📄 Κείμενο νόμου
7. ΑΝΑΓΚ.ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ.1947 της 8 Αυγ./6 Σεπτ.1939 (ΦΕΚ Α΄366) Περί οργανώσεως Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων του Κράτους. Άρθρ.1.-6.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ.25 Α.Ν. 1521/1942). Άρθρ.15.-1.Δια την τακτικήν τήρησιν του ειδικού αρχείου της Διευθύνσεως Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων προσλαμβάνεται ειδικός αρχειοφύλαξ διοριζόμενος εκ των αποφοίτων του Γυμνασίου μετά διαγωνισμόν επί βαθμώ γραφέως α΄ τάξεως και δυνάμενος να προάγηται ανά τριετίαν μέχρι του βαθμού γραμματέως α΄ τάξεως. Κατά την ως άνω θέσιν προσαυξάνεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας καταργουμένων των εν τω άρθρ.3 του Νόμ.5329 “περί του τρόπου προσωρινής πληρώσεως κενών θέσεων Εφόρων αρχαιοτήτων” δύο θέσεων επιστατών αρχαιολογικών ανασκαφών. 2.(Κατηργήθη δια του άρθρ.25 Ν.Δ.1521/1942, κατωτ. αριθ. Άρθρ.16.-(Κατηργήθη δια του άρθρ.21 Νόμ.736/ 1977, κατωτ. σελ.917). Άρθρ.17-21.(Μεταβατικαί διατάξεις. Εκ τούτων αι παρ.1-7 άρθρ.17 και τα άρθρ.18 και 20 είχον καταργηθή δια του άρθρ.25 Ν.Δ.1521/1942). (Αντί για τη σελ.863(α) Σελ.863(β) Τεύχος 746-Σελ.33 Αρχαιολογική Υπηρεσία 31.Λ.α.7 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.22.-“Η υπηρεσία του κατά τα άρθρ.2 και 8 του Α.Ν.782 του 1937 “περί οργανισμού της Κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας”, Διευθυντού Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων, λογίζεται ως υπηρεσία εφόρου, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. Ο διορισμός αυτού εκ των Εφόρων, γινόμενος άνευ διακοπής της αρχαιολογικής αυτού υπηρεσίας, λογίζεται ως μετάθεσις και τοποθέτησις”. Το άρθρ.22 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.9ου Α.Ν.2339/1940. Άρθρ.23.-Όριον ηλικίας του μεν επιστημονικού και λοιπού προσωπικού ορίζεται το συμπεπληρωμένον 65ον έτος, των δε εργατών και νυκτοφυλάκων, όριον ηλικίας ορίζεται το συμπεπληρωμένον 60ον έτος, Δικαιούται όμως ο Υπουργός μετά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου να παρατείνη τον χρόνον της υπηρεσίας του επιστημονικού προσωπικού επί δύο το πολύ έτη. Άρθρ.24.-(Κατηργήθη δια του άρθρ.21 Νόμ.736/ 1977, κατωτ. σελ.917). Άρθρ.25.-Από του οικονομικού έτους 1940-41 το ποσόν της ετησίας δαπάνης εις αντιμισθίαν εκτάκτων υπαλλήλων της αρχαιολογικής υπηρεσίας συμφώνως προς τον Νόμ.4823 “περί ανεγέρσεως, επισκευής και συντηρήσεως αρχαιολογικών Μουσείων” περιορίζεται εις το ποσόν των δραχμών εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων. Άρθρ.26.-Ο Νόμ.5329 “περί τρόπου προσωρινής πληρώσεως κενών θέσεων Εφόρων αρχαιοτήτων”, ως και το άρθρ.2 του Νόμ.2447 “περί τροποποιήσεως του Νόμ.ΓΨΛ κλπ. περί αρχαιολ. υπηρεσίας”, έτι δε και η κατά το άρθρ.10 παρ.1 του αυτού Νόμου εξαίρεσις όσον αφορά εις την υπηκοότητα του καλλιτέχνου αρχιτέχνου καταργούτναι. Δια Β.Δ/των θέλουσι κανονισθή αι λεπτομέρειαι του παρόντος Νόμου. Σελ.864(β) Τεύχος 746-Σελ.34 Άρθρ.7-8.(Περί προσωπικού της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως κλπ. Αντικατεστάθησαν δια των άρθρ.2 και 3 του Α.Ν.2339/1940). Άρθρ.9.-1.Οι κατά τους Νόμ.ΓΨΛ΄, 479, 2447 “περί Αρχαιολογικής Υπηρεσίας” και 2674 “περί κυρώσεως του από 9 Δεκ.1920 Ν.Δ/τος περί Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου”, αρχιφύλακες και φύλακες αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων ορίζονται ως εξής: α)τέσσαρες αρχιφύλακες α΄ τάξεως. β)πέντε αρχιφύλακες β΄ τάξεως. γ)ογδοήκοντα φύλακες α΄ τάξεως. δ)εξήκοντα φύλακες β΄ τάξεως. ε)εβδομήκοντα πέντε φύλακες γ΄ τάξεως. ς)δέκα νυκτοφύλακες. Οι θέσεις του άνω προσωπικού ορίζονται από τα άρθρ.79 και 80 Π.Δ.941/1977, ΦΕΚ Α΄320 (κατωτ. σελ.1137). 2.Αρχιφύλακες α΄ τάξεως επί βαθμώ και μισθώ γραφέως α΄ τάξεως, δυνάμενοι μετά πενταετή ευδόκιμον υπηρεσίαν να προάγωνται εις τον βαθμόν και μισθόν ακολούθου, υπηρετούσιν ανά εις εν τω Εθνικώ Αρχαιολογικώ Μουσείω, εν τη Ακροπόλει, εν τω Βυζαντινώ Μουσείω και εν τω Μουσείω Ηρακλείου. 3.Αρχιφύλακες β΄ τάξεως επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού αρχικλητήρος υπηρετούσιν ανά εις εν τω Εθνικώ Νομισματικώ Μουσείω, τω Μουσείω Θεσσαλονίκης και τοις Μουσείοις Δελφών, Ολυμπίας και Επιδαύρου. 4.Οι αρχιφύλακες λαμβάνονται μεν κατά προτίμησιν δια προαγωγής εκ του όλου αριθμού των αρχαιοτέρων φυλάκων α΄ τάξεως κατά πρότασιν των αρμοδίων προϊσταμένων αλλ΄ εν περιπτώσει ελλείψεως καταλλήλων προσώπων δύναται ο Υπουργός μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου να εκλέγη και πρόσωπα εκτός της αρχαιολογικής υπηρεσίας, προτιμωμένων των κατεχόντων μίαν τουλάχιστον ξένην γλώσσαν. 5.Αι θέσεις των φυλάκων α΄ τάξεως επί βαθμώ και μισθώ υπουργικού κλητήρος α΄ τάξεως πληρούνται είτε δια προαγωγής φυλάκων β΄ τάξεως κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου Εφόρου, είτε απ’ ευθείας δι’ αποφάσεως του Υπουργού μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου. Θεμελιώδη προσόντα θεωρούνται τουλάχιστον απολυτήριον δημοτικού σχολείου, άμεμπτος ιδιωτικός βίος, ευπρεπής εμφά νισις, προτιμωμένων των κατεχόντων μίαν διαδεομένην ξένην γλώσσαν. 6.Αι θέσεις των φυλάκων β΄ τάξεως επί βαθμώ και μισθώ κλητήρος β΄ τάξεως πληρούνται είτε δια προαγωγής φυλάκων γ΄ τάξεως είτε απ’ απευθείας καθ’ ον τρόπον εν τη προηγουμένη παραγράφω ορίζεται. 7.Ουδείς διορίζεται φύλαξ α΄ ή β΄ τάξεως ή νυκτοφύλαξ αν έχη υπερβή το 45ον έτος της ηλικίας του. Για τα θέματα των άνω παρ.1 έως 7 και κατωτ.11 και 13 ισχύουν οι αντίστοιχες διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ.611/ 1977) (τόμ.2Α, σελ.316,713) και άρθρ.79 και 80 Π.Δ.941/1977, ΦΕΚ Α΄320 (κατωτ. σελ.1137). “8.Εις τους αρχιφύλακας, φύλακας, νυκτοφύλακας και εργάτας των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων παρέχεται ετησίως ανά μία χειμερινή και μία θερινή στολή, ο τύπος της οποίας καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως”. Η εντός “” παρ.8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.10 Ν.Δ.4177/61. 9.Τα αρχαιολογικά μουσεία παραμένουσιν ανοικτά κατά τας Κυριακάς και λοιπάς εξαιρεσίμους ημέρας. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού καιθορίζονται τακταί ημέραι αναπαύσεως του προσωπικού, ως και το χειμερινόν και θερινόν ωρολόγιον πρόγραμμα ανοίγματος των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων. 10.Εις τους αρχιφύλακας και φύλακας των εν Αθήναις Μουσείων και της Ακροπόλεως, ως και των Μουσείων Ηρακλείου και Θεσσαλονίκης παρέχεται αποζημίωσις ίση προς τας ημερησίας αποδοχάς τεσσάρων ημερών μηνιαίως δια την κατά τας Κυριακάς και άλλας εορτασίμους ημέρας απασχόλησίν των εν τη υπηρεσία. Το σύνολον της αποζημιώσεως ταύτης δεν δύναται να υπερβή τας δραχμάς εκατόν χιλιάδας ετησίως. Ήδη ισχύουν οι διατάξεις του εδαφ.δ΄ της παρ4 και της παρ.7 άρθρ.7 Νόμ.745/1978, ΦΕΚ Α΄17 (τόμ.2Α σελ.384, 858). 11.Φύλακες γ΄ τάξεως, υπηρετούντες κυρίως εν αποκέντροις αρχαιολογικοίς τόποις, διορίζονται επί τω κεκανονισμένω μισθώ των δραχμών εξακοσίων είκοσι. Δια Β.Δ/τος δύνανται να κατανεμηθώσιν μονίμως αι θέσεις των φυλάκων α΄, β΄ και γ΄ τάξεως. 12.Άπαντες ανεξαιρέτως οι φύλακες είναι υποχρεωμένοι να τηρώσι και την καθαριότητα των Μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων, οι οποίοι δεν έχουσιν ιδίους υπηρέτας καθαριότητος, αλλά και εν τη περιπτώσει ταύτη οι φύλακες έχουν υποχρέωσιν να παρέχωσι πάσαν δυνατήν επικουρίαν. 13.Νυκτοφύλακες διορίζονται επί βαθμώ και μισθώ κλητήρος β΄ τάξεως οι έχοντες (Αντί για τη σελ.859) Σελ.859(α) Τεύχος 746-Σελ.31 Αρχαιολογική Υπηρεσία 31.Λ.α.6-7 5 τουλάχιστον απολυτήριον δημοτικού σχολείου, άμεπτον ιδιωτικόν βίον και λευκόν ποινικόν μητρώον. Εξ αυτών υπηρετούσι τρεις εν των Εθν. Αρχαιολογικώ Μουσείω Αθηνών ανά δύο εν τη Ακροπόλει και εν τοις Μουσείοις Ηρακλείου και Δελφών και εις εν τω Μουσείω Ολυμπίας. Εις τούτους παρέχεται ανά μία στολή ετησίως, εφοδιάζονται δε δι’ ενός πυροβόλου όπλου και ενός φανού. 14.Δι’ αποφάσεως των αρμοδίων Υπουργών θέλουσιν ανατεθή τα καθήκοντα εφόδου δια τον έλεγχον των νυκτοφυλάκων εις αρμόδια όργανα. 15.Ο διορισμός του ανωτέρω προσωπικού φυλάξεως γίνεται γενικώς κατόπιν επισήμως πιστοποιητικών αρίστης διαγωγής και υπευθύνων συστάσεων αρμοδίων υπηρεσιών. Απαραίτητον ωσαύτως είναι λευκόν ποινικόν μητρώον”. Το άρθρ.9 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρου τετάρτου Α.Ν.2339/40. Άρθρ.10.-(Περί Αρχαιολογικού Συμβουλίου, περί ου ήδη βλ. άρθρ.31 Β.Δ.634/4960, κατωτ. αριθ.17). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Πειθαρχία Άρθρ.11.-1.Το προσωπικόν πάσης της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων και Αναστηλώσεως υπόκειται εις τας επομένας πειθαρχικάς ποινάς: α)παρατήρησιν, β)επίπληξιν, γ)πρόστιμον μέχρις ενός μισθμού, δ)προσωρινήν απόλυσιν μέχρι τριών μηνών, ε)διαθεσιμότητα μέχρις εξ μηνών, και ς)οριστικήν απόλυσιν. 2.Πάσα παρατήρησις του Υπουργείου προς τους Εφόρους και Επιμελητάς ως και εκ μέρους των Εφόρων προς τους Επιμελητάς δια πάσαν άστοχον ενέργειαν αυτών, ή παράλειψιν, διατυπουμένη μετά προηγουμένην έγγραφον εξήγησιν του πταίσαντος υπαλλήλου, λογίζεται ως ποινή πειθαρχική. 3.Επίπληξιν η πρόστιμον επιβάλλεται μετά προηγουμένην αιτιολογίαν δια πάσαν βαρυτέραν παράβασιν. 4.Αν το παράπτωμα ή σειρά παραπτωμάτων του υπαλλήλου καθιστώσι κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, ονομαζομένου δια τας περιπτώσεις ταύτας πειθαρχικού Συμβουλίου, ασύμφορον και επιζημίαν την υπηρεσίαν του υπαλλήλου εν η θέσει ή τόπω υπηρετεί, συν τη πειθαρχική ποινή αποφασίζεται και η μετάθεσις του υπαλλήλου. Σελ.860(α) Τεύχος 746-Σελ.32 5.Η ποινή της προσωρινής απολύσεως επιβάλλεται μετά γνώμην του Πειθαρχικού Συμβουλίου δια βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα, εγκατάλειψιν θέσεως αδικαιολόγητον, συχνήν αμέλειαν και απείθειαν, αταξίαν περί την διαχείρησιν εισιτηρίων και λοιπών πόρων, συμπεριφοράν ανοίκειον προς την υπαλληλικήν ιεαρχίαν ή ασυμβίβαστον προς το αξίωμα του υπαλλήλου, ιδία δε εις περιπτώσεις υποτροπής. 6.Οριστική απόλυσις, τηρουμένων και των διατάξεων του Α.Ν. υπ’ αριθ.1558/1939 “περί πειθαρχικού Συμβουλίου των ανωτέρων υπαλλήλων” επιβάλλεται ιδία: α)Δι’ αδικολόγητον πλέον των είκοσι ημερών απουσίαν από της θέσεως. β)Άρνησιν υπηρεσίας, επίμονον αμέλειαν, ραθυμίαν και ανεπάρκειαν περί την εκτέλεσιν των υπαλληλικών καθηκόντων ανεπίδεκτον βελτιώσεως. γ)Δια παν καθ’ υποτροπήν παράπτωμα, ιδιαίτατα διαχειριστικόν, εφ’ όσον ετιμωρήθη δια ποινής μεταλυτέρας της επιπλήξεως, ως και δια παν παράπτωμα μετά δύο εντός του αυτού έτους πειθαρχικάς ποινάς, και δ)Δια την απώλειαν των διαπεπιστευμένων αρχαίων εφ’ όσον ήθελε κριθή κατόπιν διοικητικής ανακρίσεως ότι ο υπάλληλος υπέχει σχετικήν ευθύνην. 7.Ο χαρακτηρισμός των παραπτωμάτων, ενδεικτικώς ανωτέρω σημειουμένων γίνεται υπό του Αρχαιολογικού Συμβουλίου κατά την απόλυτον κρίσιν αυτού και εκτίμησιν των συνιστώντων το παράπτωμα πραγματικών γεγονότων. 8.Περίπτωσις πειθαρχικού παραπτώματος είναι και η υπό των αρχαιολογικών υπαλλήλων κατοχή αρχαιολογικών συλλογών ως και δωρεά οπωσδήποτε προσκτηθέντων αρχαίων εις τρίτους. Οι κατά την ισχύν του παρόντος Νόμου κατέχοντες αρχαιολογικήν συλλογήν αρχαιολογικοί υπάλληλοι, ως και κατά την εποχήν του διορισμού των οι εφεξής διοριζόμενοι δύνανται να διατηρήσωσι ταύτην, απαγορευομένης της περαιτέρω προσκτήσεως νέων ευρημάτων. 9.Ωσαύτως πειθαρχικόν παράπτωμα θεωρείται και η απ’ ευθείας υπό των αρχαιολογικών υπαλλήλων αποδοχή χρηματικών δωρεών, προς αρχαιολογικούς σκοπούς, άνευ γνωστοποιήσεως προς το Υπουργείον. 31.Λ.α.7 Αρχαιολογική Υπηρεσία 6 Άρθρ.12.-1.Ο Διευθυντής Αρχαοτήτων δύναται να επιβάλλη ποινάς μέχρι και προστίμου δραχμών διακοσίων εις το μέχρι του Επιμελητού προσωπικόν, υποκειμένας εις έφεσιν ενώπιον του Υπουργού. 2.Διαθεσιμότης, υποβιβασμός και απόλυσις μέχρι του βαθμού του τμηματάρχου β΄ τάξεως επιβάλλεται υπό του Υπουργού μετ’ απόφασιν του Αρχαιολογικού Συμβουλίου. 3.Αρχιφύλακες, φύλακες και εργάται καθαριότητος παραμελούντες την εφαρμογήν των διοικητικών οδηγιών ή των αστυνομικών διατάξεων των καθοριζουσών μέτρα τάξεως και ευκοσμίας, ως και οι αμελούντες εν γένει την καθαριότητα των υπό την φύλαξιν και φροντίδα αυτών χώρων ως και παν άλλο μέτρον τείνον εις ευπρεπή εμφάνισιν των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων υπόκεινται εις πειθαρχικήν ποινήν τουλάχιστον διακοσίων δραχμών, εν υποτροπή δε εις αυστηροτέρας ποινάς μέχρι και οριστικής απολύσεως εκ της υπηρεσίας. Η ευθύνη του αρχιφύλακος συντρέχει και συνεξετάζεται πάντοτε μετά της ευθύνης των φυλάκων δια τας παραλείψεις αυτών. 4.Οι Έφοροι, ως και οι προϊστάμενοι των Εφορειών Επιμεληταί, δύνανται να επιβάλωσιν εις το κατώτερον προσωπικόν μετά προηγουμένην πρόσκλησιν εις απολογίαν, εάν δε ο δράστης κατελήφθη επ’ αυτοφώρω μετά προφορικήν απολογίαν, επίπληξιν ή πρόστιμον μέχρι δραχμών διακοσίων. 5.Επίπληξιν και πρόστιμον μέχρι δραχμών πεντήκοντα και υπό τους αυτούς όρους επιβάλλεται και υπό των αμέσως προϊσταμένων του τεχνικού προσωπικού επί των υπ’ αυτούς τεχνικών, εκάστης ποινής υποκειμένης εις την έγκρισιν του αρχαιολογικού προϊσταμένου. Αι διατάξεις των άνω άρθρ.11 και 12 ισχύουν εφ’ όσον δεν αντίκεινται προς τας γενικάς περί πειθαρχικής διαδικασίας διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικος, (τόμ.2Α σελ.287 κλπ). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Ειδικαί Διατάξεις Άρθρ.13.-1.Παρά τω Εθνικώ Αρχαιολογικώ Μουσείω ιδρύεται υπηρεσία Οργανώσεως και διαχειρίσεως αρχαιολογικών πόρων. Σκοπός ταύτης είναι η κατ’ εντολήν του Υπουργείου δημιουργία και παρακολούθησις τμήματος πωλήσεως εκμαγείων, γαλβανοπλαστικών ή άλλων πανομοιοτύπων, δελταρίων, φωτογραφιών και λευκωμάτων, επιστημονικών καταλόγων και οδηγών. Η δια της άνω παρ. συνισταμένη Υπηρεσία κατηργήθη δια της παρ.1 άρθρ.22 Ν.Δ.4177/ 1961 (κατωτ. σελ.879), των αρμοδιοτήτων ταύτης ασκουμένων έκτοτε υπό των Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. 2.Πόροι περαιτέρω ορίζονται οι ακόλουθοι: α)η εκμίσθωσις αρχαίων θεάτρων και αρχαιολογικών χώρων εις ιδιώτας προς εκτέλεσιν συναυλιών, διαλέξεων, παραστάσεων και παντός είδους επιδείξεων. Το τέλος κυμαίνεται από 1.000 μέχρι 15.000 δραχμών δι’ εκάστην συγκέντρωσιν, β)η εκμίσθωσις αρχαιολογικών χώρων προς εκμετάλλευσιν ως και αγρών εν ταις ανασκαφαίς προς καλλιέργειαν, ήτις ενεργείται ή δια πλειοδοσίας ή δι’ αναθέσεως εις φύλακας αρχαιοτήτων, εφ’ όσον η παρουσία ιδιωτών δύναται ν’ αποβή επιβλαβής εις τας αρχαιότητας, γ)τα εις τους αρχαιολογικούς υπαλλήλους ή άλλους ενοίκους καταλογιζόμενα μισθώματα δια την κατοικίαν αυτών εις κτήρια της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, δ)ετήσιον τέλος κατοχής ιδιωτικών συλλογών, οριζόμενον από 100 μέχρι 50.000 δραχμών ετησίως αναλόγως της σπουδαιότητος της συλλογής, ε)ειδικόν ετήσιον τέλος ασκήσεως επαγγέλματος αρχαιοπώλου, οριζόμενον από 1000 μέχρι 30.000 δραχμών αναλόγως του κύκλου εργασιών εκάστου, ς)έσοδον δικαιώματος χρήσεως αρχαιολογικών χώρων εις φωτογράφους, μικροπωλητάς κλπ., προς εξάσκησιν του επαγγέλματος των, ζ)έσοδα εξ επιστημονικών ομιλιών εντός μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, η)τέλος αδείας προς εκτέλεσιν ιδιωτικών ανασκαφών, οριζόμενον από 1000 μέχρι 5.000 δραχμών κατά την απόλυτον κρίσιν του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, θ)τέλος κινηματογραφήσεως μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, οριζόμενον από 500 μέχρι 100.000 δραχμών αναλόγως της εκτάσεως της κινηματογραφήσεως. Η περιπτ.δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.6 του Α.Ν.2339/1940. Το ετήσιο τέλος της άνω περιπτ.δ καταργήθηκε από την παρ.5 άρθρ.29 Νόμ.1473/1984 (ΦΕΚ Α΄127), (τόμ.27 σελ.196, 361). Το εκάστοτε επιβαλλόμενον ποσόν τέλους επί των περιπτώσεων του εδαφίου τούτου ορίζεται υπό του αρχαιολογικού Συμβουλίου. Προκειμένης αιτήσεως αδείας κινηματογραφήσεως υπό ξένων περί του επωφελούς και επείγοντος της οποίας υπάρχει προφανής βεβαιότης δύναται να ορισθή προσωρινώς το ποσόν δι’ αποφάσεως του Δ/του Αρχαιοτήτων υποκειμένης εις την έγκρισιν του Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Οι πόροι της άνω παραγράφου, θεωρούμενοι ως πόροι του Ταμείου αρχαιολογικών πόρων κλπ., ορίζονται εκ νέου εις άρθρ.18 Ν.Δ.4177/ 1961 (Βλ. κατωτ. σελ.879). 3.Η εντός των μουσείων λήψις φωτογραφιών υπό επισκεπτών απαγορεύεται. Αδεία (Αντί για τη σελ.861) Σελ.861(α) Τεύχος Ζ71-Σελ.123 Αρχαιολογική Υπηρεσία 31.Λ.α.7 7 του Υπουργείου ή των αρμοδίων διευθυντών μουσείων επιτρέπεται η υπό επισκεπτών και δια μικρών φορητών μηχανών φωτογράφησις ή κινηματογράφησις κατόπιν καταβολής τέλους κυμαινομένου του αριθμού των ληφθησομένων φωτογραφιών. 4.Φωτογραφίαι προς σκοπούς εμπορίας απαγορεύονται, ο δε θέτων εις κυκλοφορίαν τοιαύτας ή δελτάρια εκ τούτων κατεσκευασμένα ή πάσης άλλης φύσεως αναπαραγωγήν, τιμωρείται δια χρηματικής ποινής 1000 μέχρι 10.000 δραχμών, εν υποτροπή δε και δια φυλακίσεως 15 ημερών μέχρι 3 μηνών. Αι πλάκες και αναπαραγωγαί κατάσχονται και δημεύονται εις πάσας τας περιπτώσεις υπέρ του Δημοσίου. Αν πρόκειται περί επαγγελματίου φωτογράφου, ούτος συν ταις ανωτέρω ποιναίς τιμωρείται και δια στερήσεως αδείας επαγγέλματος μέχρις 6 μηνών. 5.Απαλλάσσονται του τέλους αι φωτογραφίαι ανασκαφών και των εξ αυτών ευρημάτων, λαμβανόμεναι υπό των ανασκαπτόντων και των δια τας ανασκαφάς δαπανώντων ιδρυμάτων, ή γενικώς υπό επιστημονικών προς μελέτην και δημοσίευσιν, ως και αι προς διαφημιστικούς σκοπούς γινόμεναι φωτογραφήσεις του σκοπού τούτου δεόντως πιστοποιουμένου. 6.Εις την κατά το παρόν άρθρον υπηρεσίαν ανατίθεται καθόλου πάσα ενέργεια αφορώσα εις τον έλεγχον, την εκμετάλλευσιν και την δημιουργίαν πόρων, ωσαύτως δ’ η εποπτεία και ο έλεγχος των αρχαιοπωλών, η οργάνωσις και ο έλεγχος της διαχειρίσεως εισιτηρίων, αι στατιστικαί επισκεπτών, και καθόλου πάσης κινήσεως των Μουσείων και Αρχαιολογικών χώρων, μη αφορώσης εις καθαρώς αρχαιολογικόν σκοπόν. Ομοίως η διαχείρισις του Αρχαιολοιγκού Δελτίου και του Εργαστηρίου των εκμαγείων υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος. 7.Αίθουσαι εκθέσεως και πωλήσεως των ανωτέρω αντικειμένων οργανούνται εις το Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον. Τας ανωτέρω υπηρεσίας διεξάγουν: α)Εις Διευθυντής της υπηρεσίας διοριζόμενος εκ των πτυχιούχων της Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών και Οικονομικών Επιστημών, κατέχων δε μίαν τουλάχιστον εκ των γλωσσών Γαλλικής, Αγγλικής ή Γερμανικής επί βαθμώ και μισθώ γραμματέως α΄ τάξεως δυνάμενος να προάγηται κατά τριετίαν μέχρι και του βαθμού και μισθού Τμηματάρχου α΄ τάξεως. Σελ.862(α) Τεύχος Ζ71-Σελ.124 β)Εις Διαχειριστής διοριζόμενος εκ των αποφοίτων Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής, επί βαθμώ και μισθώ γραφέως α΄ τάξεως, προαγόμενος κατά τριετίαν μέχρι του βαθμού γραμματέως α΄ τάξεως. Προτιμάται ο γνωρίζων μίαν τουλάχιστον των ανωτέρω γλωσσών. γ)Μέχρι πέντε πωλητών ή πωλητριών, λαμβανομένων εκτάκτως και ιδίως κατά τους θερινούς μήνας δι’ αποφάσεως του Υπουργού, μετά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου επί ημερησία αποζημιώσει μέχρι δραχμών εξήκοντα καταβαλλομένη εκ του ταμείου Αρχαιολογικών Απαλλοτριώσεων. 8.Ομοία αίθουσα εκθέσεως και πωλήσεως οργανούται αποφάσει του Υπουργού, υπό του Διευθυντού της υπηρεσίας ταύτης και εν τω Μουσείω Ηρακλείου Κρήτης ως και εν άλλοις Μουσείοις εν συνεννοήσει μετά των Διευθυντών αυτών, της πωλήσεως ανατιθεμένης μετά την οργάνωσιν εις το αρχαιολογικόν προσωπικόν των Μουσείων. 9.Δι’ Υπουργικής αποφάσεως δύνανται να απονέμωνται ποσοστά εις το τεχνικόν προσωπικόν της κατασκευής εκμαγείων και γαλβανοπλαστικών ή άλλων αντιγράφων μέχρι 10% επί της αξίας των υπ’ αυτού κατασκευαζομένων έργων. 10.Πάντες οι ανωτέρω πόροι και τέλη εισέρχονται εις το Ταμείον Αρχαιολογικών Απαλλοτριώσεων υπό ίδιον λογαριασμόν, εξ ου καταβάλλονται και τα υπό της προηγουμένης παραγράφου οριζόμενα ποσοστά, ως και πάσα δαπάνη σκοπόν έχουσα την βελτίωσιν και αρτιωτέραν εμφάνισιν των μουσείων, συντήρησιν των Μνημείων και περίφραξιν και ευπρεπισμόν των Αρχαιολογικών χώρων, μετ’ απόφασιν του Συμβουλίου του Ταμείου. 31.Λ.α.7 Αρχαιολογική Υπηρεσία 8 Άρθρ.14.-1.Εις το Δημόσιον ανήκει κατ’ αυστηράν αποκλειστικότητα και κατά έννοιαν πνευματικής ιδιοκτησίας, το δικαίωμα κατασκευής και πωλήσεως γυψίνων εκμαγείων, αχρώμων ή εγχρώμων, γαλβανοπλαστικών πανομοιοτύπων, ζωγραφικών ή ιχνογραφικών ή άλλων αντιγράφων, προπλασμάτων, φωτογραφικών, ζωγραφικών ή ιχνογραφικών λευκωμάτων, εικόνων και δελταρίων και καθόλου απομιμημάτων παντός έργου, αποτελούντος περιουσίαν των Μουσείων και αρχαιολογικών χώρων του Κράτους, ασκείται δε δια κατασκευής και πωλήσεως τοιούτων αντιτύπων εις ειδικάς τμήματα των Μουσείων καθ’ α θέλει ορισθή δι’ Υπουργικής αποφάσεως. Ουδείς ιδιώτης ή υπάλληλος της Αρχαιολογικής ή άλλης Υπηρεσίας δικαιούται να ασκή προς ίδιον όφελος το ανωτέρω δικαίωμα και υπό οιανδήποτε μορφήν. Οι τυχόν κεκτημένοι τοιαύτα έργα εις πολλά αντίτυπα προς προφανή σκοπόν εμπορίας ως και μήτρας προς κατασκευήν εκμαγείων, υποχρεούνται εντός δύο μηνών υπό της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου να δηλώσωσι την κατοχήν και παραδώσωσι τα παρ’ αυτών κατεχόμενα εις την Αρχαιολογικήν Υπηρεσίαν. Εκ τούτων αι μεν μήτραι και τα εμαγεία κατάσχονται και κατατίθενται εις το Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, τα δε ζωγραφικά αντίγραφα και απομίματα πάσης φύσεως καταγράφονται και παραμένουσι παρά τω ιδιοκτήτη μη δικαιουμένω να διαθέση ταύτα προς εμπορίαν. 2.Οι παραβάται της ανωτέρω διατάξεως τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής δραχμών δύο χιλιάδων μέχρι πεντήκοντα χιλιάδων και φυλακίσεως 15 ημερών μέχρι 2 ετών εν υποτροπή δε δια φυλακίσεως μέχρι 5 ετών και χρηματικής ποινής μέχρις εκατόν χιλιάδων δραχμών. “3.Εις γλύπτας, ζωγράφους, φωτογράφους και καλλιτέχνας ειδικώς απασχολουμένους περί τα έργα της αρχαιότητος, δύναται, μετά γνώμην του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και εγκρίσει του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, να επιτραπή η παραγωγή πάσης φύσεως εκμαγείων, αχρώμων ή εγχρώμων, γαλβανοπλαστικών πανομοιοτύπων, ζωγραφικών ή ιχνογραφικών ή άλλων αντιγράφων, προπλασμάτων, φωτογραφικών, ζωγραφικών ή ιχογραφικών λευκωμάτων, εικόνων και δελταρίων και εν γένει απομιμημάτων παντός έργου, αποτελούντος περιουσίαν των Μουσείων και αρχαιολογικών χώρων του Κράτους, ως και η πώλησις πάντων είτε δια των Μουσείων του Κράτους είτε και εκτός τούτων, εν τη ημεδαπή ή εν τη αλλοδαπή. Τοιαύτη άδεια δύναται να χορηγήται, κατά την ιδίαν διαδικασίαν, και εις έτερα φυσικά ή και νομικά πρόσωπα, παρέχονται πλήρη εχέγγυα διά την μετά πάσης επιμελείας και αρτιότητος εκτέλεσιν των ως άνω εργασιών. Η άδεια είναι τριετούς διαρκείας και δύναται να ανανεούται δι’ ίσον ή ελάσσοντα χρόνον. Δια της αυτής, περί παροχής της αδείας, αποφάσεως καθορίζονται τα αντικείμενα δι’ α η άδεια, ως και οι όροι και αι προϋποθέσεις, υφ’ ας χορηγείται αύτη, ορίζονται δ’ άμα τα εν γένει δικαιώματα του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.) εκ της κατασκευής και πωλήσεως των ως άνω αναφερομένων αντικειμένων. Άμα τη λήξει της χορηγηθείσης αδείας, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εις τα οποία εχορηγήθη αύτη υποχρεούνται να παραδώσουν εις την Αρχαιολογικήν Υπηρεσίαν τας τυχόν εις την κατοχήν των μήτρας και εκμαγεία, υπέχοντα, άλλως, εν παραβάσει της τοιαύτης υποχρεώσεώς των, τας υπό της προηγουμένης παραγράφου παροβλεπομένας ποινικάς κυρώσεις”. Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 του άρθρου μόνου της Πρ. Νομοθ. Περ. της 31-31 Μαρτ.1980 (ΦΕΚ Α΄74), η ισχύς της οποίας αρχίζει από 1 Απρ.1980. Η άνω Πράξη Νόμ. Περιεχομένου κυρώθηκε από τον Νόμ. 1064/1980, ΦΕΚ Α΄167 (κατωτ. σελ.914). 4.Επιχειρήσεις συστηματικώς ασχολούμεναι περί την αποτίμησιν έργων της αρχαιότητος δέον να καταβάλλωσιν ετησίως τέλος μεταξύ 2000 και 25.000 δραχμών οριζόμενον υπό του Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Επίσης καλλιτέχναι αντιγράφοντες επί σκοπώ εμπορίας γλυπτά και λοιπά έργα της αρχαιότητος καταβάλλουν αντιγραφικόν τέλος δι’ έκαστον αντίγραφον οριζόμενον υπό του Αρχαιολογικού Συμβουλίου από 500-20 χιλιάδων δραχμών. Εξαιρούνται οι σπουδασταί , οι προς άσκησιν εκτελούντες αντίγραφα. Τ’ ανωτέρω τέλη εισέρχονται ομοίως εις το Ταμείον Αρχαιολογικών Απαλλοτριώσεων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.