(6)ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδας δραχμάς), προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 2.Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ’ ο ηλαττώθη ή δύναται να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, (Αντί για τη σελ. 317(β) Σελ. 317(γ) Τεύχος 1297-Σελ. 101 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.1-2 ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον (των δραχμών δέκα έξ χιλιάδων πεντακοσίων). Επί ελαττώσεως δε υπερβαινούσης (τας πεντήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμάς) προστίθεται εις το ποσόν των πεντήκοντα πέντε χιλιάδων το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως». 3.Εν περιπτώσει πλήρους προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών, είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος. Καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πλέον των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή ολικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 4.Εν περιπτώσει μερικής προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών, είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ της ελαττώσεως την οποίαν εξ αυτής υφίσταται ή δύναται να υποστή ο μισθός ον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος, καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πέρα των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται ως διαρκής και το καταβληθλέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή μερικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 5.«Εν περιπτώσει θανάτου περιλαμβάνει πέντε ετών μισθούς, ουδέποτε δε ολιγώτερον (των εξήκοντα έξ χιλιάδων δραχμών). Εάν το σύνολον των μισθών των πέντε ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδας δραχμάς), προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων δραχμών το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως». «1.Η διάταξις του άρθρ. 1 παρ. 2 του Ν. 4705 ερμηνεύεται ως έπεται:2.Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ’ ο ηλαττώθη ή δύνατι να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον (των δραχμών δέκα έξ χιλιάδων πεντακοσίων). Επί ελαττώσεως υπερβαινούσης μετά τον ως άνω πολλαπλασιασμόν επί έξ το ποσόν των 55 χιλιάδων δραχμών, η αποζημίωσις συνίσταται εις το ποσόν τούτο των 55 χιλιάδων δραχμών ηυξημένον δια του ενός τετάρτου του ποσού καθ’ ο υπάρχει υπέρβασις». (΄Αρθρον μόνον, Ν. 5241, κατωτ. αριθ. 5). Σελ. 318(γ) Τεύχος 1297-Σελ. 102 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα Αι εντός « » περιπτ. 1, 2 και 5 ετροποποιήθησαν ως άνω υπό του άρθρ. 1 παρ. 2 του Νόμ. 4705 (κατωτ. αριθ. 4). Δια της υπ’ αριθ. 20240/1778 της 6/18 Μαρτ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 134) αποφ. Υπ. Οικον., Δημ. ΄Εργων, Συγκοινωνιών, Εμπορ. Ναυτιλίας και Εργασίας, τα υπό του ως άνω άρθρ. 1 Νόμ. 4705 προβλεπόμενα κατώτατα και ανώτατα όρια εφ’ άπαξ αποζημιώσεως εργατικών ατυχημάτων ορίζονται εις δραχ. (15.000) και (60.000) αντιστοίχως. Η απόφασις αύτη δεν εφαρμόζεται α)δια τα μέχρι της δημοσιεύσεως αυτής λαβόντα χώραν εργατ. ατυχήματα, τα αφορώντα εις ναυτικούς ανήκοντας κατά τον χρόνον του ατυχήματος εις συγκεκροτημένα πληρώματα ως και β)τους εκ του Κεφαλαίου Δυτών δικαιουμένους να τύχωσιν αποζημιώσεως λόγω ατυχήματος, δι’ ους η ισχύς της άρχεται από της ενάρξεως της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου
- Τα ανωτέρω εντός ( ) ποσά ωρίσθησαν εις 30.000 και 100.000 αντιστοίχως, δια της υπ’ αριθ. 15231/873 της 3/9 Απρ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 402) αποφ. Υπ. Οικον., Απασχ., Δημ. ΄Εργων, Μεταφ. και Επικοιν. και Εμπορ. Ναυτιλίας. Δια τους εκ του κεφαλαίου Δυτών δικαιουμένους να τύχωσιν αποζημιώσεως, λόγω ατυχήματος, η ισχύς της αποφάσεως ταύτης άρχεται από της ενάρξεως της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου
- Με την υπ’ αριθ. 12406/5-19 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 884) αποφ. Υπ. Οικ., ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Εργασίας & Κοινων. Ασφ., Εμπορ. Ναυτιλ., & Μεταφορών & Επικοιν. (ΦΕΚ Β΄ 884) τροποποιήθηκαν τα προβλεπόμενα από το άρθρ. 1 του Νομ. 4705/1930 κατώτατα και ανώτατα όρια της εφάπαξ αποζημίωσης από εργατικά ατυχήματα σε 350.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Για τους δύτες που δικαιούνται αποζημίωση λόγω ατυχήματος, η απόφαση αρχίζει από την έναρξη της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου. ΄Αρθρον 4 Προς καθορισμόν της κατά τα ανωτέρω άρθρα αποζημιώσεως, το μεν έτος λογίζεται πλήρες, ο δε μισθός α)προκειμένου μεν περί μαθητευομένων ή περί εργατών μη συμπληρωσάντων το 21ον έτος, λογίζεται ίσος προς την αντιμισθίαν ετέρων εργατών ή υπαλλήλων του αυτού φύλου και της αυτής κατηγορίας, εκ των ολιγώτερον αμειβομένων, ουδέποτε όμως κατώτερος (των πεντακοσίων δραχμών) κατ’ έτος, β)προκειμένου δε περί οιουδήποτε άλλου εργάτου λογίζεται ίσος προς την υπ’ αυτού και κατά τους προ του ατυχήματος δώδεκα μήνας πραγματικώς ληφθείσαν αντιμισθίαν, είτε εις χρήματα είτε εις είδος. Εάν κατά την περίπτωσιν β΄ της προηγουμένης παραγράφου ο παθών απησχολήθη επί χρονικόν διάστημα ολιγώτερον των δώδεκα μηνών προ του ατυχήματος, ως βάσις του υπολογισμού της αποζημιώσεως λαμβάνεται η πραγματική αντιμισθία ην έλαβεν από της προσλήψεώς του, ηυξημένη κατά το ποσόν της αντιμισθίας την οποίαν κατά το χρονικόν διάστημα, το απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου, ηδύνατο ούτος να λάβη επί τη βάσει της μέσης αντιμισθίας εργατών ή υπαλλήλων της αυτής κατηγορίας κατά το ειρημένον χρονικόν διάστημα. Εάν η εργασία δεν είναι διαρκής, ο ετήσιος μισθός υπολογίζεται τόσον επί τη βάσει της αντιμισθίας της υπό του παθόντος ληφθείσης κατά το διάστημα της απασχολήσεώς του, όσον και επί τη βάσει των απολαυών του παθόντος κατά το προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου χρονικόν διάστημα. Εάν κατά τας χρονικάς περιόδους περί ων τα προηγούμενα εδάφια ο παθών έμεινεν άνευ εργασίας εκτάκτως ή δι’ αιτίας ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, συνυπολογίζεται δια το χρονικόν τούτο διάστημα ο κατά μέσον όρον μισθός των εργατών ή υπαλλήλων των απασχοληθέντων κατά το χρονικόν διάστημα της τοιαύτης ανεργίας. Δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν προς καθορισμόν της ως άνω αποζημιώσεως το πολεμικόν επίδομα ή η λόγω πολεμ. καταστάσεως αμοιβή κ.λπ. (΄Αρθρ. 2Α. Ν. 2171/1940, τόμ. 19). ΄Αρθρον 5 Η κατά τας περιπτώσεις 3 και 4 του άρθρ. 3 καταβλητέα αποζημίωσις οφείλεται δι’ όλας τας ανεξαιρέτως τας ημέρας και πληρώνεται κατά τας διατάξεις του Ν. ΔΑ΄ της 24 Ιαν. 1912 και του προς εκτέλεσιν αυτού Β.Δ/τος της 14 Σεπτ. 1912, προκειμένου περί εργασιών και επιχειρήσεων υπαγομένων εις τον ΔΑ΄ Ν. (15 Εα. 1-2). Κατά του εργοδότου των τοιού(Μετά την σελ. 318(α) Σελ. 318,01 330-093 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.2 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα των εργασιών ή επιχειρήσεων επιβάλλονται αι του άρθρ. 2 του ΔΑ΄ Νόμου ποιναί, εν περιπτώσει αδικαιολογήτου καθυστερήσεως της πληρωμής τοιαύτης αποζημιώσεως, τελεσιδίκως επιδεδικασμένης ή συμβατικώς αναγνωρισθείσης. Αλλοδαποί δικαιούνται εις πληρωμήν της κατά τας περιπτώσεις 3 και 4 του άρθρ. 3 αποζημιώσεως μόνον εφ’ όσον διέμενον εν Ελλάδι κατά τον χρόνον του δυστηχήματος. Δια συμβάσεως μετά της πολιτείας του αλλοδαπού, συναπτομένης υπό τον όρον της αμοιβαιότητος, δύνανται να αναγνωρισθώσιν υπέρ του αλλοδαπού, δια τας περιπτώσεις των αριθμών 3, 4 και 5 του άρθρ. 3, όμοια προς τα του ημεδαπού δικαιώματα. «΄Ανευ της τοιαύτης συμβάσεως αναγνωρίζονται υπέρ του αλλοδαπού, άνευ περιορισμού, τα δικαιώματα των αριθμών 3, 4 και 5 του άρθρ. 3, εφ’ όσον η σχετική νομοθεσία της πολιτείας αυτού προνοεί, υπό το πνεύμα της παρούσης διατάξεως, υπέρ των εν αυτή αλλοδαπών εργατών». Η εντός « » τελευτ. παράγρ. προσετέθη υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 20/24 Ιαν. 1923 (κατωτ. αρ. 3). Βλ. και Ν.Δ. 30/31 Οκτ. 1935 (κατωτ. αριθ. 6). ΄Αρθρον 6 Εν περιπτώσει θανάτου του παθόντος, η κατά το