← Ελλάδα

3. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 97 της 23 Ιουλ. 1951 Περί των παροχών του Κλάδου Συντάξεων κατά τον Α.Ν. 1846/51. Α.Ημερομηνία εφαρμογής του νέου νόμου. Συμφών

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ διευκρινίζει τις παροχές του Κλάδου Συντάξεων σύμφωνα με τον νέο νόμο Α.Ν. 1846/51, ορίζοντας την ημερομηνία έναρξης ισχύος και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 97 της 23 Ιουλ. 1951 Περί των παροχών του Κλάδου Συντάξεων κατά τον Α.Ν. 1846/51. Α.Ημερομηνία εφαρμογής του νέου νόμου. Συμφώνως προς την διάταξιν του άρθρ. 65 του ως άνω Νόμου η ισχύς των περί παροχών διατάξεών του άρχεται από της 1 Αυγ. 1951. Από της χρονολογίας επομένως ταύτης θα κριθούν επί τη βάσει των διατάξεων του νόμου τούτου τα δικαιούχα πρόσωπα, αι απαιτούμεναι δι’ εκάστην παροχήν χρονικαί προϋποθέσεις το ποσόν ταύτης ή έναρξις και λήξις του δικαιώματος, οι λόγοι αναστολής, στερήσεως, παραγραφής κλπ. Σελ. 267 Συντάξεις 15Β.Ζ.α.1-3 Εν τω νόμω δεν αναγράφεται διάταξις ρυθμίζουσα τας μέχρι της ως άνω ημερομηνίας εκκρεμείς υποθέσεις (υποβληθείσας και υποβληθησομένης αιτήσεις μέχρι και της 31.7.51). Κρίνεται όθεν σκόπιμον, του όλου ζητήματος εξετασθέντος από της ορθολογιστικής ειδικώτερον απόψεως αντιμετωπίσεως των εμφανισθησομένων εν τη πράξει δυσχερειών, όπως η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως ληφθή ως κριτήριον δια την εφαρμογήν των διατάξεων του νέου Νόμου. Υπέρ της απόψεως ταύτης συνηγορεί και η διάταξις του άρθρ. 29 παρ. 8 αυτού περί αναπροσαρμογής των ποσών της συντάξεως, ήτις αναφέρεται εις τα πρόσωπα «τα λαμβάνοντα σύνταξιν κατά την έναρξιν της ισχύος .............». Προφανώς όμως εις την κατηγορίαν ταύτην συγκαταλέγονται και εκείνα, τα οποία ήσκησαν το προς σύνταξιν δικαίωμα μέχρι της 31-7-51, διότι και εις τας περιπτώσεις ταύτας, επελθόντος του ασφαλιστικού κινδύνου προ της 1-8-51, η αναγνώρισις της συντάξεως ανατρέχει έκτοτε, αφού και τα θεμελιούντα το δικαίωμα γεγονότα έχουν επέλθει και εις τας τοιαύτας περιπτώσεις κατά τον χρόνον της ισχύος του παλαιού Ν. 6298. Επί τη βάσει της τιθεμένης ταύτης αρχής θέλουν εφαρμοσθή και αι περί παραγραφών διατάξεις. Αι μέχρι δηλονότι 31 Ιουλίου υποβληθησόμεναι αιτήσεις προς χορήγησιν παροχών κλάδου συντάξεων θα κριθούν βάσει των σχετικών περί παραγραφών διατάξεων του ν. 6298, ενώ αι εφεξής υποβαλλόμεναι τοιαύται υπό των διατάξεων του άρθρ. 40 παρ. 6 του νέου νόμου. Σημειούμεν εν προκειμένω την δια της παρ. 6 του άρθρ. 40 ουσιώδη τροποποίησιν του άρθρου 46 παρ. 2 του ν. 6298 καθ’ ην υπόκειται εις διετή παραγραφήν το εις σύνταξιν δικαίωμα «λόγω θανάτου» εν αντιθέσει προς το τοιούτον «λόγω αναπηρίας, ή γήρατος», το οποίον κατ’ ακολουθίαν θα δύναται ν' αναγνωρισθή εφ’ όσον χρόνον εξακολουθούν πληρούμεναι αι προϋποθέσεις του άρθρ. 28 του νέου νόμου. Περαιτέρω παρατηρούμεν ότι καίτοι ως μη επαναλαμβανόμεναι εν τω νέω νόμω παύουν ισχύουσαι αι διατάξεις π.χ. του άρθρ. 36 του ν. 6298 περί εφάπαξ αποζημιώσεως ως και του άρθρ. 37 παρ. 3 εδ. β΄ περί εφ’ άπαξ βοηθήματος ή η παρ. 6 του άρθρ. 37 παρ. 4 εδ. α΄ περί παρατάσεως του προς σύνταξιν δικαίωματος τέκνου μέχρι του 21 έτους της ηλικίας του λόγω σπουδών επί τη βάσει εν τούτοις της τεθείσης ανωτέρω αρχής τα ενασκηθέντα ήδη περί τούτων δικαιώματα ή τα ενασκηθησόμενα τοιαύτα μέχρι και της 31 Ιουλίου ε.έ. θέλουν κριθή βάσει των υφ’ ων διείποντο διατάξεων του ν. 6298. Σελ. 268 Περίπτωσις εξ άλλου εφαρμογής του άρθρ. 44 παρ. β΄ του ν. 6298, μετά την έναρξιν της ισχύος των περί παροχών διατάξεων του νέου νόμου, δεν υφίσταται, δεδομένου ότι η σχετική με τους εν αλλοδαπή παραμένοντος συνταξιούχους διάταξις δεν επαναλαμβάνεται. Αφ’ ετέρου αι κατά την μεταβατικήν ταύτην περίοδον αιτήσεως περί προεξοφλήσεως ποσών συντάξεων δέον να κριθώσι μετά μεγάλης αυστηρότητος, δεδομένου ότι δεν παρέχεται πλέον τοιαύτη δυνατότης δια του νέου νόμου. Β.Χρονικαί προϋποθέσεις. Εν άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ καθορίζονται αι δια την συνταξιοδότησιν λόγω αναπηρίας ή γήρατος απαιτούμεναι χρονικαί προϋποθέσεις. Αι αυταί προϋποθέσεις απαιτούνται συμφώνως προς την διάταξιν της παρ. 6 του αυτού άρθρ. 28 και δια την περίπτωσιν απονομής συντάξεως εις μέλη οικογένειας ησφαλισμένου λόγω θανάτου του. Ειδικώτερον, συντάξεως δικαιούται ο ησφαλισμένος όστις επραγματοποίησεν εν τη ασφαλίσει 2.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας και αφ’ ετέρου ο ησφαλισμένος όστις επραγματοποίησεν ανά 100 τουλάχιστον ημέρας εργασίας καθ’ έκαστον των 5 ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους, καθ’ ο ούτος συνεπλήρωσε το 65ον προκειμένου περί αρρένων και το 60ον προκειμένου περί θηλέων έτους της ηλικίας ή καθ’ ο υπέβαλε την περί απονομής αυτώ συντάξεως λόγω γήρατος αίτησίν του μετά την συμπλήρωσιν του ανωτέρω ορίου ηλικίας ή καθ’ ο κατέστη ανάπηρος, ή προκειμένου περί μελών οικογενείας, του έτους, καθ’ ο επήλθεν ο θάνατος του ησφαλισμένου. Διευκρινίζομεν ότι ημερολογιακόν έτος νοείται το από της 1 Ιανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου προηγούμενον τοιούτον. Εκ της ρητής διατυπώσεως του εδ. β΄ του ανωτέρω αριθμού συνάγεται σαφώς ότι και εάν μία μόνον ημέρα εργασίας ελλείπη εκ των απαιτουμένων 100 ανά έκαστον των 5 τούτων ετών, η αίτησις περί συνταξιοδοτήσεως θ’ απορριφθή αδιαφόρως αν εις έτερον έτος ο ησφαλισμένος έχη πραγματοποιήσει πλέον του απαιτουμένου ελαχίστου ορίου των 100 ημερών εργασίας. Εφιστώμεν την υμετέραν προσοχήν επί του ότι δια την πλήρωσιν των προϋποθέσεων τόσον του εδ. α΄ όσον και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 28 δεν θα προσμετρώνται πλέον ημέραι επιδοτήσεως, ασθενείας ή ανεργίας, ούτε θα ενεργήται μείωσίς της λόγω συνταξιοδοτήσεως ή στρατεύσεως του ησφαλισμένου των σχετικών διατάξεων σιωπηρώς καταργουμένων. 15Β.Ζ.α.3 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.3 Συντάξεις Γ .Γήρας. Ως όριον ηλικίας δια τη λόγω γήρατος συνταξιοδότησιν καθορίζεται και δια του νέου νόμου το 65ον έτος δια τους άνδρας και το 60ον δια τας γυναίκας. Εξ’ άλλου όμως θεσπίζεται η προαιρετική αποχώρησις με δικαίωμα συντάξεως από του 60ου έτους της ηλικίας δια τους άρρενας και του 55ου δια τας θήλεις, του νέου νόμου εισάγοντας εν τω σημείω τούτω αξιοσημείωτον κοινοτομίαν (άρθρ. 28 παρ. 5). Εις την περίπτωσιν ταύτην, εάν ο ησφαλισμένος επραγματοποίησε 2.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ' έκαστον των 5 ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους, καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως, θα δικαιωθή συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά το 1/200 της πλήρους μηνιαίας τοιαύτης δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα εκ του οριζομένου νομίμου ορίου ηλικίας. Παράδειγμα: Ησφαλισμένος ηλικίας π.χ. 63 ετών υποβάλλει αίτησιν συνταξιοδοτήσεως τον Οκτ. του 1951. Είναι δυνατόν ούτος να δικαιωθή συντάξεως γήρατος εφ’ όσον έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2.500 ημέρας εργασίας, εξ’ αυτών δε ανά 100 τουλάχιστον καθ’ έκαστον των 5 ημερολογιακών ετών των προ του 1951, ήτοι από 1946-1950. Το ποσόν της βασικής του συντάξεως εάν ο ησφαλισμένος κατατάσσεται εις την V κλάσιν, ανέρχεται εις δρχ. 250.000, αίτινες δέον να προσαυξηθούν κατά 30.000 (ήτοι κατά 12% αναλόγως προ τον αριθμόν των πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας). Η πλήρης επομένως μηνιαία του σύνταξις θα ανέλθη εις δραχμ. 280.000. Το ποσόν δέον να μειωθεί κατά 1/200 επί τον αριθμόν των ελλείποντων μηνών μέχρι συμπληρώσεως του 65 έτους της ηλικίας του. Δεδομένου δε, ότι εν προκειμένω μη προσκομιζομένης ενδεχομένως ληξιαρχικής πράξεως λαμβάνεται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν της μειώσεως η 1 Ιουλίου του έτους γεννήσεως συμφώνως προς την παρ. 3 του άρθρ. 10 του νέου νόμου, οι ελλείποντες μήνες ανέρχονται εις 21. Η ενεργηθησομένη επομένως μείωσις δεον να υπολογισθή ως ακολούθως: 280.000:200 (280.000:200)=1.400. Κατά το ποσόν τούτο δέον να μειωθή η σύνταξις δι’ έκαστον ελλείποντα μήνα, και δια τους 21 τοιούτους. (1.400Χ21)=29.400. Η απονεμηθησομένη επομένως σύνταξις θα ανέλθη εις 250.600 δραχμάς μηναίως. Τα υπό της παρ. 1 εδ. β΄ του άρθρ. 28 θεσπιζόμενα όρια ηλικίας δια την αναγνώρισιν δικαιώματος συντάξεως, λόγω γήρατος μειούνται κατά 5 έτη προκειμένου περί μισθωτών απασχολουμένων εις ιδιαζόντως επίπονα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, άτινα θέλουν καθορισθή δια κανονισμού, εκ της εκδόσεως του οποίου επομένως ήρτηται και η εφαρμογή της ειδικής ταύτης περιπτώσεως. Κατά την διάταξιν εξ άλλου της παρ. 4 του άρθρ. 28 ημέραι εργασίαι πραγματοποιηθείσαι κατά το πρώτον έτος μετά την συμπλήρωσιν των κατά την παρ. 1 του αυτού άρθρου ορίων ηλικίας συνυπολογίζονται άπασαι προς τας υπό της αυτής παρ. 1 απαιτουμένας τοιαύτας. Αι κατά τα επόμενα έτη πραγματοποιούμεναι συνυπολογίζονται μετ’ αφαίρεσιν 50 ημερών εκ των πραγματοποιηθεισών καθ’ έκαστον ημερολογιακόν έτος. Ούτω: ησφαλισμένος π.χ. ηλικίας 68 ετών δύναται να δικαιωθή συντάξεως γήρατος εάν έχη πραγματοποιήσει ανά 100 τουλάχιστον ημέρας εργασίας καθ’ έκαστον, των τεσσάρων και ανά 150 τουλάχιστον κατά το τελευταίον προ της υποβολής της αιτήσεώς του ημερολογιακού έτος, καθ’ ο διήγε το 67ον έτος της ηλικίας του. Τούτο δε διότι από του δευτέρου έτους μετά την συμπλήρωσιν του νομίμου ορίου ηλικίας (65ον επί αρρένων) αι απαιτούμεναι κατ' ελάχιστον όριον ανά έκαστον έτος ημέραι εργασίας, αυξάνονται ως εξετέθη από 100 εις 150. Εφιστώμεν, την υμετέραν προσοχήν επί του ότι εις περίπτωσιν συνεχίσεως της εργασίας υπό του λόγω γήρατος συνταξιοδοτουμένου, ενδέχεται να έχη εφαρμογήν η διάταξις του άρθρ. 29 παρ. 7 εδ. γ΄ του νόμου καθ’ ην αναστέλλεται η καταβολή της συντάξεως εάν και εφ' όσον χρονικόν διάστημα ο συνταξιούχος ασκεί αυτοτελές επάγγελμα ή παρέχει εξηρτημένην εργασίαν, εξ ης αποκερδαίνει ποσόν ανώτερον του 25πλασίου του ημίσεος ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως, βάσει της οποίας απενεμήθη η σύνταξις, ήτοι του ημίσεως των τεκμαρτών αποδοχών του. Εάν δηλονότι εχορηγήθη εις ησφαλισμένων σύνταξις γήρατος υπολογισθείσα βάσει του τεκμαρτού ημερομισθίου της VI μισθολογικής κλάσεως ή καταβολή της θ’ ανασταλή από της ημέρας αφ’ ης ούτος θα κερδίζη πλέον του 35.000:2Χ25=437.500 μηνιαίως. Δ.Αναπηρία. Η έννοια της αναπηρίας και της διαδικασίας της διαπιστώσεως της δεν μεταβάλλονται δια του νέου νόμου. Δια της διατάξεως όμως του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 28 καθιερούται νέα παροχή του Κλάδου Συντάξεων «το επίδομα αναπροσαρμογής» το οποίον θα παρέχεται επί δύο έτη κατ’ ανώτατον όριον εις τους ησφαλισμένους εκείνους, οι οποίοι έχουν απολέσει πλέον του 1/3 της εργατικής των ικανότητος ουχί όμως και πέραν των 2/3 ταύτης και ως εκ τούτου δεν θα εδικαιούντο συντάξεως αναπηρίας. Η παροχή του επιδόματος τούτου, ως εν τη εισηγητική του νόμου εκθέσει αναπτύσσεται, θα επιτρέψη εις τους καθισταμένους μερικώς αναπήρους ν’ αντιμετωπίσουν την πρώτην μεταβατικήν περίοδον της αναπηρίας των και να προσαρμοσθούν προς το επάγγελμα των ή να προσανατολισθούν προς νέον τοιούτον. Σελ. 269 Συντάξεις 15Β.Ζ.α.3 Δια την προς τον σκοπόν τούτον διευκόλυνσιν των προσπαθειών των, το επίδομα θα καταβάλλεται αδιαφόρως ασκήσεως οιασδήποτε εργασίας και των εκ ταύτης προσόδων. Οι επιδοματούχοι της κατηγορίας ταύτης υποχρεούνται επί ποινή στερήσεως του επιδόματος, όπως αποδέχωνται την προτεινομένην αυτοίς υπό του Ι.Κ.Α. επαγγελματικήν αναπροσαρμογήν. Επί του θέματος όμως τούτου θέλομεν επανέλθει εν καιρώ. Προφανές καθίστανται, ότι εν τη πράξει κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως του εδ. β΄ παρ 2 του άρθρ. 28,τα αρμόδια υγειονομικά όργανα εν εκάστη περιπτώσει, δι’ ην θα αιτείται κατά την μέχρι τούδε διαδικασίαν γνωμάτευσίς των, θα πιθανολογούν οσάκις το ποσοστόν της αναπηρίας είναι κατώτερον του δια την αναγνώρισιν συντάξεως απαιτουμένου (παρ. 2 εδ. α΄ του άρθρ. 28), και το ποσοστόν της μερικής αναπηρίας δια την αναγνώρισιν του επιδόματος της αναπροσαρμογής. Ούτω δι’ ητιολογημένης γνωματεύσεως των θ’ αποφαίνωνται, εάν η αναπηρία υπερβαίνη τα 2/3 ή εάν αύτη δεν εξικνείται μεν μέχρι του ποσοστού τούτου, είναι όμως κατώτερα του 1/3. Δια την τοιαύτην κρίσιν των κατ’ αναλογίαν θέλουν ισχύει αι επί του θέματος τούτου εκδοθείσαι κατά το παρελθόν σχετικαί ημών οδηγίαι. Ε.Θάνατος. Δια του νέου νόμου δεν εισάγονται καινοτομίαι δια την περίπτωσιν του θανάτου ως ασφαλ. περιπτώσεως, παρεχούσης δικαίωμα εις σύνταξιν εις τα μέλη της οικογενείας του αποβιώσαντος ησφαλισμένου συνταξιούχου. Επι αφανείας εξ άλλου,. ως και καταδίκης εις ποινήν στερητικήν της ελευθερίας, θέλουν εφαρμοσθή αι κατά το παρελθόν δοθείσαι σχετικαί οδηγίαι. ΣΤ.Διαδοχική συνταξιοδότησις. Αι καταδολιεύσεις της ασφαλίσεως επί τω σκοπώ απολήψεως και ο δευτέρας συντάξεως παρά του Ι.Κ.Α. θέλουσιν εκλείψει μελλοντικώς δια της ειδικής διατάξεως του άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. β΄, δι’ ης θεσπίζονται ηυξημέναι προϋποθέσεις δια την απονομήν συντάξεως εις ησφαλισμένους συνταξιοδοτουμένους κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως των παρά του Δημοσίου ή παρ' ετέρου οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως. Κατά την διάταξιν εξ άλλου του άρθρ. 29 παρ. 4 του νέου νόμου ουδείς δικαιούται παρά του Ι.Κ.Α. περισσοτέρας της μιας συντάξεων αδιαφόρως αιτίας. Εάν επομένως πρόσωπον τι έχει δικαιωθή πλειόνων (εις συνταξιούχον π.χ. λόγω γήρατος έχει απονεμηθή σύνταξις και λόγω θανάτου του συζύγου της), από 1 Αυγούστου ε.έ. θέλει καταβάλληται αυτώ η μεγαλυτέρα τοιαύτη. Σελ. 270 Ζ.Υπολογισμός του ποσού της συντάξεως. Κατά το καθιερούμενον υπό του άρθρ. 29 του νέου νόμου σύστημα καθορισμού των ποσών των συντάξεων αφ’ ενός επιτυγχάνεται η εξασφάλισις ενός κατωτάτου ορίου συντηρήσεως δια του καθορισμού παγίου ποσού συντάξεως εκ ποσοστού του τεκμαρτού ημερομισθίου της πρώτης κλάσεως, ανεξαρτήτως αποδοχών και καταβληθεισών εις την ασφάλισιν εισφορών, ενώ αφ’ ετέρου δια να τονώνεται παρά τω ησφαλισμένω το ενδιαφέρον διατηρήσεώς του εις την ασφάλισιν, κλιμακούται περαιτέρω το ποσόν της συντάξεως αναλόγως προς την διάρκειαν της ασφαλίσεως και το ύψος του μισθού του. Ούτω, κατά την διάταξιν του ανωτέρου άρθρου, η βασική σύνταξις συνίσταται εκ παγίου δι’ άπαντας ποσού ίσου προς τα 80% του τεκμαρτού ημερομισθίου της κατωτάτης ασφαλιστικής κλάσεως και εκ των κάτωθι προσαυξήσεων 1)εκ 10% της διαφοράς μεταξύ του τεκμαρτού ημερομισθίου της Ι κλάσεως και της κλάσεως εις ην ανήκει ο ησφαλισμένος ως αύτη προσδιορίζεται εν άρθρ. 37 παρ. β΄ του νέου νόμου, της κλάσεως δηλονότι, εις η ανήκει ο ησφαλισμένος κατά τας περισσοτέρας ημέρας εργασίας των τελευταίων δύο ημερολογιακόν ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους, καθ’ ο υπεβλήθη η αίτησις περί συνταξιοδοτήσεως. 2)α)Εκ 4% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας μετά τας πρώτας 999 τοιαύτας, δι’ ας δεν χορηγείται προσαύξησις, και μέχρι συμπληρώσεως 3.000 ημερών εργασίας, β)εκ 3% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας μετά την συμπλήρωσιν των 3.000 τοιούτων μέχρι 6.000 ημέρας εργασίας και γ)εκ 2% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας μετά την συμπλήρωσιν 6.000 τοιούτων και άνω. Δια την αντιμετώπισιν των περιπτώσεων, καθ’ ας ο ησφαλισμένος δεν έχει εργασθή κατά τα δύο αμέσως προηγουμένως έτη εκείνου καθ’ ο υπέβαλε την περί απονομής συντάξεως αίτησιν, ως και οσάκις τα θεμελιούντα το δικαίωμα εις σύνταξιν γεγονότα επήλθον εις χρόνον ανατρέχοντα εις δύο και πλέον έτη προ της υποβολής της αιτήσεως προς συνταξιοδότησιν, δια τον υπολογισμόν του τεκμαρτού ημερομισθίου δέον ερμηνευτικώς να ληφθή υπ' όψιν η μισθολογική κλάσις εις ην επραγματοποιήθησαν τα περισσότερα ημερομίσθια κατά τα δύο τελευταία έτη παροχής εργασίας. 15Β.Ζ.α.3 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.3 Συντάξεις Σημειούμεν επί τούτοις ότι εφ’ όσον κατά την διάταξιν του άρθρ. 29 παρ. β΄ αι προσαυξήσεις υπολογίζονται άμα τη συμπληρώσει 500 ημερών εργασίας, εξαιρουμένων και των πρώτων 999 τοιούτων, δι’ ας δεν χορηγείται προσαύξησις, έπεται ότι η πρώτη εκ 4% προσαύξησις θέλει χορηγηθή μετά την συμπλήρωσιν 1499 πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω εκτεθέντα, η σύνταξις ησφαλισμένου καταταγέντος εις την VII μισθολογικήν κλάσιν θα ανέλθη εις (8.000+(40.000-10.000)=3.000=11.000Χ25)=275. 10 000 δραχμαί) μηνιαίως. Εις ην περίπτωσιν δε, καθ’ η ούτος έχει πραγματοποιήσει 3510 ημέρας εργασίας το ανωτέρω ποσόν θα προσαυξηθή κατά 19% ήτοι κατά 52.250 και επομένως η βασική του μηνιαία σύνταξις θα ανέλθη εις (275.000 + 52.250) =327.250. Η.Προσαύξησις λόγω οικογενειακών βαρών. Κατά την διάταξιν της παρ. Ι του άρθρ. 29 αι βασικαί συντάξεις προσαυξάνονται συντρεχόντων μελών οικογενείας εκ των εν τω άρθρω τούτω αναφερομένων. Εκ των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρ. 28 παρ. 9, 28 παρ. 12 και 29 παρ. 1 του νόμου προκύπτει, ότι αι ειδικαί αύται λόγω οικογενειακών βαρών προσαυξήσεις συντάξεων αφορούν τους λόγω αναπηρίας και γήρατος περιπτώσεις, μη επεκτεινόμεναι και εις τας λόγω θανάτου τοιαύτας. Διευκρινίζομεν τέλος, ότι εάν μέλος της οικογενείας, δι’ ο αιτείται η προσαύξησις, κέκτηται την ιδιότητα συνταξιούχου ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου, τούτο αποτελεί κώλυμα χορηγήσεως προσαυξήσεως δια το μέλος τούτο. αδιάφορον όμως τυγχάνει αντιθέτως προς τα μέχρι τούδε ισχύοντα αν αυτός ούτος ο συνταξιούχος κέκτηται τυχόν τοιαύτην παράλληλον ιδιότητα. Συμφώνως όθεν προς τα ανωτέρω, η βασική σύνταξις λόγω γήρατος ή αναπηρίας μη οφειλομένης εις εργατικόν ατύχημα ησφαλισμένου με τεκμαρτόν π.χ. ημερομίσθιον V μισθολογικής κλάσεως και πραγματοποιήσαντος εν τη ασφαλίσει 3.000 ημέρας εργασίας, θα ανέλθη εις 261.000 δραχμάς, με προσαύξησιν λόγω οικογενειακών βαρών μόνον συζύγου εκ 50% εις δραχ. 391.500 (261.000+130.500), μετά προσαυξήσεως δε λόγω συζύγου και τριών τέκνων (261.000+247.950) εις 508.950 δραχμάς. Θ.Περιορισμός του ποσού συντάξεως. Κατά την διάταξιν της παρ. ΙΙ του άρθρ. 29 το συνολικόν ποσόν της απονεμητέας βασικής συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι ανώτερον του 25πλασίου του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως, βάσει του οποίου υπελογίσθη η σύνταξις. Εις ας επομένως περιπτώσεις υπερβαίνει τούτο, δέον να ενεργήται η σχετική μείωσις. Ι.Έτεραι προσαυξήσεις ποσού συντάξεως Εις την περίπτωσιν της απολύτου αναπηρίας το ποσόν της βασικής συντάξεως προσαυξάνεται κατά 50%. Εάν δε πρόκειται περί απολύτως αναπήρου μέλους οικογενείας αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής η τοιαύτη προσαύξησις δεν επηρεάζει το ποσοστόν της συντάξεως ετέρου δικαιούχου μέλους οικογενείας, δια την εξεύρεσιν του οποίου και μόνον εφαρμόζεται ο περιορισμός της διατάξεως της παρ. ΙΙ του άρθρ. 29. ΙΑ.Έναρξις και λήξις του εις σύνταξιν δικαιώματος. Ειδική επί το θέματος τούτου διάταξις δεν αναγράφεται εν τω νέω νόμω. Εν παρ. 5 του άρθρ. 29 αυτού επαναλαμβάνεται ο περιορισμός του παλαιού νόμου περί της μη καταβολής συντάξεως αναδρομικώς δια χρόνον πέραν του 12μήνου από της ημερομηνίας της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Προφανής καθίσταται όθεν η ιδιαιτέρα εν τω νέω νόμω σημασία της διατάξεως ταύτης, δι’ ης καθιερούται πλέον η αναδρομική έναρξις της συνταξιοδοτήσεως, εφ’ όσον το εφ’ ου αύτη ερείδεται δικαίωμα εθεμελιώθη εις χρόνον προγενέστερον του της υποβολής της αιτήσεως. Το χρονικόν τούτο σημείον προσδιορίζεται, ως γνωστόν, αναλόγως της εκάστοτε ασφαλιστικής περιπτώσεως. Ούτως επί γήρατος η γένεσις της αξιώσεως ανατρέχει εις το χρονικό σημείον καθ’ ο συμπληρούται το όριον ηλικίας, συντρέχουν δε αι χρονικαί, προϋποθέσεις και η εκ της εργασίας αποχή του ασφαλισμένου. Επί αναπηρίας το χρονικόν σημείον γενέσεως της προς παροχήν αξιώσεως προσδιορίζεται εκ του χρόνου επελεύσεως της αναπηρίας εφ’ όσον συνυπάρχουν άμα κατά τούτο αι χρονικαί προϋποθέσεις και η εκ της εργασίας αποχή του ησφαλισμένου. Επί θανάτου τέλος, προσδιορίζεται δια του χρόνου επελεύσεώς του, εφ’ όσον άμα συντρέχουν αι χρονικαί προϋποθέσεις και αι ειδικαί δι’ έκαστον δικαιοδόχον απαιτούμενον προσέτι τοιαύται. Δια της διατάξεως της παρ. 6 του άρθρ. 29 ρυθμίζεται η λήψις του δικαίωματος εις σύνταξιν ή του επιδόματος αναπροσαρμογής, ήτις προσδιορίζεται εν γένει εις το τέλος του μηνός, καθ’ ον επήλθον τα εν τω άρθρω τούτω αναφερόμενα γεγονότα. ΙΒ.Ατύχημα και επαγγελματική ασθένεια. Το ατύχημα και η προς τούτο εξομοιουμένη επαγγελματική ασθένεια δεν αποτελούν ως και κατά τον ν. 6298 αυτά καθ’ εαυτά ιδίας ασφαλιστικάς περιπτώσεις. Τας οφειλομένας όμως εις τοιαύτην αιτίαν συνεπείας (ασθένεια ή αναπηρία και θάνατος) περιέβαλαν ο Νομοθέτης δι’ ιδιαιτέρας ευνοίας τόσον από απόψεΣελ. 271 Συντάξεις 15Β.Ζ.α.3 ως προϋποθέσεων όσον και μεγέθους παροχών. Ούτω κατά την διάταξιν του άρθρ. 34, δια την χορήγησιν συντάξεων λόγω αναπηρίας η συμπλήρωσιν των υπό του άρθρ. 28 καθοριζομένων χρονικών προϋποθέσεων εάν το γεγονός (βίαιον συμβάν) το θεμελιούν το εις σύνταξιν δικαίωμα είναι εργατικόν ατύχημα. Προς τούτο εξομειούται, και η επαγγελματική ασθένεια. Εάν αφ’ ετέρου το γεγονός (βίαιον συμβάν) είναι εκτός εργασίας ατύχημα, αρκεί το ήμισυ του υπό του άρθρου τούτου απαιτουμένου αριθμού ημερών, εργασίας. Σημειωτέον, ότι δια του καθοριζομένου βάσει της σχετικής ευνοϊκής διατάξεως κατωτάτου ορίου ποσού συντάξεως ιδιαιτέρως ευνοείται η κατηγορία εκείνων εκ των αναπήρων εξ εργατικού ατυχήματος οίτινες δεν θέλουσιν δικαιωθή προσαυξήσεως λόγω οικογενειακών βαρών. Διότι ενώ ο συνταξιούχος της κατηγορίας ταύτης, εάν π.χ. καταταγή εις την V μισθολογικήν κλάσιν, κατ' εφαρμογήν της παρ. Ι του άρθρ. 29 θα δικαιωθή βασικής συντάξεως εκ δραχ. 250.000 ήτις με τας προσαυξήσεις οικογενειακών βαρών συζύγου και τέκνων εξ 70% θα ανέλθη εις δραχ. 425.000 η κατ’ εφαρμογήν της παρ. 2 του αυτού άρθρου αναγνωρισθησομένη σύνταξις μετά ή άνευ προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών, θα ανέλθη εις 450.000 δραχ. ΙΓ .Ποσοστά δικαιοδόχων λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Εν παρ. 6 του άρθρ. 28 καθορίζονται αι προϋποθέσεις και τα δικαιούμενα συντάξεως πρόσωπα εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή ησφαλισμένου τυγχάνοντος επιδόματος αναπροσαρμογής. Δια του νέου νόμου το ποσόν συντάξεως, ο δικαιούται η χήρα (χήρος) καθορίζεται εις 80% του ποσού της συντάξεως του θανόντος, του αμφοτεροπλεύρως ορφανού τεκνού εις 60% της δε χήρας μητρός εις 40% υπό τους εν τω αυτώ άρθρω αναφερομένους περιορισμούς. Εάν πρόκειται περί τέκνου αμφοτεροπλεύρως ορφανού,. το ποσοστόν συντάξεως τριπλασιάζεται, εάν δε τούτο είναι απολύτως ανάπηρον, η σύνταξίς του, ως εξετέθη, προσαυξάνεται και κατά 50%. ΙΔ.Αναστολή της συνταξιοδοτήσεως. Δια της δια του άρθρ. 29 παρ. 7 θεσπιζομένης αναστολής καταβολής της συντάξεως αντιμετωπίζονται πλείστα εν τη πράξει ανακύπτοντα ζητήματα και ρυθμίζονται αι περιπτώσεις, καθ’ ας ο συνταξιούχος ασκεί αυτοτελές επάγγελμα ή παρέχει εξηρτημένην εργασίαν. Αιρομένων των υπαγορευόντων την αναστολήν λόγων, ή συνταξιοδότησις θα συνεχίζεται αφ’ ης και οι λόγοι ούτοι ήρθησαν. Σελ. 272 ΙΕ.Αναπροσαρμογή των καταβαλλομένων ποσών συντάξεων. Δια της διατάξεως του άρθρ. 29 παρ. 8 του νέου νόμου καθορίζεται ο τρόπος της αναπροσαρμογής των ποσών των ήδη καταβαλλομένων κατά την έναρξιν της ισχύος του συντάξεων. Προς τούτο οι συνταξιούχοι κατατάσσονται εις τρεις κλάσεις προς εξεύρεσιν τεκμαρτού ημερομισθίου μισθολογικής κλάσεως, εις ην λογίζονται, ότι επραγματοποιήθησαν άπασαι αι υπό εκάστου τούτων πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας, επί τη βάσει δε ταύτης θέλει ενεργηθή η αναπροσαρμογή. Ούτως εις την Ιην κλάσιν κατατάσσονται οι αμφοτέρων των φύλων συνταξιούχοι οι μη συμπληρώσαντες το 18ον έτος της ηλικίας των εις την ΙΙΙ μισθολογικήν κλάσιν αι άνω των 18 ετών γυναίκες και εις την V κλάσιν οι άνω των 18 ετών άνδρες. Δια την τοιαύτην περί τη συμπλήρωσιν της ηλικίας κρίσιν, θα ληφθή υπ’ όψιν ο χρόνος καθ’ ον θεμελιούται το δικαίωμα της αναπροσαρμογής, ήτοι η 1 Αυγούστου 1951. Τα πρόσωπα της κατηγορίας ταύτης θέλουν εξακολουθήσει συνταξιοδοτούμενα μέχρι λήξεως του δικαιώματος των έστω και αν δεν πληρώσι τας υπό του νέου. Α. Νόμου θεσπιζομένας προϋποθέσεις. Τα ούτω δε συνεχιζόμενα δικαιώματα, καταλαμβανόμενα υπό του νέου νόμου, διέπονται εφ’ εξής και υπό των οικείων διατάξεών του. Ούτως, η συνταξιοδότησις ανηλίκου τέκνου τυχόντος συντάξεως κατά τον χρόνον ισχύος των διατάξεων του ν. 6298 συμπληρούντος δε το 16ον έτος της ηλικίας του μετά την 1ην Αυγούστου δύναται να παραταθή μέχρι συμπληρώσεως του 18 έτους της ηλικίας του. Εάν αφ’ ετέρου έχη παραταθή η συνταξιοδότησις τέκνου πέραν του 16ου έτους της ηλικίας του λόγω σπουδών η καταβολή της συντάξεώς του θέλει συνεχισθή μέχρι της λήξεως του σχολικού έτους δι' ο παρετάθη η συνταξιοδότησίς του, καίτοι εν τω νέω νόμω δεν επαναλαμβάνεται η διάταξις του άρθρου 37 παρ. 4 εδ. β΄ του ν. 6298. Αναλόγως δέον να εφαρμοσθούν και α περί λήξεως της συνταξιοδοτήσεως διατάξεις του άρθρ. 29 παρ. 6 του νέου νόμου. Δια της διατάξεως ταύτης περί αναπροσαρμογής δεν καλύπτεται το προς σύνταξιν δικαίωμα τέκνου συμπληρούντος το 16ον έτος της ηλικίας του προ της 1ης Αυγούστου ε.έ. (χρονολογίας ενάρξεως του νέου νόμου), και τούτο, διότι η θεσπίζουσα το προς σύνταξιν δικαίωμα των τέκνων μέχρι του 18ου έτους διάταξις της παρ. 6 του άρθρ. 29 δεν επε-τείνεται και εις την ανωτέρω περίπτωσιν, 15Β.Ζ.α.3 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.3 Συντάξεις δεδομένου ότι κατά τον χρόνον ενάρξεως των διατάξεων το νέου νόμου δεν υφίσταται πλέον δικαίωμα. Αφ’ ετέρου εις τας περιπτώσεις καθ’ ας ο συνταξιούχος λαμβάνει πόσον συντάξεως προσηυξημένον δια του προσθέτου επιδόματος λόγω εργατικού ατυχήματος ή φυματιώσεως ή λόγω οικογενειακών βαρών, το αντιστοίχως αναπροσαρμοζόμενον ποσόν συντάξεως βάσει του νέου νόμου θέλει συγκριθή προς το προσηυξημένον τούτο ποσόν συμφώνως προς την διάταξιν της παρ. 8 εδ. 2 του άρθρ. 29, όπερ και θέλει συνεχισθεί καταβαλλόμενον τω δικαιούχω αμείωτον. Προφανές εξ άλλου τυγχάνει ότι η διάταξις του ανωτέρου άρθρου αναφέρεται εις το πράγματι καταβαλλόμενον προ τη ισχύος του νέου νόμου εις τον συνταξιούχον ποσόν, ασχέτως αν τούτο εν ενδεχομένη περιπτώσει επί τη βάσει ειδικής διατάξεως (π.χ. παραλλήλου συνταξιοδοτήσεως) ετύγχανε μειωμένον. Όσον αφορά τας συντάξεις τας καταβαλλομένας βάσει του Α.Ν. 85/43 λόγω πολεμικού ατυχήματος,. θέλομεν παράσχη προσεχώς ειδικάς οδηγίας. Προς διευκόλυνσιν της Υπηρεσίας εν τη διενέργεια της αναπροσαρμογής επισυνάπτονται λεπτομερή πίνακα υπολογισμού κατά περίπτωσιν των καταβλητέων ποσών συντάξεων. ΙΣΤ.Διαδικασία αναγνωρίσεως των παροχών κλάδου συντάξεων. Μέχρι της εκδόσεως του προβλεπομένου ειδικού Κανονισμού θέλουσιν ισχύσει εντός των πλαισίων και των γενικών κανόνων των διαγραφομένων υπό του νέου νόμου, αι κατά το παρελθόν ισχύσασαι διατάξεις περί του τρόπου κηρύξεως εις αφάνειαν, της ενασκήσεως των δικαιωμάτων, της διαπιστώσεως των απαιτουμένων προϋποθέσεων δια την χορήγησίν των, τα του χρόνου πραγματοποιήσεως αυτών, ως και τα κατά των αποφάσεων ασφαλιστικών οργάνων ένδικα μέσα.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.