📄 Κείμενο νόμου
3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 28 Ιουλ./15 Σεπτ. 1858 (ΦΕΚ 42) Κανονισμός περί των Μοναστηρίων. Επιθυμούντες ίνα εν άπασι τοις διατηρουμένοις Μοναστηρίοις του Κράτους ενεργώνται ομοιομόρφως αι κείμεναι διατάξεις περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της περιουσίας αυτών. Λαβόντες επί τούτω υπ’ όψιν το από 15 Μαΐου 1829 διάταγμα του Κυβερνήτου της Ελλάδος, και τα ημέτερα διατάγματα 4 Δεκ. 1834, 9 Φεβρ. 1835, 16 Ιουλ. 1836, 17 Νοεμ. 1836, 31 Δεκ. 1836, 9 Ιαν. 1837, 24 Μαρτ. 1837 και 12 Φεβρ. 1857. Μετά γνωμοδότησιν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και κατά πρότασιν του ημετέρου υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Τμήμα Α΄ Περί της διοικήσεως των διατηρουμένων Μοναστηρίων και περί της διαχειρίσεως της περιουσίας αυτών. Α΄.Ο Ηγούμενος παντός εν τω Βασιλείω διατηρουμένου Μοναστηρίου είναι εκ της τάξεως των ιερομονάχων. Δύναται δε αλλ’ εν ανάγκη, να είναι εκ της τάξεως των ιεροδιακόνων ή μοναχών. Ούτος, και δύο άλλοι μοναχοί, φέροντες προσωνυμίαν συμβούλων, συγκροτούσι το Μοναστηριακόν Συμβούλιον, εις το οποίον, κατά τα μέχρι τούδε ισχύοντα, υπάρχει διαπεπιστευμένη η εν γένει διοίκησις των του Μοναστηρίου και η διαχείρισις της περιουσίας αυτών. Β΄.Η του Ηγουμένου και των παρ’ αυτώ συμβούλων εκλογή γίνεται δια φανεράς ψηφοφορίας εν μεν τοις μοναστηρίοις, όσα έχουσι περισσοτέρους των εξ και ολιγωτέρους των είκοσι μοναχών, υπό της χορείας των προ τριετίας τουλάχιστον λαβόντων την κουράν και μεταξύ αυτών. Όπου δε εισί πλείονες των είκοσι μοναχών, δικαίωμα ψήφου έχουσι μόνοι οι προ εξαετίας λαβόντες την κουράν. Εις μοναστήρια δε ένθα υπάρχουσιν εξ μοναχοί εάν τύχη τις εκ τούτων μη έχων συμπεπληρωμένην τριετίαν από της αποκάρσεώς του, και επομένως στερημένος των προσόντων του εκλογέως, εκεί ο αρμόδιος επίσκοπος, εγκρίσει της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθιστά ηγούμενον και συμβούλους τους μεταξύ των εξ ικανωτέρους. Η διάρκεια της υπηρεσίας του ηγουμένου και των συμβούλων ορίζεται επί πενταετίαν. Δύνανται όμως τα αυτά μέλη να εκλεχθώσιν εκ νέου. Σελ.124(α) Τεύχος 486-Σελ.98 Εάν τις εξ αυτών εν τω διαστήματι τούτω καταστή ένοχος πράξεως κολαζομένης υπό των ιερών κανόνων, γίνεται έκπτωτος της οικείας θέσεως, και ενεργείται νέα εκλογή. Δια της υπ’ αριθ. 79275 της 8/20 Ιουν. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 405) αποφ. Υπ. Συντον. και Παιδείας, η σύνθεσις των υπό των ανωτέρω παρ. Α΄ και Β΄ προβλεπομένων Ηγουμενοσυμβουλίων των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Κρήτης, παραμένει ως αύτη προβλέπεται υπό των ως άνω διατάξεων ήτοι εκ τριών μελών αναδεικνυομένων κατά τα υπό την αυτήν διαδικασίαν και διοριζομένων δια πράξεως του Νομάρχου μετά γνώμην του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Η θητεία του εν λόγω Ηγουμενοσυμβουλίου ορίζεται διετής. Το ως άνω Ηγουμενοσυμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων και των τριών μελών αυτού. Κατά τα λοιπά τα της λειτουργίας του εν λόγω Ηγουμενοσυμβουλίου ρυθμίζονται υπό των κειμένων διατάξεων. Γ΄.Τα της εκλογής ενεργούνται κατά τον εξής τρόπον. Προσδιορίζεται ημέρα της ψηφοφορίας η πρώτη της εβδομάδος Κυριακή, ή άλλη επισήμου τινός εορτής, και γνωστοποιείται εις άπαντας του μοναχούς, όσοι κατά το προηγούμενον άρθρον έχουσι το δικαίωμα του εκλέγειν ων τινες ενδέχεται να ώσιν απόντες εις επιστασίαν κτημάτων του μοναστηρίου των ίνα συνέλθωσιν επί το αυτό. Την πρωΐαν της προσδιορισθείσης ημέρας, τελεσθείσης της ιεράς λειτουργίας, μετά την συμπλήρωσιν ταύτης έτι του ιερέως ενδεδυμένου την ιερατικήν στολήν, γίνεται τελετή κατά το υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κανονισθέν και ώδε επισυναπτόμενον τυπικόν. 33.Γ.α.3 Διοίκηση Μοναστηριών Μετά το πέρας της τελετής, μένουσιν εν τω ναώ μόνοι οι έχοντες την ικανότητα του εκλέγειν (των οποίων ο ονομαστικός κατάλογος, εκ του μοναχολογίου εξηγμένος, αναγινώσκεται εις επήκοον πάντων) και άρχεται η εκλογή διευθυνομένη υπό επιτροπής, η οποία δια μεν τα μοναστήρια, ένθα εισί πλείους των είκοσι μοναχών, σύγκειται από πέντε μέλη, δηλονότι τον υπάρχοντα ηγούμενον, δύο τους έχοντας τα πρεσβεία, και δύο τους μεταξύ των μοναχών ικανωτέρους προσδιοριζομένους από τον αρμόδιον επίσκοπον δια δε τα μοναστήρια όσα έχουσιν είκοσιν, ή ελάττους των είκοσι, μοναχούς, σύγκειται από τρία μέλη, δηλονότι τον ηγούμενον και δύο άλλους, ων ο μεν τη ηλικία των άλλων πρεσβύτερος, ο δε μεταξύ των ικανωτέρων υπό του επισκόπου ωσαύτως προσδιοριζόμενος. Παρά τη επιτροπή ταύτα τα του γραμματέως εκτελεί ο νεώτερος. Έκαστος των εκλογέων προσερχόμενος εις την Τράπεζαν της επιτροπής μετ’ ευσχημοσύνης και άνευ θορύβου, εάν μεν ηξεύρη να γράφη σημειοί ιδία χειρί, εν τω επίτηδες κρατουμένω πρωτοκόλλω, τ’ όνομα του ον κρίνει ικανόν δια την θέσιν ηγουμένου και τα ονόματα των ους κρίνει ικανούς δια την θέσιν των συμβούλων, προσυπογραφόμενος. Εάν δε είναι αγράμματος, παραλαμβάνει εκ των συναδέλφων του δύο γράμματα ειδότας ως μάρτυρας και, προσερχόμενος ωσαύτως εις την τράπεζαν, διαδηλοί τα ονόματα των τους οποίους κρίνει ικανούς δια την θέσιν ηγουμένου και συμβούλων οι δε μάρτυρες βεβαιούσιν δια της υπογραφής των την θέλησιν αυτού. Τα μέλη της επιτροπής δεν δύνανται να χρησιμεύσωσι ως μάρτυρες. Ο εκτελών τα του γραμματέως έργα σημειοί πιστώς εις χωριστόν πρωτόκολλον, προς τω ονόματι του εκλογέως, και τα των κατ’ ελευθέραν θέλησιν προταθέντων υπ’ αυτού υποψηφίων. Αποχωρήσαντος δε τούτου προσέρχεται κατά σειράν έτερος, μέχρι του τελευταίου των εχόντων δικαίωμα προς εκλογήν. Τότε αριθμούνται αι ψήφοι και συντάττεται κάτωθεν του από τον γραμματέα κρατουμένου πρωτοκόλλου πράξις, καθαρώς και ευαναγνώστως γεγραμμένη άνευ σβεσμάτων, ξεσμάτων ή παρεγγραφών, εμφαίνουσα τον αριθμόν των ψηφοφόρων και τας ψήφους τας οποίας έκαστος των υποψηφίων έλαβε δια την θέσιν ηγουμένου ή συμβούλου, και περατουμένη δια της διαδηλώσεως του των άλλων κατά τας ψήφους πλεονεκτούντος, ως ηγουμένου, ή ως συμβούλου. Εν ισοψηφία, τον προκριτέον διαστέλλει ο κλήρος. Η πράξις αύτη, υπογεγραμμένη υφ’ απάντων των μελών της επιτροπής, και εσφραγισμένη δια της μοναστηριακής σφραγίδος υποβάλλεται αμέσως, μετά του πρωτοτύπου πρωτοκόλλου του φέροντος τας των εκλογέων υπογραφάς, εις την έγκρισιν του αρμοδίου επισκόπου, ο οποίος, εάν εντός τριών ημερών από της παραλαβής δεν γένη ένστασις αποφαίνεται κυρών την εκλογήν, και ειδοποιεί την Ιεράν Σύνοδον και τον αρμόδιον Νομάρχην η δε Ιερά Σύνοδος ειδοποιεί το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών. Τα ειρημμένα δύο πρωτότυπα έγγραφα, η πράξις δηλονότι και το πρωτόκολλον, τηρούνται εν τοις αρχείοις της επισκοπής. Αι κατά της εκλογής αναφυείσαι τυχόν ενστάσεις υποβάλλονται παρά των ενισταμένων προ της κυρώσεως εις τον επίσκοπον, ο οποίος δικάζει περί τούτων και ή παραδέχεται αυτάς ή απορρίπτει ητιολογημένως και διατάττει νέαν εκλογήν, κοινοποιών την απόφασιν εις τους ερίζοντας. Η επισκοπική απόφασις υπόκειται εις έφεσιν ενώπιον της Ιεράς Συνόδου εντός πέντε ημερών από της προς τους έχοντας συμφέρον κοινοποιήσεως η δε έφεσις δίδεται επί αποδείξει εις τον επίσκοπον, ο οποίος αποστέλλει αυτήν εντός 24 ωρών προς την Ιεράν Σύνοδον ομού με την εκδοθείσαν απόφασιν. Η Ιερά Σύνοδος αποφαίνεται συνοπτικώς, επικυρούσα ή ακυρούσα την επισκοπικήν απόφασιν, και κοινοποιεί την πράξιν της εις τον αρμόδιον επίσκοπον πέμπει δε και αντίγραφον αυτής της πράξεώς της προς το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών. Την απόφασιν της Ιεράς Συνόδου, άμα λαβών ο αρμόδιος επίσκοπος κοινοποιεί άνευ αναβολής εις το μοναστηριακόν συμβούλιον. Και, αν αύτη είναι ακυρωτική, διατάττει την επανάληψιν της εκλογής εντός πέντε ημερών από της προς αυτό κοινοποιήσεως. Δ΄.Της δια του ημετέρου διατάγματος 9/12 Φεβρ. 1853 εγκριθείσης τριμερούς μοναστηριακής σφραγίδος χρήσις γίνεται επί παν υπό του μοναστηριακού συμβουλίου εκδιδόμενον έγγραφον, ενουμένων των τριών τμημάτων παρουσία και των τριών του συμβουλίου μελών. Μετά δε τούτο διαλύεται αύθις η σφραγίς και το μεν των τμημάτων, μετά του συσφίγγοντος το όλον δεσμού, αναλαμβάνει και τηρεί παρ’ εαυτώ ο ηγούμενος των δ’ άλλων δύο αναλαμβάνει και τηρεί παρ’ εαυτώ το οικείον εκάτερος των συμβούλων. Ε΄.Τα μοναστηριακά συμβούλια ενεργούσι τα της υπηρεσίας αυτών κατά το ημέτερον διάταγμα της 12 Φεβρ. 1857, και πάσα αναφορά προς τας Αρχάς του Κράτους, ή άλλο οτιούν έγγραφον, παρά μοναστηριακού συμβουλίου εκδιδόμενον, υπογράφεται και υπό των τριών μεΣελ.125 161-119 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.3 λών, και σφραγίζεται κατά το προηγούμενον άρθρον δια της τριμερούς σφραγίδος. Το τυχόν μονοψηφούν μέλος δεν δύναται να αρνηθή την υπογραφήν του ουδέ την επίδοσιν του παρ’ αυτώ τμήματος της σφραγίδος. Δύναται όμως να εκθέση τους λόγους του εις τα Πρακτικά, έτι δε και εις την προϊσταμένην αρμοδίαν Αρχήν, ήτις εν τοιαύτη περιπτώσει αποφασίζει οριστικώς. ΣΤ΄.Ο ηγούμενος και οι παρ’ αυτώ σύμβουλοι τελούσιν υπό την άμεσον εφορείαν του αρμοδίου επισκόπου και προς αυτόν κανονικώς αναφέρονται, ως προϊστάμενον εκκλησιαστικώς, περί πάσης υποθέσεως αναγομένης εις πνευματικά καθήκοντα, και εκτελούσι τας αποφάσεις και διαταγάς του. Εννοείται δε ότι, όσα ο Σ΄ Νόμος διακελεύεται περί του υπό τον επίσκοπον κλήρου, εισί κοινά και δια τους μοναχούς των εντός της επισκοπής του διατηρουμένων μοναστηρίων. Ζ΄.Εντός του έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος Διατάγματος, έκαστον μοναστηριακόν συμβούλιον οφείλει να εγγράψη ανυπερθέτως εις βιβλίον, κτηματολόγιον, συμφώνως προς τας δοθησομένας υπουργικάς οδηγίας, άπασαν εν γένει την ακίνητον περιουσίαν της μονής, κατά τον τύπον τον δια του ημετέρου διατάγματος 21 Ιουλ. 1836 εγκριθέντα. Το βιβλίον τούτο προμηθεύεται εκάστη μονή εις τριπλούν, δι’ ιδίων αναλωμάτων. Ηριθμημένον δε κατά σελίδα και μονογραφημένον υπό του ημετέρου υπουργού των Εκκλησιαστικών, ή υπό του παρ’ αυτού επιφορτισθησομένου προς τούτο ανωτέρου υπαλλήλου, το μεν τηρείται επιμελώς παρ’ αυτή τη μονή κατά το Δ΄ άρθρον του ημετέρου Διατάγματος 12 Φεβρ. 1857, το δε παρά τω μνησθέντι υπουργείω των Εκκλησιαστικών, και το τρίτον παρά τη Επισκοπή εν τη περιφερεία της οποίας κείται το μοναστήριον. Επειδή δε, παρεκτός του κτηματολογίου και του πρωτοκόλλου των πρακτικών των συνεδριάσεων, τα μοναστηριακά συμβούλια οφείλουσι να κρατώσι και τα εξής: α)Το πρωτόκολλον των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, κατά τα κανονισμένα δια την υπηρεσίαν των δημοσίων γραφείων. β)Το μοναχολόγιον, εν ω εγγράφεται κατ’ όνομα και επώνυμον, πατρίδα, ηλικίαν, εποχήν της εις την μονήν προσελεύσεως, εποχήν της κουράς, και βαθμόν, έκαστος των εν τη μονή μοναχών. γ)Το βιβλίον της εν γένει μοναστηριακής αποσκευής, ήτοι της προσδιωρισμένης δια τε την ιεράν και δια την κοινήν χρήσιν. δ)Το πρόχειρον καθημερινόν, ήτοι το δια την εγγραφήν των ημερησίων εσόδων τε και εξόδων της μονής. Σελ.126 161-120 ε)Το βιβλίον του ταμείου, και ς)Το βιβλίον της αποθήκης. Των δε από του β΄ μέχρι του ς΄ οι τύποι ενεκρίθησαν δια του προμνησθέντος ημετέρου Διατάγματος 21 Ιουλ. 1836, ο ημέτερος υπουργός των Εκκλησιαστικών παραγγέλλεται να εκδώση τας δια την τακτικήν κράτησιν αυτών των βιβλίων απαιτουμένας οδηγίας και παραγγελίας εις άπαντα τα μοναστηριακά συμβούλια, υπομιμνήσκων αυτοίς τας εναντίον του όστις παραμελεί να κρατή, ή κρατεί ατάκτως και παρά τους κανόνας τα διατεταγμένα βιβλία, έτι δε και κατά του όστις παραλείπει εγγραφάς εσόδων, ή εγγράφει ως γενόμενα τα μη γενόμενα έξοδα, περιεχομένας εν τω Ποινικώ Νόμω γενικάς διατάξεις, αίτινες κατά το 493 άρθρον του ιδίου νόμου εισί κοιναί και δια τους παραβαίνοντας τα καθήκοντα της υπηρεσίας των εκκλησιαστικούς επίσης, ως και δια τους πολιτικούς υπαλλήλους. Σβέσματα και ξέσματα ή παρεγγραφαί εις τα βιβλία απαγορεύονται, ως τιμωρούμεναι υπό των Νόμων. 33.Γ.α.3 Διοίκηση Μοναστηριών H΄.Οι αρμόδιοι επίσκοποι και οι αρμόδιοι Νομάρχαι και έπαρχοι επαγρυπνούσιν εις την ακριβή εκτέλεσιν και τήρησιν των περί των βιβλίων ανωτέρω διαταχθέντων, και καταγγέλουσιν αμελλητί τας υπ’ αυτών ανακαλυπτομένας, ή άλλως οπωσδήποτε περιερχομένας εις γνώσιν αυτών παραβάσεις, υπεύθυνοι όντες δια τούτο, οι μεν ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι δε ενώπιον των προϊσταμένων αυτών πολιτικών Αρχών. Θ΄.Επειδή κατά τους ιερούς κανόνας και κατά το Διάταγμα του Κυβερνήτου της Ελλάδος 15 Μαΐου 1829, ούπερ εμνήσθημεν εν τω ημετέρω Διατάγματι 15 Μαρτ. 1836, η ακίνητος μοναστηριακή περιουσία είναι αναπαλλοτρίωτος, και μόνον προς θεραπείαν αναποφεύκτου ανάγκης, ή δια προφανή του μοναστηρίου ωφέλειαν, εξ οικονομικών απορρέουσαν λόγων, δύναται ν’ απαλλοτριωθή μοναστηριακόν κτήμα δι’ εκποιήσεως ή δι’ ανταλλαγής, ορίζομεν ότι εν μεν τη περιπτώσει ανταλλαγής, αύτη, κατά τα μέχρι τούδε ισχύοντα, ενεργείται μετά προηγουμένην τεχνικήν καταμέτρησιν, διαγραφήν και ένορκον εκτίμησιν των ανταλλακτέων κτημάτων, και μετά γνωμοδότησιν του αρμοδίου νομάρχου. Εν δε τη περιπτώσει εκποιήσεως, αύτη ενεργείται κατά τας διατάξεις του Νόμου 13 Νοεμ. 1836 και του από 17 Νοεμ. 1836 ημετέρου Διατάγματος και του άρθρ. Β΄ του από 31 Δεκ. 1836, και των άρθρ. 1, 2 και 4 του από 24 Μαρτ. 1837 διατάγματος. Ι΄.Τα συμβούλια των μοναστηρίων δεν δύνανται ούτε εις πολυετή ενοικίασιν να εκδίδωσιν, ούτε εις εμφύτευσιν ή άλλου είδους διακατοχήν να παραχωρώσι προς ιδιώτας, ούτε να υποθηκεύωσι μοναστηριακόν κτήμα, ούτε να δανείζωνται εις βάρος του οικείου μοναστηρίου, ούτε να επιχειρώσιν οίκοθεν οιανδήποτε άλλην πράξιν, οίον περί δίκης, περί συμβιβασμού και των παρομοίων περί ων απαιτείται κατά τους κειμένους νόμους να ζητηθή προηγουμένως και δοθή η άδεια της προεστώσης Αρχής. Μοναστηριακού κτήματος ενοικίασις πολυετής (από διετίας και ανωτέρω) τότε μόνον δύναται να επιτραπή τηρουμένων των διατάξεων των άρθρ. 1 και 2 του ημετέρου Διατάγματος 24 Μαρτ. 1837, όταν δεν υπάρχωσιν εν τω μοναστηρίω τα δια τας φυτουργίας επιτήδεια πρόσωπα ή ικαναί χείρες δι’ εκχέρσωσιν, φυτείας και άλλας ουσιώδεις βελτιώσεις του κτήματος, ή όταν οι μοναχοί, ευάριθμοι τυχόν όντες, δεν επαρκώσιν εις το να επιστατώσιν και επιμελώνται προσωπικώς τα κτήματα του μοναστηρίου των. Πρβλ. κατωτ. Β.Δ. 5 Φεβρ./8 Μαρτ. 1892. Εμφύτευσις μοναστηριακού κτήματος, τότε μόνον δύναται να επιτραπή, όταν συμφωνηθή ότε της εμφυτεύσεως τρόπος και ο της διανομής χρόνος, κατά τας διατάξεις του ημετέρου Διατάγματος 9 Ιαν. 1837 και του περί φυτειών Νόμου 15 Ιαν. 1837. Λήψις δανείου προσκαίρου τότε μόνον δύναται να επιτραπή, όταν το ταμείον του μοναστηρίου στερήται αποδεδειγμένως των αναγκαίων χρηματικών μέσων δια καλλιέργειαν ή άλλην ρητήν βελτίωσιν των κτημάτων, ή δι’ έκτακτόν τινα, επείγουσαν και προφανή χρείαν μοναστηριακήν. Καθ’ οποτέραν των περιστάσεων τούτων, το μοναστηριακόν συμβούλιον θέλει αναφέρεσθαι δια του οικείου επισκόπου προς τον αρμόδιον νομάρχην επισήμως και ζητούν την άδειαν, εξηγούν όλας του δανείου τας αιτίας και ορίζον προ πάντων τον τρόπον και τον χρόνον της αποτίσεως αυτού. Ο δε νομάρχης αν, μετά εξέτασιν, κρίνη την αίτησιν εύλογον θέλει αναφέρεσθαι προς το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών, εξαιτούμενος την περί της επικυρώσεως του δανείου άδειαν. Άλλως, η περί δανείου συμφωνία θέλει λογίζεσθαι εις βάρος ατομικόν των δανεισαμένων και το μοναστήριον μένει ακαταζήτητον. ΙΑ΄.Τα περί μοναστηριακών οικοδομών ή επισκευών, και εν γένει παντός έργου δαπανηρού γινομένου επί μισθώ, ενεργούνται κατά τας περί των δημοσίων έργων κειμένας γενικάς διατάξεις. Μόνον οικοδομήν ή επισκεύασιν επείγουσαν, της οποίας η δαπάνη δεν υπερβαίνει τας δραχ. 100 δύνανται τα μοναστηριακά συμβούλια να επιχειρώσιν άνευ εγκρίσεως της Διοικητικής Αρχής συμφώνως προς την παρ. ιγ΄ του 11 άρθρου του περί διοργανισμού του εν Τήνω ιερού καταστήματος της Ευαγγελιστρίας ημετέρου Διατάγματος 7 Απρ. 1851, επιφυλαττομένου του τακτικού ελέγχου της δαπάνης. ΙΒ΄.«Επειδή εις τα μοναστηριακά συμβούλια υπάρχει διαπεπιστευμένη η καθόλου διοίκησις και η διαχείρισις της περιουσίας του μοναστηρίου αυτών. Επειδή, κατά τους ιερούς κανόνας, πας ο διέπων και διαχειριζόμενος περιουσίαν εκκλησιαστικήν ουδέν άλλο εστίν ειμή επιστάτης και ευσυνείδητος οικονόμος των προσόδων αυτής˙ και επειδή κατά την παρ. 17 του άρθρ. 14 του Β. Διατάγματος της 5 Δεκ. 1845 περί καθηκόντων των Νομαρχών, εις τους αρμοδίους νομάρχας υπάρχει ανατεθειμένη η επιτήρησις εις την διοίκησιν και χρήσιν της εκκλησιαστικής περιουσίας και εις την περί τούτου λογοδοσίαν . παν μοναστηριακόν συμβούλιον οφείλει: α)Εντός του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους να συντάττη και υποβάλλη εις τον αρμόδιον επίσκοπον τον δια το αμέσως επιόν έτος Σελ. 127 161-121 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.3 προϋπολογισμόν των εσόδων και εξόδων της μονής κατά τας υπαρχούσας περί ομοιομόρφου συντάξεως των μοναστηριακών προϋπολογισμών υπουργικάς οδηγίας. Ο επίσκοπος εντός 15 ημερών από της παραλαβής παραπέμπει τον προϋπολογισμόν με τας επ’ αυτού παρατηρήσεις του προς τον αρμόδιον νομάρχην, όστις μετά την δέουσαν εξέλεγξιν κυροί τον προϋπολογισμόν, προσδιορίζων τα τε έσοδα και τα έξοδα. Την επί του προϋπολογισμού απόφασίν του οφείλει να κοινοποιήση εις το μοναστηριακόν συμβούλιον δια του αρμοδίου επισκόπου το βραδύτερον μέχρι της 15 Δεκεμβρίου. Γνωστοποιεί δε τούτο συγχρόνως προς το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών απ’ ευθείας, αποστέλλων προς αυτό και αντίγραφον της εκδοθείσης αποφάσεώς του μετά συνοπτικής σημειώσεως των ζητηθεισών και εγκριθεισών πιστώσεων κατά κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού. Δια της αποφάσεώς του ταύτης ο νομάρχης επ’ ουδενί λόγω δύναται να προσθέση εις τα έξοδα μονής τινος δαπάνην μη προταθείσαν υπό του συμβουλίου αυτής πλην των δια νόμου ή Βασιλικών Διαταγμάτων ωρισμένων. Κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ’ άνευ των οριζομένων προθεσμιών, εγκρίνονται και αι δι’ έκτακτον ή επείγουσαν ανάγκην, περί ης ουδέν εσημειώθη εν τω προϋπολογισμώ, ζητούμεναι υπό των μοναστηριακών συμβουλίων συμπληρωματικαί ή έκτακτοι πιστώσεις. Την επί του προϋπολογισμού και την επί ζητηθείσης πιστώσεως απόφασιν του Νομάρχου το μοναστηριακόν συμβούλιον έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλη, εντός τριάκοντα ημερών από της εις αυτό κοινοποιήσεως, ενώπιον του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, το οποίον εν τοιαύτη περιπτώσει αποφαίνεται ανεκκλήτως. β)Εντός του μηνός Μαρτίου εκάστου έτους παν μοναστηριακόν συμβούλιον συντάσσει τον ετήσιον απολογισμόν του παρελθόντος έτους κατά τας περί ομοιομόρφου συντάξεως των μοναστηριακών απολογισμών υπουργικάς οδηγίας και υποβάλλει αυτόν μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών εγγράφων και αποδείξεων, ως και μετ’ εκθέσεως ητιολογημένης, εις τον αρμόδιον επίσκοπον προς εξέλεγξιν. Ο επίσκοπος, εξελέγχων αυτόν εντός δεκαπέντε ημερών, εκφέρει γνώμην εάν ο απολογισμός έχη καλώς και συμφώνως προς τον εγκριθέντα προϋπολογισμόν και τας τυχόν δοθείσας πιστώσεις ή ου, είτα δε παραπέμπει άπαντα τα έγγραφα προς τον νομάρχην, όστις μετά την αναθεώρησιν και τον δεύτερον έλεγχον αποφασίζει οριστικώς εντός ενός μηνός το πολύ, την δ’ απόφασίν του ταύτην κοινοποιεί εις μεν το συμβούλιον της μονής δια του αρμοδίου ταμίου, εις δε το Υπουργείον και τον επίσκοπον απ’ ευθείας. Σελ. 128 161-122 Η επί του απολογισμού απόφασις του νομάρχου υπόκειται εις έφεσιν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός τριάκοντα ημερών από της εις το μοναστηριακόν συμβούλιον κοινοποιήσεως της αποφάσεως ταύτης υπό του αρμοδίου ταμίου, συμφώνως προς την διάταξιν του άρθρ. 2 του από 20 Δεκ. 1887 ΑΧΘ΄ Νόμου». Το άρθρ. ΙΒ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια του Β.Δ. 2/6 Φεβρ. 1895. Τμήμα Β΄ Περί μοναχών ΙΓ΄.Όλοι οι εν τω βασιλείω μοναχοί, ιερώμενοι και μη, απροφασίστως διαμένοντες εντός των διατηρουμένων μοναστηρίων ένθα έκαστος έλαβε την κουράν, ή το οποίον εξελέξατο προς εγκαταβίωσιν κατά τε τους ιερούς κανόνας και κατά το ημέτερον διάταγμα 4/16 Δεκ. 1834, εισί μεν, καθό μέλη μιας και της αυτής αδελφότητος, ίσοι προς αλλήλους˙ απονέμουσι δε οι νεώτεροι προς τους πρεσβυτέρους το ανήκον σέβας, και συνεισφέρουσι δια της προσωπικής εργασίας των εις τας ανάγκας του μοναστηρίου των. ΙΔ΄.Επειδή κατά τους ιερούς κανόνας και κατά το ΙΑ΄ άρθρον του Σ΄ Νόμου, η μεν δοκιμασία του προσερχομένου εις μοναστήριον ίνα μονάση, ορίζεται τριετής˙ η δε κουρά αυτού δεν γίνεται προ του 25 έτους της ηλικίας του˙ και επειδή κατά τους νόμους του Κράτους υπάρχει ωρισμένον της μεν ενηλικιότητος εκάστου (ότε ούτος αναγνωρίζεται ως έχων την θέλησιν ελευθέραν) το 21 έτος της ηλικίας αυτού, της δε από την στρατολογίαν απαλλαγής το 24 της ηλικίας έτος˙ έπεται ότι, ουδείς δύναται να γένη δεκτός εν μοναστηρίω ως δόκιμος προ του 21 έτους της ηλικίας αυτού. 33.Γ.α.3 Διοίκηση Μοναστηριών ΙΕ΄.Πλην των εις εκκλησιαστικήν ή διδασκαλικήν υπηρεσίαν διοριζομένων μοναχών, ιερωμένων ή μη, ουδείς έτερος δύναται να μένη εν τω κόσμω άνευ της ημετέρας εγκρίσεως. Εξαιρούνται της υποχρεώσεως ταύτης εκείνοι, της εκκλησιαστικής υπηρεσίας των οποίων ομολογουμένως ήθελεν έχει χρείαν ο αρμόδιος επίσκοπος. Περί τούτου αποφασίζει εκάστοτε η Ιερά Σύνοδος επ’ αναφορά του επισκόπου. ΙΣΤ΄.Εις μοναχόν, ιερωμένον ή μη, ο οποίος ή κατ’ αίτησίν του, εγκριθείσαν υπό του προεστώτος μοναστηριακού συμβουλίου και κυρωθείσαν υπό του αρμοδίου επισκόπου, εξέρχεται ή κατά πρότασιν αυτού του συμβουλίου εγκριθείσαν υπό των αρμοδίων Αρχών αποστέλλεται εκτός του μοναστηρίου, χάριν σπουδής εις τι των εκπαιδευτικών καταστημάτων του Κράτους, επιτρέπεται η εν τω κόσμω διαμονή εγκρίσει του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών εφ’ όσον ούτος ασχολείται εις τας τακτικάς των μαθημάτων σπουδάς˙·υπόκειται δε εν τω διαστήματι τούτω εις την πνευματικήν επιτήρησιν και κηδεμονίαν του εκκλησιαστικώς προεστώτος του τόπου ένθα διαμένει σπουδάζων, μέχρι της αποπερατώσεως των σπουδών του και της επανόδου αυτού εις το μοναστήριον της μετανοίας του. ΙΖ΄.Επειδή τα περί της ιδιαιτέρας περιουσίας των μοναχών κανονισμένα εισί και ρητά και σαφή, τούτο δ’ εστί πρόδηλον εκ του ΣΤ΄ Κανόνος της πρωτοδευτέρας Αγίας Συνόδου, έχοντος ούτως αυτολεξεί: «Οι μοναχοί ουδέν ίδιον οφείλουσι έχειν, πάντα δε τα αυτών προσκυρούσθαι τω μοναστηρίω. Φησί γαρ ο μακάριος Λουκάς περί των εις Χριστόν πιστευόντων και την των μοναχών πολιτείαν διατυπούντων, ως ουδείς τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι˙ αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά. Διο τοις εθέλουσι μονάζειν άδεια δίδοται περί των υπαρχόντων αυτοίς διατίθεσθαι πρότερον, και οις αν βούλοιντο προσώποις, μη κεκωλυμένοις δηλονότι παρά του νόμου, τα αυτών παραπέμπεσθαι˙ μετά γαρ τοι το μονάσαι των προσόντων αυτοίς απάντων το μοναστήριον έχει την κυριότητα. Και ουδέν περί των οικείων φροντίζειν ή διατίθεσθαι τούτοις παρακεχώρηται˙ ει δε τις φωραθείη κτήσίν τινα, ήτις ου κατεκληρώθη τω μοναστηρίω ιδιοποιούμενος και φιλοκτησίας πάθει δουλούμενος, ταύτην μεν παρά του ηγουμένου, ή του επισκόπου, αναλαμβάνεσθαι και πολλών παρουσία πιπρασκομένων, πτωχοίς και απόροις διανέμεσθαι. Τον δε γε την τοιαύτην κτήσιν, κατά τον πάλαι Ανανίαν υποσυλάν μελετήσαντα, τω προσήκοντι επιτιμίω η Αγία Σύνοδος ώρισε σωφρονίζεσθαι. Δήλον δε ως άτινα περί μοναζόντων ανδρών η Αγία Σύνοδος εκανόνισε, τα αυτά και περί μοναζουσών γυναικών κρατείν εδικαίωσε». Δια τούτο πας ο βουλόμενος να μονάση χρεωστεί να παρουσιάση εις το συμβούλιον του μοναστηρίου της εκλογής του την απογραφήν της, την οποίαν προτίθεται να εισφέρη εις αυτό, κινητής ή ακινήτου περιουσίας του. Η απογραφή κατατίθεται εν τοις αρχείοις του μοναστηρίου, και μετά την παρέλευσιν του υπό των κανόνων οριζομένου χρόνου της δοκιμασίας και την παραδοχήν του δοκίμου εις την χορείαν των μοναχών, μεταγράφεται εις τα βιβλία της μεταγραφής και σημειούται απαραλλάκτως εις το κτηματολόγιον του μοναστηρίου, και απ’ εντεύθεν καθίσταται ιδιοκτησία αυτού του μοναστηρίου. Εάν δε τυχόν η περιουσία αύτη υπάρχη βεβαρυμένη με χρέος ή με υποθήκην, και ο δους την απογραφήν εδήλωσε τούτο εν αυτή τη απογραφή, κατά την περίπτωσιν ταύτην το μοναστηριακόν συμβούλιον οφείλει ν’ αναφέρη εις το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών δια του αρμοδίου Νομάρχου, και ζητήση την άδειαν της παραδοχής ή μη της τοιαύτης ιδιοκτησίας˙ το δε Υπουργείον, μετά εξέτασιν ακριβή, απαντά προς την αίτησιν ήτοι καταφατικώς ή αποφατικώς, κατά το συμφέρον τω μοναστηρίω. Εάν όμως ο μεν δους την απογραφήν απέκρυψεν ότι η περιουσία του είναι βεβαρυμένη με χρέος ή με υποθήκην, τούτο δε εγνώσθη μετά καιρόν, ή μετά την δοκιμασίαν και την κουράν αυτού, εν ταύτη τη περιπτώσει ούτος μεν τιμωρείται εκκλησιαστικώς παρά του αρμοδίου επισκόπου ως εν γνώσει καταψευσάμενος, οι δε δανεισταί αυτού δεν δύνανται, ούτε ζώντος, ούτε θανόντος αυτού, να ικανοποιηθώσι δια τας προς αυτόν απαιτήσεις των, ειμή ν’ αποζημιωθώσιν εκ μόνης εκείνης της περιουσίας, την οποίαν δια της απογραφής παρέστησεν ως ιδίαν˙ του μοναστηρίου εις ουδέν περαιτέρω ενεχομένου. ΙΗ΄.Μοναχόν, επί ευλαβεία και βίου σεμνότητι μαρτυρούμενον, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δύναται, επί ητιολογημένη αναφορά του αρμοδίου επισκόπου και εγκρίσει του Υπουργείου, να μεταπέμψη εις έτερον μοναστήριον, προς βελτίονα κατάστασιν αυτού τούτου του μοναστηρίου. ΙΘ΄.Μοναχόν, καταλιπόντα άνευ λόγου το οικείον, και απελθόντα εις έτερον μοναστήριον δεν δύναται να δεχθή ο του ετέρου μοναστηρίου ηγούμενος άνευ της γνώμης του οικείου ηγουμένου και της εγκρίσεως του αρμοδίου ή των αρμοδίων επισκόπων. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει τα υπάρχοντα αυτώ μένουσιν εις το πρώτον μοναστήριον της μετανοίας του. Κ΄.Τα εν τοις ανωτέρω άρθροις οριζόμενα περί των ανδρώων μοναστηρίων και των εν αυτοίς μοναχών ισχύουσι και δια τα γυναικεία μοναστήρια και τας εν αυτοίς μοναζούσας, εξαιρέσει του της ιερωσύνης και των άλλων προσόντων άτινα εισίν ίδια τοις μοναχοίς. Σελ. 129 161-123 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.3 Τυπικόν Περί της εν τοις διατηρουμένοις μοναστηρίοις γινομένης τελετής κατά την ημέραν των αρχαιρεσιών και προ της ενάρξεως αυτών. Την πρωΐαν της προσδιορισθείσης ημέρας δια την εκλογήν ηγουμένου και συμβούλων, τελεσθείσης της ιεράς λειτουργίας, και μετά την συμπλήρωσιν ταύτης, ο ιερεύς, έτι ενδεδυμένος την ιερατικήν στολήν και κατέναντι της Αγίας Τραπέζης, ιστάμενος εκφωνεί: «Ευλογητός ο Θεός ημών κλπ.». Μετά δε το τρισάγιον «ότι Σου εστίν η Βασιλεία κλπ.» ψάλλονται τα εξής τροπάρια: «Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς κλπ.». Δόξα˙ «Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην και κατάρτισαι κλπ.». Και νυν˙ «Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι κλπ.». Είτα ο ιερεύς ποιεί εκτενή αίτησιν: «Ελέησον ημάς ο Θεός κλπ.». «Έτι δεόμεθα υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών». «Έτι δεόμεθα υπέρ του Θεοσεβεστάτου και Φιλοχρίστου Βασιλέως ημών Όθωνος και της Βασιλίσσης Αμαλίας». «Έτι δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου (ή Επισκόπου) ημών (δείνος)». «Έτι δεόμεθα υπέρ του πατρός ημών (δείνος ηγουμένου)». «Έτι δεόμεθα υπέρ του αποκαλύψαι ημίν Κύριον τον Θεόν ημών, τον άξιον της προστασίας ημών». Και μετά τας γονυκλισίας ταύτας ο ιερεύς τρεις και αυτός έμπροσθεν της Αγίας Τραπέζης γονυκλισίας βαλών μέχρι γης, και το εαυτό κακείνος προσρημα επιλέγων, εκφωνεί το˙ «Έτι δεόμεθα υπέρ του διαφυλαχθήναι κλπ.». Οι δε περιεστώτες εκφωνούσιν το «Κύριε ελέησόν με». «Έτι δεόμεθα και υπέρ του εισακούσαι Κύριον τον Θεόν φωνής της δεήσεως ημών κλπ. Το Κύριε ελέησον, τρις. Επάκουσον ημών ο Θεός κλπ. Και ποιεί απόλυσιν. Μετά την απόλυσιν, μενόντων εν τω ναώ μόνον των εκλογέων, άρχεται η εκλογή. Σελ. 130 161-124
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.