← Ελλάδα

10. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 279 της 17/25 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 81) Περί του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Έχοντε

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει τον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, ρυθμίζοντας τη διαδικασία ανάθεσης εκτιμήσεων, τον διορισμό των εκτιμητών και τις οικονομικές πτυχές των υπηρεσιών τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
10. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 279 της 17/25 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 81) Περί του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Έχοντες υπ’ όψει:1)τας διατάξεις του άρθρ. 15 του νόμ. 820/1978 «περί λήψεως μέτρων δια την περιστολήν της φοροδιαφυγής και άλλων τινών συναφών διατάξεων», και 2)την υπ’ αριθ. 254/1979 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αποφασίζομεν: Αίτησις εκτιμήσεως Άρθρ.1.-1.Οι ορκωτοί εκτιμηταί επιλαμβάνονται του έργου των κατόπιν: α)αιτήσεως του εις φόρον υποχρέου (φυσικού ή νομικού) προσώπου ή β)αιτήσεως της αρμοδίας Οικονομικής Αρχής ή γ)προδικαστικής αποφάσεως των Διοικητικών Δικαστηρίων δια της οποίας διατάσσεται η διενέργεια εκτιμήσεως. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αιτήσεις απευθύνονται προς τον Πρόεδρον του κατά το άρθρ. 4 Εποπτικού Συμβουλίου, ο οποίος, αναλόγως προς την φύσιν και την αξίαν του υπό εκτίμησιν αντικειμένου, ορίζει ένα ή και πλείονας εκτιμητάς, δύο δε τουλάχιστον προκειμένου περί μη εισηγμένων εις το Χρηματιστήριον μετοχών ή λοιπών τίτλων κινητών αξιών. Αι διατάσσουσαι εκτίμησιν αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων ορίζουν τους ορκωτούς εκτιμητάς, κοινοποιούνται δε προς τον Πρόεδρον του Εποπτικού Συμβουλίου. 3.Η αίτησις περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον, την ιδιότητα και την κατοικίαν ή έδραν του αιτούντος φυσικού ή νομικού προσώπου ή τον τίτλον της Οικονομικής Αρχής, λεπτομερή περιγραφήν του υπό εκτίμησιν αντικειμένου, την αιτίαν δια την οποίαν ζητείται ή εκτίμησις και την Οικονομικήν Αρχήν ή το Διοικητικόν Δικαστήριον ενώπιον του οποίου θέλει χρησιμοποιηθή η έκθεσις εκτιμήσεως. Οσάκις η αίτησις υποβάλλεται παρά τους εις φόρον υποχρέου, δια το παραδεκτόν αυτής, δέον να συνοδεύηται δι’ αποδεικτικού καταβολής εις τον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ειδικόν λογαριασμόν υπό τον τίτλον «Λογαριασμός Ορκωτών Εκτιμητών» ποσού δραχ. 20.000, ως προκαταβολής έναντι της ορισθησομένης δαπάνης δια την διενέργειαν της εκτιμήσεως. Για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας περιουσιακών στοιχείων όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο φορολογίας βλ. παρ. 2 άρθρ. 39 Νόμ. 1041/2-2 Απρ.. 1980 (ΦΕΚ Α 75) κατωτ. αριθ. 12. Εκτιμητέα περιουσιακά στοιχεία άρθρου ισχύουν και για τους βοηθούς Ορκωτούς Εκτιμητές Α΄ Τάξης». Η μέσα σε «» παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρ. 2 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 74/8-5- 1990), κατωτ. αριθ. 29. Διαδικασία διορισμού Άρθρ.9.-1.Η πλήρωσις των θέσεων των Ορκωτών Εκτιμητών ενεργείται δια διορισμού, άνευ διαγωνισμού, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα: α)Το Ε.Σ. επί τη βάσει σχετικού ερωτήματος του Υπουργού των Οικονομικών, προσκαλεί τους κεκτημένους τα απαιτούμενα προσόντα, όπως υποβάλουν αιτήσεις προς διορισμόν, εις τας δια του ερωτήματος οριζομένας ως πληρωτέας θέσεις. Η πρόσκλησις του Ε.Σ. δημοσιεύεται, δια δύο ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών, τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της υπ’ αυτού συζητήσεως του θέματος. β)Το Ε.Σ., ελέγχει τα προσόντα, τυπικά και ουσιαστικά, των υποβαλόντων αιτήσεις, αποφαίνεται δε ητιολογημένως περί των εκ τούτων διοριστέων εις τας υπό πλήρωσιν θέσεις, λαμβάνον υπ’ όψιν το ήθος, το ανεπίληπτον του δημοσίου και ιδιωτικού βίου, την επιστημονικήν επάρκειαν, την εμπειρίαν των κρινομένων, ως και την κατάστασιν της υγείας αυτών, ώστε να εξασφαλίζηται η επιτυχής εκπλήρωσις της αποστολής του Ορκωτού Εκτιμητού. «γ)Προκειμένου να πληρωθούν θέσεις Ορκωτών και βοηθών Ορκωτών Εκτιμητών Α΄ Τάξης καθορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο στη σχετική πρόσκληση οι απαιτούμενες εκάστοτε ειδικότητες». Η περίπτ. γ προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 3 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 74/ 8-5-1990), κατωτ. αριθ. 29. 2.Οι Ορκωτοί Εκτιμηταί διορίζονται δια Π.Δ/τος, τη προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών. Το περί του διορισμού Π.Δ/γμα δημοσιεύεται, εν περιλήψει, δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, μετά δε την δημοσίευσιν κοινοποιείται, το βραδύτερον εντός τριάκοντα ημερών από ταύτης, εις τον διοριζόμενον, επί αποδείξει. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, το Π.Δ/γμα θεωρείται κοινοποιηθέν την τριακοστήν ημέραν από της δημοσιεύσεως. 3.Η μη προσέλευσις προς ανάληψιν καθηκόντων, εντός τριάκοντα ημερών από της κατά την παρ. 2 κοινοποιήσεως του περί διορισμού Π.Δ/τος, συνεπάγεται ανάκλησιν τούτου. Κατοχύρωσις και καθήκοντα των Ορκωτών Εκτιμητών Άρθρ.10.-Οι Ορκωτοί Εκτιμηταί δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλ’ ασκούν δημόσιον λειτούργημα. Κατά την άσκησιν των καθηκόντων των απολαύουν ανεξαρτησίας, αποκλειομένης οιασδήποτε παρεμβάσεως εις ταύτα. Ούτοι υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθειαν επί πραγμάτων ή πληροφοριών, των οποίων λαμβάνουν γνώσιν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των. Δαπάνη εκτιμήσεως-Λογαριασμός Ορκωτών Εκτιμητών Άρθρ.1.-«α)η δαπάνη εκτίμησης καθορίζεται ως ποσοστό της αξίας που προσδιορίζεται με την έκθεση εκτίμησης, ως εξής: 1)Για την αξία αντικειμένου μέχρι 10.000.000 δραχμ. σε ποσοστό 5‰ μη δυνάμενο να είναι κατώτερο των δραχμ. 50.000. 2)Για αξία αντικειμένου μέχρι 30.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 10.000.000 ποσόν, σε ποσοστό 3‰. 3)Για αξία αντικειμένου μέχρι 60.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 30.000.000, ποσό, σε ποσοστό 2‰. 4)Για αξία αντικειμένου μέχρι 120.000.000 δραχμ. και για το υπέρ 60.000.000 ποσό, σε ποσοστό 1,5‰. 5)Για αξία αντικειμένου μέχρι 240.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 120.000.000 ποσό, σε ποσοστό 1,25‰. 6)Για αξία αντικειμένου μέχρι 500.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 240.000.000 ποσό, σε ποσοστό 1,0‰. 7)Για αξία αντικειμένου μέχρι 1.000.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 500.000.000 ποσό, σε ποσοστό 0,90‰. 8)Για αξία αντικειμένου μέχρι 2.000.000.000 δραχμ. και για το υπέρ το 1.000.000.000 ποσό, σε ποσοστό 0,80‰. 9)Για αξία αντικειμένου μέχρι 5.000.000.000 δραχμ. και για το υπέρ τα 2.000.000.000 ποσό, σε ποσοστό 0,75‰. 10)Για αξία άνω των 5.000.000.000 δραχμ. ο συντελεστής σταθεροποιείται στο 0,70‰. (Αντί για τη σελ. 196,241) Σελ. 196,241(α) Τεύχος 1446 Σελ. 17 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής 27.Β.ζ.10 β)Προκειμένου περί εκτιμήσεως μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ή λοιπών τίτλων κινητών αξιών Ανωνύμων Εταιρειών ή συμμετοχών σε Εταιρείες ή συνεταιρισμούς τα ανωτέρω ποσοστά ως και το κατώτερο όριο δαπάνης προσαυξάνεται κατά 40%. γ)Με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σ.Ο.Ε. δύναται σε ειδικές περιπτώσεις μεγάλης αξίας να παρέχεται έκπτωση έως 20%, λαμβανομένης υπόψη της απασχολήσεως του Σ.Ο.Ε. και των λοιπών εξόδων (μετακινήσεις, ειδικοί σύμβουλοι κ.λ.π.). δ)Σε περιπτώσεις επανεκτιμήσεων εντός 18 μηνών των ιδίων ακριβώς αντικειμένων η δαπάνη εκτίμησης υπολογίζεται βάσει της νέας αξίας και στη συνέχεια αφαιρείται η προηγουμένως καταβληθείσα δαπάνη εκτίμησης. Σε καμία περίπτωση η δαπάνη επανεκτίμησης δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 50.000 δραχμ.». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55) διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 74/8-5-1990), κατωτ. αριθ. 29. 2.Η καθοριζομένη δια την διενέργειαν της εκτιμήσεως δαπάνη, κατατίθεται, υπό του εις την καταβολήν αυτής υποχρέου, εις ειδικόν λογαριασμόν παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος, υπό τον τίτλον «Λογαριασμός Ορκωτών Εκτιμητών», μη υποκειμένη επ’ ονόματι του Ε.Ο.Ε. εις φόρον, τέλη χαρτοσήμου ή εις οιανδήποτε κράτησιν. Η δαπάνη αύτη κατατίθεται προ της κατ’ άρθρ. 3 παραδόσεως της εκθέσεως εκτιμήσεως, εν πάση δε περιπτώσει εντός είκοσι ημερών από της κατά το αυτό άρθρον αποστολής της. 3.Καθυστερούμεναι οφειλαί εκ διενεργηθεισών εκτιμήσεων, εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 4.Τα έσοδα του λογαριασμού «Ορκωτών Εκτιμητών», διατίθενται δια την κάλυψιν των απαιτουμένων δαπανών διοικήσεως και λειτουργίας του Σώματος. Η διάθεσις των εσόδων και η διαχείρισις του λογαριασμού τούτου γίνεται δι’ αποφάσεων του Ε.Σ.Ε. Ειδικώτερον, τα έσοδα ταύτα διατίθενται δι την καταβολήν των αποδοχών των Ορκωτών Εκτιμητών, ως και αμοιβών των κατ’ άρθρ. 4 ειδικών συμβούλων, δια την κάλυψιν των εξόδων πρώτης εγκαταστάσεως και εν συνεχεία λειτουργίας του Σ.Ο.Ε. (γραφεία, ενοίκια, μισθοί βοηθητικού προσωπικού κ.λπ.) και δια πάσαν άλλη δαπάνην αναγκαίαν, κατά την εκτίμησιν του Ε.Σ., δια την εύρυθμον λειτουργίαν του Σώματος. Σελ. 196,242(α) Τεύχος 1446 Σελ. 18 Το Ε.Σ. υποχρεούται, εντός του πρώτου διμήνου εκάστου έτους, να υποβάλλη εις τους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, λογοδοσίαν των πεπραγμένων, ως και έκθεσιν διαχειρίσεως, αφορώσας το προηγούμενον έτος. Σύμφωνα με το άρθρ. 2 της 1105021/2923 0001/1989 (ΦΕΚ Β΄ 738), κατωτ. αριθ. 24, απ. Υπ. Οικονομικών που κυρώθηκε με το εδάφ. α παρ. 1 άρθρ. 51 Νόμ. 1882/1990 (ΦΕΚ Α΄43), κατωτ. αριθ. 27 η ανωτέρω δαπάνη εκτίμησης επιτρέπεται να αναπροσαρμοσθεί με αποφάσεις Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με την Αριθ. 1032117/709/0001/15-24 Ιουλ. 2002 (ΦΕΚ Β΄941) απ. Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών – Δικαιοσύνης «περί αναπροσαρμογής κλίμακας δαπάνης Εκτίμησης Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών»: «1.Η δαπάνη εκτίμησης καθορίζεται ως ποσοστό της αξίας που προσδιορίζεται με την έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών ως εξής: α) Για αξία αντικειμένου μέχρι 60.000 ευρώ ποσοστό 6,00 %ο, μη δυνάμενο να είναι κατώτερο των 350 ευρώ. β) Για αξία αντικειμένου μέχρι 120.000 ευρώ και για το υπέρ τα 60.000 ευρώ, ποσό, ποσοστό 4,00 %ο. 27.Β.ζ.10 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής γ) Για αξία αντικειμένου μέχρι 180.000 ευρώ και για υπέρ τα 120.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 3,00 %ο. δ) Για αξία αντικειμένου μέχρι 300.000 ευρώ και για το υπέρ τα 180.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 2,00 %ο. ε) Για αξία αντικειμένου μέχρι 1.200.000 ευρώ και για το υπέρ τα 300.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 1,50 %ο. στ) Για αξία αντικειμένου μέχρι 2.000.000 ευρώ και για το υπέρ τα 1 200 000 ευρώ ποσό. ποσοστό 1,25 %ο. ζ) Για αξία αντικειμένου μέχρι 3.500.000 ευρώ και για το υπέρ τα 2.000.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 1,10 %ο. η) Για αξία αντικειμένου μέχρι 5.300.000 ευρώ και για το υπέρ τα 3.500.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 1,00 %ο. θ) Για αξία αντικειμένου μέχρι 15.000.000 ευρώ και για το υπέρ το 5.300.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 0,90 %ο. ι) Για αξία αντικειμένου μέχρι 30.000.000 ευρώ και για το υπέρ τα 15.000.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 0,85 %ο. ια) Για αξία αντικειμένου μέχρι 120.000.000 ευρώ και για το υπέρ ία 30.000.000 ευρώ ποσό, ποσοστό 0,80 %ο. ιβ) Για αξία αντικειμένου άνω των 120.000.000 ευρώ ο συντελεστής, για το υπέρ τα 12.000.000 ευρώ ποσό, σταθεροποιείται στο ποσοστό 0,75 %ο. 2.Με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών είναι δυνατόν να γίνει έκπτωση της δαπάνης εκτιμήσεως μέχρι 20%. Για αντικείμενο εκτιμήσεως άνω των 120.000.000 ευρώ και για την άνω του ποσού αυτού αξία, δύναται να καθορίζεται από το Ε. Σ. του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών ειδική έκπτωση δαπάνης εκτίμησης, ανάλογα με την δυσκολία και την πολυπλοκότητα της εκτίμησης. Ακόμη, σε περιπτώσεις εκθέσεων εκτιμήσεως οι οποίες συντάσσονται σε συνοπτική μορφή ή σε περίπτωση πολλαπλών εκθέσεων εκτιμήσεως του ιδίου πελάτου ή γενικά σε κάθε περίπτωση που τούτο κριθεί σκόπιμο από το Ε.Σ., είναι δυνατόν να ορισθεί ειδική δαπάνη εκτιμήσεως με έκπτωση πέραν αυτής που ορίζεται από την παρούσα παράγραφο. Ειδική αμοιβή μπορεί να καθορισθεί από το Ε.Σ. του Σ.Ο.Ε. και σε περίπτωση συνεργασίας του Σ.Ο.Ε. με άλλον εκτιμητικό φορέα. 3.Ειδικά για εκτιμήσεις διαμερισμάτων δικαιούχων του ΟΕΚ, η ελάχιστη δαπάνη εκτίμησης ανέρχεται στα 290 ευρώ. 4.Προκειμένου περί εκτιμήσεως αξίας μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών τα πιο πάνω ποσά προσαυξάνονται κατά 50%. 5.Όλες οι ανωτέρω δαπάνες εκτίμησης επιβαρύνονται με Φ.Π.Α. 18%». (Μετά τη σελ. 196,242(α) Σελ. 196,24201 Τεύχος 1446 Σελ. 19 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής 27.Β.ζ.12 27.Β.ζ.12 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής Σύναψις δανείων Άρθρ.12.-Προς αντιμετώπισιν των δια την λειτουργίαν του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών απαιτουμένων δαπανών, το Ε.Σ. δύναται να συνάπτη δάνεια παρά Τραπεζών ή του Δημοσίου, παρέχον ως εγγύησιν τα έσοδα του «Λογαριασμού Ορκωτών Εκτιμητών». Διαγραφή και ευθύνη Ορκωτού Εκτιμητού Άρθρ.13.-1.Ο Ορκωτός Εκτιμητής διαγράφεται από το Σώμα δι’ αποφάσεως του Ε.Σ.:α)δια λόγους υγείας, κωλύοντας την άσκησιν των καθηκόντων του, διαπιστουμένους υπό τριμελούς εξ ιατρών επιτροπής, οριζομένης δι’ αποφάσεως του Ε.Σ., β)άμα τη συμπληρώσει του 70ου έτους της ηλικίας του, γ)εάν υπέβαλε παραίτησιν, δ)εάν κατεδικάσθη αμετακλήτως εις κοινήν συνεπαγομένην αυτοδικαίως αποστέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων ή εάν, δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, κατεγνώσθη εις αυτόν αποστέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων ή αν συντρέξη περίπτωσις ασυμβιβάστου κατά το άρθρ. 8 του παρόντος. 2.Ο Ορκωτός Εκτιμητής, διαγραφόμενος του Σώματος δια τινα των ανωτέρω λόγων, εξαιρέσει των υπό στοιχ. α και β, δεν δικαιούται να αναλάβη οιανδήποτε εξηρτημένην ιδιωτικήν εργασίαν, άνευ εγκρίσεως του Ε.Σ., προ της παρελεύσεως διετίας από της διαγραφής του. Η κατά παράβασιν της διατάξεως ταύτης συναπτομένη σχέσις εργασίας είναι απολύτως άκυρος. 3.Η διαγραφή του Ορκωτού Εκτιμητού εκ του Σώματος, κοινοποιουμένη εις τούτον, δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 4.Η υπό του Ορκωτού Εκτιμητού πλημμελής άσκησις ή αδικαιολόγητος άρνησις ασκήσεως το έργου του, η ανάρμοστος κοινωνική τούτου συμπεριφορά και πάσα παράβασις διατάξεως του παρόντος Π.Δ/τος, ως και των αποφάσεων του Ε.Σ., αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα, δι ο ούτος παραπέμπεται προς κρίσιν ενώπιον του κατά το άρθρ. 4 του παρόντος Εποπτικού Συμβουλίου. Την πειθαρχικήν δίωξιν ασκεί ο Πρόεδρος του Ε.Σ. Το Εποπτικόν Συμβούλιον, εκτιμών τα πραγματικά περιστατικά, δύναται, αναλόγως της βαρύτητος του παραπτώματος, να καταγνώση εις βάρος του παραβάτου Ορκωτού Εκτιμητού τας ακολούθους πειθαρχικάς ποινάς: α)επίπληξιν, β)πρόστιμον έως δραχ. 50.000, γ)προσωρινήν αποστέρησιν του δικαιώματος ασκήσεως του λειτουργήματος του Ορκωτού Εκτιμητού έως τριών μηνών, συνεπαγομένης της ποινής ταύτης και την αποστέρησιν της λήψεως αποδοχών δια το αντίστοιχον χρονικόν διάστημα και δ)οριστικήν παύσιν. Έναρξις Ισχύος Άρθρ.14.-Η ισχύς του παρόντος Π.Δ/τος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. (Μετά τη σελ. 196,24) Σελ. 196,25 Τεύχος 698 - Σελ. 91 27.Β.ζ.10 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής 27.Β.ζ.10 Άρθρ.2.-1.Η κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αίτησις του φυσικού ή νομικού προσώπου, υποβάλλεται προ της υπ’ αυτού εκπληρώσεως της εκ του νόμου υποχρεώσεώς του προς δήλωσιν του αντικειμένου της φορολογίας και εφ’ όσον η κατά την κρίσιν του αιτούντος αξία των κατωτέρω περιουσιακών στοιχείων, των αποτελούντων το αντικείμενον της φορολογίας, είναι ανωτέρα των δραχ. 4.000.000: α)ενός εκάστου των ακινήτων ή ιδανικού μεριδίου αυτών, β)των μη εισηγμένων εις το Χρηματιστήριον μετοχών ή λοιπών κινητών αξιών εκάστης ανωνύμου εταιρείας, γ)της συμμετοχής εις εκάστην εταιρείαν ή συνεταιρισμόν, και δ)λοιπών κινητών εν συνόλω. Η εν τη αιτήσει αναφερομένη αξία, λαμβάνεται υπ’ όψιν αποκλειστικώς και μόνον δια την αποδοχήν ή μη της αιτήσεως. 2.Οσάκις δεν έχει ζητηθή υπό του εις φόρον υποχρέου η διενέργεια εκτιμήσεως, η Οικονομική Αρχή, δύναται να ζητήση ταύτην όταν κρίνη τούτο αναγκαίον, είτε λόγω της φύσεως είτε λόγω της αξίας του υπό εκτίμησιν αντικειμένου. Έκθεσις Εκτιμήσεως Άρθρ.3.-1.Οι Ορκωτοί Εκτιμηταί συντάσσουν έκθεσιν περί της γενομένης εκτιμήσεως, εις την οποίαν περιγράφεται λεπτομερώς το εκτιμώμενον αντικείμενον και μνημονεύονται ρητώς αι ληφθείσαι υπ’ όψιν ειδικαί διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, ως και τα στοιχεία επί των οποίων θεμελιούται το πόρισμά των. Αντίγραφον της εκθέσεως παραδίδεται ή αποστέλλεται, επί αποδείξει, επιμελεία του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, εις τον αιτήσαντα την εκτίμησιν, ως και εις την αρμοδίαν Οικονομικήν Αρχήν ή Δικαστήριον. 2.Οσάκις το εις φόρον υπόχρεον πρόσωπον, ήθελε, κατά τα εν παρ. 1 του άρθρ. 1 οριζόμενα, ζητήσει την δι’ Ορκωτού Εκτιμητού εκτίμησιν των αντικειμένων της φορολογίας και, αποδεχόμενον εν όλω το πόρισμα τούτου, περιλάβει εις την υποβληθησομένην εις την αρμοδίαν Οικονομικήν Αρχήν δήλωσίν του την καθορισθείσαν υπό του Εκτιμητού αξίαν, επισυνάπτων εις την δήλωσιν και την σχετική έκθεσιν εκτιμήσεως, απαλλάσσεται: (Αντί για τη σελ. 196,21(α) Σελ. 196,21(β) Τεύχος 1446 Σελ. 13 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής 27.Β.ζ.10 α)του λόγω τυχόν ανακριβείας της δηλώσεως προσθέτου φόρου, του επιμεριστικώς αναλογούντος εις τα εκτιμηθέντα στοιχεία, ως και παντός προστίμου ή άλλης τινός κυρώσεως, λόγω της ανακριβείας ταύτης, και β)του ημίσεος της, κατά τα άρθρ. 4 και 11, καθοριζομένης δαπάνης εκτιμήσεως. 3.Η Οικονομική Αρχή ή το Διοικητικόν Δικαστήριον, εάν τυχόν δεν συμφωνούν με την έκθεσιν εκτιμήσεως των Ορκωτών Εκτιμητών, επέχουσαν θέσιν πραγματογνωμοσύνης, δέον να αιτιολογούν ειδικώς την διάφορον κρίσιν των. Εποπτικόν Συμβούλιον Άρθρ.4.-1.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2515/24-25 Ιουλ. 1997, ΦΕΚ Α΄154, κατωτ. αριθ. 44). 2.Τα μέλη του Ε.Σ. διορίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εμπορίου, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται και εις των καθηγητών, μελών του Ε.Σ., ως Αντιπρόεδρος αυτού. Η θητεία του Προέδρου, Αντιπροέδρου και των μελών του Ε.Σ. είναι τετραετής. Εις περίπτωσιν κενώσεως, εξ οιουδήποτε λόγου, θέσεως του Προέδρου, Αντιπροέδρου ή των μελών του Ε.Σ., η θητεία του εις αντικατάστασιν διοριζομένου διαρκεί επί τον υπολειπόμενον χρόνον μέχρι της συμπληρώσεως της τετραετίας. «Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου συνεχίζουν να ασκούν νομίμως τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους, μέχρι την ανανέωση της θητείας αυτών ή το διορισμό νέων και την ανάληψη των καθηκόντων τους». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε μετά το τέταρτο εδάφιο με το άρθρ. 40 Νόμ. 2992/20-20 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄288) , ανωτ. σελ. 194,807. Δι’ αποφάσεως των αυτών Υπουργών καθορίζεται η αμοιβή του Προέδρου, Αντιπροέδρου και των μελών του Ε.Σ. 3.Το Ε.Σ. έχει τας ακολούθους αρμοδιότητας: α)Αποφαίνεται περί των διοριστέων εις το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, β)εκδίδει τους κανονισμούς και γενικάς οδηγίας, τας αφορώσας την διεξαγωγήν του έργου της εκτιμήσεως, γ)ασκεί εποπτείαν και έλεγχον επί του Σώματος και του υπ’ αυτού ασκουμένου έργου, εκδίδον προς τούτο γενικάς και ειδικάς οδηγίας, δ)αναθέτει εις ομάδα Ορκωτών Εκτιμητών Σελ. 196,22(β) Τεύχος 1446 Σελ. 14 την μελέτην θεμάτων, αναγομένων εις τον τρόπον εκτιμήσεως των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων κατά κατηγορίας αυτών και την κατάρτισιν υποδειγματικών προς τούτο μεθόδων, ε)καθορίζει, δι’ ειδικών εις εκάστην περίπτωσιν αποφάσεων, την καταλογιστέαν δαπάνην εκτιμήσεως κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του παρόντος. Αι αποφάσεις αυταί αποτελούν τίτλους εκτελέσεως, δια την, κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, είσπραξιν της δαπάνης, εις περίπτωσιν καθυστερήσεως καταβολής ταύτης, ς)ασκεί την πειθαρχικήν εξουσίαν επί των Ορκωτών Εκτιμητών, κατά τα εν άρθρ. 13 οριζόμενα, ζ)αποφασίζει την διαγραφήν εκ του Σώματος παντός Ορκωτού Εκτιμητού, κατά τας διατάξεις του άρθρ.13, η)προβαίνει εις τας αναγκαίας ενεργείας δια την οργάνωσιν και λειτουργίαν του Σ.Ο.Ε. προσλαμβάνουν και το απαιτούμενον βοηθητικόν προσωπικόν, καθορίζον δε και τα των αποδοχών του, θ)συνάπτει δάνεια κατά το άρθρ. 15 παρ. 7 του Νόμ. 820/78, υπογράφον δια του Προέδρου αυτού το δανειστικόν συμβόλαιον, ι)προσλαμβάνει ένα ή πλείονας ειδικούς συμβούλους, οσάκις ως εκ της φύσεως του υπό εκτίμησιν αντικειμένου απαιτούνται ιδιαίτεραι επιστημονικαί ή τεχνικαί κλπ. γνώσεις. Εις την περίπτωσιν ταύτην, ο ειδικός σύμβουλος συμπράττει μετά του οριζομένου τακτικού εκτιμητού, η δε σχετική γνώμη του καταχωρίζεται εις την έκθεσιν εκτιμήσεως, προσυπογραφομένην υπ’ αυτού. Η αμοιβή του ειδικού συμβούλου, καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Ε.Σ., κατά το άρθρ. 11 του παρόντος. 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2515/24-25 Ιουλ.1997, ΦΕΚ Α΄154, κατωτ. αριθ. 44). 27.Β.ζ.10 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Άρθρ.5.-1.Δια την εύρυθμον και επιτυχή λειτουργίαν του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, συγκροτείται Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, αναφερόμενον εν τοις επομένοις δια των αρχικών Γ.Σ. αποτελούμενον: α)εκ του Προέδρου του Χρηματιστηρίου Αθηνών και τούτου κωλυομένου του νομίμου Αναπληρωτού του, β)εξ ενός αντιπροσώπου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, γ)εξ ενός αντιπροσώπου της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος, δ)εξ ενός κοινού αντιπροσώπου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, ε)εξ ενός αντιπροσώπου της Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών Ελλάδος, ς)εξ ενός κοινού αντιπροσώπου των Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, ζ)εξ ενός αντιπροσώπου της Κτηματικής Ενώσεως Ελλήνων. Του Γ.Σ. προεδρεύει ο Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου και τούτου κωλυομένου ο νόμιμος αναπληρωτής του. 2.Τα μέλη του Γ.Σ. μετά των νομίμων αναπληρωτών αυτών, υποδεικνυόμενα υπό των οικείων Οργανώσεων, διορίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Προκειμένου περί των κοινών αντιπροσώπων των περιπτ. γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εν διαφωνία των οικείων Οργανώσεων περί υποδείξεως κοινού αντιπροσώπου, ούτος ορίζεται υπό των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η θητεία των μελών του Γ.Σ. είναι τετραετής, εις περίπτωσιν δε κενώσεως, εξ οιουδήποτε λόγου, θέσεως τινός των μελών του Γ.Σ., η θητεία του εις αντικατάστασιν τούτου διοριζομένου διαρκεί επί τον υπολειπόμενον χρόνον μέχρι της συμπληρώσεως της τετραετίας. 3.Εις τας συνεδριάσεις του Γ.Σ. μετέχει, άνευ δικαιώματος ψήφου, ο Πρόεδρος ή ο υπ’ αυτού υποδεικνυόμενος Αντιπρόεδρος ή μέλος του Ε.Σ. 4.Εις άπαντας τους ανωτέρω, μετέχοντας των συνεδριάσεων του Γ.Σ., καταβάλλονται έξοδα παραστάσεως, καθοριζόμενα δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 5.Το Γ.Σ. συγκαλείται υπό του Προέδρου αυτού, μετά πρότασιν του Προέδρου του Ε.Σ., και γνωμοδοτεί επί γενικής φύσεως θεμάτων, αφορώντων την λειτουργίαν του Σώματος των Ορκωτών Εκτιμητών. Το άνω Γνωμ. Συμβούλιο διατηρήθηκε από την 0211/326/24-24 Ιουν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 433) απόφ. Υπ. Προεδρ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Σύνθεσις και λειτουργία του Σ.Ο.Ε. Άρθρ.6.-«1.Το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε. αποτελείται από τους Ορκωτούς Εκτιμητές, τους Βοηθούς Ορκωτούς Εκτιμητές Α΄ Τάξης και τους Βοηθούς Ορκωτούς Εκτιμητές. Οι δύο πρώτες κατηγορίες Ορκωτών Εκτιμητών διενεργούν τις κατά το άρθρ. 1 αναφερόμενες εκτιμήσεις. Μετά του Βοηθού Ορκωτού Εκτιμητού Α΄ Τάξεως συμπράττει απαραιτήτως και ένας Ορκωτός Εκτιμητής. 2.Ο αριθμός των Ορκωτών Εκτιμητών και Βοηθών Ορκωτών Εκτιμητών Α΄ Τάξεως ορίζεται σε 30. Οι θέσεις αυτές είναι ενιαίες». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 74/8-5-1990) κατωτ. αριθ. 29. 3.Το Σ.Ο.Ε. συνέρχεται και συζητεί επί θεμάτων αφορώντων την άσκησιν του έργου του. Τούτο εκλέγει τον κατά το άρθρ. 4 του παρόντος μετέχοντα εις το Ε.Σ. εκπρόσωπον του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Προσόντα Ορκωτών Εκτιμητών Άρθρ.7.-1.Οι διοριζόμενοι εις θέσιν Ορκωτού Εκτιμητού δέον να έχουν: α)την Ελληνικήν ιθαγένειαν και να έχουν εκπληρώσει την στρατιωτικήν αυτών υποχρέωσιν ή να έχουν νομίμως απαλλαγή ταύτης. Αλλογενής, αποκτήσας την ελληνικήν ιθαγένειαν, δεν δύναται να διορισθή Ορκωτός Εκτιμητής προ της συμπληρώσεως πενταετίας, αφ ης εκτήσατο ταύτην και β)το προσήκον ήθος και ανεπίληπτον δημόσιον και ιδιωτικόν βίον. 2.Ίνα διορισθή τις Ορκωτός Εκτιμητής, δέον να κέκτηται: α)πτυχίον του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου ή άλλης ισοτίμου Πολυτεχνικής Σχολής ή Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου ή Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής ή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών ή άλλης ισοτίμου προς τας ανωτέρω Ανωτάτης ημεδαπής ή αλλοδαπής Σχολής και (Αντί για τη σελ. 196,23(β) Σελ. 196,23(γ) Τεύχος 1446 Σελ. 15 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής 27.Β.ζ.10 «β)Δωδεκαετής εμπειρία σχετική με το έργο του Εκτιμητού ή ισόχρονος προϋπηρεσία στο Δημόσιο. «γ.Επαρκή γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας των Χωρών Μελών της ΕΟΚ». Το εδάφ. β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 3 και προστέθηκε εδάφ. γ με την ίδια ως άνω παρ. 2 άρθρ. 3 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55) (διόρθ. σφαλμ στο ΦΕΚ Α΄ 74/8-5-1990), κατωτ. αριθ. 29. 3.Δεν διορίζεται εις θέσιν Ορκωτού Εκτιμητού: α)ο μη εγγεγραμμένος εις τα οικεία μητρώα αρρένων ή των δημοτών, β)ο ανυπότακτος ή καταδικασθείς επί λιποταξία, γ)ο λόγω αμετακλήτου καταδίκης αποστερηθείς των πολιτικών αυτού δικαιωμάτων, έτι και αν η εκτέλεσις της ποινής ανεστάλη, ή παρήλθεν ο χρόνος της αποστερήσεως, δ)ο καταδικασθείς επί οιωδήποτε αδικήματι εις ποινήν στερητικήν της ελευθερίας επί χρόνου τουλάχιστον τριών μηνών ή καταδικασθείς εις οιανδήποτε ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει εν γένει, απάτη, εκβιάσει, πλαστογραφία, απιστία εν γένει, δωροδοκία, καταπιέσει, παραβάσει καθήκοντος, εγκλήματι κατά των ηθών ή συκοφαντική δυσφημίσει, ως και επί παραβάσει της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και λαθρεμπορίας, ασχέτως αν παρεσχέθη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή επηκολούθησεν παραγραφή ή αμνηστεία ή χάρις μετ’ άρσεως των συνεπειών, ε)ο καταδικασθείς επί αδικήματι μαρτυρούντι έκδηλον ακαταλληλότητα δια την άσκησιν του έργου του Ορκωτού Εκτιμητού, ς)ο δυνάμει τελεσιδίκου βουλεύματος διατελών έτι εν παραπομπή επί κακουργήματι ή επί τινι των υπό στοιχ. δ αναφερομένων πλημμελημάτων, ζ)ο υπό απαγόρευσιν ή δικαστικήν αντίληψιν τελών, η)ο εκπεσών εξ οιασδήποτε δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής θέσεως ή θέσεως παρ’ οιωδήποτε οργανισμώ, ιδρύματι ή νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου, συνεπεία καταδίκης κατά τον ποινικόν νόμον ή άλλον ειδικόν νόμον, ως και ο απολυθείς εκ τοιαύτης θέσεως δια λόγους πειθαρχικούς. «4.α)Για το διορισμό βοηθών Ορκωτών Εκτιμητών Α΄ Τάξεως, που ενεργείται κατά το άρθρ. 9 του παρόντος απαιτούνται τα ίδια προσόντα, πλήν εκείνου που αναφέρεται στο εδάφ. β της παρ. 2 το οποίο περιορίζεται σε τετραετή εμπειρία ή προϋπηρεσία στο Δημόσιο. β)Οι βοηθοί Ορκωτοί Εκτιμητές Α΄ Τάξης μετά εξαετή ευδόκιμη υπηρεσία προάγονται μετά απόφαση του Εποπτικού συμβουλίου σε Ορκωτούς Εκτιμητές. Σελ. 196,24(γ) Τεύχος 1446 Σελ. 16 γ)Οι βοηθοί Ορκωτοί Εκτιμητές Α΄ Τάξης έχουν ως αποδοχές το 80% των αποδοχών των Ορκωτών Εκτιμητών με την ίδια προϋπηρεσία στο Σ.Ο.Ε.». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 3 Π.Δ. 140/1990 (ΦΕΚ Α΄ 55), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 74/8-5-1990), κατωτ. αριθ. 29. Ασυμβίβαστον Άρθρ.8.-1.Το λειτούργημα του Ορκωτού Εκτιμητού είναι ασυμβίβαστον προς την άσκησιν οιουδήποτε επαγγέλματος και προς οιανδήποτε έμμισθον ή άμισθον υπηρεσίαν εις το Δημόσιον ή εις Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, ως και προς την ιδιότητα του Προέδρου ή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των προσώπων τούτων. «2.Το λειτούργημα του Ορκωτού Εκτιμητή δεν είναι ασυμβίβαστο: α)Με τη διδασκαλία σε ΑΕΙ, ιδρύματα Ερευνών και Ινστιτούτα Ερευνών. β)Με την κατοχή δημοτικών εκλογίμων αξιωμάτων και με τη βουλευτική ιδιότητα. Εάν όμως εκλεγεί Δήμαρχος ή βουλευτής, κατά την διάρκεια της θητείας του, αναστέλλεται η άσκηση των καθηκόντων του Ορκωτού Εκτιμητή. “γ.Με τη συμμετοχή στα Διοικητικά Συμβούλια των ΝΠΔΔ των επιχειρήσεων και των οργανισμών του δημόσιου τομέα , καθώς και των κοινωφελών ιδρυμάτων και των ΝΠΙΔ που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα”. Η μέσα σε “” περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 2 Νόμ. 2515/24-25 Ιουλ. 1997 (ΦΕΚ Α΄154) κατωτ. αριθ. 44. 27.Β.ζ.10 Μέτρα κατά της Φοροδιαφυγής δ)Τα ασυμβίβαστα και οι εξαιρέσεις του παρόντος

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.