(6)το πολύ τηλεφωνικές συνδέσεις από τις οποίες η μία τουλάχιστον θα βρίσκεται στην περιοχή της τέως διοικήσεως πρωτευούσης και οι υπόλοιπες σε περιοχή που θα δηλώνει ο βουλευτής κατ’ ελεύθερη επιλογή του. Επίσης μέχρι τρεις εκ των δικαιουμένων τηλεφωνικών συνδέσεων θα μπορεί να είναι FAX κατά την επιλογή του Βουλευτή. 1.Ζ.δ.20 Βουλή 2.Η έναρξη της ισχύος της τηλεφωνικής ατέλειας για τις έξι συνδέσεις θα αρχίζει για κάθε Βουλευτή το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που ο Βουλευτής θα γνωστοποιήσει εγγράφως στον ΟΤΕ την επιλογή του να ισχύει η βουλευτική τηλεφωνική ατέλεια για έξι κατονομαζόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις, ανεξάρτητα ανήκουν στο όνομά του» Σύμφωνα δε με τις περίπτ. Β΄και Γ΄της ιδίας απόφ. 505/94 ορίστηκαν τα εξής: «Β. Η τελική εκκαθάριση των τηλεφωνικών τελών θα εξακολουθήσει να γίνεται κατά τους ορισμούς της παρ. 1 εδάφ. β΄ της από 2.7.1981 απόφασης της Ολομέλειας της .Βουλής (ΦΕΚ 194/Α/2.7.1981). Παράλληλα όμως και για λόγους ενημερωτικούς η υπηρεσία του Ο.Τ.Ε., που χειρίζεται τους λογαριασμούς συνδρομητών ειδικής διαχείρισης (βουλευτικά), υποχρεούται να εκδίδει κάθε δίμηνο μηχανογραφική εκκαθάριση για κάθε Βουλευτή και για όλες τις συνδέσεις που έχουν Βουλευτική ατέλεια Γ. Συνδέσεις που έγιναν κατά το χρόνο ισχύος της παραπάνω αναδιατυπώμενης απόφ. παραμένουν ισχυρές». γ) Η ατέλεια της τηλεγραφικής επικοινωνίας καταργείται. 2.Η ατέλεια της ελευθέρας μετακινήσεως του Βουλευτού περιορίζεται εις το σιδηροδρομικόν δίκτυον της χώρας, εις τας δημοσίας χρήσεως λεωφορεία υπεραστικών γραμμών και εις τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία των εσωτερικών γραμμών. 3.Η ελευθέρα μετακίνησις του Βουλευτού δι' αεροπλάνου περιορίζεται εις 52 μεταβάσεις εξ Αθηνών προς την εκλογικήν αυτού περιφέρειαν μετ' επιστροφής ετησίως. 4.Προς μερικήν αντιμετώπισιν των δαπανών οργανώσεως και λειτουργίας Γραφείου καταβάλλεται εις τον Βουλευτήν εκ του Δημοσίου Ταμείου μηνιαίον επίδομα, μη υποκείμενον εις φόρον ή κράτησίν τινα, ανερχόμενον εις δραχ. 5.000 διά τους Βουλευτάς των επαρχίων και εις δραχ. 3000 δια τους βουλευτάς των α' και β' εκλογικών περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς. Του επιδόματος τούτου δεν δικαιούται οι Βουλευταί της Επικρατείας. Με την παρ. 3 άρθρ. 2 την 196/12-15 Ιαν. 1990 (ΦΕΚ Α' 4) απόφ. Προέδρου της Βουλής ορίστηκε ότι : "Τα προβλεπόμενα ποσά για την μερική αντιμετώπιση των δαπανών οργανώσεως και λειτουργείας γραφείου αναπροσαρμόζονται σε ποσοστό 20% κατά μήνα για τους Βουλευτές των Α' και Β' εκλογικών περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς καθώς και Επικρατείας και σε 25% κατά μήνα για τους Βουλευτές των υπολοίπων εκλογικών περιφερειών της χώρας". Η παρ. 3 άρθρ. 2 της 196/12-15 Ιαν. 1990 απ. Προέδρου της Βουλής αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/30-5-1991) απόφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.5.-1.-2.(Οι διατάξεις, που αφορούσαν τον διορισμό μετακλητών υπαλλήλων στα γραφεία των αρχηγών των Κομμάτων καταργήθηκαν από το άρθρ. 167 της 18-21 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α' 146, κατωτ. άριθ. 37) αποφ. Προέδρου της Βουλής. Για τα σχετικά θέματα βλ. ήδη άρθρ. 32 της ανωτέρω αποφάσεως). 3.(Η διάταξη αύτη που αφορούσε το διορισμό δικηγόρου σε θέση μετακλητών υπαλλήλων διαγράφεται γιατί το σχετικό θέμα ρυθμίζεται ήδη από την παρ. 2 άρθρ. 38 της 18-21 Ιουν. 1980, ΦΕΚ Α' 146, αποφ. Προέδρου της Βουλής (κατωτ. αριθ. 37). Άρθρ.6.-Προς σύνταξιν ευρετηρίου της περιεχομένης ύλης εις τα Επίσημα Πρακτικά και την Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής, ως και τα Πρακτικά των Κοινοβουλευτικών επί του Συντάγματος Επιτροπών, προσλαμβάνονται δι' αποφάσεων του Προέδρου της Βουλής κατά παρέκκλισιν των κειμένων διατάξεων α) επί σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μέχρι 5 υπάλληλοι διαθέτοντες τα διά τον σκοπόν τούτον προσόντα και μέχρις 6 δακτυλογράφοι και β) εις μόνιμος υπάλληλος επί βαθμώ 5ω ή 4ω ως ταξινόμος της προς ευρετηρίασιν ύλης, προστιθέμενης μιας αντιστοίχου θέσεως εις τον κλάδον Β1 Διοικητικού. (Αντί για τη σελ. 192,29) Σελ. 192,29(α) Τεύχος 735–Σελ.
- Βουλή 1.Ζ.δ.21 Άρθρ.7.-1.Η παρ. 4 του άρθρ. 88 του Κανονισμού της Βουλής, ως ίσχυε προ της Γ' Συντακτικής Πράξεως της 22 Μαΐου 1967, επανέρχεται εν ισχύϊ. 2.Το υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 194/1974 (ανωτ. αριθ. 18) προβλεπόμενον επίδομα υπερωριακής απασχολήσεως χορηγείται, υπό τους εν τω άρθρω τούτω περιορισμούς και προϋποθέσεις, εις πάντας τους οπωσδήποτε εργαζομένους εις την Βουλήν. Άρθρ.8.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς τους εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Β.Το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον θέλει προσυπογράψει και δημοσιεύσει το παρόν, επιτιθεμένης της Μεγάλης του Κράτους Σφραγίδος. Άρθρ.3.-1.Οι εις το εσωτερικόν μετακινούμενοι επί ειδική αποστολή Βουλευταί δικαιούνται των εις τους πολιτικούς υπαλλήλους ειδικών κατηγοριών αναγνωριζομένων παροχών. 2.Οι Βουλευταί μεταβαίνοντες εις το εξωτερικόν επί ειδική αποστολή δικαιούνται των προβλεπομένων οδοιποιρικών εξόδων, ημερησίας αποζημιώσεως κλπ. διά τους υπαλλήλους της κατηγορίας 1 του υπ' αριθ. 515/72 Β.Δ/τος "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των ισχυουσών διατάξεων περί καταβολής ημερησίας αποζημιώσεως κλπ.". 3.Προς διευκόλυσιν της επικοινωνίας των πολιτικών κομμάτων μετά των διαμερισμάτων της χώρας, παρέχεται εις έκαστον κόμμα, ανεγνωρισμένον κατά τον Κανονισμόν της Βουλής, δικαίωμα ελευθέρας χρήσεως των εσωτερικών αεροπορικών γραμμών διά Βουλευτάς μετακινουμένους τη εντολή της Ηγεσίας του Κόμματος προς εκπλήρωσιν ειδικής αποστολής. Η διάταξις του εδαφίου τούτου έχει εφαρμογήν και επί βουλευτών αυτοτελών ομάδων, μη συγκεντρουσών την ιδιότητα του κόμματος. Ο αριθμός των μετακινήσεως τούτων ετησίως είναι ίσος προς το διπλάσιον του αριθμού των ανηκόντων εις έκαστον κόμμα Βουλευτών, ουδέποτε όμως ανώτερος των
- "4.Χωρίς να μεταβάλλεται ο μέχρι τούδε ετήσιος αριθμός μετακινήσεων, η προηγουμένη παράγραφος έχει εφαρμογή και για στελέχη του Κόμματος που μετακινούνται με ειδική εξουσιοδότηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδος". Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 1 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/30-5-1991) απόφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ.
- (Αντί για τη σελ 192,09(δ) Σελ. 192,09(ε) Τεύχος 1319 Σελ. 83 Βουλή 1.Ζ.δ.20 1.Ζ.δ.20 Βουλή Άρθρ.4.-Οι Βουλευταί και τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ως και τα μέλη των οικογενειών αυτών, δικαιούνται της προβλεπομένης υπό του Β.Δ. 665/1962 υγειονομικής περιθάλψεως, εξομοιουμένοι προς τους ανωτάτους κρατικούς λειτουργούς. «Άρθρ.5.-1.Το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση από τη βουλευτική αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος οικογενειακών βαρών του άρθρ. 11 του Νόμ. 1505/1984, των ποσών των κρατήσεων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 1, όπως διαμοφώνεται κάθε φορά με νόμους, καθώς και της κράτησης για ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο σύνταξης, που βαρύνουν αυτό το εισόδημα, θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 9 του Νόμ. 2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης για το εισόδημα αυτό. Αν ο βουλευτής , εκτός από τη βουλευτική αποζημίωση, αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε οι εκπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρ. 8 του Νόμ. 2238/1994 ενεργούνται κατ’ επιλογή του δικαιούχου, μετά από σχετική δήλωσή του, που συνυποβάλλει στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία με την ετήσια δήλωσή του φορολογίας εισοδήματος, είτε κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί στο ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, είτε από τα άλλα εισοδήματά του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις του Νόμ. 2238/
- Επίσης, αν ο βουλευτής αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε στο φόρο που αναλογεί με βάση τις γενικές διατάξεις του Νόμ. 2238/1994 σε αυτά τα εισοδήματά του, προστίθεται ο φόρος, ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή 5% στο τμήμα του φορολογούμενου εισοδήματος μέχρι του ποσού του εισοδήματος του πρώτου κλιμακίου αυτής της κλίμακας. Για τον υπολογισμό του ποσού των οικογενειακών δαπανών της περίπτ. θ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 του Νόμ. 2238/1994 που αναλογεί στον κάθε σύζυγο, ως φορολογούμενο εισόδημα του βουλευτή θεωρείται το άθροισμα του εισοδήματος από τη βουλευτική αποζημίωση που φορολογείται αυτοτελώς και το σύνολο των τυχόν άλλων εισοδημάτων του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση οι μειώσεις του φόρου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Νόμ. 2238/1994 ενεργούνται από το συνολικό φόρο της βουλευτικής αποζημίωσης και των άλλων εισοδημάτων του. 2.Το ποσό του φόρου εισοδήματος, που παρακρατείται από το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που υπόκειται σε αυτοτελή φορολογία, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον προσδιορισμό του φόρου που παρακρατείται από το εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών. Η παρακράτηση του φόρου ενεργείται κατά την καταβολή της βουλευτικής αποζημίωσης στους δικαιούχους. 3.Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρ. 83 του Νόμ. 2238/1994 εφαρμόζονται ανάλογα. 4.Στην περίπτωση που, από δύο ή περισσότερες αιτίες καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο, μέσα στο οικείο έτος, χρηματικά ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται στο άθροισμα αυτών των χρηματικών ποσών.
- Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων». Το άρθρ. 5, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 άρθρ. 22 Νόμ. 2214/9-11 Μαΐου 1994(ΦΕΚ Α΄75), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 10 του Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ. 1997, (ΦΕΚ Α΄17), τόμ. 27 σελ. 194,
- Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως, βλ. άρθρ. 40 ιδίου νόμου. Άρθρ.6.-1.Εις τα έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου καταβάλλονται μηνιαίως έξοδα παραστάσεως καθοριζόμενα: α) εις δρχ. 20.000 διά τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και τον Πρόεδρον της Βουλής, β) εις δραχ. 15.000 διά τους Αντιπροέδρους αυτής και γ) εις δραχ. 10.000 διά τους Υπουργούς και Υφυπουργούς. 2)Εις τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου καταβάλλεται: 1)Μηνιαία αποζημίωσις ανερχομένη εις το ποσόν του συνόλου της βουλευτικής αποζημιώσεως του άρθρ. 1 του παρόντος και 2) έξοδα παραστάσεως οριζομενα: α. Εις δραχ. 10.000 μηνιαίως διά τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και τους Αντιπροέδρους αυτής και β. εις δραχ. 5.000 μηνιαίως διά τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς. 3)Εις τον Αρχηγόν της μείζονος Αντιπολιτεύσεως, υπό τους περιορισμούς του εδαφ. 3 του άρθρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής, καταβάλλονται τα έξοδα παραστάσεως του Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ.192,11(α) Σελ. 192,11(β) Τεύχος 1319 Σελ. 85 Βουλή 1.Ζ.δ.20 «
- Τα κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενα έξοδα παράστασης φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 5». Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 10 του Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ. 1997, (ΦΕΚ Α΄17), τόμ. 27 σελ. 194,
- Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως βλ. άρθρ. 40 ιδίου νόμου. 5)Η διάταξις του άρθρ. 5 του παρόντος εφαρμόζεται προκειμένου και περί της αποζημιώσεως των μη εχόντων την ιδιότητα Βουλευτού μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρθρ.7.-Επιτρέπεται η σύγχρονος καταβολή της Βουλευτικής αποζημιώσεως και της εκ του Δημοσίου Ταμείου, εξ άλλης αιτίας, καταβαλλομένης συντάξεως ή μισθού, μη δυναμένου του αθροίσματος εκάστου τούτων μετά του ημίσεος της Βουλευτικής αποζημιώσεως, υπολογιζομένου και του κατά την παρ. 4 του άρθρ. 2 του παρόντος μηνιαίου επιδόματος, να υπερβαίνη τας αποδοχάς Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως, έχοντος την ιδιότητα του Βουλευτού. Η διάταξις του προηγουμένου εδαφίου έχει εφαρμογήν και διά τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Σελ. 192,12(β) Τεύχος 1319 Σελ. 86 1.Ζ.δ.20 Βουλή Άρθρ.8.-1.Η σύνταξις των περί ων το άρθρ. 1 και η παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 99/1974 υπολογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλομένης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσό της κατά τα ανωτέρω καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον των 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως. 2.Κατ' εξαίρεσιν η σύνταξις των περί ων το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 99/74 και των επί δύο τουλάχιστον Συνόδους διατελεσάντων Προέδρων της Βουλής είναι ίση προς την εκάστοτε καταβαλλομένην μηνιαίαν βουλευτικήν αποζημίωσιν, εφ' όσον ούτοι έχουν εκλεγή τετράκις Βουλευταί. 3.Η βουλευτική θητεία αναγνωρίζεται ως συντάξιμος και εις την περίπτωσιν συνδρομής του εδαφ. α' του προηγουμένου άρθρου. "Στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης συνυπολογίζεται και χρόνος υπηρεσίας όσων έχουν διατελέσει Γενικοί Διοικητές επί Κοινοβουλευτικών Κυβερνήσεων, καθώς και χρόνος από προγενέστερη ή μεταγενέστερη της βουλευτικής θητείας υπηρεσία σε θέση Γενικού Γραμματέα της Βουλής και των Υπουργείων επί Κοινοβουλευτικών Κυβερνήσεων και της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της 23 Ιουλίου
- Η παρούσα διάταξη ισχύει για μία 5ετία". Το μέσα σε "" δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 32 Νομ. 1489/1984, ΦΕΚ Α' 170 (τόμ. 29, σελ. 90,791). "Επίσης συνοπολίζεται, τόσο για τη θεμελίωση όσο και για τον καθορισμό του ποσού σύνταξης και ο χρόνος φυλάκισης είτε αυτή εκτίθηκε είτε μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και εξαγοράστηκε, καθώς και ο χρόνος εκτόπισης ή κράτησης κατά την περίοδο της κατάλυσης των πολιτικών ελευθεριών από το δικτατορικό καθεστώς της 21 ης Απρ. 1967". Το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ. 3 Νόμ. 1857/1989, ΦΕΚ Α' 147 (τόμ. 29, σελ. 90,838). Σύμφωνα δε με την παρ. 3 άνω άρθρ. 3 Νόμ. 1857/1989, δικαιώματα σύνταξης που γεννώνται από τις διατάξεις του άνω τρίτου εδαφίου ασκούνται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, τα δε οικονομικά τους αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίον εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση. 4.Το κατά την συγκεφαλαίωσιν των ετών του χρόνου της βουλευτικής θητείας προκύπτον έλασσον των 12 μηνών διάστημα λογίζεται, διά τον καθορισμόν του ποσού της συντάξεως, ως πλήρες έτος, εάν είναι ίσον τουλάχιστον προς 6 μήνας. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογήν και επί των κατά το παρελθόν διατελεσάντων Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεων τυχουσών ψήφου εμπιστοσύνης της Βουλής, των Βουλευτών, ως και επί των οικογενειών των εκ τούτων αποβιωσάντων. Η αίτησις διά τον κανονισμόν ή την αύξησιν της συντάξεως των κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιουμένων δέον να υποβληθή εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος, η δε καταβολή της κατά τ' ανωτέρω συντάξεως άρχεται από της 1 ης του επόμενου μηνός της υποβολής της αιτήσεως. Άρθρ.9.-Αι λεπτομέριαι της εφαρμογής των ορισμών των προηγουμένων άρθρων ρυθμίζονται δι' αποφάσεων του Προέδρου της Βουλής.