📄 Κείμενο νόμου
19. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 212 της 7/7 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Α' 363) Περί επανασυστάσεως θέσεως Γενικού Γραμματέως της Βουλής. Βλ. ήδη άρθρ. 5 της 18-21 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α' 146) αποφ. Προέδρου της Βουλής (κατωτ. αριθ. 37). (Αντί για τη σελ.185(α) Σελ. 185(β) Τεύχος 1319 Σελ. 81 Βουλή 1.Ζ.δ.12-19 20. ΨΗΦΙΣΜΑ Ζ' της 17/18 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Α' 23) Περί καταργήσεως των εις τους Βουλευτάς αναγνωριζομένων ατελειών και ρυθμίσεως θεμάτων αναφερομένων εις τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και τους Βουλευτάς. Έχοντες υπόψη: α) Το από 19/24 Δεκ. 1974 Ψήφισμα της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "περί ψηφίσεως και εκδόσεως ψηφισμάτων υπό της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής κλπ.". β) Το από 12 Φεβρ. 1975 Ψήφισμα της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "περί καταργήσεως των εις τους βουλευτάς αναγνωριζομένων ατελειών και ρυθμίσεως θεμάτων αναφερομένων εις τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και τους βουλευτάς", αποφασίζομεν: Α. Να δημοσιευθή διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως το ανωτέρω υπό στοιχ. Ζ' Ψήφισμα έχον ως έπεται: Άρθρ.1.-1.Η βουλευτική αποζημίωσις ως αύτη έχει καθορισθή δι' αποφάσεως της Βουλής, ληφθείσης κατά την συνεδρίασιν ΚΔ αυτής της 22ας Δεκ. 1964, διατηρουμένης εν ισχύϊ, υπόκειται εις τας κάτωθι μόνον κρατήσεις : α) 5% υπέρ του Κόμματος, εις το οποίον έχει δηλώσει ότι ανήκει έκαστος Βουλευτής. β) 1 % υπέρ του Δημοσίου διά υγειονομικήν περίθαλψιν. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 10 του Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ. 1997, ΦΕΚ Α΄17, τόμ. 27 σελ. 194,725. Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως βλ. άρθρ. 40 ιδίου νόμου). Άρθρ.10.-1.Συντάξεις μη καταβληθείσαι εις τους έχοντας ανεγνωρισμένον δικαίωμα συντάξεως εκ του Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών μέχρι 13.9.1973, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρ. 2 και 4 του Α.Ν. 232/1967 "περί ρυθμίσεως αντικειμένων αρμοδιότητος του Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών", ως ετροποιήθησαν και συνεπληρώθησαν διά του Ν.Δ. 198/1969 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Α.Ν. 232/67" αποδίδονται εκ του Δημοσίου Ταμείου εις τους δικαιούχους, αφ' ης διεκόπησαν, υπολογιζόμεναι βάσει του κατά την ανώμαλον περίοδον (21 Απρ. 1967) καθορισθέντος ύψους των συντάξεων. 2.Υπό τους εν τη παρ. 1 περιορισμούς αναγνωρίζονται και αποδίδονται αι συντάξεις εις τους αποκτήσαντας μέχρι 13.8.1973 δικαίωμα συντάξεως εκ του Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών βάσει των ισχυουσών περί του Ταμείου τούτου διατάξεων και αφ' ης εδικαιούντο της συντάξεως. 3.Αι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και διά τας οικογενείας των αποβιωσάντων. 4.Ο κανονισμός και ο καθορισμός των συντάξεων των περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι δικαιούχων, ενεργείται διά Πράξεως της Υπηρεσίας Συντάξεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, υποβαλλομένης εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος, τηρουμένων των διατάξεων του Α.Ν. 599/1968 "περί της διαδικασίας κανονισμού των συντάξεων του Δημοσίου". 5.Τα κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων φορολογούνται αυτοτελώς ως εφ' άπαξ εισόδημα με ποσοστόν 5% επί του συνόλου, παρακρατούμενον κατά την καταβολήν. Η προθεσμία για την άσκηση δικαιώματος συντάξεως από το Ταμείο Ασφαλίσεως Βουλευτών παρατάθηκε για δύο έτη από την ισχύ του Νόμ. 1202/1981, από το άρθρ. 47 του νόμου αυτού (τόμ. 29 σελ. 90,770). (Αντί για τη σελ. 192,27 (δ) Σελ. 192,27(ε) Τεύχος ΙΒ-3-1Σελ. 79. Βουλή 1.Ζ.δ.20 Άρθρ.11.-Διά κοινών αποφάσεων του Προέδρου της Βουλής και του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και αι προϋποθέσεις, ως και πάσα λεπτομέρεια καταβολής προς τους Βουλευταίς της εκτάκτου παροχής επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων, κατά τα καθιερωμένα διά τους υπαλλήλους και συνταξιούχους του Δημοσίου, προς τους το πρώτον εκλεγέντας και τους έχοντας την ιδιότητα του συνταξιούχου προ της εκλογής της 17 ης Νοεμβ. 1974. Άρθρ.12.1-.Πάσα διάταξις αντικειμένη εις το παρόν Ψήφισμα καταργείται. 2.Αι διατάξεις του παρόντος Ψηφίσματος δύνανται να τροποποιώνται δια νόμου. Άρθρ.13.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της 17 ης Νοεμβ. 1974, εξαιρέσει των διατάξεων του άρθρ. 2 η ισχύς των οποίων άρχεται από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Β'.Το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον θέλει προσυπογράψει και δημοσιεύσει το παρόν, επιτιθεμένης της Μεγάλης του Κράτους Σφραγίδος. Σελ. 192,28(ε) Τεύχος ΙΒ-3-1 Σελ. 80. 1.Ζ.δ.20 Βουλή 21. ΨΗΦΙΣΜΑ Η' της 17/18 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Α' 23) Περί συστάσεως Επιτροπής προς κατάρτισιν Κώδικος Οργανισμού των Υπηρεσιών της Βουλής και καταστάσεως του Προσωπικού αυτής και άλλων τινών διατάξεων. Έχοντες υπόψη: α) Το από 19/24 Δεκ. 1974 Ψήφισμα της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "περί ψηφίσεως και εκδόσεως ψηφισμάτων υπό της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής κλπ.". β) Το από 12 Φεβρ. 1975 Ψήφισμα της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "περί συστάσεως Επιτροπής προς κατάρτισιν Κώδικος Οργανισμού των Υπηρεσιών της Βουλής και καταστάσεως του Προσωπικού αυτής και άλλων τινών διατάξεων", αποφασίζομεν : Α. Να δημοσιευθή διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως το ανωτέρω υπό στοιχ. Η΄ Ψήφισμα, έχον ως έπεται: Άρθρ.1.-1.Δι' αποφάσεως του Προέδρου της Βουλής συνιστάται Επιτροπή διά την σύνταξιν Κώδικος Οργανισμού των Υπηρεσιών της Βουλής και καταστάσεως του προσωπικού αυτής, αποτελουμένη α) εκ 4 βουλευτών, 2 εκ της συμπολιτεύσεως και 2 εκ της αντιπολιτεύσεως, οριζομένων υπό του Προέδρου της Βουλής, μετά γνώμην του Αρχηγού της πλειοψηφίας και των Αρχηγών των 2 μεγαλυτέρων κομμάτων της αντιπολιτεύσεως, β) εκ δύο Συμβούλων ή Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υποδεικνυομένων υπό του Προέδρου του οικείου Σώματος, γ) εξ ενός υπαλλήλου της Γενικής Διευθύνσεως της Δημοσίας Διοικήσεως του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, επί βαθμώ τουλάχιστον 3ω, υποδεικνυομένου υπό του Υπουργού Προεδρίας, Κυβερνήσεως και δ) εκ δύο υπαλλήλων της Βουλής επί βαθμώ τουλάχιστον 3ω επιλεγομένων υπό του Προέδρου της Βουλής. Διά της αυτής αποφάσεως ορίζονται και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη εκ της αυτής κατηγορίας, υποδεικνυόμενα μετά των τακτικών μελών, κατά τα εις το προηγούμενον εδάφιον οριζόμενα. Προς αναπλήρωσιν του υπάλληλου της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίας Διοικήσεως ορίζεται μέλος της κατά το Ν.Δ. 98/1974 Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής. Κατά τον αυτόν τρόπον αντικαθίστανται τακτικά και αναπληρωματικά μέλη μη μετέχοντα, δι' οιονδήποτε λόγον, των εργασιών της Επιτροπής. 2.Η Επιτροπή τελούσα υπό την Προεδρίαν του Προέδρου ή Αντιπροέδρου της Βουλής, μη συμμετέχοντος δε τινός τούτων, του αρχαιοτέρου των Βουλευτών, ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων 5 τουλάχιστον εκ των μελών της, αι αποφάσεις δε αυτής λαμβάνονται κατά πλειψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η άποψις, υπέρ ης η ψήφος του Προέδρου. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής, εκτελεί εις των υπαλλήλων της Βουλής επί βαθμώ 5ω ή 4ω. 3.Δι' αποφάσεως του Προέδρου της Βουλής ορίζεται ο χρόνος περατώσεως του έργου της Επιτροπής και η αμοιβή των μελών και του Γραμματέως αυτής. 4.Ο συνταχθησόμενος υπό της Επιτροπής Κώδιξ θα αχθή προς ψήφισιν εις την Ολομέλειαν της Βουλής κατά την έν άρθρ. 57 του Συντάγματος της 1 ης Ιαν. 1952 καθιερουμένην διαδικασίαν ψηφίσεως κωδίκων. Άρθρ.2.-(Προστίθεται παρ.7 εις το άρθρ.3 Ψηφ. Α'/1974, τόμ. 1 σελ. 27). Άρθρ.3.-1.Μέχρι της ψηφίσεως και της ενάρξεως της ισχύος του παρασκευαζομένου Συντάγματος, δεν εισάγονται προς συζήτησιν τροπολογίαι Βουλευτών επί νομοσχεδίων μετά την έναρξιν της συζητήσεως τούτων εις την Ολομέλειαν ή τα Τμήματα. 2.Νομοσχέδια και προτάσεις νόμων δεν εγγράφονται εις την ημερησίαν διάταξιν της Ολομελείας ή των Τμημάτων προ της παρελεύσεως 48 ωρών από της εις την Βουλήν ανακοινώσεως της καταθέσεως αυτών. Άρθρ.4.-(Προστίθεται δεύτερον εδάφιον εις την παρ.1 του άρθρ. 5 Ψηφ.Α'/1974, τόμ. 1 σελ. 27). Άρθρ.2.-1.Αι υπό του άρθρ. 75 του Συντάγματος της 1ης Ιαν. 1952 προβλεπόμεναι ατέλειαι περιορίζονται ως ακολούθως: "α) Η απαλλαγή εκ των ταχυδρομικών τελών δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία χιλίων (1.000) επιστολών κατά μήνα". Η περίπτ. α' αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 2 της 196/12-15 Ιαν. 1990 (ΦΕΚ Α' 4) απόφ. Προέδρου της Βουλής. "β) Η ατέλεια τηλεφωνικής επικοινωνίας πραγματοποιείται διά τεσσάρων συνδέσεων , των δύο χορηγουμένων ατελώς. Η δικαιούμενη κατά μήνα ατέλεια προσδιορίστηκε με την 1342/867/18.3.1975 απόφαση του Προέδρου της Βουλής (ΦΕΚ 339/24.3.1975) και τροποποιήθηκε με την από 2.7.1981 απόφαση της Βουλής (ΦΕΚ 194/24.7.1981), ισχύει ανά δικαιούμενη τηλεφωνική συσκευή. Ο τελικός συμψηφισμός των μονάδων αφορά και τις τέσσερις συσκευές". Σελ. 186(β) Τεύχος 1319 Σελ. 82 Η περίπτωση β' αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 1 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/305-1991) αποφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ. 58. Με την 2712/10-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Β' 445) απ. Προέδρου της Βουλής ορίστηκε ότι: «1.Η κατά το άρθρ. 2 παρ.1.εδάφ. Β' του Ζ' Ψηφίσματος τη 18.2.1975 ατέλεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας των Βουλευτών όπως αυτή προσδιορίστηκε στην παρ. 2 του άρθρ. 1 της απόφασης της Ολομέλειας της Βουλής" για τη μερική τροποποίηση διατάξεων του κανονισμού της Βουλής (ΦΕΚ 82 /Α/ 30.5.1991) μπορεί να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις 1342/867/ 18.3.1975,3579/2357/29.7.1975 και 5102/3731/ 26.11.1987 αποφάσεις από 4 το πολύ τηλεφωνικές συνδέσεις από τις οποίες η 1 η θα βρίσκεται στην περιοχή της τέως διοικήσεως πρωτευούσης και οι άλλες σε περιοχή που θέλει δηλώνει ο Βουλευτής κατά την ελεύθερη επιλογή του. 2.Η έναρξη της ισχύος της τηλεφωνικής ατέλειας για τις τέσσερις συνδέσεις θα αρχίζει για κάθε Βουλευτή το αργότερο μέσα σε 10 ημέρες από τότε που ο Βουλευτής θα γνωστοποιήσει εγγράφως στον ΟΤΕ την επιλογή του να ισχύει η Βουλευτική τηλεφωνική ατέλεια για τέσσερις κατονομαζόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις. 3.Η ισχύς της απόφασης τούτης αρχίζει από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεω». Με την με αριθ. 7124/3-13 Δεκ. 1993, (ΦΕΚ Β΄ 901), απόφ. Προέδρου της Βουλής, όπως οι παρ. 1 και 2 αυτής αναδιατυπώθηκαν από την περίπτ. Α΄ της 505/28 Ιαν./1 Φεβρ. 1994, ΦΕΚ Β΄63) ομοίας αποφ. , ορίστηκε ότι: «1.Χωρίς να μεταβάλλεται ο αριθμός των δικαιουμένων τιμολογιακών μονάδων όπως έχει προσδιοριστεί με τις από 14.5.1991 και 25.11.1993 αποφάσεις της Ολομέλειας της Βουλής, η ατέλεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας των Βουλευτών θα μπορεί να πραγματοποιείται από έξι (6) το πολύ τηλεφωνικές συνδέσεις από τις οποίες η μία τουλάχιστον θα βρίσκεται στην περιοχή της τέως διοικήσεως πρωτευούσης και οι υπόλοιπες σε περιοχή που θα δηλώνει ο βουλευτής κατ’ ελεύθερη επιλογή του. Επίσης μέχρι τρεις εκ των δικαιουμένων τηλεφωνικών συνδέσεων θα μπορεί να είναι FAX κατά την επιλογή του Βουλευτή. 1.Ζ.δ.20 Βουλή 2.Η έναρξη της ισχύος της τηλεφωνικής ατέλειας για τις έξι συνδέσεις θα αρχίζει για κάθε Βουλευτή το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που ο Βουλευτής θα γνωστοποιήσει εγγράφως στον ΟΤΕ την επιλογή του να ισχύει η βουλευτική τηλεφωνική ατέλεια για έξι κατονομαζόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις, ανεξάρτητα ανήκουν στο όνομά του» Σύμφωνα δε με τις περίπτ. Β΄και Γ΄της ιδίας απόφ. 505/94 ορίστηκαν τα εξής: «Β. Η τελική εκκαθάριση των τηλεφωνικών τελών θα εξακολουθήσει να γίνεται κατά τους ορισμούς της παρ. 1 εδάφ. β΄ της από 2.7.1981 απόφασης της Ολομέλειας της .Βουλής (ΦΕΚ 194/Α/2.7.1981). Παράλληλα όμως και για λόγους ενημερωτικούς η υπηρεσία του Ο.Τ.Ε., που χειρίζεται τους λογαριασμούς συνδρομητών ειδικής διαχείρισης (βουλευτικά), υποχρεούται να εκδίδει κάθε δίμηνο μηχανογραφική εκκαθάριση για κάθε Βουλευτή και για όλες τις συνδέσεις που έχουν Βουλευτική ατέλεια Γ. Συνδέσεις που έγιναν κατά το χρόνο ισχύος της παραπάνω αναδιατυπώμενης απόφ. παραμένουν ισχυρές». γ) Η ατέλεια της τηλεγραφικής επικοινωνίας καταργείται. 2.Η ατέλεια της ελευθέρας μετακινήσεως του Βουλευτού περιορίζεται εις το σιδηροδρομικόν δίκτυον της χώρας, εις τας δημοσίας χρήσεως λεωφορεία υπεραστικών γραμμών και εις τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία των εσωτερικών γραμμών. 3.Η ελευθέρα μετακίνησις του Βουλευτού δι' αεροπλάνου περιορίζεται εις 52 μεταβάσεις εξ Αθηνών προς την εκλογικήν αυτού περιφέρειαν μετ' επιστροφής ετησίως. 4.Προς μερικήν αντιμετώπισιν των δαπανών οργανώσεως και λειτουργίας Γραφείου καταβάλλεται εις τον Βουλευτήν εκ του Δημοσίου Ταμείου μηνιαίον επίδομα, μη υποκείμενον εις φόρον ή κράτησίν τινα, ανερχόμενον εις δραχ. 5.000 διά τους Βουλευτάς των επαρχίων και εις δραχ. 3000 δια τους βουλευτάς των α' και β' εκλογικών περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς. Του επιδόματος τούτου δεν δικαιούται οι Βουλευταί της Επικρατείας. Με την παρ. 3 άρθρ. 2 την 196/12-15 Ιαν. 1990 (ΦΕΚ Α' 4) απόφ. Προέδρου της Βουλής ορίστηκε ότι : "Τα προβλεπόμενα ποσά για την μερική αντιμετώπιση των δαπανών οργανώσεως και λειτουργείας γραφείου αναπροσαρμόζονται σε ποσοστό 20% κατά μήνα για τους Βουλευτές των Α' και Β' εκλογικών περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς καθώς και Επικρατείας και σε 25% κατά μήνα για τους Βουλευτές των υπολοίπων εκλογικών περιφερειών της χώρας". Η παρ. 3 άρθρ. 2 της 196/12-15 Ιαν. 1990 απ. Προέδρου της Βουλής αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/30-5-1991) απόφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ. 58. Άρθρ.5.-1.-2.(Οι διατάξεις, που αφορούσαν τον διορισμό μετακλητών υπαλλήλων στα γραφεία των αρχηγών των Κομμάτων καταργήθηκαν από το άρθρ. 167 της 18-21 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α' 146, κατωτ. άριθ. 37) αποφ. Προέδρου της Βουλής. Για τα σχετικά θέματα βλ. ήδη άρθρ. 32 της ανωτέρω αποφάσεως). 3.(Η διάταξη αύτη που αφορούσε το διορισμό δικηγόρου σε θέση μετακλητών υπαλλήλων διαγράφεται γιατί το σχετικό θέμα ρυθμίζεται ήδη από την παρ. 2 άρθρ. 38 της 18-21 Ιουν. 1980, ΦΕΚ Α' 146, αποφ. Προέδρου της Βουλής (κατωτ. αριθ. 37). Άρθρ.6.-Προς σύνταξιν ευρετηρίου της περιεχομένης ύλης εις τα Επίσημα Πρακτικά και την Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής, ως και τα Πρακτικά των Κοινοβουλευτικών επί του Συντάγματος Επιτροπών, προσλαμβάνονται δι' αποφάσεων του Προέδρου της Βουλής κατά παρέκκλισιν των κειμένων διατάξεων α) επί σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μέχρι 5 υπάλληλοι διαθέτοντες τα διά τον σκοπόν τούτον προσόντα και μέχρις 6 δακτυλογράφοι και β) εις μόνιμος υπάλληλος επί βαθμώ 5ω ή 4ω ως ταξινόμος της προς ευρετηρίασιν ύλης, προστιθέμενης μιας αντιστοίχου θέσεως εις τον κλάδον Β1 Διοικητικού. (Αντί για τη σελ. 192,29) Σελ. 192,29(α) Τεύχος 735–Σελ.51. Βουλή 1.Ζ.δ.21 Άρθρ.7.-1.Η παρ. 4 του άρθρ. 88 του Κανονισμού της Βουλής, ως ίσχυε προ της Γ' Συντακτικής Πράξεως της 22 Μαΐου 1967, επανέρχεται εν ισχύϊ. 2.Το υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 194/1974 (ανωτ. αριθ. 18) προβλεπόμενον επίδομα υπερωριακής απασχολήσεως χορηγείται, υπό τους εν τω άρθρω τούτω περιορισμούς και προϋποθέσεις, εις πάντας τους οπωσδήποτε εργαζομένους εις την Βουλήν. Άρθρ.8.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς τους εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Β.Το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον θέλει προσυπογράψει και δημοσιεύσει το παρόν, επιτιθεμένης της Μεγάλης του Κράτους Σφραγίδος. Άρθρ.3.-1.Οι εις το εσωτερικόν μετακινούμενοι επί ειδική αποστολή Βουλευταί δικαιούνται των εις τους πολιτικούς υπαλλήλους ειδικών κατηγοριών αναγνωριζομένων παροχών. 2.Οι Βουλευταί μεταβαίνοντες εις το εξωτερικόν επί ειδική αποστολή δικαιούνται των προβλεπομένων οδοιποιρικών εξόδων, ημερησίας αποζημιώσεως κλπ. διά τους υπαλλήλους της κατηγορίας 1 του υπ' αριθ. 515/72 Β.Δ/τος "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των ισχυουσών διατάξεων περί καταβολής ημερησίας αποζημιώσεως κλπ.". 3.Προς διευκόλυσιν της επικοινωνίας των πολιτικών κομμάτων μετά των διαμερισμάτων της χώρας, παρέχεται εις έκαστον κόμμα, ανεγνωρισμένον κατά τον Κανονισμόν της Βουλής, δικαίωμα ελευθέρας χρήσεως των εσωτερικών αεροπορικών γραμμών διά Βουλευτάς μετακινουμένους τη εντολή της Ηγεσίας του Κόμματος προς εκπλήρωσιν ειδικής αποστολής. Η διάταξις του εδαφίου τούτου έχει εφαρμογήν και επί βουλευτών αυτοτελών ομάδων, μη συγκεντρουσών την ιδιότητα του κόμματος. Ο αριθμός των μετακινήσεως τούτων ετησίως είναι ίσος προς το διπλάσιον του αριθμού των ανηκόντων εις έκαστον κόμμα Βουλευτών, ουδέποτε όμως ανώτερος των 300. "4.Χωρίς να μεταβάλλεται ο μέχρι τούδε ετήσιος αριθμός μετακινήσεων, η προηγουμένη παράγραφος έχει εφαρμογή και για στελέχη του Κόμματος που μετακινούνται με ειδική εξουσιοδότηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδος". Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 1 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/30-5-1991) απόφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ. 58. (Αντί για τη σελ 192,09(δ) Σελ. 192,09(ε) Τεύχος 1319 Σελ. 83 Βουλή 1.Ζ.δ.20 1.Ζ.δ.20 Βουλή Άρθρ.4.-Οι Βουλευταί και τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ως και τα μέλη των οικογενειών αυτών, δικαιούνται της προβλεπομένης υπό του Β.Δ. 665/1962 υγειονομικής περιθάλψεως, εξομοιουμένοι προς τους ανωτάτους κρατικούς λειτουργούς. «Άρθρ.5.-1.Το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση από τη βουλευτική αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος οικογενειακών βαρών του άρθρ. 11 του Νόμ. 1505/1984, των ποσών των κρατήσεων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 1, όπως διαμοφώνεται κάθε φορά με νόμους, καθώς και της κράτησης για ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο σύνταξης, που βαρύνουν αυτό το εισόδημα, θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 9 του Νόμ. 2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης για το εισόδημα αυτό. Αν ο βουλευτής , εκτός από τη βουλευτική αποζημίωση, αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε οι εκπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρ. 8 του Νόμ. 2238/1994 ενεργούνται κατ’ επιλογή του δικαιούχου, μετά από σχετική δήλωσή του, που συνυποβάλλει στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία με την ετήσια δήλωσή του φορολογίας εισοδήματος, είτε κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί στο ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, είτε από τα άλλα εισοδήματά του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις του Νόμ. 2238/1994. Επίσης, αν ο βουλευτής αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε στο φόρο που αναλογεί με βάση τις γενικές διατάξεις του Νόμ. 2238/1994 σε αυτά τα εισοδήματά του, προστίθεται ο φόρος, ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή 5% στο τμήμα του φορολογούμενου εισοδήματος μέχρι του ποσού του εισοδήματος του πρώτου κλιμακίου αυτής της κλίμακας. Για τον υπολογισμό του ποσού των οικογενειακών δαπανών της περίπτ. θ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 του Νόμ. 2238/1994 που αναλογεί στον κάθε σύζυγο, ως φορολογούμενο εισόδημα του βουλευτή θεωρείται το άθροισμα του εισοδήματος από τη βουλευτική αποζημίωση που φορολογείται αυτοτελώς και το σύνολο των τυχόν άλλων εισοδημάτων του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση οι μειώσεις του φόρου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Νόμ. 2238/1994 ενεργούνται από το συνολικό φόρο της βουλευτικής αποζημίωσης και των άλλων εισοδημάτων του. 2.Το ποσό του φόρου εισοδήματος, που παρακρατείται από το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που υπόκειται σε αυτοτελή φορολογία, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον προσδιορισμό του φόρου που παρακρατείται από το εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών. Η παρακράτηση του φόρου ενεργείται κατά την καταβολή της βουλευτικής αποζημίωσης στους δικαιούχους. 3.Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρ. 83 του Νόμ. 2238/1994 εφαρμόζονται ανάλογα. 4.Στην περίπτωση που, από δύο ή περισσότερες αιτίες καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο, μέσα στο οικείο έτος, χρηματικά ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται στο άθροισμα αυτών των χρηματικών ποσών. 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων». Το άρθρ. 5, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 άρθρ. 22 Νόμ. 2214/9-11 Μαΐου 1994(ΦΕΚ Α΄75), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 10 του Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ. 1997, (ΦΕΚ Α΄17), τόμ. 27 σελ. 194,725. Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως, βλ. άρθρ. 40 ιδίου νόμου. Άρθρ.6.-1.Εις τα έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου καταβάλλονται μηνιαίως έξοδα παραστάσεως καθοριζόμενα: α) εις δρχ. 20.000 διά τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και τον Πρόεδρον της Βουλής, β) εις δραχ. 15.000 διά τους Αντιπροέδρους αυτής και γ) εις δραχ. 10.000 διά τους Υπουργούς και Υφυπουργούς. 2)Εις τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου καταβάλλεται: 1)Μηνιαία αποζημίωσις ανερχομένη εις το ποσόν του συνόλου της βουλευτικής αποζημιώσεως του άρθρ. 1 του παρόντος και 2) έξοδα παραστάσεως οριζομενα: α. Εις δραχ. 10.000 μηνιαίως διά τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και τους Αντιπροέδρους αυτής και β. εις δραχ. 5.000 μηνιαίως διά τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς. 3)Εις τον Αρχηγόν της μείζονος Αντιπολιτεύσεως, υπό τους περιορισμούς του εδαφ. 3 του άρθρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής, καταβάλλονται τα έξοδα παραστάσεως του Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ.192,11(α) Σελ. 192,11(β) Τεύχος 1319 Σελ. 85 Βουλή 1.Ζ.δ.20 «4. Τα κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενα έξοδα παράστασης φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 5». Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 10 του Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ. 1997, (ΦΕΚ Α΄17), τόμ. 27 σελ. 194,725. Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως βλ. άρθρ. 40 ιδίου νόμου. 5)Η διάταξις του άρθρ. 5 του παρόντος εφαρμόζεται προκειμένου και περί της αποζημιώσεως των μη εχόντων την ιδιότητα Βουλευτού μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρθρ.7.-Επιτρέπεται η σύγχρονος καταβολή της Βουλευτικής αποζημιώσεως και της εκ του Δημοσίου Ταμείου, εξ άλλης αιτίας, καταβαλλομένης συντάξεως ή μισθού, μη δυναμένου του αθροίσματος εκάστου τούτων μετά του ημίσεος της Βουλευτικής αποζημιώσεως, υπολογιζομένου και του κατά την παρ. 4 του άρθρ. 2 του παρόντος μηνιαίου επιδόματος, να υπερβαίνη τας αποδοχάς Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως, έχοντος την ιδιότητα του Βουλευτού. Η διάταξις του προηγουμένου εδαφίου έχει εφαρμογήν και διά τα μη έχοντα την ιδιότητα του Βουλευτού μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Σελ. 192,12(β) Τεύχος 1319 Σελ. 86 1.Ζ.δ.20 Βουλή Άρθρ.8.-1.Η σύνταξις των περί ων το άρθρ. 1 και η παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 99/1974 υπολογίζεται βάσει της εκάστοτε καταβαλλομένης βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσό της κατά τα ανωτέρω καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως δύναται να είναι ανώτερον των 80% της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως. 2.Κατ' εξαίρεσιν η σύνταξις των περί ων το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 99/74 και των επί δύο τουλάχιστον Συνόδους διατελεσάντων Προέδρων της Βουλής είναι ίση προς την εκάστοτε καταβαλλομένην μηνιαίαν βουλευτικήν αποζημίωσιν, εφ' όσον ούτοι έχουν εκλεγή τετράκις Βουλευταί. 3.Η βουλευτική θητεία αναγνωρίζεται ως συντάξιμος και εις την περίπτωσιν συνδρομής του εδαφ. α' του προηγουμένου άρθρου. "Στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης συνυπολογίζεται και χρόνος υπηρεσίας όσων έχουν διατελέσει Γενικοί Διοικητές επί Κοινοβουλευτικών Κυβερνήσεων, καθώς και χρόνος από προγενέστερη ή μεταγενέστερη της βουλευτικής θητείας υπηρεσία σε θέση Γενικού Γραμματέα της Βουλής και των Υπουργείων επί Κοινοβουλευτικών Κυβερνήσεων και της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της 23 Ιουλίου 1974. Η παρούσα διάταξη ισχύει για μία 5ετία". Το μέσα σε "" δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 32 Νομ. 1489/1984, ΦΕΚ Α' 170 (τόμ. 29, σελ. 90,791). "Επίσης συνοπολίζεται, τόσο για τη θεμελίωση όσο και για τον καθορισμό του ποσού σύνταξης και ο χρόνος φυλάκισης είτε αυτή εκτίθηκε είτε μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και εξαγοράστηκε, καθώς και ο χρόνος εκτόπισης ή κράτησης κατά την περίοδο της κατάλυσης των πολιτικών ελευθεριών από το δικτατορικό καθεστώς της 21 ης Απρ. 1967". Το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ. 3 Νόμ. 1857/1989, ΦΕΚ Α' 147 (τόμ. 29, σελ. 90,838). Σύμφωνα δε με την παρ. 3 άνω άρθρ. 3 Νόμ. 1857/1989, δικαιώματα σύνταξης που γεννώνται από τις διατάξεις του άνω τρίτου εδαφίου ασκούνται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, τα δε οικονομικά τους αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίον εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση. 4.Το κατά την συγκεφαλαίωσιν των ετών του χρόνου της βουλευτικής θητείας προκύπτον έλασσον των 12 μηνών διάστημα λογίζεται, διά τον καθορισμόν του ποσού της συντάξεως, ως πλήρες έτος, εάν είναι ίσον τουλάχιστον προς 6 μήνας. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογήν και επί των κατά το παρελθόν διατελεσάντων Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεων τυχουσών ψήφου εμπιστοσύνης της Βουλής, των Βουλευτών, ως και επί των οικογενειών των εκ τούτων αποβιωσάντων. Η αίτησις διά τον κανονισμόν ή την αύξησιν της συντάξεως των κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιουμένων δέον να υποβληθή εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος, η δε καταβολή της κατά τ' ανωτέρω συντάξεως άρχεται από της 1 ης του επόμενου μηνός της υποβολής της αιτήσεως. Άρθρ.9.-Αι λεπτομέριαι της εφαρμογής των ορισμών των προηγουμένων άρθρων ρυθμίζονται δι' αποφάσεων του Προέδρου της Βουλής.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.