📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24 Ιουλ./25 Αυγ. 1920 Περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων. Ι.Γενικαί προϋποθέσεις αποζημιώσεως. ΄Αρθρον 1 Ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, επερχόμενον εις εργάτην ή υπάλληλον των εν τω άρθρ. 2 εργασιών και επιχειρήσεων, εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, παρέχει εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου δικαιούμενα πρόσωπα δικαίωμα αποζημιώσεως απέναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, εάν η εις τον παθόντα εκ του ατυχήματος προελθούσα διακοπή εργασίας διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης της περιπτώσεως καθ’ ην ο παθών εκ προθέσεως προεκάλεσε το επελθόν ατύχημα. άρθρ. 3 περίπτωσις 5 αποζημίωσις περιέρχεται εις τους συγγενείς αυτού ως εξής:1)Ο επιζών σύζυγος, εάν ο παθών δεν κατέλιπέ τινα των εν τοις επομένοις εδαφίοις οριζομένων συγγενών, λαμβάνει ολόκληρον την αποζημίωσιν. Ο επιζών σύζυγος, συντρέχων μεν μετά κατιόντων, λαμβάνει τα δύο πέμπτα της αποζημιώσεως, των λοιπών τριών πέμπτων διανεμομένων μεταξύ των κατιόντων, κατά τα ανωτέρω περί κατιόντων οριζόμενα· συντρέχων δε μετ’ ανιόντων, λαμβάνει το ήμισυ της αποζημιώσεως, του ετέρου ημίσεος διανεμομένου μεταξύ των ανιόντων, κατά τα κατωτέρω περί των ανιόντων οριζόμενα συντρέχων δε μετ’ αδελφών, λαμβάνει τα τρία πέμπτα, των λοιπών δύο πέμπτων διανεμομένων μεταξύ των αδελφών κατά τα κατωτέρω περί των αδελφών οριζόμενα. Ουδέν δικαίωμα έχει ο μετά το ατύχημα γενόμενος σύζυγος του παθόντος. 2)Το μετά την αφαίρεσιν του μεριδίου του επιζώντος συζύγου ποσόν της αποζημιώσεως ή, μη υπάρχοντος συζύγου, ολόκληρος η αποζημίωσις περιέρχεται εις τους κατωτέρω οριζομένους συγγενείς του παθόντος:α)Εάν ο παθών κατέλιπε νόμιμα ή ανεγνωρισμένα ή φυσικά, επί γυναικός, τέκνα, ή άλλους κατιόντας, ζώντας εις βάρος αυτού, πάντας δε αγάμους και, προκειμένου περί αρρένων, ηλικίας κατωτέρας των 21 ετών, ή οιασδήποτε ηλικίας κατιόντας, ανικάνους προς εργασίαν, ένεκεν σωματικού ή διανοητικού ελαττώματος, ο ειρηνοδίκης προσδιορίζει δι’ αποφάσεών του, κατά την κρίσιν του, την μερίδα των υπαρχόντων ανικάνων προς εργασίαν, το δε υπόλοιπον διανέμεται εξ ίσου εις πάντας τους λοιπούς. Εις το ήμισυ του ούτως αναλογούντος ποσού της αποζημιώσεως δικαιούνται τα άρρενα τα άγοντα ηλικίαν μεταξύ 18 και 21 ετών και τα άγαμα θήλεα τα υπερβάντα το 21ον έτος της ηλικίας των. Το δε έτερον ήμισυ διανέμεται μεταξύ των λοιπών, προς επαύξησιν της μερίδος των, και, εάν τοιούτοι δεν υπάρχωσι διανέμονται εις τους άλλους, κατά τα κατωτέρω, δικαιουμένους. β)Εάν ο παθών δεν κατέλιπε τους κατά το προηγούμενον εδάφιον δικαιουμένους κατιόντας ή κατέλιπε μόνον τοιούτους δικαιουμένους εις το ήμισυ της αποζημιώσεως, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως περιέρχεται εις τους απομένοντας και ζώντας εις βάρος του παθόντος ανιόντας. γ)Εάν ο παθών δεν κατέλιπε κατιόντας ή ανιόντας, δικαιουμένους κατά τας προηγουμένας περιπτώσεις α΄ και β΄, κατέλιπεν όμως αδελφούς αγάμους και άγοντας ηλικίαν κατωτέραν μεν των 18 ετών προκειμένου περί αρρένων, κατωτέραν δε των 21 προκειμένου περί θηλέων ή άγοντας οιανδήποτε ηλικίαν, ανικάνους όμως προς εργασίαν, ένεκεν σωματικού ή διανοητικού ελαττώματος, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως περιέρχεται εις τα πρόσωπα ταύτα, εάν έζων εις βάρος του παθόντος, διανεμόμενον μεταξύ αυτών, κατά τα περί κατιόντων ορισθέντα. δ)Εάν ο παθών δεν κατέλιπεν σύζυγον ή άλλον εκ των ανωτέρω απαριθμηθέντων συγγενών ή, προκειμένου περί αλλοδαπών, ούτοι δεν διέμενον εν Ελλάδι κατά τον χρόνον του δυστηχήματος ή εάν δεν διενεμήθη μεταξύ αυτών ολόκληρος η αποζημίωσις, το διαθέσιμον ποσόν της αποζημιώσεως επιδιώκεται δικαστικώς ή εξωδίκως υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας και κατατίθεται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος εις έντοκον λογαριασμόν και εις πίστωσιν του «Ταμείου Προνοίας υπέρ των Εργατών». Ως προς τας δια την εφαρμογήν του άρθρου τούτου αναγκαίας πιστοποιήσεις, τηρούνται αι διατάξεις του άρθρ. 128 του λογιστικού Νόμου περί συντάξεων. «Μεταξύ των δικαιούχων των προβλεπομένων ανωτέρω υπό μεν του εδαφίου 2α΄ περιλαμβάνονται και αι κατιούσαι χήραι, υπό δε του εδαφίου 2γ΄ και αι εν χηρεία τελούσαι αδελφαί». Η εντός « » τελ. παράγρ. προσετέθη υπό του άρθρ. 1 του Νόμ. 6234 (15. Μβ. 3). ΄Αρθρ. 7 «Ο υπεύθυνος εις αποζημίωσιν υποχρεούται προσέτι να πληρώνη τα ιατρικά και φαρμακευτικά έξοδα και τα έξοδα νοσηλείας, δια Σελίς 319 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.2 την κηδείαν δε του παθόντος (δραχμάς δισχιλίας)». Ο παθών δύναται ο ίδιος να εκλέξη ιατρόν και φαρμακοποιόν·δικαιούται όμως ο εις αποζημίωσιν υπόχρεος να διορίση δι’ απλής επιστολής, θεωρουμένης υπό του ειρηνοδίκου, ιατρόν, όστις επισκέπτεται καθ’ εβδομάδα τον παθόντα επί παρουσία του θεράποντος ιατρού, ειδοποιουμένου προς τούτο προ μιας ημέρας δια συστημένης επιστολής· αν ο παθών αρνήται να δεχθή την επίσκεψιν, ο ειρηνοδίκης δι’ αποφάσεως διατάσσει την αναστολήν της πληρωμής της αποζημιώσεως και της νοσηλείας εάν οι ιατροί διαφωνήσουν, αποφαίνεται ο ειρηνιδίκης, διατάσσων εν ανάγκη πραγματογνωμοσύνην. «Εν ουδεμιά περιπτώσει τα ιατρικά και φαρμακευτικά, ως και τα έξοδα νοσηλείας, δύνανται να υπερβαίνουν εν συνόλω τας (διακοσίας δραχμάς) ημερησίως, ουδέ να πληρώνονται πέρα των δύο ετών». Οι ιατροί, φαρμακοποιοί, οι διευθυνταί κλινικών, και πας καταβάλλων τα κατά το παρόν άρθρον έξοδα δύνανται να ενάγουν απ’ ευθείας τον προς αποζημίωσιν υπόχρεων. Αι εντός « » α΄ και γ΄ παρ. ετροποπ. ως άνω υπό του άρθρ. 2 του Ν. 4705/1930 (κατωτ. αριθ. 4). ΙΙΙ.Ασφαλιστικά μέσα ΄Αρθρον 8 Εις τας κατά το άρθρ. 2 εργασίας και επιχειρήσεις, καθ’ ας μεσολαβούσιν εργοδόται ή υπεργολάβοι, η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις βαρύνει, αλληλεγγύως μετά του κυρίου της επιχειρήσεως, τον υπεργοδότην ή υπεργολάβον, δικαιουμένου του καταβαλόντος εις αναγωγήν, κατά τας διατάξεις του Αστικού Δικαίου. Εάν όμως το ατύχημα συνέβη εις εργασίας ή επιχειρήσεις εκτελουμένας δια λογαριασμόν του δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου, αλλά δια παραχωρήσεως ή εργολαβίας, η αποζημίωσις οφείλεται μόνον υπό του αναδόχου ή του εργολάβου ή υπεργολάβου ή, επί πλειόνων αναδόχων, εργολάβων και υπεργολάβων, υπό πάντων των προσώπων τούτων αλληλεγγύως, κατά τους όρους του προηγουμένου εδαφίου. Βλ. σχόλιον εν αρχή του παρόντος. ΄Αρθρον 9 Πάσα κατά τον παρόντα νόμον αξίωσις του παθόντος ή των αντ’ αυτού δικαιουμένων προσώπων εξασφαλίζεται δια προνομίου επί της κινητής ή ακινήτου περιουσίας του υποχρέου φυσικού ή νομικού προσώπου, πλην του δημοσίου. Το προνόμιον Σελ. 320 τούτο έπεται των προνομίων του άρθρ. 940 της Πολ. Δικονομίας και συντρέχει μετά των προνομίων του άρθρ. 941 και 991 άριθ. 2 της Πολ. Δικονομίας. V.Βεβαίωσις ατυχημάτων και εκδίκασις αγωγών ΄Αρθρον 10 Ο εργοδότης των εν άρθρ. 2 εργασιών και επιχειρήσεων, ένθα συνέβη ατύχημα του άρθρ. 1 ή ο αναπληρωτής αυτού υποχρεούται, αν τούτο προκαλέση ανικανότητα πλέον της εβδομάδος, να βεβαιώση εντός δέκα πέντε ημερών από του ατυχήματος, εγγράφως και ενόρκως, ενώπιον του ειρηνοδίκου του τόπου του ατυχήματος, μετά δύο αυτοπτών μαρτύρων, αν υπάρχουσι τοιούτοι, τας λεπτομερείας του ατυχήματος, την ημέραν καθ’ ην συνέβη, το όνομα και τον τόπον της καταγωγής του παθόντος. Εντός της αυτής προθεσμίας και επιμελεία του εργοδότου ο θεράπων ιατρός οφείλει να βεβαιώση ενόρκως και εγγράφως ενώπιον του αυτού ειρηνοδίκου την κατάστασιν του παθόντος και την πιθανήν έκβασιν του παθήματος. Επιβάλλεται πρόστιμον (πεντήκοντα μέχρι διακοσίων) «διακοσίων μέχρις οκτακοσίων» δραχμών) εις τον υπαίτιον της παραλείψεως της κατά το άρθρον τούτο βεβαιώσεως. Δια την επιμέτρησιν των χρηματικών ποινών, βλ. Α.Ν. 110/1945 και άρθρ. 57 και 474 του νέου Ποινικού Κώδικος, ως και Β.Δ. 27 Δεκ. 1950 (τόμ. 8 σελ. 6, 28, 80 και 84,1). ΄Αρθρον 11 Οι συγγενείς του παθόντος, αυτός ο παθών, παν μέλος εργατικής ενώσεως, και πας άλλος ιδιώτης δικαιούνται να ζητήσουν όπως ενώπιον του αυτού ειρηνοδίκου καταθέσωσιν ενόρκως ό,τι γνωρίζουν περί του ατυχήματος και των περιστάσεων υφ’ ας εγένετο. «Οι συγγενείς του παθόντος ή αυτός ο παθών οφείλουσιν, εντός τριών ημερών αφ’ ης αντελήφθησαν το ατύχημα, να αναγγείλωσι τούτο εις τον εργοδότην και εις τον αστυΐατρον του τόπου, όστις εκδίδει ατελώς και άνευ άλλης διατυπώσεως πιστοποίησιν περί της αναγγελίας και του είδους του αναγγελθέντος ατυχήματος». Η εντός « » β΄ παράγρ. προσετέθη υπό του άρθρ. 3 ν. 2193 (15. Αα. 1). 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα Άρθρον 12 Η αποδεικτική δύναμις των κατά τα άρθρ. 10 και 11 βεβαιώσεων απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του δικαστού του δικάζοντος περί της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως, αντίγραφα δε των βεβαιώσεων τούτων χορηγούνται εις τον παθόντα ή τους συγγενείς του (εφ’ απλού χάρτου). Η ατέλεια χαρτοσήμου κατηργήθη δια της γενικής διατάξεως του άρθρ. 1 Α.Ν. 413 (τομ. 27). Βλ. σχετικώς και Α.Ν. 553 και 1578 (τομ. 28). Δια την χαρτοσήμανσιν των ανωτέρω εγγράφων βλ. κατηγ. ΙΒ΄ της αποφ. υπουρ. Οικον. 1/1 Φεβρ. 1939 (τομ. 28). Άρθρον 13 Αι εκ των διατάξεων του παρόντος νόμου απορρέουσαι αγωγαί υπάγονται, ανεξαρτήτως ποσού, εις την αρμοδιότητα του ειρηνοδίκου της κατοικίας του εναγομένου ή του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα. V.Γενικαί διατάξεις ΄Αρθρον 2 Εις την κατά το άρθρον 1 αποζημίωσιν υποχρεούνται:οι εργοδόται οικοδομικών και άλλων τεχνικών έργων· οι κύριοι επιχειρήσεων διεξαγομένων εις παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, εργαστήρια, άλλους τόπους εργασίας, ή συνεργεία, εν οις γίνεται χρήσις μηχανικών εργαλείων· οι κύριοι επιχειρήσεων μεταφοράς δια γης ή ύδατος, φορτώσεως, εκφορτώσεως και αποθηκεύσεων παντός είδους οι κύριοι των μη περιλαμβανομένων εν άρθρ. 1 του ΒΩΜΑ΄ Νόμου της 21 Φεβρ. 1901 επιχειρήσεων ορυχείων και λατομείων, ως και πάσης εν γένει επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εν αις κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται εκρηκτικαί ή τοξικαί ύλαι ή γίνεται χρήσις μηχανής κινουμένης δια δυνάμεως άλλης πλην της του ανθρώπου ή του ζώου. Εις την αυτήν αποζημίωσιν υποχρεούται το Δημόσιον και παν εν γένει νομικόν πρόσωπον, απασχολούν απ’ ευθείας εργάτας ή υπαλλήλους εις εργασίας ή επιχειρήσεις περί ων το εδ. 1 του άρθρου τούτου. ΙΙ.΄Εκτασις αποζημιώσεως, υπολογισμός, δικαιούμενα πρόσωπα. Άρθρον 14 Πάσα συμφωνία, αντικειμένη αμέσως ή εμμέσως εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου, είναι άκυρος, εφ’ όσον μειώνει τας υποχρεώσεις του εργοδότου. «Συμβιβασμός επιτρέπεται υπό τους εξής όρους: α)ενεργείται μόνον δια του ειρηνοδίκου˙ β)εις τας περιπτώσεις 1 και 5 του άρθρ. 3 του νόμου το ποσόν του συμβιβασμού δεν δύναται να είναι μικρότερον του εις ο κατά τον νόμον δικαιούται ο ενάγων ειμή το πολύ 15%. Εις τας λοιπάς περιπτώσεις του αυτού άρθρου δύνανται οι ενδιαφερόμενοι ν’ αναθέσωσι τον προσδιορισμόν της αποζημιώσεως εις την διαιτησίαν του Προέδρου των Πρωτοδικών, εφαρμοζομένων επί ταύτης αναλόγως των σχετικών διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας. Η διαιτητική απόφασις δεν υπόκειται εις ένδικον μέσον. (Τα περί διαιτησίας συνυποσχετικά συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου)». Η εντός « » παράγρ. προσετέθη υπό άρθρ. 4 ν. 2193 (15. Λα. 1). Βλ. σχόλιον άρθρ. 12 του παρόντος. Άρθρον 15 Αι κατά τον παρόντα νόμον απαιτήσεις ούτε συμψηφίζονται, ούτε κατάσχονται, ούτε εκχωρούνται, πάσα δε κατάσχεσις ή εκχώρησις είναι αυτοδικαίως άκυρος. (Τα πληρεξούσια, τα επιδοτήρια, τα αντίγραφα, τα εξοφλητήρια, η κατά το άρθρ. 7 επιστολή και βεβαίωσις, αι αποφάσεις, και τα παντός είδους διαδικαστικά ή εκτελέσεως ή άλλα, συνεπεία του παρόντος νόμου, συντασσόμενα έγγραφα γράφονται εφ’ απλού χάρτου και δεν υποβάλλονται εις άλλο τι τέλος). Βλ. σχόλιον άρθρ. 12 του παρόντος. Άρθρον 16 Οι παθόντες εξ ατυχήματος του άρθρ. 1, δυναμένου ν’ αποδοθή εις δόλον του εργοδότου ή του υπ’ αυτού προστηθέντος προσώπου, ως και τα αντ’ αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 δικαιούμενα πρόσωπα έχουσι το εκλεκτικόν δικαίωμα ν’ ασκώσι είτε την εκ του παρόντος νόμου είτε την εκ του κοινού Αστικού Δικαίου προσήκουσαν αυτοίς προς αποζημίωσιν αξίωσιν. Το αυτό ισχύει και δια την περίπτωσιν καθ’ ην το ατύχημα επήλθεν εν εργασία ή επιχειρήσει εν η δεν ετηρήθησαν αι διατάξεις ισχυόντων νόμων, δ/των, ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας και ένεκα της μη τηρήσεως τούτων. Η υπό των αυτών προσώπων αίτησις ή αποδοχή των κατά το άρθρ. 7 οφειλομένων εξόδων μόνον, ουδέποτε δύναται να ερμηνευθή, ως δηλούσα επιλογήν της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως. Εν περιπτώσει επιλογής της κατά τον παρόντα νόμον αποζημιώσεως, τα αυτά πρόσωπα διατηρούσιν την κατά το κοινόν Αστικόν Δίκαιον προσήκουσαν αυτοίς αξίωσιν εναντίον του υπαιτίου του ατυχήματος προσώπου, εφ’ όσον αυτό είναι διάφορον του κατά τον παρόντα νόμον προς αποζημίωσιν υποχρέου. Εάν ο υπόχρεως εις αποζημίωσιν αποδείξη ότι το ατύχημα προήλθεν εξ αμελείας του παθόντος, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να μειώση, κατά την κρίσιν του, το ποσόν της κατά το άρθρ. 3 οφειλομένης αποζημιώσεως, αλλ’ ουχί κατωτέρω του ημίσεος αυτού. Αμέλεια υφίσταται μόνον εάν ο παθών αδικαιολογήτως, κατά την κρίσιν του δικαστού, παρέβη διατάξεις ισχυόντων νόμων ή δ/των περί των όρων ασφαλείας ή κανονισμών περί αυτών, εκδοθέντων υπό της αρμοδίας δημοσίας αρχής ή εκδοθέντων μεν υπό του κυρίου της επιχειρήσεως, επικυρωθέντων δε υπό της αρχής, εφ’ όσον οι κανονισμοί είναι ανηρτημένοι κατά τρόπον ευανάγνωστον εις καταφανή μέρη του τόπου της εργασίας. Η κατά το έδάφιον τούτο μείωσις δεν χωρεί εάν συντρέχη περίπτωσίς τις εκ των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου οριζομένων. Το υπό του άρθρ. 3 ν. 5598 (15. Μβ. 2) προστεθέν εδάφιον δι’ ου περιωρίζετο εις αμφοτέρας τας άνω περιπτώσεις το ποσόν της επί τη βάσει του κοινού Αστικού Δικαίου επιδικαζομένης αποζημιώσεως κατηργήθη υπό του άρθρ. 2 του ν. 6234 (15. Μβ. 3). Άρθρον 17 Πάσα εκ του παρόντος νόμου αξίωσις παραγ-ράφεται μετά τριετίαν από του ατυχήματος, (Αντί της σελ. 321) Σελ. 321(α) ΞΓ-75 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.2 απέναντι όμως εργοδότου μη συμμορφωθέντος προς τας διατάξεις του άρθρ. 10 χωρεί μόνον η κοινή παραγραφή. Η παραγραφή των αξιώσεων των αντί του παθόντος, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 8, δικαιουμένων προσώπων άρχεται από του θανάτου του παθόντος. Άρθρον 18 Δεν ισχύουν αι διατάξεις του νόμου τούτου προκειμένου περί υπαλλήλων και εργατών σιδηροδρομικών εταιρειών, αίτινες ίδρυσαν ταμεία συντάξεων, συμφώνως προς τας διατάξεις του ν. ΓΣΚ΄ της 9 Ιουν. 1907 περί του ταμείου συντάξεων του προσωπικού της Εταιρείας Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου (τ. 21) και μόνον εφ’ όσον τα ταμεία ταύτα χορηγούσι σύνταξιν εις τον εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης ατυχήσαντα εργάτην ή υπάλληλον και εφ’ όσον η σύνταξις αύτη, κεφαλαιοποιουμένη, κατά την κρίσιν του δικαστού, συμπληροί το κατά τον παρόντα νόμον καταβλητέον ποσόν αποζημιώσεως˙ άλλως δικαιούται ο παθών να ζητήση κατά τον νόμον την συμπλήρωσιν του ποσού. Προκειμένου περί εργατών μεταλλείων, μεταλλουργείων, κ.λπ., εφ’ όσον δι’ αυτούς ισχύουσιν αι διατάξεις του ν. ΒΩΜΑ΄ π. περιθάλψεως των εν τοις μεταλλείοις και μεταλλουργείοις παθόντων και των οικογενειών αυτών, ως ετροποποιήθη ούτος δια των ν. ΓπΠΑ΄και 2114 (15. Μγ.), ο παθών ή οι συγγενείς αυτού δικαιούνται να αξιώσωσι την εφαρμογήν του άρθρ. 3 του παρόντος, καταβαλλομένης της αποζημιώσεως εξ ολοκλήρου υπό του κυρίου της επιχειρήσεως, επί στερήσει παντός περαιτέρω δικαιώματος προς σύνταξιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο καθορισμός του έτους και του μισθού γίνεται συμφώνως προς τας διατάξεις του ως άνω ν. ΒΩΜΑ΄, ως ετροποποιήθη, η δε ελάττωσις του ημερομισθίου επί μερικής ανικανότητος λογίζεται ίση προς το 1/3 του ημερομισθίου του παθόντος. (Προκειμένου περί εργατών θαλάσσης, αι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται, επιφυλασσομένης πάντοτε της εφαρμογής του ν. ΓΣΚΣΤ΄ π. Ναυτικού απομαχικού Ταμείου). Σελ. 322(α) ΞΓ-76 Περί της μη εφαρμογής του παρόντος επί του προσωπικού των μεταλλείων και λατομείων βλ. άρθρ. 4 παρ. 5 του κωδικ. ν. ΒΩΜΑ΄ )15. Μγ. 1), εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 8 Α.Ν. 1607 (15. Μγ.). Συμφώνως τω άρθρ. 5 του Ν.Δ. 408/1941 (Τόμος 15Β΄) η αληθής έννοια του ανωτέρω άρθρ. 18 είναι ότι τότε μόνον δεν δύναται ν’ αξιωθή η κατά τον παρόντα νόμον εξ ατυχήματος αποζημίωσις, όταν η παρά των εν τω άνω άρθρω αναφερομένων ταμείων χορηγουμένη σύνταξις παρέχεται τω παθόντι λόγω του ατυχήματος και μόνον δι’ αυτό, κεφαλαιοποιουμένη δε κατά την κρίσιν του δικαστηρίου και μετ’ αφαίρεσιν των εις βάρος του ησφαλισμένου γενομένων κρατήσεων και του τόκου τούτων συμπληροί το κατά τον παρόντα νόμον καταβλητέον ποσόν αποζημιώσεως. Το δικαστήριον εν τη κατά τα προειρημένα αποφάσει του δέον να μνημονεύη ειδικώς τα στοιχεία, βάσει των οποίων ήχθη εις την κρίσιν, ότι η σύνταξις κεφαλαιοποιουμένη συμπληροί ή ου την υπό του νόμου παρεχομένην αποζημίωσιν. Ο εργοδότης απαλλάσσεται της εκ του Β.Δ. 24 Ιουλ. 1920 υποχρεώσεως προς καταβολήν των παρά τούτου προβλεπομένων αποζημιώσεως, εξόδων νοσηλείας και κηδείας, εάν ο παθών περιλαμβάνεται μεταξύ των ασφαλιστέων εις το ΙΚΑ. (άρθρ. 60 παρ. 3 Α.Ν. 1846/1951 περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων τόμ. 15Β). 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα Άρθρον 19 Το κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου επιβαλλόμενα πρόστιμα εισπράττονται κατά τας διατάξεις των νόμων περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων και κατατίθενται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, εις έντοκον λογαριασμόν και εις πίστωσιν του Ταμείου Προνοίας υπέρ των εργατών. Δι’ ειδικού νόμου θέλουσι κανονισθή τα της διαθέσεως του κεφαλαίου τούτου. Αι προς εφαρμογήν του νόμου τούτου απαιτούμεναι διατάξεις ορίζονται δια Β.Δ/τος. Η ισχύς του άρθρ. 3 του παρόντος εκτείνεται αναδρομικώς επί αγωγών εκκρεμουσών κατά την δημοσίευσιν του ν. 2193 ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθή επ’ αυτών τελεσίδικος απόφασις και εφ’ όσον το σχετικόν ατύχημα έλαβε χώραν μετά την 1 Ιαν. 1917. ΄Αρθρον 3 Η κατά το άρθρ. 1 αποζημίωσις: 1)«Εν περιπτώσει πλήρους διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει έξ (6) ετών μισθούς και δεν είναι κατώτερα (των πεντήκοντα πέντε χιλιάδων δραχμών), εάν δε το σύνολον των μισθών των έξ (6) ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδας δραχμάς), προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως. 2.Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ’ ο ηλαττώθη ή δύναται να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, (Αντί για τη σελ. 317(β) Σελ. 317(γ) Τεύχος 1297-Σελ. 101 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.1-2 ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον (των δραχμών δέκα έξ χιλιάδων πεντακοσίων). Επί ελαττώσεως δε υπερβαινούσης (τας πεντήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμάς) προστίθεται εις το ποσόν των πεντήκοντα πέντε χιλιάδων το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως». 3.Εν περιπτώσει πλήρους προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών, είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ του μισθού τον οποίον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος. Καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πλέον των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται διαρκής και το καταβληθέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή ολικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 4.Εν περιπτώσει μερικής προσκαίρου ανικανότητος, μη παρατεινομένης πέρα των δύο ετών, είναι ημερησία και ίση προς το ήμισυ της ελαττώσεως την οποίαν εξ αυτής υφίσταται ή δύναται να υποστή ο μισθός ον ελάμβανεν ο παθών κατά την ημέραν του ατυχήματος, καταβάλλεται δε από της πέμπτης μετά το ατύχημα ημέρας ή από της ημέρας του ατυχήματος, προκειμένου περί ανικανότητος διαρκεσάσης πέρα των δέκα ημερών. Μετά την παρέλευσιν των δύο ετών η ανικανότης θεωρείται ως διαρκής και το καταβληθλέν λόγω προσκαίρου ανικανότητος ποσόν εκπίπτεται εκ του ποσού της δια διαρκή μερικήν ανικανότητα, κατά τον παρόντα νόμον, προσηκούσης αποζημιώσεως. 5.«Εν περιπτώσει θανάτου περιλαμβάνει πέντε ετών μισθούς, ουδέποτε δε ολιγώτερον (των εξήκοντα έξ χιλιάδων δραχμών). Εάν το σύνολον των μισθών των πέντε ετών υπερβαίνη (τας εκατόν δέκα χιλιάδας δραχμάς), προστίθεται εις το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων δραχμών το έν τέταρτον της τοιαύτης υπερβάσεως». «1.Η διάταξις του άρθρ. 1 παρ. 2 του Ν. 4705 ερμηνεύεται ως έπεται:2.Εν περιπτώσει μερικής διαρκούς ανικανότητος περιλαμβάνει το εξαπλάσιον του ποσού καθ’ ο ηλαττώθη ή δύνατι να ελαττωθή το ετήσιον εκ μισθού εισόδημα του παθόντος, ουδέποτε δε είναι ολιγώτερον (των δραχμών δέκα έξ χιλιάδων πεντακοσίων). Επί ελαττώσεως υπερβαινούσης μετά τον ως άνω πολλαπλασιασμόν επί έξ το ποσόν των 55 χιλιάδων δραχμών, η αποζημίωσις συνίσταται εις το ποσόν τούτο των 55 χιλιάδων δραχμών ηυξημένον δια του ενός τετάρτου του ποσού καθ’ ο υπάρχει υπέρβασις». (΄Αρθρον μόνον, Ν. 5241, κατωτ. αριθ. 5). Σελ. 318(γ) Τεύχος 1297-Σελ. 102 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα Αι εντός « » περιπτ. 1, 2 και 5 ετροποποιήθησαν ως άνω υπό του άρθρ. 1 παρ. 2 του Νόμ. 4705 (κατωτ. αριθ. 4). Δια της υπ’ αριθ. 20240/1778 της 6/18 Μαρτ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 134) αποφ. Υπ. Οικον., Δημ. ΄Εργων, Συγκοινωνιών, Εμπορ. Ναυτιλίας και Εργασίας, τα υπό του ως άνω άρθρ. 1 Νόμ. 4705 προβλεπόμενα κατώτατα και ανώτατα όρια εφ’ άπαξ αποζημιώσεως εργατικών ατυχημάτων ορίζονται εις δραχ. (15.000) και (60.000) αντιστοίχως. Η απόφασις αύτη δεν εφαρμόζεται α)δια τα μέχρι της δημοσιεύσεως αυτής λαβόντα χώραν εργατ. ατυχήματα, τα αφορώντα εις ναυτικούς ανήκοντας κατά τον χρόνον του ατυχήματος εις συγκεκροτημένα πληρώματα ως και β)τους εκ του Κεφαλαίου Δυτών δικαιουμένους να τύχωσιν αποζημιώσεως λόγω ατυχήματος, δι’ ους η ισχύς της άρχεται από της ενάρξεως της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου 1968. Τα ανωτέρω εντός ( ) ποσά ωρίσθησαν εις 30.000 και 100.000 αντιστοίχως, δια της υπ’ αριθ. 15231/873 της 3/9 Απρ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 402) αποφ. Υπ. Οικον., Απασχ., Δημ. ΄Εργων, Μεταφ. και Επικοιν. και Εμπορ. Ναυτιλίας. Δια τους εκ του κεφαλαίου Δυτών δικαιουμένους να τύχωσιν αποζημιώσεως, λόγω ατυχήματος, η ισχύς της αποφάσεως ταύτης άρχεται από της ενάρξεως της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου 1974. Με την υπ’ αριθ. 12406/5-19 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 884) αποφ. Υπ. Οικ., ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Εργασίας & Κοινων. Ασφ., Εμπορ. Ναυτιλ., & Μεταφορών & Επικοιν. (ΦΕΚ Β΄ 884) τροποποιήθηκαν τα προβλεπόμενα από το άρθρ. 1 του Νομ. 4705/1930 κατώτατα και ανώτατα όρια της εφάπαξ αποζημίωσης από εργατικά ατυχήματα σε 350.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Για τους δύτες που δικαιούνται αποζημίωση λόγω ατυχήματος, η απόφαση αρχίζει από την έναρξη της θερινής σπογγαλιευτικής περιόδου. ΄Αρθρον 4 Προς καθορισμόν της κατά τα ανωτέρω άρθρα αποζημιώσεως, το μεν έτος λογίζεται πλήρες, ο δε μισθός α)προκειμένου μεν περί μαθητευομένων ή περί εργατών μη συμπληρωσάντων το 21ον έτος, λογίζεται ίσος προς την αντιμισθίαν ετέρων εργατών ή υπαλλήλων του αυτού φύλου και της αυτής κατηγορίας, εκ των ολιγώτερον αμειβομένων, ουδέποτε όμως κατώτερος (των πεντακοσίων δραχμών) κατ’ έτος, β)προκειμένου δε περί οιουδήποτε άλλου εργάτου λογίζεται ίσος προς την υπ’ αυτού και κατά τους προ του ατυχήματος δώδεκα μήνας πραγματικώς ληφθείσαν αντιμισθίαν, είτε εις χρήματα είτε εις είδος. Εάν κατά την περίπτωσιν β΄ της προηγουμένης παραγράφου ο παθών απησχολήθη επί χρονικόν διάστημα ολιγώτερον των δώδεκα μηνών προ του ατυχήματος, ως βάσις του υπολογισμού της αποζημιώσεως λαμβάνεται η πραγματική αντιμισθία ην έλαβεν από της προσλήψεώς του, ηυξημένη κατά το ποσόν της αντιμισθίας την οποίαν κατά το χρονικόν διάστημα, το απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου, ηδύνατο ούτος να λάβη επί τη βάσει της μέσης αντιμισθίας εργατών ή υπαλλήλων της αυτής κατηγορίας κατά το ειρημένον χρονικόν διάστημα. Εάν η εργασία δεν είναι διαρκής, ο ετήσιος μισθός υπολογίζεται τόσον επί τη βάσει της αντιμισθίας της υπό του παθόντος ληφθείσης κατά το διάστημα της απασχολήσεώς του, όσον και επί τη βάσει των απολαυών του παθόντος κατά το προς συμπλήρωσιν του προ του ατυχήματος δωδεκαμήνου χρονικόν διάστημα. Εάν κατά τας χρονικάς περιόδους περί ων τα προηγούμενα εδάφια ο παθών έμεινεν άνευ εργασίας εκτάκτως ή δι’ αιτίας ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, συνυπολογίζεται δια το χρονικόν τούτο διάστημα ο κατά μέσον όρον μισθός των εργατών ή υπαλλήλων των απασχοληθέντων κατά το χρονικόν διάστημα της τοιαύτης ανεργίας. Δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν προς καθορισμόν της ως άνω αποζημιώσεως το πολεμικόν επίδομα ή η λόγω πολεμ. καταστάσεως αμοιβή κ.λπ. (΄Αρθρ. 2Α. Ν. 2171/1940, τόμ. 19). ΄Αρθρον 5 Η κατά τας περιπτώσεις 3 και 4 του άρθρ. 3 καταβλητέα αποζημίωσις οφείλεται δι’ όλας τας ανεξαιρέτως τας ημέρας και πληρώνεται κατά τας διατάξεις του Ν. ΔΑ΄ της 24 Ιαν. 1912 και του προς εκτέλεσιν αυτού Β.Δ/τος της 14 Σεπτ. 1912, προκειμένου περί εργασιών και επιχειρήσεων υπαγομένων εις τον ΔΑ΄ Ν. (15 Εα. 1-2). Κατά του εργοδότου των τοιού(Μετά την σελ. 318(α) Σελ. 318,01 330-093 Εργατικά ατυχήματα 15.Μ.α.2 15.Μ.α.2 Εργατικά ατυχήματα των εργασιών ή επιχειρήσεων επιβάλλονται αι του άρθρ. 2 του ΔΑ΄ Νόμου ποιναί, εν περιπτώσει αδικαιολογήτου καθυστερήσεως της πληρωμής τοιαύτης αποζημιώσεως, τελεσιδίκως επιδεδικασμένης ή συμβατικώς αναγνωρισθείσης. Αλλοδαποί δικαιούνται εις πληρωμήν της κατά τας περιπτώσεις 3 και 4 του άρθρ. 3 αποζημιώσεως μόνον εφ’ όσον διέμενον εν Ελλάδι κατά τον χρόνον του δυστηχήματος. Δια συμβάσεως μετά της πολιτείας του αλλοδαπού, συναπτομένης υπό τον όρον της αμοιβαιότητος, δύνανται να αναγνωρισθώσιν υπέρ του αλλοδαπού, δια τας περιπτώσεις των αριθμών 3, 4 και 5 του άρθρ. 3, όμοια προς τα του ημεδαπού δικαιώματα. «΄Ανευ της τοιαύτης συμβάσεως αναγνωρίζονται υπέρ του αλλοδαπού, άνευ περιορισμού, τα δικαιώματα των αριθμών 3, 4 και 5 του άρθρ. 3, εφ’ όσον η σχετική νομοθεσία της πολιτείας αυτού προνοεί, υπό το πνεύμα της παρούσης διατάξεως, υπέρ των εν αυτή αλλοδαπών εργατών». Η εντός « » τελευτ. παράγρ. προσετέθη υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 20/24 Ιαν. 1923 (κατωτ. αρ. 3). Βλ. και Ν.Δ. 30/31 Οκτ. 1935 (κατωτ. αριθ. 6). ΄Αρθρον 6 Εν περιπτώσει θανάτου του παθόντος, η κατά το
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.