← Ελλάδα

12. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Αριθ. ΟΙΚ.ΚΙ-12912 της 22 Σεπτ./4 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 744) Κανονισμός λειτουργίας της Επιτροπής του άρθρ. 3, Νόμ. 307/76.

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τους Εμπορικούς Αντιπροσώπους Εισαγωγής-Εξαγωγής, καθορίζοντας τις διαδικασίες και τις υποχρεώσεις της.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
12. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Αριθ. ΟΙΚ.ΚΙ-12912 της 22 Σεπτ./4 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 744) Κανονισμός λειτουργίας της Επιτροπής του άρθρ. 3, Νόμ. 307/76. Έχοντας υπόψη: Το άρθρ. 3 παρ. 3 του Νόμ. 307/76 (ΦΕΚ 101/Α/76) «περί Εμπορικών Αντιπροσώπων Εισαγωγής-Εξαγωγής», αποφασίζουμε: 1.Η κατά το άρθρ. 3 του Νόμ. 307/76 Επιτροπή συνέρχεται σε τακτικές ημέρες και ώρες, που καθορίζονται από τον Πρόεδρο αυτής. 2.Η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία, εάν ο αριθμός των παρόντων μελών είναι μεγαλύτερος από τους απόντες. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής δύναται να καλεί στις συνεδριάσεις οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο, για την παροχή πληροφοριών ή γνωμών, σχετικά με τα συζητούμενα θέματα. Οι αποφάσεις της Επιτροπής, οι οποίες πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες, λαμβάνονται με φανερή ψηφοφορία και κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών. 3.Οι αποφάσεις της Επιτροπής διατυπώνονται σε πρακτικά, που συντάσσονται από τον γραμματέα και υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον γραμματέα. Στα πρακτικά, αναγράφονται τα ονόματα όλων των μελών, που συμμετέχουν ή γίνεται ρητή μνεία, για την απουσία ή το κώλυμα τακτικού μέλους και η συμμετοχή του αναπληρωματικού, καταχωρούνται δε σε αυτά και οι γνώμες των μελών, που μειοψήφισαν. 4.Η Επιτροπή εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο αυτής, ο οποίος υπογράφει όλη την αλληλογραφία και τις χορηγούμενες άδειες, έχει δε την άμεση εποπτεία για τις εργασίες του γραφείου της. Τον Πρόεδρο, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος. 5.Η Επιτροπή επικουρείται στο έργο της από υπαλλήλους, που διαθέτει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών. Οι υπάλληλοι αυτοί εργάζονται στο γραφείο της Επιτροπής και ασχολούνται με την εύρυθμη λειτουργία του. 6.Από την Επιτροπή τηρούνται τα κατωτέρω βιβλία: α.Πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. β.Βιβλίο Πρακτικών. γ.Μητρώο των χορηγουμένων αδειών άσκησης επαγγέλματος, το οποίο περιλαμβάνει απαραίτητα τα εξής στοιχεία: -Τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης -Το ονοματεπώνυμο του κατόχου της άδειας -Τη Δ/νση του Γραφείου της επαγγελματικής επιχείρησης -Τον αριθμό της εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής -Ένδειξη της τυχόν επιβληθείσης ποινής -Την υπηκοότητα του κατόχου της αδείας. Του ανωτέρω Μητρώου, τηρείται αλφαβητικό ευρετήριο. δ.Ειδικό βιβλίο παρακολούθησης λήξης των αδειών παραμονής και εργασίας, στην Ελλάδα, αλλοδαπών Εμπορικών Αντιπροσώπων. ε.Βιβλίο εντολών προς την Τράπεζα της Ελλάδος προς πληρωμή δαπανών λειτουργίας της Επιτροπής. στ.Βιβλίο των καταθέσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η τήρηση άλλων βιβλίων αποφασίζεται από την Επιτροπή. Επίσης, από την Επιτροπή τηρείται σφραγίδα, στην οποία αναγράφεται κυκλικά: Υπουργείο Εμπορίου-Επιτροπή άρθρ. 3 Νόμ. 307/76. 7.Οι αιτήσεις, που υποβάλλονται στην Επιτροπή, για χορήγηση άδειας Εμπορικού Αντιπροσώπου Εισαγωγής-Εξαγωγής, με τα προβλεπόμενα από το Νόμο δικαιολογητικά, προσκομίζονται στην Επιτροπή από τον υπεύθυνο του γραφείου, για κάθε δε αίτηση, αποφαίνεται η Επιτροπή, κρίνουσα κατ’ ουσία, μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών, που προβλέπονται από το σχετικό Νόμο. 8.Οι άδειες άσκησης του επαγγέλματος αναγράφουν τον αύξοντα αριθμό του Μητρώου, στο οποίο καταχωρούνται. Σε περίπτωση αίτησης ανανέωσης άδειας, εκδίδεται νέα άδεια, στην οποία σημειώνεται ο παλαιός αριθμός Μητρώου και ο νέος, τον οποίο λαμβάνει με την νέα καταχώρηση. 9.Ο τύπος αδειών άσκησης του επαγγέλματος ορίζεται με απόφαση της Επιτροπής. 10.Τα συνοδεύοντα τις αιτήσεις πιστοποιητικά φυλάσσονται από τον υπεύθυνο του Γραφείου, στα αρχεία της Επιτροπής. Τα βιβλία, που τηρούνται, αριθμούνται κατά φύλλο, θεωρούνται δε από τον Πρόεδρο στο τελευταίο φύλλο τους. 11.Στον Πρόεδρο, τα μέλη, τον γραμματέα, καθώς και τον εισηγητή των θεμάτων στην Επιτροπή, καταβάλλεται αποζημίωση, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, περί αποζημιώσεων Συμβουλίων και Επιτροπών. 12.Στα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη της Επιτροπής, εκπροσώπους των Συνδέσμων Εμπορικών Αντιπροσώπων, που η έδρα τους είναι εκτός της Αθήνας, καταβάλλεται, όταν παρίστανται στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, η δαπάνη μετακίνησης στην Αθήνα και επιστροφής στην έδρα, επιτρεπομένης της χρησιμοποίησης και αεροπλάνου. 13.Στα εκτός έδρας, ύστερα από σχετική έγκριση του Υπουργού Εμπορίου, μετακινούμενα μέλη της Επιτροπής, για εκτέλεση υπηρεσίας, καταβάλλεται ημερήσια αποζημίωση και οδοιπορικά έξοδα, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις. (Μετά τη σελ. 154,04) Σελ. 154,05 Τεύχος ΙΒ-9-1 – ΙΒ-9-2 Σελ. 9 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 11.Γ.ε.12 14.Όλες οι παραπάνω δαπάνες βαρύνουν εξ ολοκλήρου τον τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος ειδικό λογαριασμό της Επιτροπής. 15.Αρμόδιος, για την ανάληψη χρηματικών ποσών από το λογαριασμό, είναι ο Πρόεδρος της Επιτροπής ή ο νόμιμος από αυτόν εξουσιοδοτημένος, των οποίων δείγματα υπογραφής αποστέλλονται στην διαχειρίστρια Τράπεζα. 16.Κατ’ εξαίρεση, για την πληρωμή μικροεξόδων, δύναται να χορηγηθεί στον υπεύθυνο του γραφείου, βάσει εντολής του Προέδρου, παγία προκαταβολή μέχρι ποσού δρχ. 10.000. Οι πραγματοποιούμενες, βάσει δικαιολογητικών, δαπάνες από το ποσό αυτό, εγκρίνονται από την Επιτροπή. 17.Ο Υπουργός δύναται να διατάσσει τον έλεγχο της διαχείρισης του λογαριασμού της Επιτροπής, ο οποίος θα διενεργείται από μόνιμο υπάλληλο του Υπουργείου. 18.Υπεύθυνος του γραφείου ορίζεται, με απόφαση της Επιτροπής, ένας από τους υπαλλήλους, που διαθέτει το Επιμελητήριο. Ο Υπεύθυνος φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία του γραφείου, προετοιμάζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις της Επιτροπής και εισηγείται τα, προς συζήτηση, θέματα. Φροντίζει για την ενημέρωση των βιβλίων, που τηρούνται στην Επιτροπή. Από το Γραφείο, αποστέλλονται οι εκδιδόμενες άδειες στα οικεία Επιμελητήρια, για να επιδοθούν στους ενδιαφερόμενους. Σε περίπτωση απορριφθείσης αίτησης, αποστέλλεται έγγραφο, στο οποίο διατυπούται σε περίληψη η απόφαση της Επιτροπής. Ο σχετικός απορριπτικός φάκελλος αρχειοθετείται. Σελ. 154,06 Τεύχος ΙΒ-9-1 - ΙΒ-9-2 Σελ. 10 11.Γ.ε.12 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 13. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αιρθ. 219 της 18/30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α΄ 81) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 98/1 Ιουλ. 1991 και ΦΕΚ Α΄ 136/11 Σεπτ. 1991). Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρ. 4 του Νόμ. 1338/83 «Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (ΦΕΚ 34/Α/1983) όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 6 παρ. 4 του Νόμ. 1440/84 «Συμμετοχή της Ελλάδος στο Κεφάλαιο, στο Αποθεματικό και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο Κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος και του Οργανισμού Εφοδιασμού «ΕΥΡΑΤΟΜ» (ΦΕΚ 70/Α/1984) και τροποποιήθηκε με το άρθρ. 7 του Νόμ. 1775/88 (ΦΕΚ 101/Α/88) και το άρθρ. 65 του Νόμ. 1892/90 (ΦΕΚ 101/Α/31.7.90). 2.Την αριθ. Υ.1201/90 (ΦΕΚ 10/Β΄/16.1.91) απόφαση του Πρωθυπουργού. Συμπλήρωση της Απόφασης του Πρωθυπουργού αριθ. Υ.1201/5.10.1990). 3.Την υπ’ αριθ. 176/1991 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Υπουργού Εμπορίου, αποφασίζουμε: (Άρθρ. 1 και 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.1.-1.Σκοπός του παρόντος Προεδρικού Δ/τος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ε.Κ.) «για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες)» που δημοσιεύθηκε στην ελληνική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ αριθ. ΕΕ αριθ. L 382/της 31.12.1986 σελ. 17. 2.Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. «3.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος: α)Είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος στις αρμόδιες ΔΟΥ και στα αμιγή Εμπορικά Επιμελητήρια ή στο Εμπορικό Τμήμα των λοιπών Επιμελητηρίων, και στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων. (Η προϋπόθεση εγγραφής στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων δεν απαιτείται εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ασφαλισμένος με άλλη κυρία ασφάλιση). Η μέσα σε ( ) δεύτερη πρόταση του άνω εδαφίου καταργήθηκε από το άρθρ. 1 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). β)Μπορεί να διατηρεί υπαντιπροσώπους στην έδρα της εγκατάστασής του ή σε άλλες πόλεις μέσα στον γεωγραφικό τομέα στον οποίο ασκεί την δραστηριότητά του». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρου, στον προηγούμενο αντιπρόσωπο, εκτός εάν λόγω της δραστηριότητάς τους θεωρείται δίκαιο η προμήθεια να διανεμηθεί μεταξύ τους. (Άρθρ. 10, 11 και 12 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.7.-1.Η αξίωση επί της προμήθειας υφίσταται από τον χρόνο και κατά το μέτρο που συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις: α)Ο αντιπροσωπευόμενος εξετέλεσε την πράξη. β)Ο αντιπροσωπευόμενος ώφειλε να έχει εκτελέσει την πράξη δυνάμει της συμφωνίας που είχε συναφθεί με τον τρίτο. γ)Ο τρίτος εξετέλεσε την πράξη. 2.Η αξίωση επί της προμήθειας γεννάται όταν ο τρίτος έχει εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση ή θα έπρεπε να τις έχει εκτελέσει εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε προβεί στην απαραίτητη σύμπραξη για την ολοκλήρωση της σύμβασης. 3.Η προμήθεια καταβάλλεται το αργότερο την τελευταία ημέρα του μηνός που ακολουθεί το τρίμηνο κατά την διάρκεια του οποίου είχε γεννηθεί η σχετική αξίωση. «4.Το δικαίωμα της προμήθειας αποσβύνεται μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι η σύμβαση μεταξύ του τρίτου και του εντολέα δεν θα εκτελεσθεί και η μη εκτέλεση δεν οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία είναι υπαίτιος ο αντιπροσωπευόμενος». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 5 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). «4α.Οι προμήθειες που έχει ήδη εισπράξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος επιστρέφονται εάν το σχετικό δικαίωμα αποσβεστεί». Η παρ. 4α προστέθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 5 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). 5.Ο αντιπροσωπευόμενος διαβιβάζει στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο κατάσταση των οφειλομένων προμηθειών, το αργότερο την τελευταία ημέρα του μηνός που ακολουθεί το τρίμηνο κατά το οποίο γεννήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις. Η κατάσταση αυτή αναφέρει όλα τα ουσιώδη στοιχεία βάσει των οποίων έχει υπολογισθεί το ποσό των προμηθειών. 6.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται να απαιτήσει να του παρασχεθούν όλες οι πληροφορίες και κυρίως απόσπασμα εγγραφών των εμπορικών βιβλίων που χρειάζεται για την επαλήθευση του ποσού των οφειλομένων προμηθειών. «7.Δεν δύναται να συμφωνηθεί παραίτηση του εμπορικού αντιπροσώπου από τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις των παρ. 2, 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου». Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 5 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). (Άρθρ. 13, 14, 15 και 16 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.8.-«1.α)Δια την εφαρμογή του παρόντος Π.Δ/τος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως. β)Κάθε συμβαλλόμενο έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 6 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). 2.Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3.Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. «4.Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 του Π.Δ. 88/18-22 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 64). (Αντί για τη σελ. 154,09) Σελ. 154,09(α) Τεύχος 1210-Σελ. 17 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 11.Γ.ε.13 5.Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6.Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7.Οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. «8.Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων». Η παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 6 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). (Άρθρ.17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.9.-«1.α)Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρ. 10 του παρόντος». Το εδάφ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 7 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). Σελ.154,10(α) Τεύχος 1210-Σελ. 18 β)Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. γ)Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. «δ.Το δικαίωμα αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας γεννάται επίσης και όταν η σύμβαση λύεται λόγω θανάτου του εμπορικού αντιπροσώπου». Το εδάφ. δ΄ προστέθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 88/18-22 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 64). «2.Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 88/18-22 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 64). 11.Γ.ε.13 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 3.Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α)Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο. «β)Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλει την σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του». Το εδάφ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 88/18-22 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 64). «γ.Όταν μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενο, o αντιπρόσωπος εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας». Το εδαφ. γ΄ προστέθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 7 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). 4.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος πριν από την λήξη της σύμβασης δεν μπορεί να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τις παραπάνω παραγράφους. (Άρθρ. 20 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.10.-1.Η συμφωνία που προβλέπει περιορισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του εμπορικού αντιπροσώπου μετά τη λήξη της σύμβασης, ονομάζεται στο εξής υποχρέωση μη ανταγωνισμού. 2.Η υποχρέωση μη ανταγωνισμού είναι ισχυρά εάν και εφόσον: α)έχει συνομολογηθεί εγγράφως και β)αφορά το γεωγραφικό τομέα, την ευθύνη του οποίου είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος καθώς και τον τύπο των εμπορευμάτων των οποίων είχε την αντιπροσωπεία σύμφωνα με την σύμβαση. 3.Η υποχρέωση μη ανταγωνισμού ισχύει για περίοδο το πολύ ενός έτους μετά την λήξη της σύμβασης. 4.Με το άρθρο αυτό δεν θίγονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας οι οποίες επιβάλλουν άλλους περιορισμούς ως προς το κύρος ή την εφαρμογή ρητρών που περιέχουν υποχρέωση μη ανταγωνισμού ή προβλέπουν ότι τα δικαστήρια μπορούν να μειώσουν τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων που απορρέουν από παρόμοια συμφωνία. (Άρθρ. 22 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ). Άρθρ.11.-1.Οι διατάξεις του παρόντος Προεδρικού Δ/τος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του. 2.Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του παρόντος Προεδρικού Δ/τος εφαρμόζονται οι διατάξεις του δ/τος αυτού την 1 η Ιαν. 1994. άρθρ. 1 του Π.Δ. 249/23-28 Ιουν. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 108), κατωτ. αριθ. 14. 4.Εμπορικοί Αντιπρόσωποι, κατά την έννοια του παρόντος Δ/τος, δεν μπορούν να είναι ιδίως: α)Τα πρόσωπα τα οποία υπό την ιδιότητα του οργάνου έχουν την εξουσία να δεσμεύουν μία εταιρεία ή ένωση προσώπων. β)Οι εταίροι οι οποίοι έχουν νόμιμη εξουσία να δεσμεύουν τους άλλους εταίρους. γ)Οι διαχειριστές που ορίζονται από το δικαστήριο, οι εκκαθαριστές ή οι σύνδικοι πτωχεύσεως. (Άρθρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.12.-Από της ισχύος του παρόντος Προεδρικού Δ/τος καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού και ειδικά οι διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 3, 4 και 5, 6, 7, 11, 12 του Νόμ. 307/76 και του άρθρ. 11 του Νόμ. 504/76. (Μετά τη σελ. 154,10(α) Σελ. 154,11 Τεύχος 1210-Σελ. 19 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 11.Γ.ε.13 Άρθρ.2.-«Οι διατάξεις του παρόντος Π.Δ/τος δεν έχουν εφαρμογή για: α)Τους μη αμειβόμενους Εμπορικούς Αντιπροσώπους. β)Τους Εμπορικούς Αντιπροσώπους εφόσον συναλάσσονται στα Χρηματιστήρια Εμπορευμάτων ή στις αγορές πρώτων υλών. (Άρθρ. 22 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.3.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 4 του Π.Δ. 249/23-28 Ιουν. 1993, ΦΕΚ Α΄ 108, κατωτ. αριθ. 14). (Άρθρ. 3, 4 και 5 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Άρθρ.4.-1.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει: α)Να ασχολείται με την δέουσα επιμέλεια κατά την διαπραγμάτευση και ενδεχομένως κατά την σύναψη των πράξεων οι οποίες του έχουν ανατεθεί. β)Να ανακοινώνει στον αντιπροσωπευόμενο κάθε αναγκαία πληροφορία που διαθέτει. «γ.Να συμμορφώνεται προς τις εύλογες υποδείξεις του αντιπροσωπευομένου». Το εδαφ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 2 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). 2.Ο αντιπρόσωπος οφείλει κατά την διάρκεια των σχέσεών του με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο να δρά νόμιμα, με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει: α)Να θέτει στην διάθεση του Εμπορικού Αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται. (Αντί για τη σελ. 154,07) Σελ. 154,07(α) Τεύχος 1210-Σελ. 15 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 11.Γ.ε.13 «β)να παρέχει στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως να ειδοποιεί τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε να αναμένει κανονικά». Το εδάφ. β αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 του Π.Δ. 88/18-22 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 64). «3.Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει εξάλλου να ενημερώνει μέσα σε εύλογη προθεσμία τον εμπορικό αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη καθώς και με τη μη εκτέλεση μίας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 2 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). «4.Τα μέρη δε μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 3 του άρθρ. 2 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). (Άρθρ. 6 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ) Αρθρ.5.-1.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. «2.Ελλείψη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). «3.Κάθε στοιχείο της αμοιβής το οποίο μεταβάλλεται ανάλογα με τον αριθμό ή την αξία των υποθέσεων θεωρείται ότι, κατά την έννοια του παρόντος δ/τος, αποτελεί προμήθεια». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). Σελ. 154,08(α) Τεύχος 1210-Σελ. 16 4.Οι διατάξεις των επόμενων άρθρ. 6 και 7 εφαρμόζονται εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος αμοίβεται συνολικά ή εν μέρει με προμήθεια. «(Άρθρ. 7,8 και 9 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ)» Ο τίτλος του άρθρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 4 του Π.Δ. 312/822 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). Άρθρ.6.-«1.Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α)αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του ή β)αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ)αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 4 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). 11.Γ.ε.13 Εμπορικοί Αντιπρόσωποι 2.Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά την λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας: «α)Εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτής της σύμβασης». Το εδάφ. α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 4 του Π.Δ. 312/8-22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 168). β)Εάν, σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η παραγγελία του τρίτου περιήλθε στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο ή τον αντιπροσωπευόμενο πριν από την λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. 3.Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν δικαιούται προμήθεια κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου εάν αυτή οφείλεται, δυνάμει της παρ. 2 του αυτού

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.