📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΣ ΦΙΙΣΤ΄ της 22 Δεκ. 1876/23 Φεβρ. 1877 Περί της ευθύνης των Υπουργών. ΜΕΡΟΣ Α΄ Άδικήματα ΄Αρθρ.1.-Ενώπιον του κατά το άρθρ. 80 του Συντάγματος ειδικού δικαστηρίου κατηγορείται ο Υπουργός, όστις κατά την ενέργειαν των εαυτού καθηκόντων εκ προθέσεως ή εξ ασυγγνώστου αμελείας. α)προσυπέγραψε Β.Δ/μα, δι’ ού παρεβιάσθη διάταξίς τις του Συντάγματος, ή των νόμων, ή των εντολή, της Νομοθετικής εξουσίας εκδιδομένων Β. Δ/των ή β)εξετέλεσε Β. Δ/μα, μη προσυπογεγραμμένον υπό του αρμοδίου Υπουργού, ή διέταξε την εκτέλεσιν τοιούτου Δ/τος. ή γ)εξέδωκεν ή εξετέλεσεν απόφασιν ή διαταγήν, δι’ ής παραβιάζεται διάταξις του Συντάγματος ή των νόμων, ή των εντολή της Νομοθετικής εξουσίας εκδιδομένων Β. Δ/των, ή διέταξε την εκτέλεσιν τοιαύτης αποφάσεως ή διαταγής. ήδ)παρέλειψε να εκτελέση διάταξιν του συντάγματος ή των νόμων, ή των εντολή της Νομοθετικής εξουσίας εκδεδομένων Β. Δ/των, ή να διατάξη την εκτέλεσιν ταύτης. ή ε)συνυπέγραψεν εις την κύρωσιν ως νόμου του Κράτους πράξεως, μη ψηφισθείσης παρά της Βουλής , κατά τα εν τω Συντάγματι προς την κατάρτισιν των νόμων ωρισμένα, και εδημοσίευσε τοιαύτην πράξιν, ή διέταξε την εκτέλεσιν αυτής. ΄Αρθρ.8.-Το αξιόποινον των εν τω παρόντι νόμω προβλεπομένων αδικημάτων εξαλείφεται δια της παραγραφής μετά την λήξιν τριών αμέσως επομένων τη πράξει Βουλευτικών Συνόδων. Εάν το αδίκημα διαπραχθή διαρκούσης της Συνόδου, η παραγραφή αυτού άρχεται από της επομένης Συνόδου. ΄Αρθρ.9.-Αι περί καταλογισμού, περί μέτρου της ποινής και περί των λόγων, των αποκλειόντων ή εξαλειφόντων το αξιόποινον γενικαί διατάξεις του ποινικού νόμου εφαρμόζονται και εις τα ειδικώς υπό του παρόντος νόμου τιμωρούμενα αδικήματα, καθ΄όσον δια τούτου δεν ωρίσθησαν άλλως τα περί αυτών. ΜΕΡΟΣ Γ΄ Διαδικασία ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Διαδικασία ενώπιον της Βουλής ΄Αρθρ.10.-Την εκ των ανωτέρω αδικημάτων ποινικήν αγωγήν κατά του υπουργού, διατελούντος ή μη εν τη αρχή , (και των τυχόν συναιτίων ή συνεργών τούτου), μόνη η Βουλή δικαιούται να ενασκήση ενώπιον του κατά το άρθρ. 80 του Συντάγματος ειδικού δικαστηρίου. « Οι τυχόν συναίτιοι ή συνεργοί δύνανται να υπαχθώσιν εις το Ειδικόν Δικαστήριον, μόνον εάν ήθελεν αποφασίσει τούτο η Βουλή εν τη περί παραπομπής του Υπουργού αποφάσει αυτής». Τα εντός ( ) απηλείφθησαν και το δεύτερον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του ν. 871/1917. ΄Αρθρ.11.-Η περί καταδιώξεως πρότασις είναι απαράδεκτος, εάν μη φέρη τας υπογραφάς είκοσι τουλάχιστον Βουλευτών και μη ορίζει ακριβώς τα γεγονότα, εφ’ ών στηρίζεται και την παραβίασιν, ήτις αποτελεί το αντικείμενον της κατηγορίας. ΄Αρθρ.12.-Η κατά τα ανωτέρω συντεταγμένη πρότασις άμα παραδοθείσα εις το Προεδρείον, αναγιγνώσκεται εν δημοσία συνεδριάσει, μεθ’ ό τυπούται και διανέμεται εις τους Βουλευτάς εντός οκτώ ημερών από της εις το Προεδρείον καταθέσεως εγγράφεται εις την ημερησίαν διάταξιν και συζητείται κατά την σειράν της εγγραφής, εκτός αν η Βουλή , κηρύξασα αυτήν κατεπείγουσαν, ορίση άλλην ημέραν προς συζήτησιν. Σελ. 110 ΄Αρθρ.13.Κατά την ωρισμένην ημέραν η συζήτησις περιορίζεται εις τούτο μόνον, αν η Βουλή θέλη να μεταβή εις την ημερησίαν διάταξιν , ή να διατάξη προανάκρισιν. Η περί τούτου απόφασις γίνεται δια μυστικής ψηφοφορίας, ής δεν μετέχει ο καταγγελλόμενος Υπουργός, εάν ήναι Βουλευτής. Πριν αποφασίση η Βουλή δύναται να επιτρέψη, εάν το κρίνη αναγκαίον, να εμφανισθή ενώπιον αυτής και ακουσθή ο καταγγελλόμενος Υπουργός. ΄Εγγραφος απολογία είναι πάντοτε δεκτή. ΄Αρθρο.14.-Εάν η Βουλή αποφασίση την εις την ημερησίαν διάταξιν μετάβασιν, η περί κατηγορίας πρότασις ουδέποτε δύναται πλέον να επαναληφθή. Εάν δε διατάξη προανάκρισιν, εκλέγει εκ των εαυτής μελών δωδεκαμελή επιτροπήν προς ενέργειαν ταύτης και ορίζει συγχρόνως προθεσμίαν, εντός της οποίας οφείλει η επιτροπή να υποβάλη την επί της προανακρίσεως έκθεσιν αυτής. ΄Αρθρ.15.-Η επιτροπή αύτη εκλέγει εκ των ιδίων μελών τον πρόεδρον, τον εισηγητήν και τον γραματέα αυτής και ενεργεί εγκύρως δια της παρουσίας των επτά μόνον μελών. ΄Εχουσα δε τα εν τη ποινική δικονομία καθήκοντα και δικαιώματα του παρά πλημμελειοδίκαις εισαγγελέως, συλλέγει τας απαιτουμένας ενδείξεις, όπως αποφανθή η Βουλή αν πρέπει να κατηγορήση ή μη. Ο καταγγελλόμενος Υπουργός καλείται παρ’ αυτής, ίνα απαντήση, αν θέλη, επί παντός επιβαρύνοντος αυτόν γεγονότος. ΄Αρθρ.16.-Η επιτροπή δύναται είτε ν’ αναθέση εις έν των εαυτής μελών, είτε να παραγγείλη εις τον παρ’ εφέταις ή τον παρά πλημμελειοδίκαις εισαγγελέα την ενέργειαν μερικών προανακριτικών πράξεων. ΄Αρθρ.17.-Εντός της υπό της Βουλής ορισθείσης προθεσμίας, ήτις δύναται να παραταθή τη αιτήσει της επιτροπής, ο εισηγητής ή άλλο μέλος ταύτης αναγιγνώσει εις την Βουλήν την επί της προανακρίσεως έκθεσιν. Η έκθεσις αύτη, περιέχουσα το εξαγόμενον της προανακρίσεως και τους λόγους των πλειοψηφούτων και των μειοψηφούντων , καταλήγει εις πρότασιν περί της δια την καταγγελθείσαν πράξιν εισαγωγής ή μη εις δίκην του καταγγελθέντος Υπουργού και των συν1.Ε.ε.2 Ευθύνη Υπουργών αιτίων και συνεργών αυτού, αν κατά την δίοδον της ανακρίσεως ανεκαλύφθησαν τοιούτοι κατατίθεται δε εις το Προεδρείον μετά των προανακριτικών εκθέσεων και λοιπών εγγράφων και τυπούται και διανέμεται εις τους Βουλευτάς εντός πέντε ημερών. Οι Βουλευταί και οι καταγγελλόμενοι δύνανται να λάβωσι γνώσιν των εν τω γραφείω της Βουλής κατατεθειμένων εγγράφων της προανακρίσεως. ΄Αρθρ.2.-Κατηγορείται ωσαύτως ο Υπουργός ενώπιον του αυτού ειδικού δικαστηρίου, αν κατά την ενέργειαν των εαυτού καθηκόντων α)παρεβίασε ποινικήν τινα των κειμένων νόμων διάταξιν. ή β)χωρίς να παραβιάση ρητήν διάταξιν του συντάγματος ή των νόμων, ή των εντολή της Νομοθετικής εξουσίας εκδεδομένων Β.Δ/των, έβλαψεν εκ προθέσεως δια πράξεως ή παραλείψεως αυτού τα συμφέροντα της Επικρατείας. ΄Αρθρ.18.-Κατά την αυτήν ως ανωτέρω συνεδρίασιν, η Βουλή ορίζει την ημέραν της γενικής συζητήσεως επί της προτάσεως της επιτροπής, συγχρόνως δε αποφασίζει αν θα επιτραπή εις τον κατηγορούμενον, μη όντα Υπουργόν ή Βουλευτήν, να εμφανισθή κατά την συζήτησιν ταύτην και απολογηθή. ΄Αρθρ.19.-Εάν η επιτροπή μη υποβάλη την έκθεσιν αυτής εντός της ορισθείσης προς τούτο προθεσμίας, η Βουλή ή διορίζει άλλην επιτροπήν, ή προβαίνει και άνευ εκθέσεως εις την γενικήν συζήτησιν της περί κατηγορίας προτάσεως. ΄Αρθρ.20.-Μετά το πέρας της γενικής ταύτης συζητήσεως, η επί της προτάσεως της επιτροπής ψηφοφορία γίνεται μυστική και ιδιαιτέρα εφ’ εκάστου κεφαλαίου αυτής. ΄Αρθρ.21.-Εάν η Βουλή απορρίψη την περί κατηγορίας πρότασιν ουδέποτε πλέον επαναλαμβάνεται αύτη. Εάν δε παραδεχθή αυτήν, εκλέγει δια μυστικής ψηφοφορίας τους μέλλοντας να υποστηρίζωσι την κατηγορίαν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, οίτινες δεν δύνανται να ώσι πλείονες των πέντε, προς δε και ετέρους πέντε αναπληρωτάς, εν περιπτώσει θανάτου ή παραιτήσεως αυτών «καλουμένους και εις προσωρινήν αναπλήρωσιν των οπωσδήποτε κωλυομένων τακτικών ». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 4 Νόμ. 1162/1918. Οι πέντε ούτοι κατήγοροι ενεργούσιν εγκύρως κατά πλειονοψηφίαν έχουσι δε τα κατά την ποινικήν δικονομίαν δικαιώματα και καθήκοντα του εισαγγελέως των πλημμελειοδικών. ΄Αρθρ.22.-Εάν η Βουλή διαλυθή ή κηρυχθή η λήξις της Συνόδου αυτής, πριν ή αναγνώση η επιτροπή την επί της προανακρίσεως έκθεσιν, κατά την αμέσως επομένην Σύνοδον της αυτής ή άλλης περιόδου εκλέγεται νέα προς τούτο επιτροπή. Εάν δε ή διάλυσις της Βουλής ή η λήξις της Συνόδου επέλθη μετά την ανάγνωσιν της εκθέσεως, κατά την αμέσως επομένην Σύνοδον της αυτής ή άλλης περιόδου γίνεται γενική συζήτησις περί του παραδεκτού ή μη της προτάσεως επί τη βάσει της εκθέσεως τάυτης. ΄Αρθρ.23.-Εν τη πρώτη δημοσία συνεδριάσει της Βουλής μετά παρέλευσιν τριών ημερών, εφ’ ής απεφασίσθη η εις δίκην εισαγωγή, ο Πρόεδρος αυτής ενεργεί κατά τους ορισμούς του άθρθ. 80 του Συντάγματος και επί τη βάσει καταλόγου των κληρωτέων δικαστών, όν ο Υπουργός της Δικαιοσύνης οφείλει ν’ αποστείλη εγκαίρως, την κλήρωσιν των δώδεκα μελών του δικαστηρίου, προς δε και ετέρων έξ αναπληρωτικών δια την περίπτωσιν αποβιώσεως ή παραιτήσεως από της υπηρεσίας, ή νομίμου κωλύματος, ή εξαιρέσεως των κληρωθέντων τακτικών μελών. Η κλήρωσις δύναται να επαναληφθή υπό της Βουλής, εάν μήτε δια των αναπληρωτικών μελών ήναι εφικτή η του δικαστηρίου συγκρότησις. ΄Αρθρ.24.-Η κλήρωσις των μελών του δικαστηρίου και η των κατηγόρων εκλογή, παραλειφθείσαν ή διακοπείσα, ενεργείται κατά την επομένην Σύνοδον της αυτής ή και άλλης περιόδου της Βουλής. ΄Αρθρ.25.-Μετά την γενομένην κλήρωσιν, ο Πρόεδρος της Βουλής αποστέλλει ανυπερθέτως εις τον Πρόεδρον του Αρείου Πάγου την περί εισαγωγής εις δίκην απόφασιν της Βουλής, τα ονόματα των κληρωθέντων δικαστών και των εκλεχθέντων κατηγόρων, κυρίων τε και αναπληρωματικών, και άπασαν εν γένει την δικογραφίαν. Ούτε η λήξις της Συνόδου ή της περιόδου της Βουλής, ούτε η διάλυσις τάυτης δύναται ν’ αναστείλη την περαιτέρω πρόοδον της δίκης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Διαδικασία ενώπιον του ειδικού Δικαστηρίου Α΄. Προδικασία ΄Αρθρ.26.-΄Αμα λάβη την δικογραφίαν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, διορίζει ανακριτήν έν των κληρωθέντων μελών του ειδικού δικαστηρίου, προς όν αποστέλλει αυτήν. Ο ανακριτής ούτος έχει τα εν τη Ποινική Δικονομία δικαιώματα και καθήκοντα του παρά πλημμελειοδίκαις ανακριτού κωλυόμενος δε αναπληρούται δι’ άλλου εκ των αυτών του δικαστηρίου μελών, υπό του Προέδρου και τούτου διοριζομένου. Ο γραμματεύς του Αρείου Πάγου εκτελεί τα έργα του παρά τω ανακριτή γραμματέως. ΄Αρθρ.27.-Προς λύσιν πάσης κατά την δίοδον της ανακρίσεως προσπιπτούσης δυσχερείας, ιδίως δε προς ενέργειαν των εν τω άρθρ. 250 της Ποινικής Δικονομίας διατεταγμένων καθιστάται τριμελές συμβούλιον, συγκείμενον εκ του κατά τα ανωτέρω ανακριτού και δύο εκ των κεκληρωμένων τακτικών μελών του ειδικού δικαστηρίου, κατά την τάξιν της κληρώσεως αυτών λαμβανομένων. Εν περιπτώσει νομίμου κωλύματος, τα μέλη του συμβουλίου αναπληρούνται εκ των αμέσως κατά την κλήρωσιν επομένων. ΄Αρθρ.3.-Υπουργός, μη συμμετασχών εις την διάπραξιν των ανωτέρω αδικημάτων, ευθύνεται ουχ’ ήττον ως συναυτουργός, αν συνήνεσεν εις αυτά εν πράξει του Υπουργικού Συμβουλίου, φερούση την εαυτού υπογραφήν. ΄Αρθρ.28.-Του συμβουλίου τούτου προεδρεύει ο τον βαθμόν ανώτερος δικαστής μεταξύ δε ισοβάθμων, προτιμάται ο αρχαιότερος. Ο παρά τω ανακριτή γραμματεύς εκτελεί τα έργα γραμματέως και παρά τω συμβουλίω. Σελ. 111 Ευθύνη Υπουργών 1.Ε.ε.2 ΄Αρθρ.29.-Επί κακουργημάτων ο ανακριτής διατάσσει την σύλληψιν και προφυλάκισν του κατηγορουμένου. ΄Αρθρ.30.-Το ένταλμα της προφυλακίσεως δύναται ν’ ανακόψη ο κατηγορούμενος παρά τω γραμματεί του ανακριτού εντός οκτώ ημερών από της συλλήψεώς του. Επί της ανακοπής ταύτης αποφαίνεται το συμβούλιον. Προκειμένου πολιτικού εγκλήματος, το συμβούλιον αποφαίνεται ωσαύτως επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου περί αποφυλακίσεως επί εγγυήσει. ΄Αρθρ.31.-Ο ανακριτής οφείλει να περαιώση την ανάκρισιν ενός τριάκοντα ημερών από της εις αυτόν αποστολής της δικογραφίας, εκτός αν το συμβούλιον, επί τη αιτήσει αυτού, παρατείνη την προθεσμίαν ταύτην. Μετά το πέρας της ανακρίσεως αποστέλλει τα περί αυτής έγγραφα εις τους κατηγόρους, συνάμα δε γνωστοποιεί τούτο εις τον κατηγούμενον. Άρθρ.32.-Επί της γενομένης ανακρίσεως δύνανται οί τε κατήγοροι και ο κατηγορούμενος να υποβάλωσι εις τον ανακριτήν όσας κρίνωσιν αναγκαίας παρατηρήσεις και αιτήσεις,αλλ’ οφείλουσι να πράξωσι τούτο,επί ποινή αποκλεισμού,εντός πέντε ημερών από της ανωτέρω αποστολής της δικογραφίας και γνωστοποιήσεως. ΄Αρθρο.33.-Εάν ουδεμία εγένετο εντός της πενθημέρου προθεσμίας παρατήρησις ή αίτησις επί της ανακρίσεως, ο ανακριτής ανακοινοί τούτο ανυπερθέτως εις τον Πρόεδρον του δικαστηρίου, ούτος δε εκδίδει εντός δύο ημερών πράξιν, εν ή ορίζει δικάσιμον της υποθέσεως την τεσσαρακοστήν τουλάχιστον ημέραν από της χρονολογίας αυτής, και σημειοί προσέτι τα ονόματα των τακτικών και αναπληρωτικών μελών του δικαστηρίου και τον τόπον της συνεδριάσεως τούτου. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τε τους κατηγόρους και τον κατηγορούμενον. Συγχρόνως καλούνται τα τε τακτικά και τ’ αναπληρωματικά μέλη του δικαστηρίου να παρευρεθώσιν εις την ορισθείσαν συνεδρίασιν. Εάν δε εγένετο τοιαύτη παρατήρησις ή αίτησις, και ο ανακριτής δεν αποδέχεται ταύτην, αποφαίνεται το συμβούλιον, και άμα τη εκδόσει ή τη εκτελέσει της αποφάσεως τούτου επιστρέφεται η δικογραφία εις τους κατηγόρους και ειδοποιείται ο Πρόεδρος του δικαστηρίου προς ενέργειαν των εν τω προηγουμένω εδαφίω ωρισμένων. Σελ. 112 ΄Αρθρ.34.-Είκοσιν ημέρας προ της δικασίμου, οι κατήγοροι και οκτώ ημέρας προ αυτής ο κατηγορούμενος οφείλουσι να γνωστοποιήσωσι προς αλλήλους, εκείνοι μεν τα ονόματα των μαρτύρων της κατηγορίας και κλήσιν προς εμφάνισιν, ούτος δε τα ονόματα των μαρτύρων της υπερασπίσεως. Εάν δε οι μάρτυρες δεν εξητάσθησαν εν τη ανακρίσει, οφείλουσιν εκάτεροι να σημειώσωσι και τα θέματα, επί των οποίων θέλουσιν εξετασθή εν τω ακροατηρίω. Εις την κρίσιν του δικαστηρίου απόκειται να παραδεχθή μάρτυρας κατηγορίας ή υπερασπίσεως, βραδύτερον γνωστοποιηθέντας ή και επί ακροατηρίου έτι προτεινομένους, εάν ήναι εφικτή η άμεσος των τελευταίων τούτων εξέτασις άνευ αναβολής της δίκης. Β΄. Διαδικασία εν τω ακροατηρίω ΄Αρθρ.35.-Προς νόμιμον συγκρότησιν του κατά το άρθρ. 80 του Συντάγματος ειδικού δικαστηρίου απαιτείται η παρουσία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όστις και προεδρεύει αυτού, των κατά το ανωτέρω άρθρ. 23 κληρωθέντων δώδεκα τακτικών δικαστών, του γραμματέως του Αρείου Πάγου και των κατά το άρθρ. 21 εκλεχθέντων κατηγόρων, πάντων των τελευταίων τούτων ή των πλειόνων. Τα τακτικά μέλη του δικαστηρίου, κωλυόμενα, αντικαθιστώνται δια των αναπληρωτικών κατά την τάξιν της κληρώσεως. «Τα αναπληρωματικά μέλη παρευρίσκονται καθ’ όλην την διάρκειαν της συζητήσεως και αναπληρούσιν, κατά την άνω τάξιν, τα προ της εκδόσεως της αποφάσεως αποχωρήσαντα εκ νομίμου κωλύματος τακτικά μέλη». Το τελευταίον εδάφιον προσετέθη διά του άθρ. 1 ν. 1162/1918. ΄Αρθρ.36.–Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται εις το ακροατήριον πάντοτε αυτοπροσώπως δύναται δε να διορίση ένα ή και πλείονας συνηγόρους, είτε εκ των δικηγόρων είτε εξ άλλων προσώπων. Αν δεν διώρισε συνήγορον, το δικαστήριον, διορίζει τοιούτον εξ επαγγέλματος. 1.Ε.ε.2 Ευθύνη Υπουργών Άρθρ.37.-Το δικαστήριον εξετάζει την ιδίαν εαυτού αρμοδιότητα. Και καθ’ ήν περίπτωσιν κηρύξη αθώον τον Υπουργόν της αποδιδομένης αυτώ πράξεως, έχει αρμοδιότητα και οφείλει να δικάση τους συγκατηγορουμένους συναιτίους ή συνεργούς. ΄Αρθρ.4.-Τα αδικήματα του Υπουργού, τα άσχετα προς τα δημόσια αυτού καθήκοντα, δεν υπάγονται εις τα διατάξεις του παρόντος νόμου. ΜΕΡΟΣ Β΄ Ποιναί ΄Αρθρ.38.-Η εν τω ακροατηρίω διαδικασία συμπεριλαμβανομένης και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, γίνεται δημοσία και διεξάγεται κατά τας επί πλημμελημάτων σχετικάς διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, καθ’ όσον δεν αντίκεινται εις τον παρόντα νόμον, ή δεν τροποποιούνται υπό τούτου. Υπό τον αυτόν περιορισμόν εφαρμόζονται ενταύθα αι περί λειπομαρτύρων διατάξεις του ΣΗ΄νόμου. Οι εν τη αλλοδαπή διατρίβοντες μάρτυρες δεν κλητεύονται, αλλ’ η εν τη ανακρίσει ληφθείσα μαρτυρία αυτών δύναται ν’ αναγνωσθή επί εκροατηρίου. «Επίσης δύναται ν’ αναγνωσθή επ’ ακροατηρίου ή εν τη ανακρίσει ληφθείσα ανώμοτος μαρτυρία αποβιωσάντων». Τα εντός « »προσετέθησαν δια του Νόμ. 1654/1919. ΄Αρθρ.39.«Εάν ο κατηγορούμενος, κλητευθείς, δεν εμφανισθή, λογίζεται ως κατ’ αντιμωλίαν δικαζόμενος, το δε νόμιμον της κλητεύσεως κρίνεται υπό του Δικαστηρίου κατά την αυτήν δικάσιμον οριστικώς. Δύναται όμως ο κλητευθείς κατηγορούμενος να ζητήση δι’ ενός ή πλειόνων συνηγόρων, εμφανιζομένων αντ’ αυτού εν τω ακροατηρίω και κατά την αυτήν δικάσιμον, την αναβολήν της δίκης ως προς αυτόν, αποδεικνύων ότι η εμφάνισις αυτού αποβαίνει αδύνατος εκ λόγων ανεξαρτήτων της θελήσεώς του. Η προς τούτο πληρεξουσιότης χορηγείται και δι’ ιδιωτικού εγγράφου. Το δικαστήριον αποφαίνεται επί της αιτήσεως ταύτης παραχρήμα, εάν δε κρίνη, ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι εισί βάσιμοι και σπουδαίοι, αναβάλλει την δίκην μόνο ως προς τον μη εμφανισθέντα εις ετέραν δικάσιμον ή αορίστως ». Ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 ν.1815/1920. Άρθρ.40-42.(Κατηργήθησαν δια του Νόμ. 1815/1920, κατωτ.αριθ. 7). Άρθρ.43.-Ως προς την συζήτησιν και την απόφασιν εφαρμόζονται και ενταύθα τ’ αρθρ. 35-39 του παρόντος νόμου, προς δε τα άρθρ. 341,344 και 345 της ποινικής δικονομίας, καθ’ όσον ταύτα δεν αντίκεινται εις τον παρόντα νόμον, ή δεν τροποποιούνται δι’ αυτού. « Κατά πάσαν όμως στάσιν της διαδικασίας εν τω ακροατηρίω οι κατήγοροι δύνανται, εάν επείσθησαν ότι τινες των κατηγορουμένων κατά την εκτέλεσιν των αποδιδομένων εις αυτούς κατηγοριών δεν μετέσχον ή δεν διετέλουν εν δόλω, να αποσύρωσιν ως προς αυτούς ολόκληρον την κατηγορίαν ή κεφάλαια μόνον αυτής. Εν τη περιπτώσει ταύτη δεν επιτρέπεται εκ νέου εισαγωγή της κατηγορίας ταύτης. Η απόφασις των κατηγόρων λαμβάνεται εν ομοφωνία των λαβόντων μέρος κατά την συγκρότησιν αυτής και ανακοινούται εγγράφως εις τον πρόεδρον του δικαστηρίου». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του νόμ. 2182/1920. ΄Αρθρ.44.Τα έξοδα της ερήμην δίκης επιβαρύνουσι τον αθωωθέντα κατηγορούμενον, αν η μη εμφάνισίς του ήτο αδικαιολόγητος. Γ΄. Διαδικασία κατά φυγοδίκων και απόντων ΄Αρθρ.45.-Εάν ο κατηγορούμενος ήναι απών και αγνοήται ο τόπος της διαμονής του, η ανάκρισις προχωρεί και εν απουσία αυτού, παραλειπομένων των υπέρ αυτού διατεταγμένων κλητεύσεων και κοινοποιήσεων μέχρι του πέρατος της ανακρίσεως. ΄Αρθρ.46.-Ο Πρόεδρος ορίζει επί του προκειμένου δικάσιμον μετά εξήκοντα τουλάχιστον ημέρας από της χρονολογίας της περί τούτου πράξεώς του τεσσαράκοντα δε ημέρας προ της δικασίμου, δημοσιεύεται το κατηγορητήριον, η κλήσις προς εμφάνισιν και ο κατάλογος των μαρτύρων, κατά τα εν τω άρθρω 461 της Ποινικής Δικονομίας ωρισμένα. ΄Αρθρ.47.-« Εάν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθή κατά την δικάσιμον, εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 39 (ως τροποποιείται δια του προηγουμένου άρθρου του παρόντος νόμου)». Ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 2 ν. 1815/1920. ΄Αρθρ.48.-Το άρθ. 474 της Ποινικής δικονομίας εφαρμόζεται και επί του προκειμένου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄. ΄Ενδικα μέσα ΄Αρθρ.49.-Κατά των αποφάσεων του ειδικού δικαστηρίου ουδέν άλλο ένδικον μέσον επιτρέπεται ή το της επαναλήψεως της ανακρίσεως, ήτις είναι και ενταύθα δεκτή, καθ’ άς περιπτώσεις δέχεται αυτήν και η Ποινική Δικονομία. Σελ. 113 Ευθύνη Υπουργών 1.Ε.ε.2 ΄Αρθρ.5.-Ο ένοχός τινος των εν τω ανωτέρω Άρθρ.50.–Ο Άρειος Πάγος δικάζει κατά τα εν τοις άρθρ.504 και επόμενα της Ποινικής Δικονομίας και αποφαίνεται αν υπάρχη ή μη περίπτωσις επαναλήψεως της ανακρίσεως, χωρίς όμως ν’ αναιρέση την απόφασιν του δικαστηρίου. Άρθρ.51.–Αποφανθέντος του Αρείου Πάγου ότι υπάρχει περίπτωσις επαναλήψεως της ανακρίσεως, πέμπεται η δικογραφία παρά του εισαγγελέως εις τον Πρόεδρον του ειδικού δικαστηρίου, η δε υπόθεσις ανακρίνεται και δικάζεται εν νέου κατά την ανωτέρω διαγραφείσαν διαδικασίαν. Ο Πρόεδρος γνωστοποιεί την επανάληψιν ταύτην εις την Βουλήν. Άρθρ.52.–Το δικαστήριον καταργεί την πρώτην απόφασίν του, αν αύτη αντίκηται εις το κατά την νέαν δίκην βεβαιωθέντα και προβαίνει εις την εκ νέου εκδίκασιν της ουσίας της υποθέσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Εκτέλεσις των αποφάσεων και αναίρεσις των ποινών Άρθρ.53.–Αι αποφάσεις του ειδικού δικαστηρίου εκτελούνται, επιμελεία του εισαγγελέως των εν Αθήναις Εφετών, κατά τα εν τη Ποινική Δικονομία περί εκτελέσεως των ποινικών αποφάσεων ωρισμένα. Άρθρ.54.–Αι δια των αποφάσεων τούτων καταγιγνωσκόμεναι ποιναί αναιρούνται δια του θανάτου του καταδικασθέντος ή δια χάριτος ή δια παραγραφής. Η χάρις προς τους καταδικασθέντας Υπουργούς απονέμεται κατά τα εν τω Συντάγματι ωρισμένα. Αι αποφάσεις του ειδικού δικαστηρίου παραγράφονται, κατά τας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.55.–Κατά πάσας τας εν τω παρόντι νόμω προβλεπομένας περιπτώσεις τον Πρόεδρον του Αρείου Πάγου, κωλυόμενον, αναπληροί ο αντιπρόεδρος του αυτού δικαστηρίου, και τούτον ωσαύτως κωλυόμενον, ο εκ των δώδεκα κληρωθέντων τακτικών δικαστών κατά βαθμόν ανώτερος, και επί ισοβάθμων ο αρχαιότερος. Τον γραμματέα δε του Αρείου Πάγου κωλυόμενον, αναπληροί ο των εν Αθήναις Εφετών τούτου δε κωλυομένου, οι νόμιμοι του πρώτου αναπληρωταί. Άρθρ.56.–Αι εξαιρέσεις των μελών του ανακριτικού συμβουλίου, του ανακριτού και των μελών του ειδικού δικαστηρίου γίνονται κατά τας διατάξεις των άρθρ.51-59 της Ποινικής Δικονομίας και του από 8 Ιουλ. 1838 Β.Δ/τος, καθ’ όσον αύται δεν αντίκεινται εις τον παρόντα νόμον. Σελ. 114 Άρθρ.57.–Ο Πρόεδρος του ειδικού δικαστηρίου εκλέγει όσους κρίνει αναγκαίους κλητήρας δια την ανάκρισιν, και το δικαστήριον, λαμβάνει αυτούς εκ των εν τη περιφερεία των εν Αθήναις Πρωτοδίκων. Οι κλητήρες ούτοι λαμβάνουσιν αποζημίωσιν δύο δραχμάς δι’ εκάστην εργάσιμον ημέραν. Άρθρ.58.–«Εις τα εκτός των Αθηνών υπηρετούντα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου πληρώνονται τα έξοδα της προσελεύσεως και επανόδου προς δε και αποζημίωσις δρχ. 20 ημερησίως δια τον χρόνον της μακράν της έδρας των διαμονής αυτών». Το άρθρ.58 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.3 ν.1162/1918. άρθρ. 1 αδικημάτων, αν ενήργησεν εκ προθέσεως, τιμωρείται με φυλάκισιν εξ μηνών μέχρι δύο ετών και με στέρησιν των εν τοις άρθρ. 21 και 23 του Ποινικού Νόμου αναφερομένων δικαιωμάτων από πέντε μέχρι δέκα ετών. Αν ενήργησεν εξ ασυγγνώστου αμελείας, τιμωρείται με φυλάκισιν το πολύ έξ μηνών και με στέρησιν από δύο μέχρι πέντε ετών των εν τω άρθρ. 24 του Ποινικού Νόμου διαλαμβανομένων δικαιωμάτων, προς δε και του δικαιώματος του εκλέγεσθαι ως μέλος δημοτικού, επαρχιακού και Νομαρχιακού συμβουλίου ή του Νομοθετικού Σώματος. Άρθρ.59.–Αι ανωτέρω αποζημιώσεις, ως και αι δαπάναι, αι κατά την ενώπιον της Βουλής διαδικασίαν γενόμεναι, δεν καταλογίζονται εις τα δικαστικά έξοδα. Άρθρ.60.–Κατά τας λοιπάς περιπτώσεις, εφ’ ων ο παρών νόμος ουδέν ειδικώς ορίζει, εφαρμόζονται αι σχετικαί της Ποινικής Δικονομίας διατάξεις. Εξαιρείται η περίπτωσις του άρθρ.416 της Ποινικής Δικονομίας, και πάσα άλλη, εφ’ ης αι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας αντίκεινται εις τον παρόντα νόμον. ΜΕΡΟΣ Δ΄ Περί αστικής ευθύνης Άρθρ.61.–Εκ των εν τω παρόντι νόμω οριζομένων αδικημάτων γεννάται κατά του Υπουργού και πολιτική περί αποζημιώσεως αγωγή υπέρ του ζημιωθέντος. Η πολιτική αύτη αγωγή εισάγεται μόνον ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και εκδικάζεται κατά τας διατάξεις του κοινού δικαίου. Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους. 1.Ε.ε.2 Ευθύνη Υπουργών ΄Αρθρ.6.-Ο ένοχος των εν τω ανωτέρω άρθρω 2, εδαφίω α΄, αδικημάτων τιμωρείται με την εν τοις κειμένοις ποινικοίς νόμοις ωρισμένην ποινήν, εκτός της του θανάτου, αντί της οποίας επιβάλλεται, εν περιπτώσει πολιτικού εγκλήματος, ή των ισοβίων δεσμών. Η καταδίκη συνεπάγεται και την στέρησιν των εν τοίς άρθρ. 21 και 23 του Ποινικού Νόμου διαλαμβανομένων δικαιωμάτων από δύο μέχρι πέντε ετών. Οσάκις η ποινική διάταξις των κειμένων νόμων αφορά εις πράξις ωρισμένης κατηγορίας υπαλλήλων, ή υπό του Υπουργού παραβίασις αυτής τιμωρείται κατά τους όρους του προηγουμένου άρθρου. ΄Αρθρ.7.-Ο ένοχός τινος των εν τω ανωτέρω άρθρ. 2, εδ. β΄, οριζομένων παραβιάσεων τιμωρείται με φυλάκισιν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και με στέρησιν από δύο μέχρις έξ ετών των εν τω άρθρ. 5, εδ. β΄, του παρόντος νόμου αναφερομένων δικαιωμάτων. Σελ. 109 Ευθύνη Υπουργών 1.Ε.ε.1-2
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.