← Ελλάδα

8. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22/30 Σεπτ. 1931 (ΦΕΚ Α΄ 342) Περί κωδικοποίησεως των διατάξεων των ν. 3221, 3290, 3778, 4795 και 5154 εις ενιαίον κείμενον

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και ενοποιεί προηγούμενους νόμους (3221, 3290, 3778, 4795 και 5154) που αφορούν τις Κτηματικές Τράπεζες, καθορίζοντας το πλαίσιο λειτουργίας τους, την έκδοση κτηματικών ομολογιών και τη χορήγηση δανείων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
8. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22/30 Σεπτ. 1931 (ΦΕΚ Α΄ 342) Περί κωδικοποίησεως των διατάξεων των ν. 3221, 3290, 3778, 4795 και 5154 εις ενιαίον κείμενον. Ανεδημοσιεύθη την 30 Οκτ. 1931 Άρθρον μόνον Τα κείμενα των ν. 3221, 3290, 3778, 4795 και 5154 (ανωτ. αρ. 5) κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου, έχον ως έπεται: Νόμος 3221 περί Κτηματικών Τραπεζών Άρθρον 7 Αι Κτηματικαί Τράπεζαι δύνανται να καθιστώσι προσοδοφόρα τα διαθέσιμα αυτών χρηματικά ποσά, είτε καταθέτουσαι αυτά ασφαλώς παρά Τραπέζαις, είτε εξαγοράζουσαι τας εν κυκλοφορία ιδίας αυτών κτηματικάς ή άλλας ομολογίας, είτε χορηγούσαι δάνεια βραχυπρόθεσμα και ανοικτούς λογαριασμούς επί ενεχύρω τούτων ή επί ενεχύρω χρεωγράφων και δικαιογράφων, τοιούτων όμως, άτινα γίνονται δεκτά επί ενεχύρω υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ή δάνεια εις ανοικτόν λογαριασμόν επί υποθήκη ακινήτων. Τα τοιαύτα επί ανοικτώ λογαριασμώ δάνεια δύναται η Τράπεζα να καταγγέλη κατά πάντα χρόνον. «Άρθρ.8.-1.Οι κτηματικές ομολογίες πρέπει να περιέχουν τους κυριότερους όρους που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των Τραπεζών και των κατόχων των κτηματικών ομολογιών και κυρίως τους όρους σύμφωνα με τους οποίους η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να τις προεξοφλεί, το χρόνο και τον τρόπο πληρωμής τους, το ποσό και τη λήξη του τόκου, καθώς και τα κέρδη από λαχνούς, εάν αυτές είναι λαχειοφόροι. Σελ. 220(γ) Τεύχος 1142-Σελ. 50 2.Δεν επιτρέπεται η έκδοση κτηματικών ομολογιών εξοφλητέων πριν από την πάροδο δύο ετών από την έκδοσή τους. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η κτηματική τράπεζα μπορεί ελεύθερα να εξοφλεί τις κτηματικές ομολογίες αμέσως ή ύστερα από προθεσμία, εκτός αν παραιτηθεί από το δικαιώμά της αυτό». Το άρθρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρ.9.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 5 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρον 10 (Προσθ. ν. 3290 άρθρ. 2 τροπ. ν. 4795, ν. 5154 άρθρ. 1). Προ πάσης εκδόσεως κτηματικών ή της κατηγορίας των εν άρθρ. 3 παρ. 1 εδ. γ΄ ομολογιών απαιτείται η πιστοποίησις της εποπτικής αρχής, ότι αύται είναι εξησφαλισμέναι δια του νομίμου καλύμματος. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται, όπως εντός της πρώτης πενταετίας από της νομίμου ιδρύσεως πάσης κτηματικής Τραπέζης και μη συντρεχόντων των εν άρθρ. 1 και 12 του νόμου τούτου όρων, παρέχηται αυτή δι’ αποφάσεως του υπουργικού Συμβουλίου η άδεια της εκδόσεως κτηματικών ομολογιών προς τον αποκλειστικόν σκοπόν της διαθέσεως του προϊόντος αυτών εις δάνεια επί υποθήκη ή δάνεια προς τα εν άρθρ. 3 παρ. 1 εδ. γ΄ του αυτού νόμου πρόσωπα. Μέχρι της τοιαύτης διαθέσεως η τυχούσα της ανωτέρω αδείας κτηματική Τραπέζα οφείλει το εκ των ομολογιών τούτων περιελθόν αυτή ποσόν να διατηρή κατατεθειμένον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ή να επενδύη εις έντοκα γραμμάτια του κράτους ή ομολογίας εθνικών δανείων. Οι τίτλοι των χρεωγράφων τούτων δέον να κατατίθενται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και επί των ομολογιών τούτων πάσαι αι διατάξεις του παρόντος νόμου. 12.Ι.α.8 Κτηματικές Τράπεζες Άρθρον 11 1.Δεν επιτρέπεται έκδοσις κτηματικών ή των εν άρθρ. 3 παρ. 1 εδ. γ΄ ομολογιών, εξοφλητέων εις τιμήν ανωτέραν της ονομαστικής αυτών αξίας, πλην αν πρόκηται περί κερδών εκ λαχνών κατά το άρθρ. 8. 2.(προσθ. ν. 3290 άρθρ. 3). Αι ομολογίαι αμφοτέρων των εν τη προηγουμένη παραγράφω κατηγοριών δύνανται να χρησιμεύσωσι α)προς τοποθέτησιν χρημάτων ανηλίκων και παντός άλλου υπό επιμέλειαν διατελούντος προσώπου, μη απαιτουμένης προς τούτο αδείας του δικαστηρίου ή άλλης διατυπώσεως, και β)δια πάσαν εγγύησιν, επιβαλλομένην υπό της Πολ. Δικονομίας ή του Εμπορικού Νόμου ή του ν. 1023 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως (12.Μα.4) ή παντός άλλου νόμου εις την ονομαστικήν αυτών αξίαν. Άρθρον 12 Το σύνολον των εν κυκλοφορία κτηματικών ομολογιών δέον, επί τη βάσει της ονομαστικής αξίας αυτών, να είναι κεκαλυμμένον κατά πάντα χρόνον δι’ απαιτήσεων ίσου ποσού κατ’ ελάχιστον όρον και αποφερουσών τον αυτόν τουλάχιστον τόκον, κατακεχωρισμένων δε εν τω κατά το άρθρ. 14 ειδικώ βιβλίω. Εάν η Τράπεζα κατέστη κυρία εν δημοσίω πλειστηριασμώ ακινήτου ενυποθήκου αυτή, απεσβέσθη δ’ ένεκα τούτου η υπέρ αυτής υποθήκη και ούτως έπαυσεν αποτελούσα μέρος του καλύμματος των κτηματικών ομολογιών, εις την θέσιν της υποθήκης ταύτης υποκαθίσταται το ακίνητον, υπολογιζομένης της αξίας αυτού εις το ποσόν της υπέρ της Τραπέζης κατακυρώσεως αυτού. Άρθρον 13 Εάν, είτε συνεπεία εξοφλήσεως ενυποθήκου απαιτήσεως, είτε εξ άλλου λόγου, αι εκδεδομέναι κτηματικαί ομολογίαι αντιπροσωπεύουσι ποσόν, ανώτερον του συνόλου των κατά το άρθρον 3 τοποθετήσεων της Τραπέζης, αύτη μέχρι της οριστικής διαθέσεως, οφείλει ν’ αναπληρώση προσωρινώς την διαφοράν του καλύμματος δια χρεωγράφων ή άλλων αξιών του Κράτους ή δι’ ιδίων αυτής ομολογιών ή δι’ ομολογιών σιδηροδρομικών ή άλλων ανωνύμων εταιρειών ή δια μετρητών εν τοις ταμείοις της ή δια καταθέσεων παρά Τραπέζαις, μετοχικού κεφαλαίου δέκα τουλάχιστον εκατομμυρίων δραχμών. Άρθρο 14 Αι απαρτίζουσαι το κάλυμμα των κτηματικών ομολογιών εν άρθρ. 3 παρ. 1 εδ. α΄, β΄, γ΄ απαιτήσεις και η αξία των εν άρθρ. 12 παρ. 2 ακινήτων καταχωρίζονται ονομαστικώς εις ειδικώς επί τούτω τηρούμενον βιβλίον. Εν τω αυτώ βιβλίω καταχωρίζονται λεπτομερώς και αι αξίαι, περί ων το άρθρ. 13. Αι λοιπαί λεπτομέρειαι κανονισθήσονται δια Δ/τος, προκαλουμένου υπό του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού. Εις εκτέλεσιν του παρόντος του άρθρου εξεδόθη το Π.Δ. 2/9 Αυγ. 1927 (ανωτ. αριθ. 6). Άρθρον 1 1.(Τροπ. ν. 5154 άρθρ. 2) Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου δικαιώμα εκδόσεως ομολογιών επί τη βάσει ενυποθήκων δανείων έχουσιν αι ημεδαπαί ανώνυμοι τραπεζικαί εταιρείαι, ων το καταβεβλημένον μετοχικόν κεφάλαιον υπερβαίνει τα πεντήκοντα εκατομμύρια δραχμών (Κτηματικαί Τράπεζαι). 2.(Τροπ. ν. 3290 άρθρ. 1). Δια την ίδρυσιν και λειτουργίαν των Τραπεζών τούτων εφαρμόζονται αι διατάξεις του νόμου περί ανωνύμων εταιρειών και εφ’ όσον αύται δεν ανατιτίθενται προς τας ειδικάς διατάξεις περί Κτηματικών Τραπεζών. (Επιπροσθέτως δια την ίδρυσιν αυτών απαιτείται και απόφασις του υπουργικού Συμβουλίου). Το μέσα στη ( ) δεύτερο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.-1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12, σελ. 120,856. Άρθρον 15 Αι κτηματικαί ομολογίαι ασφαλίζονται δια προνομίου ενεχύρου επί πασών των απαρτιζουσών το κάλυμμα αυτών απαιτήσεων και των άλλων αξιών, εφ’ όσον αύται είναι κατακεχωρισμέναι εν τω κατά το προηγούμενον άρθρον βιβλίω. Αι άνω ομολογίαι απηλλάγησαν του φόρου καθαράς προσόδου δια του Ν.Δ. 24/29 Οκτ. 1925 (27.Ζβ.2). Άρθρον 16 Εν περιπτώσει πτωχεύσεως κτηματικής Τραπέζης, οι κάτοχοι κτηματικών ομολογιών, πλην του κατά το προηγούμενον άρθρον προνομίου, προηγούνται πάντων των λοιπών εγχειρογράφων δανειστών αυτής. Εν τη μεταξύ των σχέσει απολαύουσι των αυτών πλεονεκτημάτων, αδιαφόρως προς τον χρόνον της εκδόσεως των υπ’ αυτών κατεχομένων ομολογιών. Άρθρον 17 Το κατά το άρθρ. 15 προνόμιον δεν δύναται ν’ αντιταχθή κατά εκδοχέων καλή τη πίστει απαιτήσεων, κατακεχωρισμένων εν τω κατά το άρθρ. 14 ειδικώ βιβλίω. Άρθρον 18 Ίνα ενυπόθηκος απαιτήσις εισαχθή εις το κατά το άρθρ. 14 ειδικόν βιβλίον και χρησιμεύση ως κάλυμμα κτηματικών ομολογιών, δέον να πληροί τους όρους των επομένων άρθρ. 19 και 20. Άρθρ.19.-«1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των περιπτ. β΄ και γ΄ του άρθρ. 3 και της περιπτ. η΄ του άρθρ. 4, οι κτηματικές τράπεζες δανείζουν με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων πλήρους κυριότητας». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το τέταρτο εδάφιο παρ. 6 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.-1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12, σελ. 120,856. 2.Το ποσό του δανείου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τρία τέταρτα της αγοραίας αξίας του ενυποθήκου. Εάν στο ακίνητο έχει εγγραφεί προγενέστερη υποθήκη, για τον καθορισμό του ύψους του δανείου λαμβάνεται υπόψη και αυτή η απαίτηση. Κατ’ εξαίρεση, σε δάνεια που συνδυάζονται με αγορά και ενεχύραση κτηματικών ομολογιών αξίας ίσης τουλάχιστον με το ένα τρίτο του δανείου, το ποσό του δανείου επιτρέπεται να είναι ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. (Αντί για σελ. 221(γ) Σελ. 221(δ) Τεύχος 1142-Σελ. 51 Κτηματικές Τράπεζες 12.Ι.α.8 3.Για την εξακρίβωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου λαμβάνονται κυρίως υπόψη οι διαρκείς του ιδιότητες, η πρόσοδος που μπορεί να αποδίδει σύμφωνα με την κανονική του χρήση και η επιτυγχανόμενη τιμή πώλησης. 4.Κάθε κτηματική τράπεζα συντάσσει κανονισμό για τον τρόπο με τον οποίο εξακριβώνεται η αξία των ακινήτων που πρόκειται να υποθηκευθούν. 5.Στα χορηγούμενα από τις κτηματικές τράπεζες δάνεια, ανεξάρτητα από το ποσό και την κατηγορία, και στις υποθήκες που εγγράφονται για την ασφάλεια των δανείων αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως, οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρ. 5 του ν.δ. 3915/1958 (ΦΕΚ 199)». Το άρθρ. 19 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρ.20.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 5 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρ.21.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 5 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρον 22 Αι Κτηματικαί Τράπεζαι, ασχέτως προς τον έλεγχον, εις ον υπόκεινται ως ανώνυμοι εταιρείαι, υποβάλλονται ωσαύτως και εις ειδικωτέραν εποπτείαν κατά τους εν τω παρόντι νόμω ορισμούς, ασκουμένην υπό του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας (εποπτική αρχή). Η εποπτεία αύτη εκτείνεται εφ’ απάσης της κινήσεως των εργασιών των κτηματικών Τραπεζών, παρατείνεται δε και μετά την διάλυσιν αυτών μέχρι του πέρατος της εκκαθαρίσεως. Άρθρον 2 (Τροπ. ν. 3778 άρθρ. 1). Αι υπό των Κτηματικών Τραπεζών εκδιδόμεναι κτηματικαί ομολογίαι δεν δύνανται ν’ αντιπροσωπεύωσι ποσόν ανώτερον του τριακονταπλού του τε καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου αυτών και των συμφώνως προς το κατασταστικόν αυτών σχηματιζομένων αποθεματικών. Μετά παρέλευσιν όμως ενός τουλάχιστον έτους από της ιδρύσεως αυτών, επί τη προτάσει του επί της Εθνικής Οικονομίας υπουργού και κατόπιν αποφάσεως του υπουργικού Συμβουλίου, δύναται να αυξηθή το ανώτατον τούτο όριον εις το τριακονταπενταπλάσιον του τε καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου και των αποθεματικών αυτών και μετά παρέλευσιν τριών ετών εις το τεσσαρακονταπλάσιον, κατόπιν αποφάσεως του υπουργικού Συμβουλίου. «Άρθρ.3.-1.Κτηματικές τράπεζες, κατά την έννοια αυτού του νόμου, είναι οι τράπεζες στο καταστατικό των οποίων ως κύριο έργο τους αναγράφεται: «α.Η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, με εμπράγματη ασφάλεια, καθώς και η έκδοση με βάση τα δάνεια αυτά κτηματικών ομολογιών ανωνύμων ή ονομαστικών ή εις διαταγήν». Η περιπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.-1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12 σελ. 120, 856. β.Η κτήση ή μεταβίβαση ενυπόθηκων απαιτήσεων, καθώς και η παροχή δανείων ή πιστώσεων με ενέχυρο τέτοιες απαιτήσεις ή χρεώγραφα ή αξιόγραφα ή άλλους τίτλους. γ.Η χορήγηση δανείων σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, σε ιδρύματα ή σε σωματεία που έχουν από το νόμο ή κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο πάγιες προσόδους, με εκχώρηση των προσόδων αυτών προς τη δανείστρια τράπεζα ή με υποθήκη επί ακινήτων. Με βάση τα δάνεια προς τα παραπάνω νομικά πρόσωπα, μπορούν οι κτηματικές τράπεζες να εκδίδουν ειδικές ομολογίες για τις οποίες εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν τις κτηματικές ομολογίες. Μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου οι παραπάνω πρόσοδοι δεν μπορούν να καταργηθούν ολικώς ή μερικώς». Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρον 23 Η εποπτική αρχή δικαιούται να λαμβάνη παν μέτρον, συντελούν όπως η πορεία των κτηματικών Τραπεζών και αι εργασίαι εν γένει αυτών ευρίσκωνται εν αρμονία προς το καταστατικόν αυτών και τους άλλους υποχρεωτικούς δι’ αυτάς ορισμούς. Απαγορεύεται εις τους ασκούντος τον έλεγχον κρατικούς λειτουργούς ή επιτρόπους να λαμβάνουν οιανδήποτε αμοιβήν από τας Τραπέζας. Σελ. 222(δ) Τεύχος 1142-Σελ. 52 Άρθρον 24 Τα επί υποθήκη δάνεια συνάπτονται εις μετρητά και είναι ή δάνεια μακράς προθεσμίας, εξοφλητέα χρεωλυτικώς ή κατ’ άλλας δόσεις ή δάνεια βραχυπρόθεσμα, χρεωλυτικά ή μη. Η αντί μετρητών παράδοσις κτηματικών ομολογιών της συναπτούσης το δάνειον Τραπέζης εις την ονομαστικήν αξίαν αυτών επιτρέπεται μόνον εάν αναγράφηται τούτο εν τω καταστατικώ αυτής, αλλά και πάλιν συναινούντος εις τούτο ρητώς του οφειλέτου. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη δέον εν αυτώ τω συμβολαίω του δανείου να παρέχηται εις τον οφειλέτην το δικαιώμα, όπως κατά την εξόφλησιν του δανείου καταβάλη, κατ’ ιδίαν επιλογήν, ή μετρητά ή ομολογίας της αυτής εκδόσεως, εις την ονομαστικήν των αξίαν. Επίσης δύναται να καταβάλη και ομολογίας της αυτής Τραπέζης άλλης εκδόσεως, αλλά εις την αγοραίαν αυτών αξίαν, κατά την επίσημον τιμήν του χρηματιστηρίου. Τα εις μετρητά συναφθέντα δάνεια εξοφλούνται πάντοτε τοις μετρητοίς. Άρθρον 25 (τροπ. ν. 3290 άρθρ. 4, ν. 3778 άρθρ. 3) Το επιτόκιον των χορηγουμένων υπό των κτηματικών Τραπεζών δανείων και των επί τη βάσει τούτων ή των κατά τους όρους του άρθρου 10 παρ. 2 εκδιδομένων ομολογιών ορίζεται εκάστοτε υπό του διοικητικού συμβουλίου αυτών. 2-3.(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 5 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). 12.Ι.α.8 Κτηματικές Τράπεζες Άρθρον 26 Αι κτηματικαί Τράπεζαι οφείλουσι να καθιστώσι δημοσία γνωστούς τους κυριωτέρους όρους, επί τη βάσει των οποίων χορηγούσι τα ενυπόθηκα δάνεια. Εκτός άλλων, δέον ιδία να ορίζηται τίνες οι απειλούντες τον οφειλέτην κίνδυνοι, εν περιτώσει μη εμπροθέσμου πληρωμής και υπό τίνας προϋποθέσεις δύναται η Τράπεζα να απαιτή την προ της λήξεως της προθεσμίας εξόφλησιν του δανείου. Αι τοιαύται γνωστοποιήσεις χρήζουσι της εγκρίσεως της εποπτικής αρχής. Άρθρον 27 Εν περιπτώσει χειροτερεύσεως του ακινήτου ή των παρακαλουθημάτων αυτού, είτε τυχαίως, είτε οφειλομένης εις κακήν διαχείρισιν, εφαρμόζονται υπέρ των Κτηματικών Τραπεζών αι αντίστοιχοι του νόμου περί υποθηκών διατάξεις περί του δικαιώματος του πιστωτού προς άμεσον προ της λήξεως της προθεσμίας του δανείου ικανοποίησιν. Προς τούτο όμως η εκ της χειροτερεύσεως επελθούσα υποτίμησις του ενυποθήκου πρέπει να είναι τοιαύτη, ώστε να απειλήται η κάλυψις της ενυποθήκου απαιτήσεως της Τραπέζης. Δια Δ/τος, προκαλουμένου υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας κανονισθήσεται ο τρόπος της βεβαιώσεως της υποτιμήσεως και αι σχετικαί προς τούτο λεπτομέρειαι. Είναι ανίσχυρος ο όρος, καθ’ ον η Κτηματική Τράπεζα δικαιούται εν περιπτώσει διαλύσεως αυτής να αξιώση την προ της προθεσμίας εξόφλησιν του δανείου. Εις εκτέλεσιν του παρόντος άρθρου εξεδόθη το Π.Δ. 2/9 Αυγ. 1927 (ανωτ. αρ. 7). Άρθρον 28 Ο οφειλέτης δικαιούται κατά πάντα χρόνον να καταγγέλλη και να εξοφλή εν όλω ή και εν μέρει το δάνειον. Το δικαιώμα τούτο μόνον δια χρονικόν διάστημα δέκα ετών δύναται να αποκλεισθή. Η δεκαετία άρχεται από της καταβολής εις τον οφειλέτην του ποσού του δανείου και, εάν πρόκειται να γίνη κατά δόσεις, άμα τη πληρωμή της τελευταίας. Εάν η περιορίζουσα το δικαίωμα τούτο του οφειλέτου συμφωνία λάβη χώραν μετά την εις αυτόν καταβολήν του ποσού του δανείου, η δεκαετία άρχεται από της συμφωνίας ταύτης. Ο οφείλετης δεν δύναται να τάξη προθεσμίαν καταγγελίας ανωτέραν των εννέα μηνών. Άρθρον 29 Επι των χρεωλυτικών δανείων απαγορεύεται ο όρος, καθ’ ον η Τράπεζα δύναται να καταγγείλη το δάνειον. Δια τούτο δεν αποκλείεται συμφωνία, δι’ ης παρέχεται εις την Τράπεζαν το δικαιώμα να αξιώση, συντρεχόντων των όρων του άρθρ. 26, την εξόφλησιν του δανείου προ της λήξεως της προθεσμίας. Άρθρον 30 Η έναρξις της χρεωλυσίας δεν δύναται ν’ αναβληθή εις χρόνον πέραν της δεκαετίας. Άρθρον 31 Επί χρεωλυτικών δανείων, ο οφειλέτης δικαιούται να ενεργή και άλλας, πλην του χρεωλυσίου, τμηματικάς καταβολάς. Αι τοιαύται καταβολαί γίνονται δεκταί μόνον κατά τον ωρισμένον δια την καταβολήν των χρεωλυτικών δόσεων χρόνον. Δια τούτων ή συντέμνεται ο χρόνος της εξοφλήσεως, αλλά πάντως κατά ένα ή πλείονα άρτια έτη, διατηρουμένης της αυτής χρεωλυτικής δόσεως, ή παραμένει αμετάβλητος η αρχικώς ταχθείσα προθεσμία, μειούται δε αναλόγως η χρεωλυτική δόσις. Είναι άκυρος πάσα εκ των προτέρων συμφωνία, καθ’ ην η Τράπεζα απαλλάσσεται των σχετικών εκ του νόμου περί υποθηκών ή άλλων συναφών νόμων υποχρέωσεων, όπως, μετά τας εις αυτήν χρεωλυτικάς καταβολάς, προβαίνη εις αντίστοιχον περιορισμόν της υποθήκης ή εις διαγραφήν αυτής ή εις άλλην δήλωσιν. Μετά την δημοσίευσιν του ετησίου ισολογισμού η Τράπεζα, επί τη αιτήσει παντός οφειλέτου, οφείλει να καθιστά εις αυτόν γνωστόν το ποσόν, καθ’ ο περιωρίσθη η ενυπόθηκος απαίτησις κατά το λήξαν έτος. Άρθρον 32 Εντός του Φεβρουαρίου και του Αυγούστου εκάστου έτους, η Τράπεζα οφείλει, δια δημοσιεύματος, καταχωριζομένου άπαξ εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως και εις δύο ημερησίας εφημερίδας της έδρας αυτής, να καθιστά γνωστόν το σύνολον των κατά την τελευταίαν ημέραν του λήξαντος εξαμήνου εν κυκλοφορία ευρισκομένων κτηματικών ομολογιών και το σύνολον των μέχρι της αυτής ημέρας κατακεχωρισμένων εν τω οικείω βιβλίω ενυποθήκων απαιτήσεων ή αξιών. Εκ του δημοσιεύματος τούτου δέον να καταφαίνηται και η τυχόν μεταξύ των εν κυκλοφορία κτηματικών ομολογιών και του καλλύματος αυτών υπάρχουσα διαφορά. άρθρ. 1 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). «Άρθρ.4.-Εκτός από τις κατά το προηγούμενο Άρθρον 33 Ο ετήσιος ισολογισμός των Κτηματικών Τραπεζών περιλαμβάνει ιδία: α)Το σύνολον των ενυποθήκων απαιτήσεων και των χρεωγράφων ή άλλων αξιών των αποτελουσών το κάλυμμα β)το σύνολον των καθυστερουμένων τόκων ή χρεωλυτικών δόσεων των ενυποθήκων απαιτήσεων (Αντί της σελ. 223) Σελ. 223(α) 187-59 Κτηματικές Τράπεζες 12.Ι.α.8 γ)την συνολικήν αξίαν των ακινήτων της ιδιοκτησίας της Τραπέζης δ)το σύνολον του εις μετρητά ή άλλα δικαιόγραφα και χρεώγραφα ενεργητικού αυτών μετ’ αναλυτικού πίνακος των υπ’αυτών κατεχομένων ιδίων αυτών κτηματικών ομολογιών ε)το σύνολον των επ’ενεχύρω τίτλων απαιτήσεων αυτών ς)το σύνολον των παρ’ άλλαις Τραπέζαις καταθέσεων αυτών ζ)το σύνολον των εν κυκλοφορία ευρισκομένων κτηματικών ομολογιών κατά την ονομαστικήν αξίαν αυτών και, εν η περιπτώσει υπάρχουσι διάφοροι κατηγορίαι τοιούτων, αποδίδουσαι διάφορον τόκον, το σύνολον εκάστης των κατηγοριών τούτων, και η)το σύνολον των εκ χρηματικών παρ’ αυταίς καταθέσεων υποχρεώσεων αυτών. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρον 34 Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ασκούσα και την κτηματικήν πίστιν, επί τη βάσει των κειμένων νόμων και του καταστατικού αυτής, δύναται, τηρουμένων των όρων του άρθρ. 1 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου, να ιδρύση ειδικήν Κτηματικήν Τράπεζαν. Άρθρον 35 Πλην του ορισθησομένου μετοχικού κεφαλαίου της Κτηματικής ταύτης Τραπέζης, άμα τη ιδρύσει της, περιέρχονται εις αυτήν αυτοδικαίως, δια μόνης της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, μη προσαπαιτουμένης ιδιαιτέρας προς τούτο πράξεως μεταβιβάσεως ή άλλης συμβάσεως, εκτός των εν τη επομένη παραγράφω ειδικώς εξαιρουμένων, πάντα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της Εθνικής Τραπέζης τα ανήκοντα εις τον κλάδον της κτηματικής πίστεως αυτής, ήτοι πάσαι αι απαιτήσεις εκ δανείων και ανοικτών λογαρισμών επί υποθήκη εκ δανείων προς δήμους, κοινότητας, λιμένας και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δι’ ομολογιών ή άνευ τοιούτων, τα επ’ ονόματι αυτής εν δημοσίω πλειστηριασμώ κατακυρωθέντα ακίνητα, εφ’ ων μέχρι του πλειστηριασμού υπήρχεν εγγεγραμμένη υπέρ αυτής υποθήκη και εκ των καταστημάτων και των προς το κράτος δανείων τα ειδικώς συμφωνηθησόμενα μεταξύ της Εθνικής Τραπέζης και της Κτηματικής Τραπέζης. Εκ δε του παθητικού πάσαι αι οφειλαί αυτής εκ λαχειοφόρων ή μη ομολογιών, εκδεδομένων επί τη βάσει του ν. ΦΚΣΤ΄ της 11 Απρ. 1859 (12.Θβ.7) και των συναφών αυτώ νόμων. Μέχρι της εξοφλήσεως των ομολογιών τούτων η ευθύνη της Εθνικής Τραπέζης παραμένει αμείωτος. Σελ. 224(α) 187-60 Εξαιρούνται της κατά την προηγουμένην παράγραφον μεταβιβάσεως και παραμένουσι παρά τη Εθνική Τραπέζη α)πάσαι αι διαρκείς καταθέσεις, δι’ ας είναι εκδεδομέναι αντίστοιχοι ομολογίαι, β) πάσαι αι δυνάμει νόμου ή διατάξεως τελευταίας βουλήσεως καταθέσεις ασχέτως προς την προθεσμίαν της αναλήψεως αυτών, γ)πάσαι αι υπό οιονδήποτε όρον καταθέσεις, δι’ ας είναι εκδεδομέναι αντίστοιχοι ομολογίαι ανεξαρτήτως της προθεσμίας της λήξεως αυτών, και δ)πάσαι αι υπό προθεσμίαν ενός έτους κατ’ ανώτατον όρον καταθέσεις, δι’ ας είναι εκδεδομέναι όμοιαι ομολογίαι. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και επί της Κτηματικής ταύτης Τραπέζης πάσαι αι διατάξεις του παρόντος νόμου. Άρθρον 36 1.Εν τω διοικητικώ συμβουλίω της Κτηματικής τούτης Τραπέζης μετέχει αυτοδικαίως ο διοικητής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Επίσης ο διοικητής της Κτηματικής ταύτης Τραπέζης μετέχει αυτοδικαίως εν τω διοικητικώ συμβουλίω της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. 2.(προσθ. ν. 3290 άρθρ. 4). Ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Κτηματικής ταύτης Τραπέζης δύνανται να εκλεγώσι και τα άλλα μέλη της διοικήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. 12.Ι.α.8 Κτηματικές Τράπεζες Άρθρον 37 1.Δια Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει των υπουργών της Εθνικής Οικονομίας, Γεωργίας και Οικονομικών, δύναται να κυρωθή σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και Κτηματικής Τραπέζης, ιδρυομένης κατά τον παρόντα νόμον, δι’ ης η Τράπεζα υπό καθορισθησομένους όρους α)θα αναλαμβάνη την χορήγησιν δανείων προς το δημόσιον επί υποθήκη των εν Ελλάδι ακινήτων των ανταλλασσομένων μουσουλμάνων, άτινα περιέρχονται εις την διάθεσιν του δημοσίου κατά την περί ανταλλαγής σύμβασιν της Λωζάννης και την αντίστοιχον έκδοσιν κτηματικών ομολογιών, λαχειοφόρων ή μη, μετά ή άνευ της εγγυήσεως προσθέτως του δημοσίου δια τας ομολογίας ταύτας ή β)θα αναλαμβάνη την υπηρεσίαν μόνον ή και την εγγύησιν των υπό του Κράτους ή άλλου οργανισμού εκδιδομένων τοιούτων κτηματικών ομολογιών ή γ) θα αναλαμβάνη και την διαχείρισιν και εκποίησιν των ειρημένων ακινήτων προς εξυπηρέτησιν ιδία των δανείων. 2.Το Δημόσιον δύναται ν’ αναλάβη την υποχρέωσιν ν’ αναγράφη εις τον προϋπολογισμόν ετησίως δαπάνην, αντιστοιχούσαν εν όλω ή συμπληρωματικώς εν μέρει εις το απαιτούμενον δια την πληρωμήν του τοκοχρεωλυσίου των ανωτέρω δανείων ποσόν. 3.Ο τρόπος και οι όροι της διαθέσεως των ανωτέρω δανείων εις προκαταβολάς ή δάνεια προς τους δικαιούχους πρόσφυγας, ως και πάσα άλλη διάταξις απαιτουμένη δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, ορίζεται δια Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει των αυτών ως άνω υπουργών και του υπουργού της Κοινωνικής Προνοίας. Ποινικαί διατάξεις Άρθρον 38 Με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους και χρηματικήν ποινήν (μέχρις είκοσι χιλιάδων δραχμών) τιμωρείται, όστις: α)εν γνώσει εκδίδει δια Κτηματικήν Τράπεζαν κτηματικάς ομολογίας πέραν του εις ενυποθήκους απαιτήσεις ή χρεώγραφα ή άλλας αξίας ή μετρητά καλλύματος. β)όστις απαλλοτριοί ή επιβαρύνει ενυπόθηκον απαίτησιν ή χρεώγραφα, αποτελούντα το κάλυμμα των κτηματικών ομολογιών, εν γνώσει διατελών, ότι το εναπομένον κάλυμμα αποβαίνει ανεπαρκές. Συντρεχουσών ελαφρυντικών περιπτώσεων, δύναται να επιβληθή μόνον η χρηματική ποινή. Άρθρον 39 Με χρηματικήν ποινήν (μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών) ή με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών τιμωρείται όστις, άνευ της εν άρθρ. 10 πιστοποιήσεως, εκδίδει δια τινα Τράπεζαν κτηματικάς ομολογίας. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμου 110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Άρθρον 40 Παραβάσεις, αναγόμεναι εις τα άρθρ. 1 και 2 του παρόντος νόμου και ιδία έκδοσις κτηματικών ομολογιών υπό ανωνύμων τραπεζικών ή άλλων εταιρειών ή εν γένει προσώπων, στερουμένων του δικαιώματος τούτου, εφ’ όσον δεν επισύρουσι τας ποινάς της απάτης του Ποινικού Νόμου, τιμωρούνται με φυλάκισιν εξ μηνών μέχρι τριών ετών και με χρηματικήν ποινήν (20 μέχρις 100 χιλιάδων δραχμών) ή με την ετέραν των ποινών τούτων. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμου 110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Τελικαί διατάξεις άρθρο κύριες εργασίες, οι κτηματικές τράπεζες μπορούν επίσης να ενεργούν και τις παρακάτω ενδεικτικώς αναφερόμενες εργασίες:α)να αγοράζουν και να πωλούν χρεώγραφα με προμήθεια, β)να δέχονται καταθέσεις χρημάτων εντόκως ή ατόκως, γ)να δέχονται προς φύλαξη χρηματόγραφα ή πράγματα, δ)να αναλαμβάνουν την είσπραξη συναλλαγματικών ή επιταγών ή άλλων παρεμφερών αξιογράφων, ε)να μετέχουν σε ημεδαπές ή αλλοδαπές ανώνυμες ή άλλης μορφής εταιρίες, ιδίως τραπεζικές, οικοδομικές, εργοληπτικές, ασφαλιστικές ή τουριστικές στ)να ενεργούν οποιεσδήποτε πράξεις σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με τις αποφάσεις των νομισματικών αρχών». «ζ)Να διενεργούν κάθε άλλη εργασία επιβοηθητική, παρεπόμενη ή συμπληρωματική του έργου τους, όπως αυτό καθορίζεται στο παρόν και στο προηγούμενο άρθρο και ειδικότερα να εφαρμόζουν κάθε σύγχρονη τραπεζική τεχνική για την άντληση κεφαλαίων και την παροχή πιστώσεων. η)Να χορηγούν πιστώσεις, μέσω πιστωτικών δελτίων, καθώς και λοιπά δάνεια και πιστώσεις με προσωπική ασφάλεια κατόπιν έγκρισης και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος. θ)Να παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων κατόπιν έγκρισης και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που θέτει η Τράπεζα (Αντί για σελ. 219(β) Σελ. 219(γ) Τεύχος 1142-Σελ. 49 Κτηματικές Τράπεζες 12.Ι.α.8 της Ελλάδος». Οι περιπτ. ζ΄, η΄ και θ΄ προστέθηκαν από το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.–1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12, σελ. 120,856. Το άρθρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρον 41 Αι εξαιρετικαί διατάξεις του Ν.Δ. της 17 Ιουλ. 1923, ως και το άρθρ. 5 της από 2 Δεκ. 1896 συμβάσεως, κυρωθείσης δια του νόμου ΒΥΞΑ΄ της 8ης Ιαν. 1897 (τόμ. 17), εφαρμόζονται και επί των Κτηματικών Τραπεζών. Αι εν άρθρ. 35 του παρόντος νόμου προβλεπόμεναι πράξεις εις ουδέν υπόκεινται τέλος χαρτοσήμου. Καταργείται ο ν. 2413 της 5 Ιουν. 1920 περί υποθηκικών Τραπεζών. Το εν τη α΄ παρ. αναφερόμενον άρθρ. 5 ν. ΒΥΞΑ΄ προέβλεπε περί της εφαρμογής της δια του άρθρ. 14 του παλαιού περί χαρτοσήμου ν. ΑΧΚΑ΄ (τόμ. 28) προβλεπομένης επί των εμπορικών εγγράφων κλίμακος ως προς τα δανειστικά συμβόλαια των επί υποθήκη υπό της Εθνικής Τραπέζης χορηγουμένων δανείων, χρησιμευόντων «εις εξόφλησιν προηγουμένου επί υποθήκη δανείου βαρύνοντος το αυτό κτήμα», αλλά γουμένου δανείου απαιτούμενον ποσόν». Νυν και εις την άνω έτι περίπτωσιν τα υπό των Κτηματικών Τραπεζών χορηγούμενα δάνεια υπόκεινται εις το αναλογικόν τέλος του άρθρ. 12 του ισχύοντος κώδικος περί τελών χαρτοσήμου (τ. 28) συμφώνως προς το άρθρ. 15 παρ. 1, α, Ε του κώδικος τούτου, άτε της ρηθείσης διατάξεως του ν. ΒΥΞΑ΄ καταργηθείσης δια της γενικής διάταξεως του άρθρ. 30 παρ. 2 ιδίου κώδικος. (Αντί της σελ. 225(γ) Σελ. 225(δ) Τεύχος 597-Σελ. 125 Κτηματικές Τράπεζες 12.Ι.α.8 άρθρ. 2 Νόμ. 1812/20-27 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 238). Άρθρον 5 Απαγορεύεται εις τας κτηματικάς Τραπέζας: α)η έκδοσις, αποδοχή, τριτεγγύησις ή προεξόφλησις συναλλαγματικών ή γραμματίων εις διαταγήν ή άλλων παρεμφερών δικαιογράφων, β)η εκτέλεσις εντολών αγοράς ή πωλήσεως αξιών υπό προθεσμίαν, και γ΄)(Καταργήθηκε από το τρίτο εδάφιο παρ. 6 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.-1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12, σελ. 120,856). Άρθρον 6 Η κτήσις υπό των Κτηματικών Τραπεζών ακινήτων επιτρέπεται μόνον ή προς εξυπηρέτησιν των ιδίων αυτών αναγκών ή εν δημοσίω πλειστηριασμώ, εάν είναι ενυπόθηκοι δανείστριαι.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.