📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 702 της 19/19 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 268) Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 170/1973 "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας". 'Αρθρ.1.«1.Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α)το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β)την εισαγωγή και κατάσταση γενικά μαθητών των παραγωγικών σχολών των υπαλλήλων της περίπτωσης α΄ του παρόντος και τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών, γ)την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, δ)την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, ε)το προσωπικό γενικά των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, στ)(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 1 Πράξης Νομ/κού. Περιεχομένου της 21-21 Δεκ. 2001, ΦΕΚ Α΄288, Τόμ. 10 Α σελ. 248,412). ζ)την τακτοποίηση, προσκύρωση και αναλογισμό αποζημίωσης ακινήτων, καθώς και την εφαρμογή πολεοδομικών μελετών, η)το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, θ)την έκδοση οικοδομικών αδειών και αδειών για την κοπή δένδρων, καθώς και τη σύνδεση οικοδομών με κάθε είδους δίκτυα. 2.Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α)το διορισμό ή την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικά των δικαστικών λειτουργών και των ανώτατων υπαλλήλων, β)την προαγωγή σε ανώτατο βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας, εκτός από την προαγωγή στο βαθμό του ταξίαρχου ή αντίστοιχο, γ)την εκλογή και γενικά την υπηρεσιακή κατάσταση των μελών του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πανεπιστημίων), εκτός από τους λέκτορες, δ)την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής.» Οι παρ. 1 και 2 που είχαν αντικατασταθεί από την παρ. 1 άρθρ. 29 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112) κατωτ.σελ.146,35, αντικαταστάθηκαν και πάλι ως άνω από το άρθρ. 1 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. αριθ.37. 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001, ΦΕΚ Α΄ 222, κατωτ. αριθ. 37). 4.Δια δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνον γνώμην της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δύναται να υπαχθή εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια η εκδίκασις κατά πρώτον βαθμόν και άλλων κατηγοριών υποθέσεων της ακυρωτικής δικαιοδοσίας. Άρθρ.2.-1.Εάν το διοικητικόν εφετείον κρίνη ότι η αίτησις ακυρώσεως δεν είναι εκ των κατά το Άρθρ.8.-"1.Οι αποφάσεις για τις κατά το προηγούμενο άρθρο διαφορές υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου τριμελούς διοικητικού εφετείου. 2.Για την εκδίκαση της έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε σε προσφυγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 60 έως 64 του Π.Δ. 341/1978, 166, 167, 168 παρ. 2, 3 και 6, 170, 172, 173 και 174 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, όπως σήμερα ισχύει, και των άρθρ. 14 και 15 του Π.Δ. 458/1958". Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. σελ. 104,649. 3.Οι λόγοι αναιρέσεως, τα της διαδικασίας και της εν γένει δικονομίας προς εκδίκασιν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους προσφυγών, αγωγών και εφέσεων, θέλουσι καθορισθή δια Π.Δ/τος, εκδοθησομένου τη προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης. Άρθρ.9-32.-(Περιελήφθησαν στην Κωδικοποίηση του Π.Δ. 18/30 Δεκ. 1988/9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), ανωτ. σελ. 104,247. Σελ. 104,36(δ) Τεύχος 1359 Σελ. 96 6.ΑΑ.β.3 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις Άρθρ.33.-"1.Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος καταργείται πάσα διάταξις αντικειμένη εις τας διατάξεις τούτου. 2.Από της ημερομηνίας καθ' ην, συμφώνως προς το άρθρ. 36 παρ. 2 του παρόντος, καθίστανται αρμόδια τα τριμελή διοικητικά πρωτοδικεία προς εκδίκασιν των κατά το άρθρ. 7 διαφορών και προσφυγών, καταργούνται: α)Αι κατά την κειμένην νομοθεσίαν διατάξεις, δια των οποίων παρέχεται η δυνατότης ασκήσεως και δευτέρας απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής κατά πράξεως εκδοθείσης επί ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής και β)τα υφιστάμενα ειδικά προς εκδίκασιν αποκλειστικώς και μόνον των κατά το προηγούμενον εδάφιον προσφυγών δευτέρου βαθμού όργανα. 3.Αι κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της αρμοδιότητος των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων, συμφώνως προς την προηγουμένην παράγραφον, εκκρεμείς ενώπιον των καταργουμένων υπό της αυτής παραγράφου δευτεροβαθμίων οργάνων κρίσεως εφέσεις εκδικάζονται υπ' αυτών, της σχετικής αποφάσεως υποκειμένης εις την κατά το άρθρ. 7 του παρόντος προσφυγήν ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου". Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 9 Νόμ. 733/1977, (τόμ. 10 σελ. 155), αι δε επόμεναι παρ. 3, 4, 5 και 6 έλαβον αντιστοίχως τους αριθ. 4, 5, 6 και 7 δια της παρ. 2 του αυτού άρθρου. (3)4.Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού εκδοθείσης μετ' άσκησιν υπό ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής και υποκειμένης του λοιπού, βάσει του παρόντος νόμου, εις προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η ευχέρεια αύτη διατηρείται, δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήση κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του την κατ' άρθρ. 7 του παρόντος προσφυγήν. Η άνω παρ. 3, που είχε λάβει τον αριθμό 4 από την παρ. 2 άρθρ. 9 Νόμ. 733/1977 και είχε καταργηθεί από την περίπτωση γ΄ παρ. 2 άρθρ. 8 Νόμ. 1470/1984, ανωτ. σελ. 104,245 επαναφέρθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση του Νόμ. 1649/29 Σεπτ.-3 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), τόμ. 6Α σελ. 390,322, με την παρ. 8 άρθρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου. (4).5.Πράξεις Κανονισμού συντάξεως υπό μονομελών ή συλλογικών διοικητικών οργάνων τακτικών υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, συνταξιοδοτουμένων κατά την νομοθεσίαν περί συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, είτε κατά παραπομπήν εις αυτήν, είτε δι' ιδίων νομοθετημάτων περιλαμβανόντων παρεμφερείς διατάξεις, εξακολουθούν υποκείμεναι εις τα προβλεπόμενα υπό του Α.Ν. 599 του 1968 "περί της διαδικασίας κανονισμού των συντάξεων του Δημοσίου", ένδικα μέσα. (5)6.(Καταργήθηκε από τη περίπτ. δ΄ άρθρ. 31 Νόμ. 1406/14-14 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 182), κατωτ. σελ. 104,609). (6)7.Αι παρά τω Ι.Κ.Α υφιστάμεναι Επιτροπαί καθορισμού ηλικίας διατηρούνται, των αποφάσεων αυτών υποκειμένων εις την κατά το άρθρ. 7 του παρόντος προσφυγήν. Άρθρ.34.-Δια την σύνταξιν του Σχεδίου του υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8 προβλεπομένου Π.Δ/τος δύναται να συσταθή δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, πενταμελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή, αποτελουμένη εκ Συμβούλων και Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και δικαστικών λειτουργών της τακτικής πολιτικής ή διοικητικής δικαιοσύνης και ενός γραμματέως υπαλλήλου της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εις τον Πρόεδρον τα μέλη και τον γραμματέα της επιτροπής παρέχεται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν ή εφ' άπαξ, καθοριζομένη δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Κωδικοποίησις διατάξεων Άρθρ.35.-"Με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη της ολομέλειας του Σ.τ. Ε., μπορεί να κωδικοποιηθούν σε ενιαίο κείμενο μεταγλωττιζόμενες οι διατάξεις που ισχύουν για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της κωδικοποίησης μπορεί να μεταβληθεί η σειρά, η αρίθμηση και η φραστική διατύπωση των άρθρων και παραγράφων". Το άρθρ. 35 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 1470/3-6 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 112), ανωτ. σελ. 104,245. Άρθρ.36.-1.Η αρμοδιότης των διοικητικών εφετείων προς εκδίκασιν των μεταβιβαζομένων εις αυτά δυνάμει του άρθρ. 1 του παρόντος νόμου υποθέσεων, ως και η ισχύς των άρθρ. 1-6 του παρόντος άρχεται από της 1ης Απρ. 1978. 2.Η αρμοδιότης των διοικητικών πρωτοδικείων προς εκδίκασιν των μεταβιβαζομένων εις αυτά δυνάμει του άρθρ. 7 του παρόντος νόμου υποθέσεων άρχεται από 1.1.1978, της ημερομηνίας ταύτης δυναμένης να μετατεθή, ουχί πέραν του τριμήνου, δια δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης. Άρθρ.37.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται υπό τούτου. (Αντί για τη σελ. 104,37(β) Σελ. 104,37(γ) Τεύχος Η121-Σελ. 13 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις 6.ΑΑ.β.3 άρθρ. 1 του παρόντος υπαγομένων εις την αρμοδιότητα αυτού, παραπέμπει την υπόθεσιν εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, το οποίον, αποφασίζει περί της αρμοδιότητος, κρίνον δε ότι η υπόθεσις είναι της αρμοδιότητος του διοικητικού εφετείου δύναται ή να την αναπέμψη ή να την κρατήση και δικάση αυτήν κατ' ουσίαν. 2.Εάν δια της αιτήσεως ακυρώσεως προσβάλλωνται πλείονες πράξεις, ως πρός τινας μόνον των οποίων είναι καθ' ύλην αρμόδιον το διοικητικόν εφετείον, τούτο δικάζει την αίτησιν ακυρώσεως δια την υπαγομένην εις την αρμοδιότητα αυτού πράξιν ή πράξεις και παραπέμπει την αίτησιν, δια τα λοιπά, εις το Συμβούλιον της Επικρατείας. Κατ' εξαίρεσιν, εάν συμπροσβάλλωνται κανονιστική και ατομική πράξις, η αίτησις ακυρώσεως απορρίπτεται καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της κανονιστικής πράξεως. (Αντί για τη σελ. 104,33(δ) Σελ. 104,33(ε) Τεύχος 1380 Σελ. 19 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις 6.ΑΑ.β.2-3 3.Εάν το Συμβούλιον της Επικρατείας κρίνη ότι η εισαχθείσα εις αυτό αίτησις ακυρώσεως δεν είναι εκ των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα αυτού, παραπέμπει την υπόθεσιν εις το αρμόδιον διοικητικόν εφετείον. 4.Εάν το Συμβούλιον της Επικρατείας κρίνη ότι ένιαι εκ των προσβαλλομένων δια της εισαχθείσης εις αυτό αιτήσεως ακυρώσεως πράξεων δεν είναι εκ των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα αυτού, δύναται ή να δικάση την αίτησιν ακυρώσεως, δια την υπαγομένην εις την αρμοδιότητά του πράξιν ή πράξεις, και να παραπέμψη κατά τα λοιπά εις το αρμόδιον διοικητικόν εφετείον ή συντρέχοντος σπουδαίου τινός λόγου, να δικάση εξ ολοκλήρου την αίτησιν ακυρώσεως. Το δεύτερο εδάφιο παρ. 1 και οι παρ. 3 και 4 περιελήφθησαν στην Κωδικοποίηση του Π.Δ. 18/30 Δεκ. 1998-9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), ανωτ. σελ. 104,247. Άρθρ.3.-1.Αρμόδιον κατά τόπον δια την εκδίκασιν των κατά τα ανωτέρω αιτήσεων ακυρώσεως, είναι το διοικητικόν εφετείον εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν διοικητική αρχή. "Οι παραπάνω αιτήσεις ακυρώσεως μπορούν να ασκηθούν και στο διοικητικό εφετείο του τόπου στον οποίο υπηρετεί ή εκπαιδεύεται ή απασχολείται ο αιτών. Η προτεραιότητα μεταξύ των δικαστηρίων καθορίζεται από το χρόνο άσκησης της αίτησης". Τα νέα μέσα "" εδάφια προσετέθηκαν από την παρ. 9 άρθρ. 5 Νόμ. 2408/31 Μαΐου-4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996), Τόμ. 8, σελ. 84,267. 2.Επί πράξεως εκδοθείσης κατόπιν απλής ιεραρχικής ή ενδικοφανούς προσφυγής, η αρμοδιότης του διοικητικού εφετείου καθορίζεται επί τη βάσει της υποκειμένης εις την προσφυγήν ταύτην πράξεως. 3.Εάν δια της αιτήσεως ακυρώσεως προσβάλλωνται πλείονες πράξεις, συναφείς μεν, πλην ανήκουσαι εις την αρμοδιότητα διαφόρων διοικητικών εφετείων, αρμόδιον δια την εκδίκασιν καθίσταται εκείνο εκ των ανωτέρω δικαστηρίων ενώπιον του οποίου εισήχθη το ένδικον μέσον. 4.Εάν δια πλειόνων αιτήσεων ακυρώσεως προσβάλλωνται πλείονες πράξεις συναφείς μεν, πλην ανήκουσαι εις την αρμοδιότητα διαφόρων διοικητικών εφετείων, αρμόδιον δια την εκδίκασιν καθίσταται εκείνο εκ των δικαστηρίων τούτων ενώπιον του οποίου εισήχθη το πρώτον το ένδικον μέσον. Σελ. 104,34(ε) Τεύχος 1380 Σελ. 20 5.Εάν το διοικητικόν εφετείον κρίνη ότι είναι κατά τόπον αναρμόδιον, καθορίζει το αρμόδιον δικαστήριον, εις το οποίον παραπέμπει την υπόθεσιν. Η απόφασις του παραπέμποντος δικαστηρίου δεν υπόκειται εις έφεσιν και είναι υποχρεωτική δια το εις ο η παραπομπή δικαστήριον. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άνω άρθρου περιελήφθη στην Κωδικοποίηση του Π.Δ. 18/30 Δεκ. 1988-9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), ανωτ. σελ. 104,247. Άρθρ.4.-1.Ενώπιον των διοικητικών εφετείων, δικαζόντων κατά τον παρόντα νόμον επί αιτήσεων ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι αφορώσαι εις το ένδικον τούτο μέσον διατάξεις του Ν.Δ. 170/1973 "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας", ως εκάστοτε ισχύουν, με τας ακολούθους τροποποιήσεις: Α.Όπου εν αυταίς αναφέρεται το Συμβούλιον της Επικρατείας, ο Πρόεδρος, τα μέλη ή η Γραμματεία αυτού νοείται το οικείον διοικητικόν εφετείον, ο Πρόεδρος αυτού, οι εφέται και η Γραμματεία αυτού. "β.Στα διοικητικά εφετεία όπου υπηρετούν περισσότεροι από έναν πρόεδροι, ο προϊστάμενος του διοικητικού εφετείου κατανέμει τις υποθέσεις μεταξύ των τμημάτων. Ο πρόεδρος του τμήματος με πράξη του ορίζει για κάθε υπόθεση εισηγητή έναν από του εφέτες του τμήματός του καθώς και τη δικάσιμο που σημειώνεται στο πινάκιο και παραγγέλλει την ανακοίνωση της δικογραφίας στον εισηγητή. Ο πρόεδρος του τμήματος μπορεί οποτεδήποτε, αν κωλύεται ο εισηγητής που ορίστηκε, να τον αντικαταστήσει με άλλον και προφορικώς. 6.ΑΑ.β.3 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις γ)Με εντολή του προέδρου του τμήματος, αντίγραφο του δικογράφου του ένδικου μέσου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και της πράξης της προηγούμενης περίπτωσης, κοινοποιείται με φροντίδα της γραμματείας του τμήματος, είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρ. 21 του ν. δ. 170/1973 (ΦΕΚ 229), όπως ισχύει. Αν συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση, ο πρόεδρος του τμήματος μπορεί να συντέμνει την πιο πάνω προθεσμία". Οι μέσα σε " " περίπτ. β΄ και γ΄ προστέθηκαν από το άρθρ. 23 του ν. 1805/26-31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 199), τόμ. 9 σελ. 202,06 και οι παλιές περιπτ. β΄ και γ΄ έγιναν δ΄ και ε΄ αντίστοιχα. δ(β).Η κατά το άρθρ. 21 παρ. 2 του Ν.Δ. 170/1973 κοινοποίησις του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως και της κατά το άρθρ. 52 παρ. 3 αιτήσεως αναστολής, μετά της πράξεως ορισμού εισηγητού και δικασίμου, γίνεται και προς την εκδούσαν την πράξιν αρχήν. ε.(γ)Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτησιν οι ιδιώται διάδικοι παρίστανται δια δικηγόρου παρ' Εφέταις. 2.Η κατά το άρθρ. 52 του Ν.Δ. 170/1973 αίτησις περί αναστολής εκτελέσεως της επί ακυρώσει προσβληθείσης πράξεως κρίνεται υπό του διοικητικού εφετείου εν συμβουλίω. Άρθρ.5.-«1.Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5 Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. αριθ. 37. 2.’Εφεσιν δύνανται να ασκήσουν εντός εξηκονθημέρου προθεσμίας αρχομένης από της επομένης της επιμελεία του διαδίκου κοινοποιήσεως της αποφάσεως, πάντως δε εντός έτους από της δημοσιεύσεως αυτής, οι κατά την πρωτόδικον ακυρωτικήν δίκην διάδικοι. 3.Δευτέρα έφεσις παρά του αυτού διαδίκου κατά της αυτής αποφάσεως, ως προς το αυτό ή άλλο κεφάλαιον, δεν επιτρέπεται. Ωσαύτως αποκλείεται η άσκησις αντεφέσεως. 4.Το δικόγραφον της εφέσεως πρέπει να περιέχη, εκτός των στοιχείων παντός δικογράφου, μνείαν της προσβαλλομένης αποφάσεως, σαφείς και συγκεκριμένους λόγους εφέσεως και αίτημα. 5.Η έφεσις ασκείται δια καταθέσεως του δικογράφου εις την γραμματείαν του εκδόντος την εκκαλουμένην απόφασιν δικαστηρίου. Περί της καταθέσεως συντάσσεται έκθεσις εις ίδιον βιβλίον, υπογραφομένη και υπό του καταθέτοντος. Η έφεσις διαβιβάζεται αμελλητί μετά του οικείου φακέλου μερίμνη του Γραμματέως, εις το Συμβούλιον της Επικρατείας. 6.Η προθεσμία προς άσκησιν εφέσεως και η άσκησις του ενδίκου τούτου μέσου δεν επάγονται αναστολήν της εκτελέσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως. 7.Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως υποβάλλονται μόνον δι΄ιδίου δικογράφου, κατατιθεμένου εν πρωτοτύπω εις την Γραμματείαν του Συμβουλίου της Επικρατείας και κοινοποιουμένου, επί ποινή απαραδέκτου, δέκα πέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως, επιμελεία του εκκαλούντος, προς τον εφεσίβλητον. Η παρ. 6 του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 170/1973 έχει και εν προκειμένω εφαρμογήν. 8.Εις την κατ΄ έφεσιν δίκην επιτρέπεται η το πρώτον άσκησις παρεμβάσεως. 9.Η έφεσις αναφέρεται αποκλειστικώς εις σφάλματα της πρωτοδίκου αποφάσεως. Εάν ευρεθή βάσιμος λόγος εφέσεως η εκκαλουμένη απόφασις εξαφανίζεται και το Σσυμβούλιον της Επικρατείας δικάζει επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Εάν το Συμβούλιον της Επικρατείας κρίνη απορριπτέαν αίτησιν ακυρώσεως, η οποία είχε γίνει δεκτή υπό του διοικητικού εφετείου, αναβιοί αναδρομικώς από της εκδόσεώς της η δια της πρωτοδίκου αποφάσεως ακυρωθείσα πράξις. 10.Επί εφέσεως δύναται να χορηγηθή κατά το άρθρ. 52 του Ν.Δ. 170/1973 αναστολή εκτελέσεως της προσβληθείσης επί ακυρώσει διοικητικής πράξεως. 11.Επί εφέσεως εφαρμόζονται αναλόγως κατά τα λοιπά αι αφορώσαι εις το ένδικον μέσον της αιτήσεως ακυρώσεως διατάξεως του Ν.Δ. 170/1973, ως εκάστοτε ισχύουν. (Περιελήφθη στην Κωδικοποίηση του Π.Δ. 18/30 Δεκ. 1988-9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), ανωτ. σελ. 104,247). (Μετά τη σελ. 104,34(δ) Σελ. 104,341 Τεύχος 1359 Σελ. 93 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις 6.ΑΑ.β.3 «Άρθρ.5Α.-Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) το διορισμό ή την πρόσληψη ή τη μονιμοποίηση, τη μετάταξη, την επιλογή ή προαγωγή σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος ή Διεύθυνσης και τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) το διορισμό ή τη μονιμοποίηση των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας, την αποστρατεία τους και την προαγωγή τους στους βαθμούς του Συνταγματάρχη και του Ταξίαρχου ή αντίστοιχους, γ) την εισαγωγή και οριστική απομάκρυνση μαθητών των παραγωγικών σχολών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και τις μεταβολές της κατάστασης των έφεδρων αξιωματικών, δ) την εκλογή και γενικά την υπηρεσιακή κατάσταση των λεκτόρων των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (πανεπιστημίων).» Το άρθρ. 5Α προστέθηκε από το άρθρ. 3 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. αριθ. 37. Σελ. 104,342 Τεύχος 1359 Σελ. 94 6.ΑΑ.β.3 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις ΄Αρθρ.6.-1.Επί μίαν διετίαν, δυναμένην να παραταθή δι' έν εισέτι έτος δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετά πρότασιν της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας από της ενάρξεως της εκδικάσεως των εν άρθρ. 1 παρ. 1 και 4 του παρόντος νόμου υποθέσεων των διοικητικών δικαστηρίων, των τριμελούς συνθέσεως διοικητικών εφετείων Αθηνών και Πειραιώς δικαζόντων επί αιτήσεων ακυρώσεως, προεδρεύουν Σύμβουλοι της Επικρατείας, οριζόμενοι δι' αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και ασκούντες παραλλήλως τα κύρια αυτών καθήκοντα. Εις τα καθήκοντα του Προεδρεύοντος Συμβούλου περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός της δικασίμου και του εισηγητού της υποθέσεως. 2.Της κατά τα ανωτέρω συνθέσεως δύνανται να μετέχουν και οι πρόεδροι εφετών ως μέλη. Άρθρ.7.-1.Εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας, αι αναφυόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος, ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης, δια διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογήν της νομοθεσίας: α)Περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθ' όσον αφορά εις τας εν γένει ασφαλιστικάς σχέσεις μεταξύ των φόρων και των ησφαλισμένων ή των εργοδοτών των, ιδία, δε αι διαφοραί περί την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν και την διάρκειαν ταύτης, τας καταβλητέας εισφοράς υπό εργοδοτών και ησφαλισμένων και τας πάσης φύσεως παροχάς από του φορέως, β)Περί προστασίας εν γένει αναπήρων και θυμάτων πολέμου, πολεμοπαθών, αγωνιστών εθνικής αντιστάσεως, εφέδρων παλαιών και νέων πολεμιστών, αστών προσφύγων παραπηγματούχων, σεισμοπαθών και πληγέντων εκ θεομηνιών, γ)Περί λαϊκής στέγης, εργατικής κατοικίας και ανταλλαξίμων ακινήτων, δ)Περί αποκαταστάσεως γεωργών και κτηνοτρόφων. "ε)Για την υγειονομική περίθαλψη των υπαλλήλων, των λοιπών ασφαλισμένων του Δημοσίου και των μελών των οικογενειών τους" "Στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διοικητικές διαφορές ουσίας, και οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ της Διοίκησης και τρίτων προσώπων, τα οποία βλάπτονται από πράξη ή παράλειψη που αφορά αναγνώριση ή χορήγηση δικαιώματος, ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής". Η μέσα σε "" περίπτ. ε' προστέθηκε από την περίπτ. α' της παρ. 2 άρθρ. 29 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. σελ. 146,35. Επίσης το εδάφιο που ακολουθεί της περιπτ. ε', προστέθηκε από την περίπτ. β' της παρ. 2 άρθρ. 29 του ιδίου νόμου. Με το πρώτο εδάφιο παρ. 10 άρθρ. 18 Νόμ. 1644/19-25 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 131), τόμ. 17 σελ. 218,860, ορίστηκε ότι οι διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων περί αναδασμού των γαιών εκδικάζονται από τα διοικητικά πρωτοδικεία. 2.Αι εκδιδόμεναι κατ' εφαρμογήν νομοθεσίας εκ των αναφερομένων εις την προηγουμένην παράγραφον εκτελεσταί ατομικαί πράξεις ή κατά το άρθρ. 45 παρ. 5 του Ν.Δ. 170 του 1973 παραλείψεις διοικητικών αρχών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υπόκεινται εις προσφυγήν ενώπιον του κατά την προηγουμένην παράγραφον δικαστηρίου, κρίνοντος κατά τον νόμον και την ουσίαν και δυναμένου να ακυρώση ή τροποποιήση αυτάς. 3.Εάν εις την νομοθεσίαν, κατ' εφαρμογήν της οποίας εξεδόθη η πράξις της διοικητικής αρχής προβλέπεται η δυνατότης ασκήσεως ενδικοφανούς μέσου, συνεπαγομένου έλεγχον της πράξεως νόμω τε και ουσία, ενώπιον της αυτής ή ιεραρχικώς προϊσταμένης αρχής ή ειδικώς κατεστημένου οργάνου, ή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου προσφυγή ασκείται μόνον κατά της εκδιδομένης επί του ενδικοφανούς τούτου μέσου πράξεως. 4.Η προσφυγή ασκείται υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον, εντός προθεσμίας εξήκοντα ημερών, αρχομένης από της κοινοποιήσεως ή δημοσιεύσεως, οσάκις τοιαύτη νομίμως επιβάλλεται, της προσβαλλομένης πράξεως, ή, άλλως, αφ' ης έλαβε πλήρη γνώσιν ταύτης ο αιτών, επί δε παραλείψεων, από της παρελεύσεως της κατά το άρθρ. 45 παρ. 5 του Ν.Δ. 170 του 1973 προθεσμίας. 5.Διοικητικαί διαφοραί εξ αγωγών περί αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ένεκα παρανόμων πράξεων των οργάνων αυτών, εκδιδομένων κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας περί των εν παρ. 1 θεμάτων ή παραλείψεων αυτών, υπάγονται εφεξής εις την αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων. 6.Αρμόδιον κατά τόπον δια την εκδίκασιν των ανωτέρω προσφυγών και αγωγών δικαστήριον είναι το Διοικητικόν Πρωτοδικείον εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλομένην πράξιν διοικητική αρχή. Επί προσβολής πράξεως εκδοθείσης επί απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής ή παραλείψεως εκδόσεως αποφάσεως επί τοιαύτης προσφυγής, η αρμοδιότης του Διοικητικού Πρωτοδικείου καθορίζεται επί τη βάσει της προσβληθείσης δι' απλής ή ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής πράξεως. (Αντί για τη σελ. 104,35(γ) Σελ. 104,35(δ) Τεύχος 1359 Σελ. 95 Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Γενικές Διατάξεις 6.ΑΑ.β.3
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.