άρθρ. 30 Α.Ν. 505/1937 (28.Βα.9). Άρθρ.1.-Η κατ’ επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις, προάστεια αυτών ή χωρία διάθεσης δι’ ενοικιάσεως, α)του εσόδου εκ της φορολογίας των δημοσίων θεαμάτων, ήτοι 1)του τέλους αδείας τελέσεως δημοσίου θεάματος, 2)του κυρίου φόρου επί των δημοσίων θεαμάτων εν γένει και 3)του προσθέτου τέλους υπέρ του ταμείου συντάξεως ηθοποιών (και β) του εσόδου εκ της φορολογίας των ημερησίων ακαθαρίστων εισπράξεων των κέντρων διασκεδάσεως) δεν δύναται να περιλάβη δι’ εκάστην ενοικίασιν χρονικόν διάστημα μείζον της τριετίας. Σελ. 161 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων 28.Β.β.1-3 Αι δημοπρασίαι ενεργούνται μονοήμεροι εις την έδραν των οικον. εφόρων διεξαγόμεναι ενώπιον της διοικητικής αρχής, του οι κονομικού εφόρου και του ταμίου ή των νομίμων αναπληρωτών των. Εις τας πόλεις εις ας δεν συνεδρεύει μετά του οικον. εφόρου διοικητική αρχή ή ταμίας, ο ειρηνοδίκης, εν ελλείψει δε και τοιούτου, άλλη δημοσία αρχή υπό του υπουργού των Οικονομικών οριζομένη, αναπληροί εκατέραν ή αμφοτέρας τας αρχάς ταύτας. Αντί της διοικητικής αρχής δύναται δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών να ορισθή μέλος της επιτροπής εις των Οικον. επιθεωρητών. Όπου εφαρμόζεται ο νέος οργανισμός των ταμείων αρμόδιος ταμίας είναι ο διευθυντής του Ταμείου και εις την περίπτωσιν πλειόνων ταμείων ο διευθυντής του ταμείου εισπράξεων ή ο υπό του υπουργού των Οικονομικών οριζόμενος. Εις ας πόλεις υπάρχουσι πλείονες οικον. έφοροι ο αρμόδιος ορίζεται υπό του υπουργού των Οικονομικών. Η δημοπρασία διεξάγεται εν τω συνήθει τόπω των δημοπρασιών ή εν άλλω υπό των διενεργουσών ταύτην οριζομένω, αρχομένη από της 9 πρωϊνής ώρας και λήγουσα την 12 μεσημβρινήν ώραν. Άρθρ.8.-Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία: α)όταν ενεργηθείσης τοιαύτης δεν παρουσιάσθη πλειοδότης ή όταν κριθή ομοφώνως υπό των αρχών αναγκαία η ακύρωσις αυτής δια το ασύμφορον της προσφοράς, εν ταις περιπτώσεσι δε ταύταις οίκοθεν αι αρχαί επαναλαμβάνουσι την δημοπρασίαν β)όταν η ενεργηθείσα δημοπρασία ακυρωθή υπό του υπουργείου λόγω παρατυπίας ή ένεκα του ασυμφόρου της παρασχεθείσης προσφοράς ή άλλον λόγον, γ)όταν επί του αποτελέσματος της ενεργηθείσης δημοπρασίας του μεν μη υπερβαίνοντος τας 200.000 δραχμάς γίνη νέα προσφορά ανωτέρα τούτου κατά 5%, του δ’ υπερβαίνοντος το ποσόν τούτο κατά 3%. Κατωτέρα των όρων τούτων προσφορά δύναται να γίνη δεκτή εγκρίσει του υπουργού των Οικονομικών. Άρθρ.9.-Αι επαναληπτικαί δημοπρασίαι και οι αναπλειστηριασμοί κηρύσσονται δια περιληπτικής διακηρύξεως του οικονομικού εφόρου αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης και περιεχούσης ρητώς τους εν άρθρ. 2 όρους, ενεργούνται δε μετά τρεις τουλάχιστον ημέρας, αφ’ ης η διακήρυξις του οικονομικού εφόρου τοιχοκολληθή εις μόνον τον τόπον της δημοπρασίας επί αποδείξει της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, υπολογιζομένης και της ημέρας της τοιχοκολλήσεως. Άρθρ.10.-Πάσα περί επαναλήψεως δημοπρασίας αίτησις εγχειρίζεται εις μίαν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών, παρ’ ης διαβιβάζεται αμέσως επί αποδείξει εις τον οικονομικόν έφορον, όστις οφείλει να εκδώσι εντός 24 ωρών την διακήρυξίν του, εάν ο πλειοδότης και εγγυητής αυτού φέρωσι τας οριζομένας υπό του παρόντος Δ/τος εγγυήσεις. Την διακήρυξιν ταύτην οφείλει να εκδώση ο οικονομικός έφορος και αν περιήλθεν ήδη εις αυτόν η υπουργική έγκρισις της άρτι ενεργηθείσης δημοπρασίας, δεν εκοινοποιήθη όμως αύτη εις την αστυνομικήν ή ελλείψει τοιαύτης εις την δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν κατά τα άρθρ. 6, 14, 15, και 16 του παρόντος Δ/τος. Σελ. 164 Δύναται να υποβληθή και απ’ ευθείας εις το υπουργείον των Οικονομικών η περί επαναλήψεως της δημοπρασίας προσφορά. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει απαιτείται, ώστε η υπογραφή και το αξιόχρεον του πλειοδότου και των εγγυητών αυτού να είναι επιβεβαιωμένα επί προσωπική ευθύνη υπό της δημοτικής αρχής της κατοικίας αυτών ή δημοσίας τινός αρχής, εκτός εάν πρόκειται περί προσώπων εγνωσμένης εις το υπουργείον φερεγγυότητος. Η περί επαναλήψεως της δημοπρασίας αίτησις, είτε εις τας αρχάς παραδίδεται είτε εις το υπουργείον πρέπει να είναι έγγραφος, να περιέχη δ’ ολογράφως και αριθμητικώς το περιπλέον προσφερόμενον ποσόν, ως και το σύνολον της προσφοράς. Άρθρ.11.-Δύναται να προκηρύσσωνται τη διαταγή του επί των Οικονομικών υπουργείου τελειωτικαί δημοπρασίαι, αίτινες διεξάγονται κατά τας περί επαναληπτικών δημοπρασιών διατυπώσεις. Εν τοιαύτη περιπτώσει συντάσσεται υπό των επί της δημοπρασίας αρχών πρακτικόν, δι’ ου προσδιορίζεται ο ελάχιστος όρος της συμφερούσης εις το δημόσιον προσφοράς. Περί της εγκρίσεως των τελειωτικών δημοπρασιών αποφαίνονται αι διενεργούσαι ταύτας αρχαί την ιδίαν της δημοπρασίας και άμα τη κατακυρώσει των πρακτικών ημέραν, ανακοινούνται δε αμέσως δια του κήρυκος, της εγκρίσεως κοινοποιουμένης εις τον τελευταίον πλειοδότην την δείλην της επομένης της ενεργείας των δημοπρασιών ημέρας. Εάν μέχρι της ενάρξεως των κατά τα προηγούμενα εδάφια δημοπρασιών επήλθεν ουσιώδης τις μεταβολή των περιστατικών εφ’ ων εθεμελιώθη ο ελάχιστος όρος, δικαιολογούσα την αύξησιν αυτού, αι διενεργούσαι τας δημοπρασίας αρχαί δύναται να αυξήσωσι τον όρον τούτον προ της ενάρξεως της δημοπρασίας, ειδοποιούσαι περί τούτου το υπουργείον. Εάν η κατά την τελειωτικήν δημοπρασίαν δοθείσα προσφορά είναι κατωτέρα του προσδιορισθέντος ελαχίστου όρου, ακυρούται η δημοπρασία και προκηρύσσεται αμέσως νέα τελειωτική τοιαύτη. 28.Β.β.3 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων Άρθρ.12.-Δύναται ο υπουργός των Οικονομικών να διατάσση να γίνωνται δημοπρασίαι δι’ ενσφραγίστων προσφορών, ορίζων εκ των προτέρων ελάχιστον όρον προσφοράς. Εν τοιαύτη περιπτώσει δέον προσέτι να προσάγωνται εις τας αρχάς εντός εξωτερικού φακέλλου, συν τη αιτήσει της προσφοράς και αι κατά το άρθρ. 4 κτηματοσημειώσεις ή χρηματική εγγύησις υπογεγραμμέναι υπό του πλειοδότου και των δύο εγγυητών. Πάσα προσφορά μικροτέρα του ελαχίστου όρου δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Εν η περιπτώσει δοθή η αυτή κατά ποσόν προσφορά παρά πλειόνων του ενός πλειοδοτών, προτείνεται υπό των αρχών ο κρινόμενος ως παρέχων πλείονα εχέγγυα, συντάσσεται δε επί τούτω πρωτόκολλον. Η έγκρισις του αποτελέσματος των δημοπρασιών δι’ ενσφραγίστων προσφορών απόκεινται εις τον υπουργόν των Οικονομικών. Άρθρ.13.-Δύναται το υπουργείον των Οικονομικών να αναθέτη το δικαίωμα της εγκρίσεως των πρακτικών της δημοπρασίας εις τας διενεργούσας ταύτην αρχάς, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αύται αποφαίνονται την τρίτην ημέραν, αφ’ ης αύτη διεξήχθη. Εις την προθεσμίαν ταύτην δεν συμπεριλαμβάνεται η ημέρα της δημοπρασίας. Το υπουργείον των Οικονομικών, ανατιθέμενον την έγκρισιν του αποτελέσματος των δημοπρασιών εις τας διενεργούσας ταύτας αρχάς, προσδιορίζει εν ανάγκη και τον ελάχιστον όρον, κατωτέρω του οποίου δεν επιτρέπεται να χορηγηθή η προειρημένη έγκρισις. Ο ελάχιστος ούτος όρος δεν δημοσιεύεται. Εν περιπτώσει αναθέσεως της εγκρίσεως των πρακτικών εις τας επιτοπίους αρχάς, η κοινοποίησις αυτής εις την αστυνομικήν ή δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν ενεργείται την δείλην και ολίγον προ της δύσεως του ηλίου της επομένης της λήξεως της προς έγκρισιν προθεσμίας ημέρας συμφώνως προς το α΄ εδάφιον του παρόντος άρθρου, ήτοι την τετάρτην ημέραν, μη λογιζομένης της ημέρας της δημοπρασίας. Άρθρ.14.-Άμα τη λήψει της εγκρίσεως υπό της αστυνομικής ή ελλείψει τοιαύτης της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, οφείλει αύτη υπ’ ευθύνην της να επιδώση εντός 24 ωρών την έγκρισιν εις τον ενοικιαστήν. εις την προθεσμίαν ταύτην δεν λογίζεται το λόγω αποστάσεως απαιτούμενον χρονικόν διάστημα, εν περιπτώσει καθ’ ην ο προς ον η κοινοποίησις ενοικιαστής δεν διαμένει εν τη έδρα της κοινοποιούσης την έγκρισιν αρχής. Εις ας πόλεις εν συνεδρεύει μετά του οικονομικού εφόρου αστυνομική ή δημοτική ή κοινοτική αρχή η έγκρισις παραδίδεται επί αποδείξει εις το ταχυδρομείον, ίνα αποστάλη εις τη αστυνομικήν αρχήν. Η εις την αστυνομικήν ή δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν κοινοποίησις της εγκρίσεως γίνεται κατά πάσαν ημέραν, πλην των Κυριακών και των λοιπών εξαιρεσίμων εορτών του έτους, καθ’ ας τα δημόσια γραφεία είναι κλειστά, οπότε η κοινοποίησις γίνεται προ μεσημβρίας της επιούσης. Άρθρ.15.-Η κοινοποίησις της εγκρίσεως της δημοπρασίας γενομένη προς την κατά τα ανωτέρω αστυνομικήν ή ελλείψει τοιαύτης εις την δημοτικήν αρχήν ή κοινοτικήν και εις το Ταχυδρομείον θεωρείται οριστική και αμετάκλητος δια τε τον ενοικιαστήν και το δημόσιον. Αι δε ως άνω αρχαί, εάν καθυστερήσωσι παρά τα διατεταγμένα την επίδοσιν της εγκρίσεως, είναι υπεύθυνοι δια τας συνεπείας απ’ ευθείας προς τον ενοικιαστήν. Άρθρ.16.-Η κοινοποίησις της εγκρίσεως, εν απουσία του ενοικιαστού ή εν αρνήσει τούτου να την παραλάβη ενεργείται δια τοιχοκολλήσεως ταύτης εις τη θύραν της κατοικίας αυτού διοικητικώς τη παραγγελία της αστυνομικής ή δημοτικής ή κοινοτικής αρχής. Περί της τοιχοκολλήσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις υπογράφεται παρά του ενεργήσαντος ταύτην οργάνου και δύο μαρτύρων. Άρθρ.17.-Ο τελευταίος πλειοδότης είναι υπόχρεως δια την προσφοράν του καθ’ όλον το χρονικόν διάστημα, όπερ θέλει μεσολαβήσει είτε μέχρι της ακυρώσεως των πρακτικών και επαναλήψεως της δημοπρασίας είτε μέχρι της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως κατά το άρθρ. 6, 11, 15, 16 και 17 του παρόντος Δ/τος. Αι εις ας ανατίθεται η έγκρισις των πρακτικών αρχαί εισί συνυπεύθυνοι δια πάσαν εκ παραβάσεως ή παραλείψεως των καθηκόντων των ζημίαν του δημοσίου. Άρθρ.2.-Η πρώτη δημοπρασία κηρύσσεται δια διακηρύξεως του οικον. εφόρου δημοσιευομένης εν τη έδρα του οικον. εφόρου οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας της δημοπρασίας. Η δημοσίευσις γίνεται εν μεν τη έδρα του οικον. εφόρου δια της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή αστυνομικής και δια τοιχοκολλήσεως εις το δημοσιώτερον μέρος και βεβαιούται δι’ αποδείξεως των αρχών αποστελλομένης εις τον οικον. έφορον προ της ενάρξεως της δημοπρασίας. Η μη έγκαιρος αποστολή των αποδείξεων τούτων, δεν παρεμποδίζει την ενέργειαν της δημοπρασίας. Η διακήρυξις παραπέμπει εις τας διατάξεις των σχετικών νόμων και διαταγμάτων περιέχει δε: α)Το είδος του ενοικιαζομένου εσόδου και την περιλαμβανομένην εν τη ενοικιάσει επαρχίαν, ή δήμον, ή πόλιν ή προάστεια αυτής ή κοινότητα ή χωρίον, β)ημέραν της δημοπρασίας, ως και τον τόπον, όπου αύτη ενεργείται, γ)εάν ή έγκρισις του αποτελέσματος της δημοπρασίας επεφυλάχθη εις το υπουργείον των Οικονομικών ή ανετέθη εις τας διενεργούσας την δημοπρασίαν αρχάς. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει μνημονεύεται ο αριθμός και η ημερομηνία της διαταγής του υπουργείου, δι’ ης δίδεται η πληρεξουσιότης της εγκρίσεως, δ)την ημέραν της ενάρξεως και της λήξεως της ενοικιάσεως. Σελ. 162 Δύναται δε να περιλαμβάνει κατόπιν εγκρίσεως του υπουργείου των Οικονομικών και ειδικούς όρους και συμφωνίας κανονιστικάς των σχέσεων μεταξύ του δημοσίου και ενοικιαστών ή ενοικιαστού, και φορολογουμένων. Τίθεται δε εν αυτή πάντοτε ελάχιστος όρος προσφοράς, κάτω του οποίου δεν είναι δεκταί προσφοραί. Άρθρ.18.-Μετά την κοινοποίησιν της εγκρίσεως ο αναδειχθείς ενοικιαστής υποχρεούται να παραδώση εις τον οικον. έφορον τας απαιτουμένας κτηματοσημειώσεις προς εγγραφήν υποθήκης επί των προσφερομένων προς ασφάλειαν της εκ της ενοικιάσεως απαιτήσεως του δημοσίου κτημάτων αξίας ίσης προς 1/4 του ενοικίου καθοριζομένης υπό μηχανικού του δημοσίου και υπαλλήλου της οικον. εφορίας, ο δε οικον. έφορος οφείλει να ζητήση την εγγραφήν πρώτης υποθήκης επί των κτημάτων τούτων του ενοικιαστού ή των εγγυητικών αυτού ή και αμφοτέρων κατά τας διατάξεις του περί υποθηκών νόμου. Αντί της κατά Σελ.165 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων 28.Β.β.3 την προηγουμένην παράγραφον κτηματικής ασφαλείας δύναται ο ενοικιαστής να προσαγάγη: α)γραμμάτιον παρακαταθήκης παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων είτε χρηματικού ποσού ίσου προς το 1/8 του ενοικίου είτε ίσης αξίας χρεωγράφων υπολογιζομένης της αξίας αυτών με την αγοραίαν τιμήν της καταθέσεως αυτών και β)εγγυητικήν επιστολήν ίσου χρηματικού ποσού μιας των Τραπεζών Εθνικής, Ιονικής, Εμπορικής, Τραπέζης Αθηνών (και) Τραπέζης Ανατολής" και Τραπεζών Ελλάδος, Αγροτικής, Λαϊκής, Ιταλοελληνικής και Πειραιώς". Αντικατεστάθη ως άνω υπό του Π.Δ. 24/30 Αυγ. 1927, αι δε εντός " " Τράπεζαι προσετέθησαν υπό του Π.Δ. 9/12 Φεβρ. 1931. Άρθρ.19.-Εάν εντός τριών ημερών από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως ο ενοικιαστής δεν προσαγάγη τας κατά το ανωτέρω άρθρ. 18 κτηματοσημειώσεις ή το γραμμάτιον παρακαταθέσεως του 1/8 του ενοικίου ή δεν αναλάβη την διαχείρισιν της ενοικιασθείσης προσόδου, κηρύσσεται κατά άμεσον πρότασιν των αρχών υπό του υπουργού των Οικονομικών έκπτωτος, η δε πρόσοδος, κατ’ απόφασιν του υπουργού των Οικονομικών ή εκτίθεται εις αναπλειστηριασμόν εις βάρος του ενοικιαστού ή βεβαιούται και εισπράττεται επιμελεία του οικον. εφόρου εις βάρος του ενοικιαστού. Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον ως και οι εν άρθρ. 7 αναφερόμενοι αναπλειστηριασμοί ενεργούνται υπό την έγκρισιν των αρχών, τηρουμένων των κατά το άρθρ. 13, 14 και 15 του παρόντος Δ/τος προθεσμιών και οριζομένου υπ’ αυτών ως ελαχίστου όρου κατ’ αρχάς του επ’ ονόματι του εκπτώτου ενοικιαστού κατακυρωθέντος ποσού, όπερ δύναται να μειώται αναλόγως μέχρις ου επιτευχθή προσφορά. Επί των αναπλειστηριασμών τούτων επαναλαμβάνεται αι δημοπρασίαι μόνον οσάκις δίδονται ανώτεραι προσφοραί κατά το άρθρ. 8 του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.20.-Άμα παραλάβη ο οικον. έφορος παρά του ενοικιαστού τας κατά το άρθρ. 18 του παρόντος Δ/τος κτηματοσημειώσεις ή χρηματικάς ασφαλείας εκδίδει και παραδίδει εις αυτόν το ενοικιαστήριον συντεταγμένον επί σφραγιστού χάρτου δραχμών πέντε κατά τον υπό του επί των Οικονομικών υπουργείου εκδοθησομένων τύπον. Οφείλει δε ο ενοικιαστής να προκαταβάλη εις το ταμείον τα έξοδα των προσωρινών βεβαιωτών, όπου τοιούτοι διωρίσθησαν κατά το επόμενον άρθρον, τα της εγγραφής υποθήκης και τα δικαιώματα του κήρυκος συνιστάμενα εις έν επί τοις χιλίοις και μη δυνάμενα να υπερβώσι τας πεντακοσίας δραχμάς δι’ εκάστην ενοικίασιν. Σελ. 166 Εν περιπτώσει αναβολής ή αρνήσεως της πληρωμής αυτών ο ταμίας εκβιάζει την είσπραξιν κατά τας περί καταδιώξεως των καθυστερουμένων διατάξεις. Μετά την έκδοσιν του ενοικιαστηρίου ο οικον. έφορος κοινοποιεί εγγράφως εις την αρμοδίαν δημοτικήν ή κοινοτικήν και αστυνομικήν αρχήν το όνομα του ενοικιαστού και προσκαλεί αυτάς να κάμωσι τούτο γνωστόν δια δηλοποιήσεως εις τους κατοίκους της περιφερείας της οποίας την πρόσοδον ενωκίασεν. Άρθρ.21.-Εν η περιπτώσει δεν ήθελε καταστή δυνατή η έγκαιρος ενοικίασις των ως άνω εσόδων, βεβαιούνται και εισπράττονται ταύτα προσωρινώς υπό του δημοσίου δια λογαριασμόν του αναδειχθησομένου ενοικιαστού, μη δικαιουμένου να προβάλη ουδεμίαν απολύτως δι’ οιονδήποτε λόγον αξίωσιν εκ της τοιαύτης προσωρινής βεβαιώσεως και εισπράξεως, πλην της αποδόσεως των εισπραχθέντων χρημάτων. Δια την προσωρινήν βεβαίωσιν και είσπραξιν διορίζονται υπό του οικείου οικον. εφόρου ανάλογος αριθμός προσωρινών βεβαιωτών και εποπτών τούτων επί αντιμισθία οριζομένη υπό του υπουργού των Οικονομικών. Η αντιμισθία αύτη ως και τυχόν άλλα τινά σχετικά έξοδα βαρύνουσι τον αναδειχθησόμενον ενοικιαστήν. Άρθρ.22.-Εάν ο οικον. έφορος αμελήση να εγγράψη εγκαίρως υποθήκην επί των κτημάτων του ενοικιαστού ή του εγγυητού αυτού ή παραδώση εις τον ενοικιαστήν το ενοικιαστήριον πριν ή λάβη τας κτηματοσημειώσεις ή χρηματικάς ασφαλείας υποχρεούται εις αποζημίωσιν του δημοσίου δια πάσαν εκ της παραλείψεως ταύτης προκύψουσαν ζημίαν. 28.Β.β.3 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων Άρθρ.23.-Οι ενοικιασταί καταβάλλουσι το συμφωνηθέν ενοίκιον εις μηνιαίας ίσας δόσεις, αναλόγους προς τους μήνας της ενοικιάσεως και εις την πρώτην εκάστου μηνός. Δια την ενοικίασιν συντάσσονται επί αναλογικού χαρτοσήμου υπολογιζομένου επί του ποσού εκάστης δόσεως τόσαι ομολογίαι όσαι είναι και αι δόσεις του προς το δημόσιον χρέους του ενοικιαστού και παραπέμπονται εις τον ταμίαν προς είσπραξιν. Αι ομολογίαι αύται υπογράφονται και παρά των εγγυητών. Το προκύψαν ενοίκιον του προσθέτου τέλους, δι’ ο συντάσσονται ίδιαι χρεωστικαί ομολογίαι, υπέρ του ταμείου συντάξεως ηθοποιών κατατίθεται υπό του ενοικιαστού απ’ ευθείας και εν αρχή εκάστου μηνός παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και εις πίστωσιν του ταμείου συντάξεως ηθοποιών, μουσικών και τεχνιτών θεάτρων, το οποίον υποχρεούται να αποδώση ανάλογα ποσοστά, συμφώνως προς τας διατάξεις του από 4 Αυγ. 1923 Ν.Δ/τος, εις την επαγγελματικήν σχολήν θεάτρου και εις τα ταμεία αλληλοβοηθείας των σωματείων ηθοποιών, Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου και τεχνιτών θεάτρου, κατόπιν εγκρίσεως του υπουργού της Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Η πέραν των 10 ημερών καθυστέρησις δόσεώς τινος του ενοικίου βεβαιουμένη αμέσως τη επιμελεία του δημοσίου ταμείου συνεπάγεται την έκπτωσιν του ενοικιαστού εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των εν άρθρω 19 διαλαμβανομένων. «Ωσαύτως η εκ μέρους του ενοικιαστού είσπραξις τελών δημοσίων θεαμάτων ή άλλων τελών ή φόρων οιωνδήποτε εις περιπτώσεις καθ’ ας κατά τους κειμένους νόμους δεν προβλέπεται είσπραξις τοιούτων τελών ή φόρων, προσέτι δε η εκ μέρους του ενοικιαστού είσπραξις τοιούτων τελών ανωτέρων των υπό του νόμου καθοριζομένων δύναται να συνεπάγεται την έκπτωσιν του ενοικιαστού. Αμφότεραι, αι ως άνω παράνομοι εισπράξεις βεβαιούνται επιμελεία είτε των εν τω άρθρ. (41) «4» του Ν.Δ. της 20 Ιαν. 1925 περί της δι’ ενοικιάσεως διαθέσεως εσόδων τινών (ανωτέρω αριθ. 2) οικον. υπαλλήλων είτε των οικ. εφόρων είτε ειδικώς εντεταλμένων οικον. επιθεωρητών συντασσομένων υπ’ αυτών των απαιτουμένων εκθέσεων. Περί της εκπτώσεως αποφαίνεται ο υπουργός των Οικονομικών, κατόπιν γνωμοδοτήσεως επιτροπής αποτελουμένης εκ του δικαστικού συμβούλου προέδρου και του γενικού διευθυντού της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού και του νομικού συμβούλου του υπουργείου των Οικονομικών ως μελών. Εν υποτροπή και εφ’ όσον η παράνομος είσπραξις ήθελε διαπιστωθή υπό της ως άνω επιτροπής ο ενοικιαστής εκπίπτει αυτοδικαίως των εκ της ενοικιάσεως απορρεόντων δικαιωμάτων. Εις τας ανωτέρω περιπτώσεις της εκπτώσεως εφαρμόζονται τα εν άρθρ. 19 του Δ. της 14 Μαΐου 1927 περί του τρόπου της ενεργείας των δημοπρασιών κλπ. διαλαμβανόμενα». Η παρ. 4 προσετέθη υπό του Π.Δ. 9/12 Φεβρ. 1931. Άρθρ.24.-Εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελον υπογράψει τας ομολογίας έτεροι εγγυηταί και ουχί οι τα πρακτικά της δημοπρασίας υπογράψαντος, και ούτοι και εκείνοι καθίστανται αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστού υπόχρεοι προς εξόφλησιν του ενοικίου κατά τας διατάξεις των περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων νόμων. Υπό πολλών συνενοικιαστών ή συνεγγυητών, έκαστος τούτων είναι αλληλεγγύως και αδιαιρέτως υπόχρεως δια την εις το δημόσιον πληρωμήν ολοκλήρου του ενοικίου. Οι ενοικιασταί και οι εγγυηταί αυτών εισίν αλληλεγγύως υπεύθυνοι απέναντι του δημοσίου δια την πληρωμήν του ενοικίου και εν περιπτώσει καθυστερήσεως της πληρωμής των δόσεων και εν περιπτώσει των άρθρ. 7 και 19 του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.25.-Ο ενοικιαστής είναι υπόχρεως απέναντι το δημοσίου δια την τήρησιν και των λοιπών υποχρεώσεων αυτού, ως αύται καθορίζονται δια των σχετικών νόμων και διαταγμάτων. Ο ενοικιαστής ουδεμίαν δικαιούται να προβάλη αξίωσιν προς κουφισμόν του ενοικίου ή αποζημίωσιν κατά του δημοσίου, δι’ οιανδήποτε αιτίαν ή δια ζημίαν συμβάσαν τυχόν αυτώ κατά το στάδιον της δημοπρασίας ή μετά το πέρας αυτής. Άρθρ.26.-Καταργείται από της δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος, α)το Δ/μα της 27/30 Μαρτ. 1925, περί εκτελέσεως του Ν.Δ. της 20 Ιαν. 1925, περί της ενοικιάσεως διαθέσεως εσόδων τινών, ως προς την φορολογίαν των δημοσίων θεαμάτων, β)το Δ. της 30 Μαρτ. 1925 περί εκτελέσεως του Ν.Δ. της 20 Ιαν. 1925 περί της δι’ ενοικιάσεως διαθέσεως εσόδων τινων, ως προς το τέλος επί των εισιτηρίων των αυτοκινήτων των ενεργούντων τακτικά δρομολόγια, γ)το Δ. της 15/22 Μαΐου 1925 περί αντικαταστάσεως του άρθρου 22 του Δ. της 27 Μαρτ. 1925 περί εκτελέσεως του Ν.Δ. της 20 Ιαν. 1925 περί της δι’ ενοικιάσεως διαθέσεως εσόδων τινων, ως προς την φορολογίαν των δημοσίων θεαμάτων και δ)το Δ. της 1 Ιουν. 1925 περί αντικαταστάσεως των άρθρ. 8 και 29 του από 27 Μαρτ. 1925 Δ/τος περί εκτελέσεως του Ν.Δ. της 20 Ιαν. 1925 περί της δι’ ενοικιάσεως διαθέσεως εσόδων τινων ως προς την φορολογίαν δημοσίων θεαμάτων. Σελ. 167 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων 28.Β.β.3 Άρθρ.3.-Αι κατά το προηγούμενον άρθρ. 1 αρχαί, συνερχόμεναι κατά διαταγήν του υπουργείου των Οικονομικών εν τω καταστήματι της οικον. εφορείας και λαμβάνουσαι υπ’ όψει τας ενεργηθείσας εισπράξεις κατά τα όμοια προς την περίοδον της σκοπουμένης ενοικιάσεως χρονικά διαστήματα της ληξάσης τελευταίας τετραετίας προσδιορίζουσιν ητιολογημένως εν πρωτοκόλλω τον ελάχιστον όρον της πρώτης κατά την δημοπρασίαν προσφοράς χωριστά δι’ εκάστην κατηγορίαν εσόδου και προκειμένου περί του φόρου των δημοσίων θεαμάτων χωριστά, α)δια το τέλος αδείας τελέσεως δημοσίων θεαμάτων, β)δια το κύριον τέλος των δημοσίων θεαμάτων εν γένει και γ)δια το πρόσθετον τέλος υπέρ του ταμείου συντάξεως ηθοποιών. Οι όροι ούτοι υποβάλλονται εις την έγκρισιν του υπουργείου των Οικονομικών, δυναμένου και να μεταβάλη τούτους αμέσως ή κατά το στάδιον της δημοπρασίας της ενοικιάσεως. Άρθρ.27.-Δια την ενοικίασιν του εσόδου, της φορολογίας των δημοσίων θεαμάτων και των κέντρων διασκεδάσεως της χρονικής περιόδου 1927-1928 επιτρέπεται όπως οι ελάχιστοι όροι προσφοράς ορίζωνται εν τη διακηρύξει απ’ ευθείας υπό του υπουργού των Οικονομικών, η δε αρχική διακήρυξις δημοσίων μόνον δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. «Άρθρ. 28.-1-7.(Κατηργήθησαν δυνάμει του άρθρ. 31 Α.Ν. 505/1937 (28.Βα. 9) και του Π.Δ. 3/10 Αυγ. 1935 (28.Βα.7). 8.Αι αποφάσεις του υπουργείου των Οικονομικών ως προς την έγκρισιν της ζητηθείσης ατελείας κοινοποιούνται εις τον αρμόδιον ταμίαν, την οικείαν αστυνομίαν και τον ενοικιαστήν μη δικαιούμενον εις απαιτήσεις αποζημιώσεως παρά του δημοσίου ή άλλου τινός, εάν κριθή οπωσδήποτε μη δεδικαιολογημένη η εγκριθείσα ατέλεια». Το άρθρ. 28 προσετέθη υπό του Π.Δ. 24/30 Αυγ. 1927. Άρθρ.4.-«Διαρκούσης της δημοπρασίας οι πλειοδόται παρισταμένων απαραιτήτως και δύο αξιοχρέων κατά την γνώμην της επιτροπής εγγυητών αποτείνουσι τας προσφοράς των εις το δημόσιον κήρυκα συμφώνως προς την διακήρυξιν εις χρήματα, ο δε τηρών τα πρακτικά υπάλληλος εγγράφει αυτάς κατά σειράν ως εκφωνούνται μετά του ονόματος του πλειοδότου. Κλάσματα δραχμών δεν είναι δεκτά. Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην. Η υποχρεώσις δε αύτη μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως από τον πρώτον εις τους ακολούθους και επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. Είναι δεκτοί εις την δημοπρασίαν ως πλειοδόται ή εγγυηταί αυτών οι κατά την εκτίμησιν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών αναμφισβητήτως φερέγγυδι, ως τοιούτοι δε δεν δύνανται να θεωρηθώσι και οι εκ προηγουμένων ενοικιάσεων υπερήμεροι οφειλέται. 28.Β.β.3 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων Οι ανωτέρω υποχρεούνται πάντως να παρουσιάσωσι πιστοποιητικά του αρμοδίου Νομομηχανικού βεβαιούντα το είδος και την αξίαν της ακινήτου αυτών περιουσίας και πιστοποιητικά του αρμοδίου υποθηκοφύλακος βεβαιούντος ότι τα κτήματα ταύτα είναι ελεύθερα πάσης υποθήκης και έγγραφον δήλωσιν των ενδιαφερομένων ότι συναινούσιν εις την εγγραφήν πρώτης υπέρ του δημοσίου υποθήκης εις βάρος των κτημάτων των, ώστε κατά την εκτίμησιν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών να υπάρχη πλήρης ασφάλεια του δημοσίου δια της εγγραφής πρώτης υπέρ τούτου επ’ αυτών υποθήκης ή πιστοποιητικά Τραπέζης βεβαιούσης το είδος και την αξίαν της κινητής αυτών περιουσίας της κατατεθειμένης παρά τη Τραπέζη ταύτη. Ανεξαρτήτως της προσαγωγής των ανωτέρω πιστοποιητικών οι ανωτέρω οφείλουσι να προσαγάγωσι γραμμάτιον παρακαταθέσεως παρά τω ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων είτε χρηματικού ποσού ίσου προς 10% του ελαχίστου ορίου προσφοράς είτε ίσης αξίας χρεώγραφα υπολογιζομένης της αξίας αυτών επί τη τρεχούση αγοραία τιμή κατά την ημέραν της καταθέσεως, είτε εγγυητικήν επιστολήν ίσου χρηματικού ποσού μιας των Τραπεζών Εθνικής, Ιονικής, Εμπορικής, Τραπέζης Αθηνών (και) Τραπέζης Ανατολής "και Τραπεζών Ελλάδος, Αγροτικής, Λαϊκής, Ιταλοελληνικής και Πειραιώς". Η χρηματική αύτη κατάθεσις ή εγγύησις του τυχόν ανακηρυχθέντος ενοικιαστού κρατείται ατόκως και συμψηφίζεται εις τη κατά το ανωτέρω άρθρ. 18 εγγύησιν ή επιστρέφεται τοις καταθέταις, εάν δεν κατακυρωθή επ’ ονόματι αυτών το αποτέλεσμα της δημοπρασίας, εντελλομένης της επιστροφής υπό των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών δια πράξεων αυτών. Δεν είναι δεκτοί ως πλειοδόται ή εγγυηταί αυτών αι γυναίκες". Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 Π.Δ. 24/30 Αυγ. 1927, τα δε εντός " " της παραγρ. 7 προσετέθησαν υπό του Π.Δ. 9/12 Φεβρ. 1931. Άρθρ.5.-Αι διενεργούσαι τας δημοπρασίας αρχαί υποχρεούνται εις αποζημίωσιν του δημοσίου: α)εάν αποδεχθώσιν ως πλειοδότας ή εγγυητάς αφερεγγύους ή μη προσαγαγόντας τα κατά το προηγούμενον άρθρον πιστοποιητικά περί της ακινήτου ιδιοκτησίας ή κινητής περιουσίας μετά της εγγράφου περί συνεναίσεως αυτών προς εγγραφήν πρώτης υποθήκης δηλώσεως, ως και δια το ανεπαρκές ταύτης προς ασφάλειαν του δημοσίου και β)εάν αποκλείσωσι της δημοπρασίας πλειοδότας άνευ αποχρώντος λόγου. Δια την μη παραδοχήν εν τη δημοπρασία πλειοδότου τινός συντάσσεται υπό των διενεργουσών ταύτην αρχών λεπτομερής και ητιολογημένη έκθεσις, προσαρτωμένη εις τα πρακτικά της δημοπρασίας και υποβαλλομένη εις το υπουργείον. Άρθρ.6.-Αι επί της δημοπρασίας αρχαί υποβάλλουσι τηλεγραφικώς εις το υπουργείον των Οικονομικών το αποτέλεσμα της δημοπρασίας μετά της γνώμης των περί του συμφέροντος ή μη τούτου. Τα δε πρακτικά της δημοπρασίας υπογραφόμενα παρά των αρχών και παρά του τελευταίου πλειοδότου και των εγγυητών αυτού υποβάλλονται δια του πρώτου ταχυδρομείου εις το επί των Οικονομικών υπουργείον δια κοινής των αρχών ητιολογημένης εκθέσεως περί του συμφέροντος ή μη του δημοσίου του αποτελέσματος της δημοπρασίας συνοδευόμενα με την διακήρυξιν και τας περί δημοσιεύσεως αυτής υποδείξεις. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης ή εγγυηταί είναι αγράμματοι, υπογράφεται δι’ άλλου επί παρουσία δύο μαρτύρων, προσυπογραφομένων και τούτων. Ο υπουργός των Οικονομικών αποφαίνεται περί της εγκρίσεως ή μη της δημοπρασίας εντός των τριών επομένων ημερών από της εις το υπουργείον παραλαβής, πιστοποιουμένης εκ του γενικού πρωτοκόλλου, της ως άνω τηλεγραφικής αναφοράς των αρχών, ή προκειμένου περί δημοπρασίας ενεργουμένης εν Αθήναις ή Πειραιαί εντός των τριών επομένων ημερών εκείνης καθ’ ην εγένετο η δημοπρασία. Η έγκρισις της δημοπρασίας δύναται να σταλή και τηλεγραφικώς. Κοινοποιείται δε αύτη εγγράφως και επί αποδείξει υπό του οικον. εφόρου εις την αστυνομικήν, ή ελλείψει τοιαύτης εις την δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν της έδρας αυτού. Η κοινοποίησις της εγκρίσεως γίνεται τη δείλην και ολίγον προ της δύσεως του ηλίου της μεθεπομένης της υπό του οικον. εφόρου παραλαβής ημέρας, έστω και αν δεν εξηντλήθη υπό του υπουργείου ολόκληρος η ως άνω τριήμερος προθεσμία. Μέχρι της ώρας ταύτης δύναται, να γίνη δεκτή ανωτέρα προσφορά και αν επαναληφθή η δημοπρασία. Άρθρ.7.-Εάν ευθύς μετά το πέρας της δημοπρασίας ο τελευταίος πλειοδότης, δεν υπογράψη τα πρακτικά και δεν συνυπογράψωσιν εις τας εν τω προηγουμένω άρθρω περιπτώσεις αξιόχρεοι εγγυηταί, αι διενεργούσαι την δημοπρασίαν αρχαί προσκαλούσιν αυτόν αυθημερόν εγγράφως και επί αποδείξει δια της αστυνομικής αρχής να συμμορφωθή εντός 24 ωρών με τας διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, επί απειλή αναπλειστηριασμού εις βάρος του. Παρελθούσης δε επί ματαίω της προθεσμίας ταύτης, η πρόσοδος αναπλειστηριάζεται, κηρυσσομένου εκπτώτου υπό των αρχών του ενοικιαστού και συντασσομένου πρακτικού περί τούτου. Σελ. 163 Ενοικίαση φόρου δημοσίων θεαμάτων 28.Β.β.3 Η κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου υπογραφή των πρακτικών δεν είναι υποχρεωτική, όταν η κατακύρωσις γίνεται επί τη βάσει εγγράφου προσφοράς, αλλ’ υπογράφονται τα πρακτικά υπό μόνον των αρχών.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.