📄 Κείμενο νόμου
38. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 267 της 12/24 Ιουλ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 149) «Προσαρμογή της ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 92/30/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 110/28.4.92) «σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση». Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις: α)Των άρθρ. 3, 4 και 5 του Νόμ. 1338/83 «Εφαρμογή του Κοινοτικού δικαίου» (ΦΕΚ Α34), όπως αυτές έχουν αντικατασταθεί και τροποποιηθεί αντιστοίχως με το άρθρ. 65 του Νόμ. 1892/90 (ΦΕΚ Α΄ 101), με τα άρθρ. 6 παρ. 4 του Νόμ. 1440/84 (ΦΕΚ Α΄ 70) και 31 του 2076/92 (ΦΕΚ Α΄ 130) και με το άρθρ. 6 παρ. 5 του Νόμ. 1440/84. β)Του άρθρ. 29Α του Νόμ. 1558/85 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ Α΄ 137) όπως προστέθηκε με το άρθρ. 27 του Νόμ. 2081/1992 (ΦΕΚ Α΄ 154). 2.Την υπ’ αριθ. Β3-356/21.7.94 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εμπορίου για την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εμπορίου (ΦΕΚ Β΄ 567/94). 3.Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δ/τος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. 4.Την υπ’ αριθ. 315/1995 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Υφυπουργού Εμπορίου, αποφασίζουμε: Σκοπός του Π.Δ/τος Άρθρ.7.-1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των Πράξεων του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αριθ. 2053/92 (ΦΕΚ Α΄ 49/1.4.92) (κεφ. 1, Δβ εδαφ. 2) και 2054/92 (ΦΕΚ Α΄ 49/1.4.92) (κεφ. 3 παρ. 3 και κεφ. 9 παρ. 3), η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να μην εφαρμόσει σε υποενοποιημένη ή ατομική βάση τους κανόνες εποπτείας στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρ. 6 παρ. 1 του παρόντος, στα πιστωτικά εκείνα ιδρύματα τα οποία ως μητρικές επιχειρήσεις υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία καθώς και στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και συμπεριλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος. Η ίδια δυνατότητα ισχύει και για τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα, εφόσον αυτή υπόκειται στην εποπτεία που ασκείται επί των πιστωτικών ιδρυμάτων και ιδίως στους κανόνες εποπτείας στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρ. 6 παρ. 1 του παρόντος. Στις περιπτώσεις αυτές, ωστόσο, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η ορθή κατανομή του κεφαλαίου εντός του τραπεζικού ομίλου. 2.Σε περίπτωση ωστόσο πιστωτικού ιδρύματος το οποίο εδρεύει στην Ελλάδα και αποτελεί θυγατρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος εφαρμόζει επ’ αυτού τους κανόνες εποπτείας στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρ. 6 παρ. 1 είτε σε ατομική είτε σε μερικώς ενοποιημένη βάση, ανεξάρτητα από την υπαγωγή ή μη του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη εποπτεία εκ μέρους των αρμοδίων αρχών. (Αντί για τη σελ. 124,109) Σελ. 124,109(α) Τεύχος 1415 Σελ. 73 ΄Ελεγχος της πίστεως 12.Θ.β.38 3.Παρά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, σε περίπτωση πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, με απόφασή της και κατόπιν διμερούς σχετικής συμφωνίας, να εκχωρήσει την εποπτική της αρμοδιότητα στις εν λόγω αρμόδιες αρχές. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την ύπαρξη και το περιεχόμενο τέτοιου είδους συμφωνιών. Παροχή και ανταλλαγή πληροφοριών. Συνεργασία αρμοδίων αρχών. ΄Αρθρ.8.-1.Οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση καθώς και οι μικτές εταιρείες και οι θυγατρικές τους ή οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 4 παρ. 5 εδάφ. β του παρόντος επιχειρήσεις, υποχρεούνται να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφορίες και στοιχεία απαραίτητα για την άσκηση της εποπτείας αυτής καθώς και να τα ανταλλάσσουν μεταξύ τους, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας περιορισμών ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών ή απορρήτων στοιχείων. 2.Προς διευκόλυνση της άσκησης της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σε περίπτωση κατά την οποία η μητρική επιχείρηση και ένα από τα θυγατρικά της πιστωτικά ιδρύματα είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων άλλων κρατών μελών όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά στοιχεία για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας περιορισμό ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών ή απορρήτων στοιχείων. Ειδικότερα σε περίπτωση, που η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, συντρέχει όμως αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρ. 4 του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους να συγκεντρώσουν και να Σελ. 124,110(α) Τεύχος 1415 Σελ. 74 διαβιβάσουν προς αυτήν όλες τις απαραίτητες για την άσκηση της εποπτείας πληροφορίες. Αντίστοιχα, σε περίπτωση κατά την οποία η μητρική επιχείρηση είναι μεν εγκατεστημένη στην Ελλάδα την αρμοδιότητα όμως για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση έχουν οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον της ζητηθεί από τις εν λόγω αρχές, συγκεντρώνει και τους διαβιβάζει όλα τα απαραίτητα για την άσκηση της εποπτείας αυτής πληροφοριακά στοιχεία. 12.Θ.β.38 ΄Ελεγχος της πίστεως «3.Σε περίπτωση κατά την οποία μία Ε.Π.Ε.Υ., μία χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μία εταιρεία συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες και υπόκεινται σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με το Υπουργείο Εμπορίου που ασκεί εποπτεία επί των επιχειρήσεων αυτών, για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, π.δ/τος, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων, με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας, περιορισμών ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών ή απορρήτων στοιχείων.» Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ.στ΄ της παρ.2 άρθρ.34 Νόμ.2396/25-30 Απρ.1996 (ΦΕΚ Α΄73), ανωτ.σελ.58,231. 4.Με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στις παρ. 1 έως 3 του παρόντος άρθρου περιπτώσεων, οι πληροφορίες που συλλέγονται και ανταλλάσσονται βάσει των διατάξεων του παρόντος Π.Δ/τος, υπόκεινται στο επαγγελματικό - υπηρεσιακό απόρρητο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρ. 21 του Νόμ. 2076/92 καθώς και στους τυχόν ισχύοντες με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας περιορισμούς ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών ή απορρήτων στοιχείων. 5.Σε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιθυμούν, στα πλαίσια της εφαρμογής του παρόντος, να ελέγξουν την ακρίβεια στοιχείων και πληροφοριών επί επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, απευθύνουν σχετικό αίτημα στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είτε προβαίνει η ίδια στον έλεγχο των ως άνω στοιχείων και πληροφοριών είτε επιτρέπει στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές να διενεργήσουν τον εν λόγω έλεγχο οι ίδιες ή μέσω των εξουσιοδοτημένων από αυτές εμπειρογνωμόνων ή ελεγκτών. Αντίστοιχα η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου περί επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, προβαίνει, στα πλαίσια της εφαρμογής του παρόντος, με ανάλογες προς τα ως άνω διαδικασίες στον έλεγχο της ακρίβειας των σχετικών με τις επιχειρήσεις αυτές πληροφοριών και στοιχείων. 6.Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρχή αρμόδια για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, καταρτίζει κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών που αναφέρονται στο άρθρ. 4 παρ. 1β) και 2 του παρόντος, τον οποίο κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών καθώς και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Υποχρέωση παροχής πληροφοριών επιτόπιοι έλεγχοι Άρθρ.9.-1.Οι επιχειρήσεις που συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του παρόντος, υποχρεούνται να θεσπίσουν κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων που είναι αναγκαία για την άσκηση της εποπτείας αυτής. 2.Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους για την επαλήθευση των πληροφοριών και στοιχείων που της αποστέλλουν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες καθώς και οι μικτές εταιρείες και οι θυγατρικές τους, στα πλαίσια της άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Αν μία μικτή εταιρεία ή μία από τις θυγατρικές της είναι ασφαλιστική επιχείρηση, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει και τη διαδικασία του άρθρ. 8 παρ. 3. Αν η μικτή εταιρεία ή μία των θυγατρικών της βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων γίνεται με τη διαδικασία του άρθρ. 8 παρ. 5. 3.Οι προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου διαδικασίες επαλήθευσης των πληροφοριών εφαρμόζονται και στην περίπτωση των θυγατρικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 4 παρ. 5 εδάφ. β του παρόντος. 4.Η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει διευκρινίσεις και δίνει ειδικότερες οδηγίες προς τα εποπτευόμενα ιδρύματα, εταιρείες και επιχειρήσεις για την αποτελεσματικότερη άσκηση εποπτείας, σε ενοποιημένη βάση τους τομείς που καλύπτει η εποπτεία αυτή. Κυρώσεις Άρθρ.10.-1.Με την επιφύλαξη εφαρμογής των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί με την απόφασή της να επιβάλει κατά των χρηματοδοτικών ή μικτών εταιρειών και των υπευθύνων στελεχών τους κυρώσεις ή μέτρα με σκοπό την παύση διαπιστωθεισών παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος Π.Δ/τος ή των αιτίων που προκαλούν τις παραβάσεις αυτές καθώς και παραβάσεων των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται για την εφαρμογή του παρόντος Π/Δ.τος. (Αντί για τη σελ. 124,111) Σελ. 124,111(α) Τεύχος 1415 Σελ. 75 ΄Ελεγχος της πίστεως 12.Θ.β.38 Οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται ιδίως σε περίπτωση άρνησης χορήγησης των ζητουμένων στοιχείων ή παροχής ανακριβών στοιχείων ή παρακώλυσης με οποιοδήποτε τρόπο των επιτοπίων ελέγχων που διενεργούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος και τα εξουσιοδοτημένα όργανά της ή από τις τυχόν αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση αρχές των άλλων κρατών μελών ή τα εξουσιοδοτημένα όργανά τους. 2.Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιβάλει, βάσει της ως άνω παρ. 1, τις εξής κυρώσεις και μέτρα: α)Να αποφασίζει την έκπτωση των υπευθύνων για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις μελών των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας. Η αντικατάσταση των μελών που εκπίπτουν γίνεται σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας και τη νομοθεσία περί εταιρειών. β)Να διατάσσει την απομάκρυνση των υπευθύνων για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις διευθυντικών στελεχών των ως άνω εταιρειών. γ)Να επιβάλει στις χρηματοδοτικές ή μικτές εταιρείες και στα πρόσωπα που τις διοικούν ή κατέχουν συμμετοχή σε αυτές, τις κυρώσεις που προβλέπονται στην παρ. 9 του άρθρ. 17 του Νόμ. 2076/92 όσον αφορά τη σχέση τους με τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα. δ)Να επιβάλει χρηματικά πρόστιμα υπέρ του Ελληνικού Δημόσιου μέχρι δραχμ. 100 εκατομ. κατά των χρηματοδοτικών ή μικτών εταιρειών που παραβιάζουν τις διατάξεις του παρόντος καθώς και κατά των μελών των οργάνων διοίκησης και των διευθυντικών στελεχών τους τα οποία παραβιάζουν εν γνώσει τους τις διατάξεις αυτές. Λοιπές διατάξεις Άρθρ.11.-1.Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθ. 678/86 (ΦΕΚ Α΄ 9/86). ΄Οπου στην κειμένη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στην εν λόγω καταργούμενη Πράξη, αυτή νοείται ως αναφορά ή παραπομπή στο παρόν Π.Δ/μα. 2.Από τη Δημοσίευση του παρόντος τροποποιείται η παρ. 5 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2076/1992 ως εξής: «Αρμόδιες αρχές: οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει του νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων». Άρθρ.12.-Η ισχύς του παρόντος δ/τος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 124,112(α) Τεύχος 1415 Σελ. 76 Άρθρ.1.-Σκοπός του δ/τος αυτού είναι η προσαρμογή της ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδιαίτερα προς τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 92/30/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 110/28.4.92) «σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση». Ορισμοί Άρθρ.2.-Κατά την έννοια του παρόντος Π.Δ/τος νοούνται ως: -Πιστωτικό ίδρυμα: πιστωτικό ίδρυμα όπως αυτό ορίζεται στο άρθρ. 2 παρ. 1 του Νόμ. 2076/92 (ΦΕΚ Α΄ 130) καθώς και όλες οι ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις που πληρούν τον ορισμό του άρθρου αυτού και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρα. -Χρηματοδοτικό ίδρυμα: χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρ. 2 παρ. 6 του Νόμ. 2076/92. 12.Θ.β.37 ΄Ελεγχος της πίστεως ΄Ελεγχος της πίστεως 12.Θ.β.38 -Χρηματοδοτική εταιρεία: χρηματοδοτικό ίδρυμα, του οποίου οι θυγατρικές επιχειρήσεις είναι αποκλειστικώς ή κυρίως πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα. -Μικτή εταιρεία: μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα. -Επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών: επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση ή διαχείριση ακινήτων, στην παροχή υπηρεσιών πληροφορικής ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων. -Συμμετοχή: η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης. -Μητρική επιχείρηση: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 42ε παρ. 5 εδαφ. α΄ του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύει, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχειρήσεως. -Θυγατρική επιχείρηση: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 42ε παρ. 5 εδαφ. α΄ του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύει, καθώς και κάθε επιχείρηση επί της οποίας άλλη επιχείρηση (μητρική) ασκεί, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, δεσπόζουσα πράγματι επιρροή. Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης, που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών. -Αρμόδιες αρχές: οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει του νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. (Μετά τη σελ.124,106(α) Σελ. 124,1061 Τεύχος 1415 Σελ. 71 12.Θ.β.38 ΄Ελεγχος της πίστεως Πεδίο εφαρμογής Άρθρ.3.-1.Το παρόν Π.Δ/μα εφαρμόζεται σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, με την επιφύλαξη των παρ. 2 και 3, καθώς και στις χρηματοδοτικές εταιρείες και στις μικτές εταιρείες που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 2.Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος η Τράπεζα της Ελλάδος και οι κεντρικές τράπεζες των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 3.Για την εφαρμογή του παρόντος θεωρούνται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Νόμ. 2076/92 για την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις; δυνάμει του άρθρ. 3 παρ. 2 (β-δ) και 3 του νόμου αυτού. Αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος Πιστωτικά ιδρύματα υποκείμενα σε ενοποιημένη εποπτεία Άρθρ.4.-1.Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 6 του παρόντος: α)επί των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και έχουν ως θυγατρική επιχείρηση τουλάχιστον ένα πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή διαθέτουν συμμετοχή σ’ αυτό, ή β)επί των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και έχουν ως μητρική επιχείρηση μία χρηματοδοτική εταιρεία η οποία έχει επίσης συσταθεί στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή η εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος γίνεται επί τη βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας. 2.Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί επίσης εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα και έχουν ως μητρική επιχείρηση χρηματοδοτική εταιρεία η οποία έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό τον όρο ότι: α)η εταιρεία αυτή δεν έχει ως θυγατρικές πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο μέλος, ή β)η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία έχει μεν ως θυγατρικές και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, κανένα όμως από αυτά δεν εδρεύει στο κράτος μέλος στο οποίο έχει αυτή συσταθεί, συντρέχει δε επιπροσθέτως και μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i)η άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση έχει ανατεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος κατόπιν συμφωνίας με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών ενδιαφερομένων κρατών μελών (συμπεριλαμβανομένου και εκείνου στο οποίο έχει συσταθεί η χρηματοδοτική εταιρεία) ή ii)δεν υπάρχει σχετική κατά τα ως άνω συμφωνία, πλην όμως το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο εδρεύει στην Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο από πλευράς συνολικού ύψους ισολογισμού ή - σε περίπτωση που τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα είναι ισομεγέθη εκείνο που εδρεύει στην Ελλάδα έχει λάβει πρώτο την άδεια λειτουργίας του. 3.Εάν με βάση τις αμέσως ανωτέρω υπό στοιχ. 2 β) περ. i) και ii) προϋποθέσεις προκύπτει ότι αρμόδια για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση δεν είναι η Τράπεζα της Ελλάδος αλλά οι αρχές άλλου κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τότε τα αναφερόμενα στην ως άνω παρ. 2 πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να υποβάλλουν στις εν λόγω αρχές τα απαραίτητα για την εποπτεία αυτή στοιχεία. 4.Για την αποτελεσματικότερη άσκηση της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συμφωνήσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την κατανομή της αρμοδιότητας κατά τρόπο διάφορο από τον οριζόμενο στις παρ. 1 εδαφ. β) και 2 εδάφ. α)του παρόντος άρθρου. 5.Σε περίπτωση κατά την οποία πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα έχει ως μητρική επιχείρηση μικτή εταιρεία που εδρεύει σε κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει από τη μικτή εταιρεία και τις τυχόν άλλες θυγατρικές της, είτε απευθείας είτε μέσω του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος, την παροχή κάθε πληροφορίας αναγκαίας για την άσκηση της εποπτείας του ιδρύματος αυτού, συμπεριλαμβανομένων και των αναλυτικών εκθέσεων των εξουσιοδοτημένων για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων οργάνων προς τα όργανα διοίκησης της εταιρείας. Αντίστοιχα, μικτή εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα και είναι μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και οι εδρεύουσες στην Ελλάδα επιχειρήσεις που είναι θυγατρικές της μικτής μητρικής επιχείρησης, υποχρεούνται να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους απευθείας ή μέσω του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος, τις ως άνω αναφερόμενες πληροφορίες. Τις ίδιες ως άνω πληροφορίες μπορεί να ζητήσει επίσης η Τράπεζα της Ελλάδος και από τις μη υποκείμενες σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση θυγατρικές ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας χρηματοδοτικής εταιρείας. Η παροχή των εν λόγω πληροφοριών και στοιχείων κατ’ ουδένα τρόπο συνεπάγεται την επί των μικτών εταιρειών και των θυγατρικών τους που δεν αποτελούν πιστωτικά ή εποπτευόμενα από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικά ιδρύματα άσκηση εποπτείας σε ατομική βάση εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος. Το ίδιο ισχύει και για τις χρηματοδοτικές εταιρείες και τις μη εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος θυγατρικές τους επιχειρήσεις. (Μετά τη σελ. 124,106) Σελ. 124,107 Τεύχος 1214 - Σελ. 109 ΄Ελεγχος της πίστεως 12.Θ.β.38 Εξαιρέσεις από την ενοποίηση Άρθρ.5.-1.Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος είναι δυνατόν να εξαιρεθεί από την ενοποίηση ένα πιστωτικό ή ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών τα οποία αποτελούν θυγατρικές επιχειρήσεις ή στα οποία διακρατείται συμμετοχή, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις. α)η επιχείρηση που πρόκειται να περιληφθεί στην ενοποίηση ευρίσκεται σε τρίτη εκτός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών, ή β)η επιχείρηση που πρόκειται να περιληφθεί στην ενοποίηση κρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος αμελητέα σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια του άρθρ. 97 παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 ή έχει συνολικό ισολογισμό που δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο των ακόλουθων δύο ποσών: i)είτε το ισότιμο των 10 εκ. ECU, ii)είτε το 1% του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας τη συμμετοχή επιχείρησης. Αν ωστόσο στην περίπτωση αυτή εμπίπτουν πολλές επιχειρήσεις, τότε αυτές πρέπει παρά ταύτα να υπαχθούν στην ενοποίηση, εφόσον ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον σε σχέση με τους ως άνω στόχους, ή γ)όταν κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της προς έλεγχο επιχείρησης θα αντενδείκνυτο ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθη όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων των άρθρ. 97, 98 παρ. 1 και 130 παρ. 3 του Κ.Ν. 2190/1920. 2.Σε περίπτωση κατά την οποία, κατ’ εφαρμογή μιας των περιπτ. β) ή γ) της προηγούμενης παραγράφου ή ανάλογων διατάξεων που έχει θεσπίσει άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού δεν υπάγουν σε ενοποίηση ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει από τη μητρική επιχείρηση πληροφορίες που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας του. Το αυτό ισχύει και ως προς την υποχρέωση μητρικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα να παρέχει πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όταν για τους ίδιους λόγους η Τράπεζα της Ελλάδος εξαιρεί από την ενοποίηση θυγατρικά της μητρικής αυτής επιχείρησης πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Σελ. 124,108 Τεύχος 1214 - Σελ.110 Μορφή και έκταση της ενοποιημένης εποπτείας Άρθρ.6.-1.Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση με τη μορφή και κατά την έκταση που περιγράφονται στις παρ. 2-7 του παρόντος άρθρου. Η εποπτεία αυτή καλύπτει τουλάχιστον τους παρακάτω τομείς: α)έλεγχο της φερεγγυότητας, και γενικά του πιστωτικού κινδύνου, β)έλεγχο της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κινδύνων της αγοράς, περιλαμβανομένου του συναλλαγματικού κινδύνου από ανοικτές θέσεις, γ)έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και γενικά της συγκέντρωσης κινδύνων, δ)έλεγχο της τήρησης των ορίων του άρθρ. 16 του Νόμ. 2076/1992 προκειμένου για όμιλο που έχει ως μητρική επιχείρηση πιστωτικό ίδρυμα. 2.Για τους σκοπούς της άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού καθώς και τα έσοδα και τα έξοδα των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης (πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικής εταιρείας) ενσωματώνονται ακέραια στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις (ολική ενοποίηση). 12.Θ.β.38 ΄Ελεγχος της πίστεως 3.Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εφαρμόζεται η αναλογική ενοποίηση, υπό την έννοια του τρίτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου, σε περιπτώσεις που διακρατούνται συμμετοχές σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα από επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση και ασκεί τη διοίκηση των ιδρυμάτων αυτών από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που δεν περιλαμβάνονται στην ενοποίηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την επιβολή στις περιπτώσεις αυτές της αναλογικής ενοποίησης κρίνοντας κατά περίπτωση εάν η ευθύνη της επενδύουσας επιχείρησης ή των επενδυουσών επιχειρήσεων που δεν περιλαμβάνονται στην ενοποίηση περιορίζεται στο μέρος των κεφαλαίων των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που κατέχουν. Ως αναλογική ενοποίηση νοείται η ενσωμάτωση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού καθώς και των εσόδων και εξόδων των ενοποιούμενων πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, ανάλογα με το ποσοστό του κεφαλαίου των ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει η επενδύουσα επιχείρηση. 4.Με την επιφύλαξη εφαρμογής της παρ. 7 του παρόντος άρθρου, σε περιπτώσεις άλλων πλην των αναφερομένων στην παρ. 3 συμμετοχών σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα εφαρμόζεται η μέθοδος της καθαρής θέσεως σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 2 έως 7 και 9 του άρθρ. 106 του κωδ. Νόμ. 2190/20. 5.Πέραν των προαναφερθεισών περιπτώσεων, σε ενοποίηση υπόκεινται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 7 του παρόντος άρθρου τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα για τα οποία συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α:Όταν κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων χωρίς να διαθέτει συμμετοχή στα ιδρύματα αυτά. β.Όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα έχουν τεθεί υπό ενιαία διεύθυνση και δεν υπάγονται στην περίπτωση της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. γ.Όταν τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά όργανα δύο ή περισσοτέρων πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα. Η μορφή της ενοποίησης στις ως άνω περιπτώσεις, α), β) και γ) είναι η οριζόμενη στο άρθρ. 96 του Κ.Ν. 2190/20. 6.Όταν επιβάλλεται η ενοποιημένη εποπτεία κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 4 του παρόντος, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις περιπτώσεις και με τις μεθόδους που αναφέρονται στις παρ. 2 έως 5 του παρόντος άρθρου. 7.Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι δυνατόν να επιβάλει την ενοποίηση στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που συνδέονται με επιχειρήσεις κατά τα οριζόμενα στις παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου κατά διαφορετική μορφή και έκταση εφόσον κρίνει ότι με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται αποτελεσματικότερη εποπτεία των συγκεκριμένων πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση στους τομείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Παράλληλη άσκηση ενοποιημένης και μη εποπτείας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.