📄 Κείμενο νόμου
9. ΝΟΜΟΣ 5422 της 26/26 Απρ. 1932 Περί αναστολής της υποχρεώσεως της Τραπέζης της Ελλάδος προς εξαργύρωσιν των τραπεζικών γραμματίων αυτής και περί ρυθμίσεως της αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος. Άρθρ.1.-1.Αναστέλλεται η ισχύς των κατωτέρω διατάξεων: α)Του άρθρ. 5 του από 10 Νοεμ. 1927 Ν.Δ/τος «περί κυρώσεως της από 27 Οκτ. 1927 συμβάσεως περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος από του προνομίου εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων κλπ.», του κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 3424 νόμου, β)των εξής άρθρων του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος: της πρώτης περιόδου του Άρθρ.7.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 5 παρ. 3 του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932, κατωτ. 26,Γβ). Άρθρ.8.-Τρέχουσα τιμή συναλλάγματος εκάστης ημέρας, κατά τον παρόντα νόμον, είναι η τιμή, εις ην η Τράπεζα της Ελλάδος αγοράζει και πωλεί συνάλλαγμα. Σελ. 32 Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγράφει εις ειδικόν ημερήσιον δελτίον τας ισχούσας τιμάς αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος κατά την πρωϊνήν και απογευματινήν έναρξιν των εργασιών της Τραπέζης. Άρθρ.9.-1.Απαγορεύεται εις τας τραπέζας να αγοράζωσι δι’ ίδιον λογαριασμόν ή δια λογαριασμόν πελατών των τίτλους εν ταις αγοραίς της αλλοδαπής και εάν οι τίτλοι ούτοι είναι ελληνικής εκδόσεως. Απαγορεύεται επίσης η χορήγησις συναλλάγματος προς τον σκοπόν τούτον. 2.Απαγορεύεται εις τας Τραπέζας να επενδύωσιν εις συνάλλαγμα, ξένα νομίσματα ή άλλας ξένας αξίας τας εις δραχμάς καταθέσεις, τα μετοχικά κεφάλαια και τα αποθεματικά αυτών. 3.Απαγορεύεται εις τας τραπέζας να δημιουργώσιν απόθεμα συναλλάγματος εκ των ημερησίων αγορών και πωλήσεων. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικιαούται να αγοράζη παν τυχόν απομένον υπόλοιπον αγορών καθ’ εκάστην ημέραν επί τη τιμή της κτήσεως. Άρθρ.10.-1.Απαγορεύεται η άνευ αδείας της Τραπέζης της Ελλάδος εξαγωγή και υπό ασφαλιστικών εταιρειών ασφάλεια χρηματογράφων, τοκομεριδίων και μερισματαποδείξεων ημεδαπών ή ξένων. Επίσης απαγορεύεται η εξαγωγή ξένων τραπεζιτικών γραμματίων άνευ της ως άνω αδείας, πλην αν αύτη γίνεται υπό των εν άρθρ. 2 τραπεζών. «Τράπεζαι ή άλλα ιδρύματα λειτουργούντα εν Ελλάδι υποχρεούνται όπως κατά την εις τους δικαιούχους παράδοσιν αυτουσίων τοκομεριδίων και μερισματαποδείξεων προβαίνωσιν εις την σφράγισιν τούτων δι’ επιθέσεως σφραγίδος εν η να αναγράφηται η επωνυμία της Τραπέζης ή Ιδρύματος, ο τόπος της παραδόσεως και η φράσις «NOT NEGOCIABLE OUT OF GRECEE». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 3 του Α.Ν. της 22/22 Δεκ. 1932 κατ. αριθ. 15. 2.Απαγορεύεται η εξαγωγή δραχμών εις τραπεζικά γραμμάτια ή δι’ επιταγών, πιστώσεων και παντός άλλου μέσου, πλην αν γίνεται υπό των εν άρθρ. 2 τραπεζών και προέρχεται εξ αγοράς αντιστοίχου συναλλάγματος. Η παρ. 2 είχεν ερμηνευθή δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 479/1937, όπερ αντικατεστάθη δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 800/1937, πλην τούτο (βλ. αυτόθι) αντικατεστάθη εκ νέου δια του άρθρ. 13 Α.Ν. 1704/1939. 26.Β.α.9 Προστασία του Νομίσματος 3.Απαγορεύεται η εξαγωγή συναλλάγματος δι’ επιταγών, πιστώσεων και παντός άλλου μέσου, πλην αν ταύτα είναι εκδεδομένα υπό τινος των εν άρθρ. 2 αναφερομένων τραπεζών. 4.Αι εις το εξωτερικόν αποστελλόμεναι υπό παντός προσώπου πλην των εν άρθρ. 2 τραπεζών, συστημέναι επιστολαί ή δέματα σφραγίζονται ενώπιον του παραλαμβάνοντος υπαλλήλου μετ’ εξακρίβωσιν ότι δεν περιέχεται εν αυτοίς τις των ως άνω αξιών ων απαγορεύεται η εξαγωγή. Άρθρ.11.-Απαγορεύεται η χορήγησις δανείων εις δραχμάς επί ενεχύρω χρυσού, ξένων νομισμάτων, συναλλάγματος και ξένων χρεωγράφων. «Ομοίως απαγορεύεται η συνομολόγησις υποχρεώσεων εν τη ημεδαπή εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα δια δανείων ή άλλων συμβάσεων εξαιρέσει των υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτομένων ενυποθήκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότησιν του εισαγωγικού εμπορίου (ως και ασφαλιστικών συμβολαίων). Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 3 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932, κατωτ. αριθ. 11, αι εντός ( ) λέξεις διεγράφησαν δια του άρθρ. 6 του Α.Ν. 800/1937, κατωτ. αριθ. 28. «4.Ομοίως απαγορεύεται η εν τη ημεδαπή σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού. 5.Εξαιρετικώς επιτρέπεται η σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού α)σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων, β)μεταφορών εισαγομένων και εξαγομένων εις το εξωτερικόν εμπορευμάτων, γ)εις εξαιρετικάς άλλας περιπτώσεις δι’ ας απαιτείται άδεια της Τραπέζης της Ελλάδος λαμβανομένη μετ’ απόφασιν της Ανωτάτης Διοικήσεως Οικονομικής Αμύνης πλην της συνάψεως ασφαλειών ζωής, απαγορευομένης απολύτως». «6.α)Στις ασφαλίσεις που συνάπτονται σε αλλοδαπό νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ημεδαπές ή αλλοδαπές που λειτουργούν στην Ελλάδα, εκτός από τις ασφαλίσεις ζωής, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλίσεων που συνάπτονται από ασφαλιστές του Λόϋδς Λονδίνου με την μεσολάβηση του γενικού αντιπροσώπου τους στην Ελλάδα ή με την μεσολάβηση των αναγνωρισμένων στην Ελλάδα γραφείων αντιπροσωπείας μεσιτών του Λόϋδς, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο χορηγείται από της ισχύος του παρόντος και στο εξής συνάλλαγμα, μετά από απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας, ίσον με το ποσό που κάθε φορά οφείλεται πραγματικά από αυτές στους αντασφαλιστές στο εξωτερικό, όταν πρόκειται για ημεδαπές ή τις έδρες τους όταν πρόκειται για αλλοδαπές». Η περίπτ. α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 25 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄35) (Τόμ. 12Α, σελ. 246,16). β)Επί των εις δραχμάς συναπτομένων ασφαλίσεων υπό των εν Ελλάδι λειτουργουσών ασφαλιστικών επιχειρήσεων ημεδαπών και αλλοδαπών, παντός κλάδου, χορηγείται από της ισχύος του παρόντος και εφεξής συνάλλαγμα, μετ’ απόφασιν της παρά τη Νομισματική Επιτροπή Υποεπιτροπής Πιστώσεων, ίσον προς το εκάστοτε παρ’ αυτών πραγματικώς οφειλόμενον ποσόν εις τους εν τω εξωτερικώ αντασφαλιστάς προκειμένου περί ημεδαπών ή τας έδρας των προκειμένου περί αλλοδαπών. γ)Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου δύναται να περιορίζηται η χορήγησις συναλλάγματος εις ποσοστόν των εκάστοτε προς το εξωτερικόν οφειλομένων ποσών εις τας περιπτώσεις των εδαφ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου. δ)Αι λεπτομέρειαι και ο καθορισμός της διαδικασίας χορηγήσεως του κατά τα ανωτέρω συναλλάγματος, ρυθμίζονται εκάστοτε δια κοινής των επί των Οικονομικών και Εμπορίου Υπουργών αποφάσεως προτάσει της Υποεπιτροπής Πιστώσεων». Η παρ. 6 τροποποιηθείσα δια του άρθρου μόνου Α.Ν. 1456/1938, αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 51 Ν.Δ. 400 της 13/17 Ιαν. 1970 (τόμ. 12 σελ. 245) ούτινος η ισχύς άρχεται, δυνάμει του άρθρ. 61 αυτού μετά ένα μήνα από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6α.«Επί ασφαλίσεων σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων, ή μεταφοράς εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, συναπτομένων παρά τω ασφαλιστικώ Γραφείω κινδύνων πολέμου της Αγγλικής Κυβερνήσεως παρέχεται μετ’ απόφασιν της Τραπέζης της Ελλάδος ελεύθερον συνάλλαγμα δι’ ολόκληρον το επασφάλιστρον πολέμου. Επί ασφαλίσεων σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων ή μεταφοράς εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, συναπτομένων παρά ταις εν Ελλάδι νομίμως λειτουργούσαις ασφαλιστικαίς επιχειρήσεσι παρέχεται μετ’ απόφασιν της Τραπέζης της Ελλάδος συνάλλαγμα ίσον προς το σύνολον του δι’ εκάστην ασφάλειαν εισπραχθέντος επασφαλίστρου πολέμου μείον της συμπεφωνημένης προμηθείας». Η παρ. 6α προσετέθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 2079/1939. «7.Εις περίπτωσιν πραγματοποιήσεως κινδύνου η ασφαλίσασα εν Ελλάδι επιχείρησις υποχρεούται εις την εισαγωγήν συναλλάγματος ίσου προς ολόκληρον το ποσόν της αποζημιώσεως εφ’ όσον έλαβε συνάλλαγμα κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου. 8.Εις τας περιπτώσεις ασφαλείας εις δραχμάς η ασφαλίσασα επιχείρησις οφείλει κατά την πληρωμήν της αποζημιώσεως να εισαγάγη εις συνάλλαγμα τόσον ποσοστόν επ’ αυ(Αντί για τη σελ. 33(α) Σελ. 33(β) Τεύχος Η1Ο1 – Σελ. 95 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.9 τής, όσον ήτο και το ποσοστόν επί των ασφαλίστρων δι’ ο συμφώνως προς τα κεκανονισμένα εχορηγήθη αυτή συνάλλαγμα προς αντασφάλισίν της εν τω εξωτερικώ». Αι παρ. 4-8 προσετέθησαν δια του άρθρ. 7 Α.Ν. 800/1937. Δυνάμει του άρθρ. 3 Νόμ. 800/1939, πάσα παράβασις των διατάξεων του άρθρ. 11 ως συνεπληρώθη δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 14 Ιουλ. 1932 κυρωθέντος δια του Νόμ. 5665 πλην της ακυρότητος της πράξεως, επάγεται δια τους υπευθύνους τας ποινάς του Α.Ν. 296/1936. Άρθρ.12.-Οι από 28 Σεπτεμβρίου και 8 Οκτωβρίου 1931 Α.Νόμοι, ως ούτοι εκυρώθησαν, καταργούνται, πλην των διατάξεων αυτών, εις ας παραπέμπει ο παρών νόμος. Η κατά τας διατάξεις των νόμων τούτων γνωμοδοτική επιτροπή διατηρείται και ασκεί τα δια του παρόντος νόμου ανατιθέμενα εις αυτήν καθήκοντα. Η ως άνω επιτροπή συνεχωνεύθη με την Επιτροπήν Ελέγχου Τραπεζών του άρθρ. 13 του παρόντος δια του άρθρ. 4 Ν.Δ. 14/14 Ιουλ. 1932. Σελ. 34(β) Τεύχος Η1Ο1 – Σελ. 96 26.Β.α.9 Προστασία του Νομίσματος Άρθρ.13.-Συνιστάται επιτροπή ελέγχου των τραπεζών απαρτιζομένη: εξ ενός υπαλλήλου του γενικού λογιστηρίου, εξ ενός υπαλλήλου του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας και εξ ενός υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος. Οι υπάλληλοι ούτοι ορίζονται υπό του αρμοδίου υπουργού και του διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, εκ των εχόντων βαθμόν τουλάχιστον τμηματάρχου. «Η αληθής έννοια της διατάξεως της δευτέρας παραγράφου του άρθρ. 13 του Νόμου 5422 είναι, ότι η υπό του άρθρ. 4 του δια του Νόμ. 5665. κυρωθέντος Ν.Δ/τος προβλεπομένη Επιτροπή έχει το δικαίωμα όπως προς παρακολούθησιν της υπό των Τραπεζών τηρήσεως των νομίμων αυτών υποχρεώσεων προβαίνη ή διατάσση την ενέργειαν ελέγχων εις τα βιβλία και στοιχεία αυτών. Αι τράπεζαι υποχρεούνται να θέτωσιν εις την διάθεσιν της Επιτροπής ή των οργάνων αυτής πάντα τα κατά την κρίσιν αυτής αναγκαία δια την ενέργειαν του ελέγχου οιασδήποτε φύσεως στοιχεία, να τηρώσι δε την κίνησιν του συναλλάγματος βάσει του υποδειγματικού τύπου του προσδιοριζομένου εκάστοτε υπό της Τραπέζης της Ελλάδος. «Εις την αυτήν ως άνω Επιτροπήν παρέχεται επίσης το δικαίωμα ενεργείας ελέγχου και οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου κατά τα εν εδαφ 3 του παρόντος άρθρου καθοριζόμενα προς εξακρίβωσιν της εφαρμογής των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος.» (Άρθρ. 2 παρ. 3 και 4 του Ν.Δ. 3/6 Ιουλ. 1936 τόμ. 11 σελ. 249). Η Επιτροπή ελέγχου Τραπεζών συνεχωνεύθη δια του άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932 κατωτ. αρ. μετά της δια του άρθρ. 3 του Α.Ν. της 28/28 Σεπτ. 1932 συσταθείσης και δια του άρθρ. 12 του Ν. 5422/1932 διατηρηθείσης Γνωμοδοτικής Επιτροπής. άρθρ. 4, των άρθρ. 5, 61, 63, 64 και της πρώτης περιόδου της πρώτης παραγράφου του άρθρ 65. 2.Η δραχμη ως μέσον εξοφλήσεως των εις δραχμάς υποχρεώσεων λαμβάνεται επί τη ονομαστική της αξία. Άρθρ.14.-1.«Με φυλάκισιν τουλάχιστον 2 μηνών μέχρις ενός έτους και χρηματικήν ποινήν ουχί ελάσσονα του τετάρτου, ουδέ ανωτέραν του διπλάσιου της αξίας του αντικειμένου εις ο αναφέρεται η παράβασις, τιμωρείται όστις οπωσδήποτε: α)Χωρίς να έχη το προς τούτο δικαίωμα κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος νόμου πωλεί εις άλλα πρόσωπα, πλην των εν άρθρ. 2 τραπεζών, ή αγοράζει παρ’ άλλων προσώπων πλην των Τραπεζών αυτών, χρυσόν, χρυσά νομίσματα, ξένα τραπεζικά γραμμάτια ή συνάλλαγμα. β)Πωλεί ή αγοράζει τα εν εδ. α΄ οριζόμενα αντικείμενα παρά τας διατάξεις των άρθρ. 4 και 9 του παρόντος νόμου γ)Μεσολαβεί εις την εκτέλεσιν των κατά τα εδάφ. α΄ και β΄ παρανόμων πράξεων. δ)Παραβαίνει τινά των εν άρθρ. 5 του παρόντος διατάξεων. ε)Επιχειρεί πράξεις επί προθεσμία ή πράξεις μεταφοράς παρά τας διατάξεις του άρθρ. 3 ή μεσολαβεί εις τοιαύτας πράξεις. ς)Παραβαίνει τας εν άρθρ.10 διατάξεις. ζ)Υποβάλλει αναληθείς δηλώσεις, πλαστά ή αναληθή έγγραφα ή χρησιμοποιεί τοιαύτα προς απόκτησιν συναλλάγματος ή απόκρυψιν του αληθούς εις συνάλλαγμα αντιτίμου εξαγομένων προϊόντων ή εμπορευμάτων δι’ ίδιον λογαριασμόν ή δια λογαριασμόν τρίτου. 2.Εν περιπτώσει υποτροπής το κατώτατον όριον φυλακίσεως αναβιβάζεται εις το διπλάσιον, επί δε των χρηματικών ποινών το κατώτατον και το ανώτατον όριον τούτων διπλασιάζεται. 3.Το δικαστήριον δύναται εκτός των ως άνω ποινών ν’ απαγγείλη και τας συνεπείας των άρθρ. 21 και 23 του Ποινικού Νόμου οιαδήποτε και αν είναι η επιβληθείσα ποινή, ως και να δατάξη την υπέρ του Δημοσίου δήμευσιν των αντικειμένων της κολασίμου πράξεως. 4.Εις τας αυτάς με τους αυτουργούς ποινάς υπόκεινται και οι Διοικηταί ή Διευθυνταί Νομικών προσώπων και οι Προϊστάμενοι Υποκαταστημάτων ή πρακτορείων αυτών, οι οπωσδήποτε αμέσως ή εμμέσως συνεργήσαντες εις την εκτέλεσιν της πράξεως. 5.Αι επί παραβάσει των άνω διατάξεων υποθέσεις διώκονται εξ επαγγέλματος και εισάγονται δι’ απ’ ευθείας κλήσεως και άνευ προανακρίσεως την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας οκτώ από της εγχειρήσεως της μηνύσεως ή της ενάρξεως της διώξεως. 6.Αρμόδιον προς εκδίκασιν αυτών καθίσταται το Μονομελές Πλημμελειοδικείον και δια τους απολαύοντας ιδιαζούσης δωσιδικίας εφαρμοζομένων δε και των διατάξεων περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων επ’ αυτοφώρω. 7.Οι βασίμους παρέχοντες υπονοίας ότι ενεργούσιν τινά των εν τω παρόντι άρθρ. 14 υπό στοιχεία α΄ζ΄ παρανόμων πράξεων, δύνανται να εκτοπισθώσιν κατά τας διατάξεις του νόμου 5174 θεωρούμενοι ως επικίνδυνοι εις την δημοσίαν τάξιν. Επίσης οι καταδικαζόμενοι επί τινι του εν άρθρ. 14 υπό α΄, ζ΄ πράξεων δύνανται να εκτοπισθώσι δι’ αποφάσεως του Δικαστηρίου επί έν έτος. Βλ. και άρθρ. 4 Α.Ν. 677/1945 (κατωτ. αρ. 37). (Μετά την σελ. 34(α) Σελ. 34,01 Τεύχος 378 – Σελ. 87 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.9 26.Β.α.9 Προστασία του Νομίσματος 8.Η οικεία αστυνομική αρχή δύναται να εκδίδη αστυνομικάς διατάξεις, εγκρινομένας κατά τον νόμον, σχετικάς με την λειτουργίαν των χρηματιστικών και μεσιτικών εν γένει και άλλων παρεμφερών γραφείων και την πρόληψιν συνάψεως χρηματιστηριακών πράξεων εκτός του χρηματιστηρίου, είτε εις διάφορα κέντρα ή γραφεία είτε εις οδούς ή πλατείας». Το άρθρ. 14 συμπληρωθέν δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. της 21/28 Σεπτ. 1932, κατωτ. αριθ. 13 και τροποποιηθέν δια του άρθρ. 4 του Α.Ν. της 22/22 Δεκ. 1932 κατωτ. αρ. 15, αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 296/1936 κατωτ. αριθ. 25. Βλέπε και την παρ. 10 άρθρ. 26 Νομ. 2076/1992, ΦΕΚ – Α – 130 (Τόμ. 12, σελ. 120,856) για την κατάργηση των διατάξεων που προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για παράβαση της νομοθεσίας περί συναλλάγματος. Άρθρ.15.-Αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως του παρόντος νόμου κανονισθήσονται δια Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας. Άρθρ.16.-Ο παρών νόμος ισχύει από της καταχωρήσεως αυτού εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως. Άρθρ.2.-1.(Η αγορά και πώλησις χρυσού και χρυσών νομισμάτων ασκείται μονοπωλιακώς παρά της Ταπέζης της Ελλάδος. Η Τρά(Αντί για τη σελ. 29) Σελ. 29(α) Τεύχος 1239 – Σελ. 7 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.8-9 πεζα της Ελλάδος δύναται να αναθέτη δι’ ειδικής εντολής την αγοράν χρυσού δια λογαριασμόν αυτής εις τινα των εν τη δευτέρα παραγράφω του παρόντος άρθρου τραπεζών.). Βλ. ήδη Α.Ν. 944/1946 (κατωτ. αριθ. 39). «2.Η αγορά και πώληση συναλλάγματος και ξένων τραπεζογραμματίων ασκείται από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και από άλλα πρόσωπα, που ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα να απαγορεύει τη διενέργεια πράξεων συναλλάγματος από συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα ή πρόσωπο». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 26 Νόμ. 2076/31 Ιουλ.-1 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 130), Τόμ. 12, σελ. 120,856). Άρθρ.3.-1.Αι επί προθεσμία πράξεις επί συναλλάγματος έναντι δραχμών απαγορεύονται. Αι επί προθεσμία πράξεις επί συναλλάγματος έναντι ετέρου συναλλάγματος επιτρέπονται. 2.Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τας κατά το άρθρ. 2 τραπέζας να αγοράζωσι και πωλώσι συνάλλαγμα επί προθεσμία προς εξυπηρέτησιν των αναγκών της εξαγωγής και εισαγωγής, υπό τον όρον ότι οι πράξεις αύται θα ανταποκρίνωνται εις πραγματικάς και εξηκριβωμένας υπό των τραπεζών ανάγκας του εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου, συμφώνως προς τους όρους του εδαφ. β΄της παρ. 1 του άρθρ. 4 καθώς και του άρθρ. 5. Προκειμένου περί των αναγκών της εισαγωγής η προθεσμία αύτη δε δύναται να υπερβή το τρίμηνον. 3.Αι πράξεις μεταφοράς επί συναλλάγματος απαγορεύονται, πλην επί των περιπτώσεων της προηγουμένης παραγράφου και εφ’ όσον συντρέχουσιν οι αυτοί όροι. Άρθρ.4.-1.Η πώλησις συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων υπό των εν παρ. 2 του άρθρ. 2 οριζομένων τραπεζών εις την πελατείαν αυτών επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον η ζήτησις σκοπεί πράγματι την εξυπηρέτησιν τινός των κατωτέρω οριζομένων αναγκών: α)Των αναγκών του Δημοσίου και των δημοσίων ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. β)Των πραγματικών και εξηκριβωμένων αναγκών εισαγωγικού εμπορίου εφ’ όσον κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις επιτρέπεται η εισαγωγή. Η χορήγησις γίνεται επί τη προσαγωγή της φορτωτικής και πιστοποιητικού της τελεωνειακής αρχής ότι εισήλθε το εμπόρευμα ή, προκείμενου περί προπληρωμής, επί προσαγωγή των πιστοποιητικών της αγοράς και των όρων της πληρωμής Σελ. 30(α) Τεύχος 1239 – Σελ. 8 εγγράφων και υπευθύνου εγγράφου δηλώσεως του εισαγωγέως ότι θέλει πιστοποιήσει δια των ανωτέρω αναφερομένων φορτωτικών και αποδείξεων των τελωνειακών αρχών την εισαγωγήν εντός προθεσμίας μηνός από της παροχής του συναλλάγματος. Η χορηγούσα το συνάλλαγμα τράπεζα οφείλει να σημειώση εμφανώς επί των δικαιολογητικών εγγράφων την γενομένην χορήγησιν και ν’ ακυρώση ταύτα προς αποφυγήν πολλαπλής χρήσεως. γ)Των ευλόγων αναγκών των εν τη αλλοδαπή διαμενόντων ή εις αλλοδαπήν αναχωρούντων. Η εν τη αλλοδαπή διαμονή πιστοποιείται δια προσαγωγής πιστοποιητικού της αρμοδίας προξενικής αρχής, η δε πρόθεσις αναχωρήσεως δια της προσαγωγής του διαβατηρίου και του εισιτηρίου σιδηροδρόμου ή ατμοπλοίου. Προς χορήγησιν συναλλάγματος δια τας εν τω παρόντι εδαφίω αναφερομένας ανάγκας απαιτείται ειδική άδεια της παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος επιτροπής του συναλλάγματος ήτις οφείλει εν πάση περιπτώσει να αρνηθή την άδειαν, αν ο αιτών δεν δηλώση υπευθύνως και εγγράφως ότι δεν κέκτηται ίδιον διαθέσιμον συνάλλαγμα εν τη αλλοδαπή. δ)Των αποδεδειγμένων αναγκών πληρωμής οφειλών εις συνάλλαγμα προς την αλλοδαπήν, εφ’ όσον αύται απορρέουσιν εξ εμπορικών συναλλαγών και συνωμολογήθησαν μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου. Ο έλεγχος των αποδεικτικών της οφειλής εγγράφων γίνεται υπό της χορηγούσης το συνάλλαγμα τραπέζης, ως δικαιολογητικά δε έγγραφα θεωρούνται αι φορτωτικαί και αι αποδείξεις τελωνειακών αρχών περί της προηγηθείσης εισαγωγής, μετά των αρχικών συμβολαίων, εξ ων να εμφαίνωνται οι όροι της πληρωμής. ε)«Των αποδεδειγμένων αναγκών εξυπηρετήσεως ομολογιακών δανείων εις συνάλλαγμα πληρωτέων εν τη αλλοδαπή. 26.Β.α.9 Προστασία του Νομίσματος Η χορήγησις του απαιτουμένου συναλλάγματος εν όλω ή εν μέρει γίνεται αδεία της Τραπέζης της Ελλάδος, παρεχομένη μετ’ απόφασιν της Επιτροπής συναλλάγματος». Η εντός « » περίπτωσις ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρου μόνου οτυ Α.Ν. της 22/28 Οκτ. 1932 κατωτ. αριθ. 14. ς)Πάσης άλλης πραγματικής οικονομικής ανάγκης, ην απόφασις των υπουργών των Οικονομικών και της Εθνικής Οικονομίας, λαμβανομένη μετά την γνώμην της Τραπέζης της Ελλάδος, ήθελεν ορίσει. 2.Επιτρέπεται επίσης η παρά των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου αναφερομένων τραπεζών χορήγησις συναλλάγματος προς τμηματικήν εξόφλησιν οφειλών εις συνάλλαγμα προς την αλλοδαπήν, αίτινες απορρέουσιν εξ εμπορικής συναλλαγής και συνωμολογήθησαν προ της ισχύος του παρόντος νόμου, μόνον κατόπιν αδείας της παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος επιτροπής του συναλλάγματος, ήτις ορίζει και το εκάστοτε χορηγητέον ποσόν επί εκάστης οφειλής. Απαγορεύεται η υπό οιανδήποτε μορφήν δικαστική επιδίωξις των ανωτέρω απαιτήσεων, εφ’ όσον ο οφειλέτης αποδείξη δι’ εγγράφου πιστοποιήσεως της επιτροπής του συναλλάγματος, ότι δεν έτυχε αδείας αγοράς συναλλάγματος προς τμηματικήν εξόφλησιν της οφειλής, καίτοι εζήτησε τοιαύτην δια ποσόν ίσον προς 10% του ποσού της οφειλής δι’ εκάστην τουλάχιστον εξαμηνίαν. Υπό τους αυτούς όρους απαγορεύεται και η αναγκαστική εκτέλεσις, ως και η λήψις παντός συντηρητικού μέτρου, πλην της προσημειώσεως. Ως τόκος υπερημερίας των τοιούτων οφειλών, εφ’ όσον δεν είναι συμπεφωνημένος, ορίζεται ο μέσος όρος του προεξοφλητικού τόκου της ημεδαπής και της χώρας του δανειστού, οφειλόμενος και άνευ οχλήσεως, από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Ο τε δανειστής και ο οφειλέτης των εις την παρούσαν παράγραφον υπαγομένων οφειλών υποχρεούνται να δηλώσωσιν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος το ποσόν, το είδος του νομίσματος , την πηγήν και παν έτερον στοιχείον της οφειλής εντός προθεσμίας μηνός από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου. Βλ. και άρθρ. 1 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932 κατωτ. αρ.11 ως επίσης και άρθρ. 2 Νόμ. 5552/1932 κατωτ. αριθ. 10. Άρθρ.5.- 1.Αι μέχρι τούδε ισχύουσαι διατάξεις περί των υποχρεώσεων των εξαγωγέων παντός είδους προϊόντων, ως αύται συνεπληρώθησαν δια των κατ’ εξουσιοδότησιν εκδοθεισών αποφάσεων, διατηρούνται και εφεξής εν ισχύϊ, δυνάμενοι να συμπληρωθώσι και τροποποιηθώσι κατά τας αυτάς διατάξεις. Βλ. και παρ. 2 άρθρ. 1 Ν. 5552/1932 κατωτέρω αριθ. 10. Οι οφειλέται συναλλάγματος εκ πραγματοποιηθείσης εξαγωγής, υποχρεούνται να παραδώσωσι το συνάλλαγμα εις την Τράπεζαν της Ελλάδος εντός των νομίμων προθεσμιών επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία. Τράπεζαι, παρ’ αις είναι κατατεθειμένον τοιούτον συνάλλαγμα επ’ ονόματι των εξαγωγέων, ή αίτινες ήθελον εισπράξει μεταγενεστέρως τοιούτον συνάλλαγμα, υποχρεούνται άνευ άλλης εντολής να παραδώσωσι το συνάλλαγμα τούτο εις την Τράπεζαν της Ελλάδος επί καταβολή παρ’ αυτής της αξίας επί τη ως άνω ισοτιμία, πιστούσαι με το ισότιμον τον δικαιούχον. Η πίστωσις αύτη λογίζεται ως πλήρης εξόφλησις. 2.Οι μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου εξάγοντες προϊόντα παντός είδους, τηρούντες τας κατά την πρώτην παράγραφον, διατάξεις, οφείλουσι να πωλήσωσι το εις συνάλλαγμα αντίτιμον εις τινα των κατά το άρθρ. 2 τραπεζών. Δια Δ/τος εφ’ άπαξ εκδιδομένου, μετ’ απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου, ορίζεται ποσοστόν, μη δυνάμενον να υπερβή το 30% , του συναλλάγματος τούτου δια κατηγορίας ή είδη προϊόντων, όπερ ο εξαγωγεύς θα υποχρεούται να πωλήση εις την Τράπεζαν της Ελλάδος επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία. Το υπόλοιπον του συναλλάγματος τούτου καταβάλλεται εις δραχμάς, επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της πωλήσεως. «Δια Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των υπουργών των Οικονομικών και της Εθνικής Οικονομίας, δύνανται να ελαττούνται ή καταργούνται τα κατά την ανωτέρω διάταξιν ορισθέντα ποσοστά». Τα εντός « » εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια του Νομ. 6330/1934, κατωτ. αριθ. 19. Η Τράπεζα καταβάλλει εις τον δικαιούχον το ως άνω αντίτιμον μόνον τη εγγράφω πιστοποιήσει του δικαιούχου ότι δια την παρασκευήν, συσκευασίαν και αποστολήν του εξαχθέντος προϊόντος δεν εχρησιμοποιήθησαν υλικά, δια την προμήθειαν των οποίων εχορηγήθη αυτώ συνάλλαγμα υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, ή ότι το τυχόν χορηγηθέν συνάλλαγμα επεστράφη προς την τράπεζαν τούτην επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία. Άρθρ.6.-1.Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί αι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμάς επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη αυτή τιΣελ. 31 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.9 μή αποδίδονται και αι εις συνάλλαγμα παρά τραπέζοις καταθέσεις πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντας εν τη αλλοδαπή προ της ισχύος του παρόντος νόμου, αίτινες δύνανται να αποδίδωνται και εις αυτούσιον συνάλλαγμα. 2.Αι προ της 28 Σεπτ. 1931 υφιστάμεναι παρά τραπέζαις καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου εις συνάλλαγμα εν τω εσωτερικώ καθίστανται απαιτηταί μετά πάροδον τριμήνου προθεσμίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου. Το αυτό ισχύει και επί των προ της 28 Σεπτ. 1931 καταθέσεων προθεσμίας, των καθισταμένων ληξιπροθέσμων προ της παρελεύσεως της τριμήνου προθεσμίας. 3.Μεταφορά των εις συνάλλαγμα καταθέσεων από τραπέζης εις τράπεζαν επιτρέπεται τη αιτήσει του καταθέτου μόνον αν μετατραπώσιν εις δραχμάς επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της μεταφοράς. Αν η τοιαύτη κατάθεσις είναι εκ των εν παρ. 2 αναφερομένων, καθίστανται απαιτηταί μετά την πάροδον της εν τη αυτή παραγράφω τριμήνου προθεσμίας. Δύναται κατόπιν αδείας της Τραπέζης της Ελλάδος να μεταφέρεται η κατάθεσις και εις συνάλλαγμα εφ’ όσον η οφειλέτις τράπεζα έχει ίδια διαθέσιμα. 4.Αι προς τας τραπέζας εις συνάλλαγμα οφειλαί εσωτερικού καθίστανται απαιτηταί μετά πάροδον τριμήνου προθεσμίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, εφ’ όσον ήθελον καταστή ληξιπρόθεσμοι προ της παρόδου της προθεσμίας ταύτης, υπό την προϋπόθεσιν ότι διατηρούνται αι αρχικαί εγγυήσεις. 5.Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί των εν Ελλάδι τραπεζών προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και προς αλλήλας εξοφλούνται εις συνάλλαγμα. 6.Αι εκ των κειμένων νόμων υποχρεώσεις των εν Ελλάδι τραπεζών προς απόδοσιν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος του συναλλάγματος του απορρέοντος εξ εξαγωγής προϊόντων ή εξ υπεραγορών, εκτελούνται εις συνάλλαγμα επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.