📄 Κείμενο νόμου
9. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 254 της 30 Νοεμ. 1953 Παρέχονται οδηγίαι επί των ζητημάτων υπαγωγής εις την ασφάλισιν και των περί εισφορών διατάξεων Ν.Δ. 2698/1953 Παρέχομεν υμίν τας κατωτέρω οδηγίας περί του τρόπου εφαρμογής των διατάξεων του υπ’ αριθ. 2698/1953 Ν.Δ/τος «περί διοικήσεως του ΙΚΑ, μεταρρυθμίσεως της περί αυτού νομοθεσίας κλπ.» (ανωτ. αριθ. 8), των αναφερομένων εις ζητήματα υπαγωγής εις την ασφάλισιν και εισφορών. 1.Ασφάλισις παραγωγών-PLACIERS Δια του προστιθεμένου δια της παραγρ. 2 του άρθρ. 29 εδ. εις την παρ. 3 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1846/51 παρέχεται η ευχέρεια υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ιδρύματος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και των παραγωγών-PLACIERS. Διευκρινίζομεν, ότι η διάταξις αύτη δεν αφορά τους εκ των εν λόγω προσώπων παρέχοντες εξηρτημένην εργασίαν, οίτινες υπάγονται ήδη εις την παρ’ ημίν ασφάλισιν υπό τας προϋποθέσεις και κατά τας οδηγίας τας παρασχεθείσας δια της υπ’ αριθ. 4578/1135/22-5-53 διαταγής μας. 2.Ασφάλισις Γεν. Δ/ντών και διοικητικών συμβούλων Εταιρειών. Δια της προστεθείσης δια της παρ. 3 του άρθρ. 29 διατάξεως εις το τέλος του άρθρου 2 του Α.Ν. 1846/51, από της 10-11-53 υπάγονται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ιδρύματος και οι Δ/νταί και Γεν. Δ./νταί, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι και οι διοικηταί Εταιρειών ή συνεταιρισμών, ών αι αμοιβαί φορολογούνται κατά την ΣΤ΄ κατηγορίαν (μισθωτών υπηρεσιών) του φόρου καθαράς προσόδου. Δια την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν των εν λόγω προσώπων ουδεμία ετέρα προϋπόθεσις τίθεται και δη, όπως η προς την Εταιρείαν ή τον συνεταιρισμόν παρεχομένη ως άνω υπηρεσία των παρέχεται κατά κύριον επάγγελμα. Εκ των ανωτέρω προσώπων τα υπαγόμενα εις την παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως Εμπόρων υποχρεωτικήν ασφάλισιν δια τον κλάδον συντάξεως, συμφώνως προς την διάταξιν του άρθρ. 76 του Καταστατικού του Ταμείου τούτου, ην παραθέτομεν προς διευκόλυνσιν υμών αμέσως κατωτέρω, εξαιρούμενα, συμφώνως προς την διάταξιν της παρ. 1 του άρθρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 της παρ’ ημών ασφαλίσεως δια τον κλάδον συντάξεως, θέλουσιν υπαχθή εις την τοιαύτην δια τους λοιπούς κλάδους, ήτοι τους κλάδους παροχών ασθενείας και μητρότητος εις χρήμα και εις είδος και ανεργίας. Πάντα τ’ ανωτέρω πρόσωπα θέλουσιν υπαχθή ωσαύτως και εις την υπό του Ν.2054/52 (15Β Θα. 1) προβλεπομένην προστασίαν των στρατευομένων εφέδρων. Σελ. 70,14(β) 246-028 Άρθρ.76 Καταστατικού Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων «1.Εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Ε. υπάγονται υποχρεωτικώς πάντα τα πρόσωπα, αδιακρίτως φύλου, ηλικίας και υπηκοότητος, τα οποία εντός του Κράτους ασκούν κατά κύριον επάγγελμα την εμπορίαν. 2.Ομοίως υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν και τα ετερόρρυθμα μέλη Εταιρειών, τα οποία δεν ασκούν άλλο κύριον επάγγελμα εκτός της συμμετοχής των εις εμπορικήν εταιρείαν. Ωσαύτως υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Τ.Α.Ε. οι Γενικοί Δ/νταί, οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι, οι συμπράττοντες Σύμβουλοι των Ανωνύμων Εταιρειών, έστω και αν είναι υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι εις το ΙΚΑ κατά του κινδύνου της ασθενείας. 3.Γενικώς υπάγονται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Τ.Α.Ε. κατά τας διατάξεις του παρόντος πάντες οι εγγεγραμμένοι εις τα Εμπορικά Τμήματα των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων ή Περιφερειακών Επιμελητηρίων, ως και πάντες οι κατά κοινήν συνείδησιν θεωρούμενοι έμποροι και κεκτημένοι επαγγελματικήν εγκατάστασιν. 4.Αιτήσει της Καπνεμπορικής Ομοσπονδίας δύνανται να εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ασφαλίσεως του Τ.Α.Ε. πρόσωπα ενεργούντα εμπόριον των φύλλων του καπνού. 5.Ομοίως τη αιτήσει των δύνανται να εξαιρεθώσι της υποχρεωτικής ασφαλίσεως και οι ενεργούντες θαλασσίας μεταφοράς. 5α.Εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφαλίσεως του Τ.Α.Ε. κατόπιν εγγράφου αιτήσεώς των και από του χρόνου της υποβολής ταύτης, τα πρόσωπα τα ενεργούντα Εμπόριον των φύλλων του καπνού». 3.Παράλληλος ασφάλισις εις το ΙΚΑ και εις έτερον Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως 1.Δια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρ. 33 διευκρινίζονται αι διατάξεις των άρθρ. 13 παρ. 2 του ν. 6298/34 και 5 παρ. 1 Α.Ν. 1846/51 και δίδεται η αληθής έννοια των διατάξεων τούτων, δι’ ων καθιερούται η αρχή του ανεπιτρέπτου της συγχρόνου ασφαλίσεως κατά των αυτών κινδύνων εις το ΙΚΑ και εις έτερον Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως, συμφώνως προς τας παγίως υποστηριζομένας υπό του Ιδρύματος απόψεις. Δια δε της διατάξεως της παρ. 3 του αυτού ως άνω άρθρου καταργείται, αφ’ ης ίσχυσε, το δεύτερον εδάφιον της παρ. 1 του άρθρ. 5 του Α.Ν. 1846/51, καθ’ ο επιτρέπεται η παραλλήλως και εις το ΙΚΑ 15Β.Β.α.9 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ασφάλισις ησφαλισμένων εις Ειδικά Ταμεία δι’ ετέραν απασχόλησιν των πέραν εκείνης, δι’ ην ασφαλίζονται εις τα Ειδικά Ταμεία. Προς άρσιν πάσης εν τω μέλλοντι αμφισβητήσεως επί του θέματος τούτου, παρέχομεν υμίν κατωτέρω πλήρεις οδηγίας, ίνα έχωσι ταύτας υπ’ όψιν των τα αρμόδια όργανα των υμετέρων Υπηρεσιών, άτινα ασκούν τον έλεγχον της νομιμότητος της υπαγωγής εις την ασφάλισιν. Συμφώνως προς τας ανωτέρω διατάξεις τα πρόσωπα τα οποία τυγχάνουσιν ησφαλισμένα εις Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως ασφαλίζοντα είτε αποκλειστικώς, είτε μεθ’ ετέρων κατηγοριών προσώπων (εν μέρει) πρόσωπα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν (μισθωτούς), εξαιρούνται της παρά τω ημετέρω Ιδρύματι ασφαλίσεως δια τους κλάδους, δι’ ους ασφαλίζονται εις τα Ειδικά Ταμεία, ουχί μόνον δια την εξηρτημένην απασχόλησιν, δι’ ην ασφαλίζονται εις τα Ειδικά ταύτα Ταμεία, αλλά και δια πάσαν ετέραν παράλληλον απασχόλησιν πληρούσαν τας προϋποθέσεις του νόμου. Επεξηγούντες τας ανωτέρω διατάξεις γνωρίζομεν εις υμάς τα ακόλουθα: α)Πρόσωπα ησφαλισμένα εις Ειδικά Ταμεία ασφαλίζοντα μόνον μισθωτούς: Τα πρόσωπα ταύτα εξαιρούνται της παρά τω Ιδρύμαται ασφαλίσεως δια τους κλάδους, δι’ ους τυγχάνουσιν ησφαλισμένα εις τα Ειδικά Ταμεία, ου μόνον δια την απασχόλησιν, δι’ ην ασφαλίζονται εις τα Ειδικά Ταμεία ταύτα, αλλά δια πάσαν ετέραν παρεχομένην υπό τας προϋποθέσεις του ν.6298/34 ή του Α.Ν. 1846/51. Ούτω: π.χ. υπάλληλος των Σ.Π.Α.Π., όστις ως τοιούτος είναι ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού των Σ.Π.Α.Π. δια παροχήν συντάξεως εν περιπτώσει αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου, εργάζεται πέραν των παρά τοις Σ.Π..Α.Π. εργασίμων ωρών και παρ’ άλλω εργοδότη επί συμβάσει εργασίας ως προϊστάμενος του Λογιστηρίου (εργασία ήτις δύναται να θεωρηθή ως κατά εξ ίσου κύριον επάγγελμα προς την παρά τοις Σ.Π.Α.Π. απασχόλησιν παρεχομένη και δι’ ην θα ησφαλίζετο εις το ΙΚΑ) εξαιρείται της παρ’ ημίν ασφαλίσεως δια τον κλάδον συντάξεως ουχί μόνον δια την παρά τοις Σ.Π..Α.Π. απασχόλησίν του, αλλά και δια την του προϊσταμένου του λογιστηρίου του ετέρου εργοδότου, ασχέτως εκτάσεως χορηγουμένων παροχών υπό του Ειδικού Ταμείου Συντάξεως προσωπικού Σ.Π.Α.Π. Τουτ’ αυτό και προκειμένου περί υπαλλήλου της Λαϊκής Τραπέζης ησφαλισμένου δια τον κλάδον συντάξεως εις το Ειδικόν Ταμείον Συντάξεως Προσωπικού Λαϊκής Τραπέζης, απασχολουμένου παραλλήλως ως λογιστού εις την Α΄ Εταιρείαν. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος ούτος μισθωτός θέλει ασφαλισθή εις το Ίδρυμα δια τους Κλάδους Ασθενείας, Ανεργίας και στρατεύσεως ουχί μόνον δια την απασχόλησίν του εις την Λαϊκήν Τράπεζαν (ως γνωστόν δεν λειτουργεί ίδιον Ταμείον Ασθενείας του Προσωπικού της Λαϊκής Τραπέζης), αλλά και δια την του λογιστού της Εταιρείας Α΄. β)Πρόσωπα ησφαλισμένα εις Ειδικά Ταμεία ασφαλίζοντα μισθωτούς μεθ’ ετέρων κατηγοριών προσώπων (αυτοτελώς απασχολομένου). Καίτοι κατά το γράμμα τόσον της ερμηνευομένης διατάξεως του άρθρ. 5 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/51 («πάντα τα εις τοιαύτα Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως ασφαλιζόμενα πρόσωπα ……………….»). όσον και της διατάξεως της παρ. 2 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος («Προσώπων ησφαλισμένων εις τα τοιαύτα Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως απαγορεύεται η παρά τω ΙΚΑ ασφάλισις εν πάση περιπτώσει ……………») θα έδει να εξαιρούνται της παρά τω ΙΚΑ ασφαλίσεως πάντα τα πρόσωπα τα ασφαλιζόμενα εις Ειδικά Ταμεία ασφαλίζοντα μισθωτούς έστω και εν μέρει (συνεπώς και οι εις τα Ταμεία ταύτα ασφαλιζόμενοι αυτοτελώς απασχολούμενοι), ουχ’ ήττον εκ του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 και εκ του υπό του συνόλου των διατάξεων του ν. 6298/34 και του Α.Ν. 1846/51 επιδιωκομένου σκοπού της συμπληρώσεως των κενών της ασφαλίσεως των μισθωτών, σαφώς προκύπτει, ότι η από της ασφαλίσεως του Ιδρύματος εξαίρεσις αφορά μόνον τα πρόσωπα τα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν, ων και μόνον την ασφάλισιν ρυθμίζουν αι διατάξεις του νόμου τούτου, ουχί δε και τους αυτοτελώς απασχολουμένους (η ασφάλισις των αυτοτελώς απασχολουμένων οικονομικώς ασθενών κατηγοριών προσώπων είναι, ως γνωστόν όλως δευτερεύουσα και δυνητική). Διακριτέον, όθεν, τας ακολούθους δύο περιπτώσεις: αα)Μισθωτοί ησφαλισμένοι εις Ειδικά Ταμεία δια παρεχομένην υπ’ αυτών εξηρτημένην εργασίαν: Η ασφάλισις των προσώπων τούτων ρυθμίζεται κατά τον αυτόν τρόπον, καθ’ ον και εν τη ανωτέρω υπό στοιχείον α΄ περιπτώσει, ήτοι: Tα πρόσωπα ταύτα εξαιρούνται της παρά τω ΙΚΑ ασφαλίσεως δια τους κλάδους, δι’ ους τυγχάνουσιν ησφαλισμένα εις τα Ειδικά Ταμεία, ου μόνον δια την απασχόλησιν, δι’ ην ασφαλίζονται εις τα Ειδικά Ταμεία, αλλά και δια πάσαν ετέραν παρεχομένην υπό τας προϋποθέσεις των νόμων 6298/34 και 1846/51 π.χ. Μισθωτός οδηγός αυτοκινήτου (π.χ. οδηγός ταξί απασχολούμενος κατά τας νυτκτερινάς ώρας) ησφαλισμένος δια τον κλάδον συντάξεως εις το Ταμείον Συντάξεως Αυτοκινητιστών, απασχολούμενος παραλλήλως και ως ιδιωτικός υπάλληλος εις τι κατάστημα, εξαιρείται της παρά τω Ιδρύματι ασφαλίσεως δια τον κλάδον συντάξεως ου μόνον δια την ως οδηγού αυτοκινήτου απασχόλησιν, αλλά και δια την τοιαύτην του ιδιωτικού υπαλλήλου εν τω καταστήματι. (Μετά την σελ. 70,14) Σελ. 70,15 ΙΔ-61 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.9 ββ)Πρόσωπα ησφαλισμένα εις Ειδικά Ταμεία ως αυτοτελώς απασχολούμενα παρέχοντα παραλλήλως και εξηρτημένην εργασίαν κατά κύριον επάγγελμα. Εν τη περιπτώσει ταύτη εάν η εκ μέρους των προσώπων τούτων παρεχομένη εξηρτημένη εργασία είναι άσχετος προς την ιδιότητα αυτών υφ’ ην είναι ησφαλισμένα παρά τω Ειδικώ Ταμείω, υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ δια την παροχήν ταύτην της κατά κύριον επάγγελμα εξηρτημένης εργασίας (π.χ. ιδιοκτήτης αυτοκινήτου ησφαλισμένος δια την ιδιότητά του ταύτην εις το Τ.Σ.Α. απασχολούμενος παραλλήλως, κατά κύριον επάγγελμα εις εμπορικόν κατάστημα ως υπάλληλος). γ)Πρόσωπα ησφαλισμένα παρά Ειδικώ Ταμείω η παρ’ ω ασφάλισις δεν έχει ως προϋπόθεσιν την παροχήν εξηρτημένης εργασίας (π.χ. ασφάλισις Πολιτικών Μηχανικών ασφαλιζομένων εις το Ταμείον Ασφαλίσεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων ανεξαρτήτως της παροχής ή μη υπ’ αυτών εξηρτημένης εργασίας Δικηγόρων, Ιατρών κλπ.). Τα παρά τω Ειδικώ Ταμείω ασφαλιζόμενα πρόσωπα, εάν παρέχουν εξηρτημένην εργασίαν άσχετον προς την ιδιότητά των, υφ’ ην είναι ησφαλισμένα παρά τω Ειδικώ Ταμείω (περίπτωσις απίθανος μεν, αλλά δυνατή, λ.χ. ο Πολιτικός Μηχανικός εργάζεται επί συμβάσει εργασίας ως ιδιωτικός υπάλληλος Γραφείου ασχέτως προς την επαγγελματικήν ειδικότητά του, κατά κύριον επάγγελμα) υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ δια την παροχήν ταύτην της εξηρτημένης εργασίας. Το αυτό ισχύει και προκειμένου περί παντός άλλου αυτοτελώς απασχολουμένου προσώπου, ησφαλισμένου παρά Ειδικώ Ταμείω, παρέχοντος δε παραλλήλως και εξηρτημένην εργασίαν κατά κύριον επάγγελμα (λ.χ. Έμπορος ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως Εμπόρων, απασχολούμενος δε συγχρόνως και ως λογιστής καταστήματος, υπάγεται λόγω της απασχολήσεώς του ταύτης εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του ΙΚΑ. Τούτ’ αυτό και προκειμένου περί Επαγγελματίου ησφαλισμένου εις το Τ.Ε.Β.Ε., απασχολουμένου παραλλήλως και ως μισθωτού). Κατά πάσας όμως τας περιπτώσεις ταύτας δέον να καταβάλλεται προσοχή, μήπως η εργασία, ην παρέχει ο υπαγόμενος ήδη εις την ασφάλισιν Ειδικού Ταμείου συνδέεται αμέσως ή εμμέσως προς το κύριον επάγγελμα αυτού, δι’ ο και είναι ήδη ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω τούτω. Ίνα δε εν τοιαύτη περιπτώσει χωρήση ή παρά τω ΙΚΑ υποχρεωτική ασφάλισις, δέον η Σελ. 70,16 ΙΔ-62 εξηρτημένη εργασία να είναι ουσιωδώς διάφορος του κυρίου επαγγέλματος του παρέχοντος ταύτην (λ.χ. ο κατ’ επάγγελμα ιατρός εργάζεται ως πωλητής εμπορικού καταστήματος και μισθοδοτείται ως τοιούτος, ή ο πολιτικός μηχανικός, ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω Μηχανικών Εργοληπτών κλπ. απασχολούμενος παρά τη Εταιρεία ως λογιστής και μισθοδοτούμενος ως τοιούτος, ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω ΙΚΑ υπό την δευτέραν ιδιότητά των). Κατ’ ουδεμίαν όμως περίπτωσιν επιτρέπεται πολλαπλή ασφάλισις κατά των αυτών κινδύνων δια εξηρτημένην εργασίαν συνεδομένην προς το κύριον επάγγελμα του παρέχοντος ταύτην, δι’ ο είναι ησφαλισμένος εις Ειδικόν Ταμείον (λ.χ. οδηγός αυτοκινήτου ιδιοκτήτου, ων ησφαλισμένος εις το Τ.Σ.Α. δια σύνταξιν, απασχολούμενος παραλλήλως και επί μισθώ ως οδηγός αυτοκινήτου εις την Α΄ Εταιρείαν εξαιρείται της παρ’ ημίν ασφαλίσεως συντάξεως). Τονίζεται και πάλιν, ότι εις πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις δια να τεθή ζήτημα ασφαλίσεως παρ’ ημίν του αυτοτελώς απασχολουμένου και ως εκ τούτου ησφαλισμένου εις Ειδικόν Ταμείον, παρέχοντος δε παραλλήλως εξηρτημένην εργασίαν κατά τας προϋποθέσεις του νόμου, δέον όπως εξηρτημένη αύτη εργασία συνιστά το κύριον (έστω και παράλληλον) επάγγελμα του παρέχοντος ταύτην. ΙΙ.Περιπτώσεις παραλλήλου απασχολήσεως Δημοσίων υπαλλήλων Επί του ζητήματος της ασφαλίσεως ή μη παρ’ ημίν των δημοσίων υπαλλήλων μονίμων ή δοκίμων), οίτινες παραλλήλως απασχολούνται και ως ιδιωτικοί υπάλληλοι εις εργασίας υπαγομένας εις την παρ’ ημίν ασφάλισιν (π.χ. εκπαιδευτικοί), ισχύουν αι οδηγίαι αι παρασχεθείσαι υμίν δια της υπ’ αριθ. 93/1953 εγκυκλίου διαταγής μας, καθ’ ας τα πρόσωπα ταύτα εξαιρούνται της παρ’ ημίν ασφαλίσεως και δια την παράλληλον απασχόλησίν των. 15Β.Β.α.9 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΙΙΙ.Περιπτώσεις παραλλήλου απασχολήσεως προσωπικού Οργανισμών τοπικής Αυτοδιοικήσεως: Επί των περιπτώσεων παραλλήλου απασχολήσεως υπαλλήλων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως εις εργασίας πληρούσας τας προϋποθέσεις του νόμου (λ.χ. τακτικός υπάλληλος του Δήμου Αθηναίων απασχολείται παραλλήλως κατά κύριον επάγγελμα ως λογιστής εις την Εταιρείαν Α΄) θα ισχύσουν τα εν τη περιπτώσει α΄ του παρόντος (πρόσωπα ησφαλισμένα εις Ειδικά Ταμεία ασφαλίζοντα μισθωτούς) εκτιθέμενα. Ήτοι τα εν λόγω πρόσωπα εξαιρούνται της παρ’ ημίν ασφαλίσεως και δια την παράλληλον απασχόλησίν των. IV. Υπό της αυτής ως άνω διατάξεως της παρ. 2 του άρθρ. 33 του κοινοποιουμένου Ν.Δ./τος ορίζεται περαιτέρω, ότι η τυχόν κατά παράβασιν των ανωτέρω απαγορευτικών διατάξεων παράλληλος ασφάλισις εις το ημέτερον Ίδρυμα προσώπων ησφαλισμένων εις Ειδικά Ταμεία, ουδέν δικαίωμα δημιουργεί υπέρ αυτών προς λήψιν παροχών, πλήν του δικαιώματος της επιστροφής των καταβληθεισών εισφορών του κλάδου συντάξεως. Επί των περιπτώσεων, όθεν τούτων δεν δύναται να αναγνωρίζεται του λοιπού «τυπική ασφάλισις» υπέρ των παρανόμως ησφαλισμένων προσώπων. V.Δέον, όθεν όπως πάσας τας εμφανιζομένας και εκκρεμείς ήδη περιπτώσεις ρυθμίσητε συμφώνως προς τας ανωτέρω οδηγίας, τας οποίας δέον όπως τα αρμόδια όργανα ελέγχου των Υπηρεσιών Εσόδων των υμετέρων Υπ/των έχωσιν υπ’ όψιν των και ανακοινώσωσι προς πάντας τους ενδιαφερομένους. 4.Εξαίρεσις από της ασφαλίσεως των γουνεργατών Καστοριάς: Δια της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 48 κατοχυρούται και νομοθετικώς η εν τη πράξει δοθείσα λύσις εις το ζήτημα της ασφαλίσεως των γουνεργατών Καστοριάς. Οι εργάται, όθεν, γουναρικών Καστοριάς εξαιρούνται πλήρως της παρ’. ήμίν ασφαλίσεως δια την παρεχομένην προς εργοδότας εξηρτημένην εργασίαν, εφ’ όσον αποδεδειγμένως κατεργάζονται παραλλήλως γουναρικά, τα οποία δι’ ίδιον λογαριασμόν εμπορεύονται εις το εξωτερικόν. 5.Εξαίρεσις από της ασφαλίσεως κατ’ οίκον εργαζομένων εις κωμοπόλεις κάτω των 6.000 κατοίκων: Δια της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρ. 49 θεσπίζεται εξαίρεσις από της 10.11.53 από της υποχρεωτικής παρ’ ημίν ασφαλίσεως (δι’ όλους τους κλάδους ταύτης και την υπό του ΝΒ. 2054/52 προβλεπομένην προστασίαν των στρατευομένων εφέδρων) πάντων των μισθωτών των εργαζομένων κατ’ οίκον εις κωμοπόλεις (Δήμους ή Κοινότητας) πληθυσμού κατωτέρου των 6.000 κατοίκων. Σημειούμεν, ότι η εν λόγω διάταξις δεν καταλαμβάνει πάντας τους μισθωτούς των περί ων πρόκειται κωμοπόλεων, αλλά μόνον τους εκ τούτων απασχολουμένους κατ’ οίκον ουχί δε και τους απασχολουμένους κατ’ οίκον ούχί δε και τους απασχολουμένους εις τον τόπον της επιχειρήσεως του εργοδότου των. Εξ άλλου, ίνα θεωρηθούν αι περί ων πρόκειται κωμοπόλεις ως εμπίπτουσαι εις την ως άνω διάταξιν, δέον να έχουσιν αυτοτέλειαν και μη αποτελούν συνοικισμούς ή προάστεια ετέρων πόλεων, έστω και αν αποτελούν ιδιαιτέρους δήμους ή κοινότητας, ως π.χ. οι εγγύς των Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πατρών κλπ. συνοικισμοί, οι αποτελούντες μεν ιδιαιτέρους δήμους ή κοινότητας, αλλά μη δυνάμενοι να θεωρηθούν ως αυτοτελείς κωμοπόλεις. Εις ην πάντως περίπτωσιν γεννάται αμφιβολία εάν προς τινα κωμόπολιν θέλουσιν εφαρμοσθή αι ως άνω διατάξεις (π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων περί του ακριβούς αριθμού των κατοίκων της κωμοπόλεως) δέον, όπως θέσετε υπ’ όψιν ημών τας συγκεκριμένας ταύτας περιπτώσεις δια την παροχήν οδηγιών. Τα Υπ/ματα εις την περιοχήν των οποίων περιλαμβάνονται κωμοπόλεις εκ των περί ων ανωτέρω, δέον όπως αποστείλωσιν ημίν πίνακα τούτων. 6.Εξαίρεσις από της ασφαλίσεως των φοιτούντων εις ενίας Τεχνικάς Σχολάς: Δια της διατάξεως της παρ. 6 του άρθρ. 49 εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφαλίσεως (δι’ άπαντας τους κλάδους και την υπό του ν. 2054/52 προβλεπομένην προστασίαν των στρατευομένων εφέδρων) οι φοιτώντες εις τεχνικάς σχολάς συνεστημένας παρ’ Οργανισμών συνεστημένων δια διοικητικής ή νομοθετικής πράξεως της Πολιτείας, οπουδήποτε της χώρας λειτουργούν αι σχολαί αύται. Ως εικός η εξαίρεσις από της ασφαλίσεως αφορά μόνον την εν τη σχολή απασχόλησιν των εν λόγω προσώπων, ουχί δε και τυχόν ετέραν απασχόλησίν των πληρούσαν τους όρους του Νόμου. 7.Αναγνώρισις ημερών εργασίας πραγματοποιηθεισών εις την ασφάλισιν του Ε.Λ.Κ.Α.Δ. ως πραγματοποιηθεισών εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ: Οδηγίας περί της εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 49 επί του εν επικεφαλίδι θέματος θέλομεν παράσχει υμίν δια νεωτέρας διαταγής μας, μετά την λήψιν της υπό της διατάξεως ταύτης προβλεπομένης σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. 8.Κυρώσεις κατά εργοδοτών δια παράλειψιν απογραφής κλπ. μισθωτών: Η προστιθεμένη δια του άρθρ. 43 διάταξις εις το άρθρ. 36 του Α.Ν. 1846/51 καθιεροί παραλλήλως προς τας ποινικάς κυρώσεις τας προβλεπομένας υπό των διατάξεων του αναγκαστικού τούτου νόμου και ετέραν κύρωσιν κατά των εργοδοτών, οίτινες παραλείπουσι (Μετά την σελ. 70,16) Σελ. 70,17 ΙΔ-63 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.9 να ασφαλίσουν παρά τω Ιδρύματι πρόσωπα απασχολούμενα παρ’ αυτοίς. Ως γνωστόν εις τους εν λόγω μισθωτούς το ίδρυμα, λόγω των υπό του νόμου καθιερομένων αρχών του αυτομάτου της υπαγωγής εις την ασφάλισιν (άρθρ. 2 παρ. 1) και του ανεπηρεάστου του δικαιώματος επί τας παροχάς της ασφαλίσεως εκ της μη καταβολής των εισφορών (άρθρ. 26 παρ. 7), χορηγεί τας παροχάς επερχομένης της ασφαλιστικής περιπτώσεως καίτοι δεν ησφάλισεν τούτους ο εργοδότης των. Κατά την ως άνω διάταξιν του άρθρ. 43 του Ν..Δ. οι εργοδόται υποχρεούνται εις αποκατάστασιν πάσης δαπάνης, εις ην ήθελεν υποβληθή το Ίδρυμα εκ της χορηγήσεως παροχών (εις είδος ή εις χρήμα) εις πρόσωπα απασχοληθέντα ή απασχολούμενα παρά τοις εργοδόταις τούτοις κατά τ’ ανωτέρω, εάν οι εν λόγω εργοδόται: α)Παραλείψωσι την υποβολήν εις την υπηρεσίαν του Υπ/ματος του τόπου της απασχολήσεως του ησφαλισμένου δηλώσεως περί απασχολήσεως τούτου μέχρι της επαληθεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Ως γνωστόν αποδεικτικόν της υποβολής της εν λόγω δηλώσεως αποτελεί το βιβλιάριον ασφαλίσεως, όπερ παραδίδεται κατά την υπογραφήν του μισθωτού. β)Δεν συμμορφωθώσι προς τας υπό των διατάξεων των εδ. α΄ β΄ και δ΄ της παρ. 9 του άρθρ. 26 του Α.Ν. 1846/51 επιβαλλομένας εις αυτούς υποχρεώσεις 1)προς εφοδιασμόν των παρ’ αυτοίς αποσχολουμένων προσώπων δι’ ασφαλιστικού βιβλιαρίου και 2)δια την τήρησιν των σχετικών μισθολογικών καταστάσεων και αναγραφήν εις αυτάς των παρ’ αυτοίς απασχολουμένων μισθωτών, του ακριβούς αριθμού των ημερών απασχολήσεως τούτων, του ύψους των αποδοχών των κλπ., ή την παράδοσιν εις την υπηρεσίαν αντιγράφων των καταστάσεων τούτων, εις ας περιπτώσεις προβλέπεται τούτο. Λόγω των αυστηρών συνεπειών, ας επάγεται δια τους εργοδότας ή μη τήρησις των ανωτέρω υποχρεώσεών των, κρίνομεν σκόπιμον, όπως συστήσωμεν εις υμάς, ίνα προβήτε εις ευρείαν και δια παντός προσφόρου μέσου σχετικήν ανακοίνωσιν προς τους εργοδότας και τας οικείας επαγγελματικάς Οργανώσεις τούτων. Εφιστώντες την προσοχήν των εν λόγω εργοδοτών επί της ευθύνης των εκ της μη εγκαίρου απογραφής των παρ’ αυτοίς απασχολουμένων μισθωτών των υπαγομένων εις την ασφάλισιν ή της μη τηρήσεως βιβλίων μισθολογίων ή της μη καταχωρήσεως εις τα βιβλία ταύτα των απασχολουμένων παρ’ αυτοίς μισθωτών ή της αναγραφής τούτων δι’ ολιγωτέρας ημέρας εργασίας ή δια χαμηλότερον ημερομίσθιον του πράγματι καταβαλλομένου κλπ. Η ισχύς της διατάξεως ταύτης άρχεται από της 10.11.1953. Σελ. 70,18 ΙΔ-64 Τα του τρόπου καθ’ ον θέλει υπολογίζεται η δια την χορήγησιν των ως άνω παροχών δαπάνη του Ιδρύματος, θέλει καθορίσει εκδοθησόμενος Κανονισμός. Ως εκ τούτου, τας τυχόν εμφανισθησομένας περιπτώσεις, δέον όπως κρατήσητε εκκρεμείς μέχρι της παροχής νεωτέρων οδηγιών μας. 9.Ασφάλισις Αστυνομικών υπαλλήλων: Δια της από 19.11.53 (συνεδρίασις 53η) αποφάσεως της Επιτροπής Διοικήσεως του Ιδρύματος απεφασίσθη, όπως το εδ. 4 της παρ. 1 του άρθρου 29 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος εφαρμοσθή κατά τα σχετικώς δια της υπ’ αριθ. 75/27.3.53 εγκυκλίου διαταγής ημών, περί ασφαλίσεως μελών οικογενείας Αστυνομικών, οριζόμενα. Εφιστώμεν την προσοχήν υμών επί του τρόπου εισπράξεως των εισφορών δια την χρονικήν περίοδον από 1 Νοεμ. 1952 μέχρι 31 Οκτ. 1953. Αι εισφοραί της χρονικής ταύτης περιόδου θα παρακρατηθούν εκ των αποδοχών των υποχρέων και θα αποδοθούν εις υμάς εις 12 ίσας μηνιαίας δόσεις, της πρώτης τούτων καταβλητέας την 1η Δεκεμβρίου ε.ε. 10.Εισφορά ησφαλισμένων ηλικίας μέχρι 18 ετών, μαθητών τεχνιτών και μαθητευομένων τροφίμων Εθνικών Ορφανοτροφείων κλπ. Προς εφαρμογήν του εδαφίου, το οποίον προστίθεται υπό της παρ. 1 του άρθρ. 30 του κοινοποιούμενου Ν.Δ/τος εις το τέλος της παρ. 2 του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/51, παρέχομεν προς υμάς τας ακολούθους οδηγίας. Κατά την διάταξιν ταύτην δια τους ησφαλισμένους ηλικίας μέχρι 18 ετών συμπεπληρωμένων και τους μαθητάς τεχνίτας, τους απασχολουμένους συμφώνως προς το από 6.6.52 Β. Δ/γμα, περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών, ως και τους μαθητευομένους τροφίμους των Εθνικών Ορφανοτροφείων και Οικοτροφείων, θα καταβάλλεται προς το ημέτερον Ίδρυμα η εισφορά δια τους κλάδους α΄ (παροχών ασθενείας και μητρότητος εις χρήμα), β΄ (παροχών ασθενείας και μητρότητος εις είδος) και γ΄ (αναπηρίας, γήρατος, θανάτου). Υπό της διατάξεως ταύτης ορίζεται, ότι δια τους ησφαλισμένους των ανωτέρω περιπτώσεων δεν καταβάλλεται η εισφορά κλάδου ανεργίας, στρατεύσεως, ούτε άλλη τις εισφορά, υπέρ οιουδήποτε, πλην της εργατικής Εστίας. Αι προς το ημέτερον Ίδρυμα ασφαλιστικαί εισφοραί δια τους ησφαλισμένους α)ηλικίας μέχρι 18 ετών συμπληρωμένων και β)μαθητάς τεχνίτας, τους απασχολουμένους συμφώνως προς το από 6.6.52 Β. Δ/γμα, ως και τους μαθητευομένους τροφίμους των Εθνικών Ορφανοτροφείων και Οικοτροφείων θα εξευρίσκονται, κατά την ως άνω διάταξιν δια του υπολογισμού των ποσοστών εισφοράς δια τους κλάδους α, β, και γ της παρ. 1 του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/51 επί του 1/4, προκειμένου περί ησφαλισμένων της α΄ περιπτώσεως, και ε15Β.Β.α.9 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων πί του 1/10, προκειμένου περί ησφαλισμένων της β΄ περιπτώσεως, του τεκμαρτού ημερομισθίου της μισθολογικής κλάσεως, εις ην ανήκει το υπό των οικείων Συλλογικών Συμβάσεων εκάστοτε προβλεπόμενον ημερομίσθιον ανειδικεύτου εργάτου ή εργατρίας, π.χ. δια τον ησφαλισμένον Α΄, όστις δεν έχει συμπληρώσει το 18ον έτος της ηλικίας του και όστις απασχολείται εις την επιχείρησιν Β΄, το ημερομίσθιον του ανειδικεύτου εργάτου της οποίας καθορίζεται υπό της οικείας Συλλογικής Συμβάσεως εις δραχ. 22.000, θα καταβληθή εις το ημέτερον ΄Ιδρυμα δι’ εισφοράς το ποσόν των 850 δραχμών. Το ποσόν τούτο εξευρίσκεται κατά τ’ ανωτέρω ως εξής. Το ημερομίσθιον 22.000 ανήκει εις την ΙΙΙ μισθολογικήν κλάσιν, της οποίας το τεκμαρτόν ημερομίσθιον ορίζεται εις 20.000 δραχμάς. Επί του 1/4 του τεκμαρτού τούτου ημερομισθίου (20.000:4) ήτοι των 5.000 δραχμών θα υπολογίσωμεν τα ποσοστά εισφοράς δια τους κλάδους α΄(2%), β΄(7.50%) και γ΄(7.50%) της παρ. 1 του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/51 ήτοι 17%=5.000Χ17%=850 κ.ο.κ. Κατά τον αυτόν τρόπον θα εξευρεθούν αι εισφοραί και δια τας περιπτώσεις των μαθητών τεχνιτών και των μαθητευομένων τροφίμων των Εθνικών Ορφανοτροφείων και Οικοτροφείων. Η ανωτέρω εισφορά βαρύνει εξ ολοκλήρου τον εργοδότην. Προς εξακρίβωσιν της ηλικίας των ησφαλισμένων δια την εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως θα εφαρμόζωνται τα οριζόμενα υπό του άρθρ. 28 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος. Χαρακτηριστικόν γνώρισμα των μαθητών τεχνιτών είναι το συμφωνητικόν μαθητείας, δι’ ου έκαστος τούτων είναι εφωδιασμένος. Κατωτέρω κοινοποιούμεν εις υμάς τα ενδιαφέροντα τας υπηρεσίας υμών σχετικά άρθρα του ως άνω από 6.6.52 Β.Δ/τος. Η διάταξις του ανωτέρω εδαφίου ισχύει από 1 Απριλίου 1953. Κατά συνέπειαν αι επί πλέον των δια ταύτης καθοριζομένων εισφορών καταβληθείσαι τοιαύται δια τους ησφαλισμένους των ως άνω περιπτώσεων από 1.4.53 και εφεξής δέον όπως αι μεν εργοδοτικαί τοιαύται συμψηφισθούν προς τυχόν ετέρας υποχρεώσεις τούτων προς το ΄Ιδρυμα ή εν ανυπαρξία τοιούτων επιστραφώσιν εις αυτούς, αι δε των ησφαλισμένων τοιαύται επιστραφούν εις αυτούς. 11.Καταβολή εισφορών δια μισθωτούς οικοδομικών και τεχνικών εργασιών: Δια νεωτέρας διαταγής θα παράσχωμεν προς υμάς οδηγίας περί της εφαρμογής του εδ. γ΄ της παρ. 5 του άρθρ. 8 του Α.Ν. 1846/51 ως τούτο ετροποποιήθη δια της παρ. 1 του άρθρ. 40 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος. Μέχρι της λήψεως των οδηγιών ημών τούτων θα εφαρμόζωνται αι μέχρι σήμερον δοθείσαι σχετικώς οδηγίαι. Επιθυμούμεν πάντως από τούδε να επιστήσωμεν ιδιαιτέρως την προσοχήν υμών επί του σημείου, ότι δια της διατάξεως ταύτης ως εργοδότης δια την καταβολήν των εισφορών δια τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων) θεωρείται μόνον ο κύριος του ανεγειρομένου κλπ. κτίσματος. Σχετικώς δέον να εφιστάται ιδιαιτέρως η προσοχή των κυρίων των ανεγειρομένων κλπ. κτισμάτων επί της αποκλειστικής ταύτης ευθύνης αυτών. 12.Αύξησις χρόνου παραγραφής δικαιώματος προς είσπραξιν εισφορών: Δια της παρ. 2 του άρθρ. 44 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος ο υπό της παρ. 7 του άρθρ. 27 του Α.Ν. 1846/511 οριζόμενος χρόνος προς παραγραφήν του δικαιώματος προς είσπραξιν των εισφορών ορίζεται δεκαετής. (Αντί της σελ. 70,19) Σελ. 70,19(α) Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.9
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.