📄 Κείμενο νόμου
9. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 244 της 14/17 Οκτ. 1936 Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και καταργήσεως διατάξεων του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών. Άρθρον 1 Δικαίωμα διορισμού εις οιανδήποτε θέσιν, κατά τα διατάξεις του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών, ως μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν και τροποποιούνται δια του παρόντος νόμου, κέκτηνται οι έφεδροι παλαιοί πολεμισταί, οι από της ισχύος του μνησθέντος Α.Ν. μέχρι της 12 Οκτ. 1936 υποβαλόντες αιτήσεις περί διορισμού εις το αρμόδιον Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας ή το υφυπουργείον Εργασίας, από της συστάσεώς του, ή, όσον αφορά την περιφέρειαν του Περιφερειακού Συμβουλίου προνοίας παλαιών πολεμιστών Θεσσαλονίκης, εις την αρμοδίαν μέχρι τούδε υπηρεσίαν, εφ’ όσον: α) δεν είναι αποδεδειγμένως εύποροι, β) δεν λαμβάνουσι σύνταξιν ανωτέραν των (1000 δραχμών) παρά του δημόσιου ή οργανισμού ή νομικού προσώπου ιδιωτικού ή δημοσί ου δικαίου, πλην των αναπήρων και των εκ κακουχιών του πολέμου παθόντων ανθυπασπιστών και οπλιτών, μη τυχόντων δε αποκαταστάσεως και μη λαμβανόντων σύνταξιν πλέον των (δρχ. 1500), γ) παραμένουσιν άνευ εργασίας ή η εργασία ήν έχουσι δεν είναι η προσήκουσα, λόγω όρων εργασίας ή αντιμισθίας κλπ., συγκρινομένη προς την ειδικήν αυτών μόρφωσιν. Άρθρον 8 Ο χρόνος της εν τω στρατώ υπηρεσίας των κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου προσλαμβανομένων παλαιών πολεμιστών υπό επιχειρήσεων, των οποίων το προσωπικόν ασφαλίζεται εις οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, προσμετρείται, δια τον υπολογισμόν της συντάξεως, ως χρόνος υπηρεσίας παρά τη επιχειρήσει, συμφώνως προς τας εν ισχύϊ διατάξεις των σχετικών κανονισμών των οικείων ασφαλιστικών ταμείων. Άρθρον 9 1.Ανακλήσεις πράξεων διορισμού υπαλλήλων οιουδήποτε βαθμού και απολύσεις, γενόμεναι παρ’ οργανισμών δημοσίου δικαίου δια παράβασιν κατά τον χρόνον του διορισμού των των διατυπώσεων του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών (κατωτ. αρ. 10), θεωρούνται άκυροι, οι δε απολυθέντες επανέρχονται αυτοδικαίως και άνευ ουδεμιάς ετέρας διατυπώσεως εις ας προ της ανακλήσεως και απολύσεώς των κατείχον θέσεις και με τον αυτόν βαθμόν, της ανακλήσεως και απολύσεώς των θεωρούμενης ως μηδέποτε γενομένης, του αρχικού διορισμού των όντος εγκύρου και έναντι πάσης αντιθέτου διατάξεως. 2.Αι άχρι τούδε γενόμεναι παραβάσεις του ανωτέρω νόμου, δι’ ας εκκρεμούσι τυχόν μηνύσεις περί τούτων, ατονούσι και θεωρούνται ως μη υφιστάμεναι ως προς την ποινικήν ευθύνην. Άρθρον 10 1.Παράβασις των διατάξεων του παρόντος νόμου συνεπάγεται, πλην των αλλαχού του παρόντος νόμου αναφερομένων κυρώσεων κατά των υποχρέων εις τήρησιν αυτών, και αστικήν τούτων ευθύνην δια την καταβολήν της μισθοδοσίας των εφέδρων παλαιών πολεμιστών, των κατά παράβασιν του νόμου τούτου απολυομένων ή μη προσλαμβανόμενων. Η εκδίκασις των ούτω προκυπτουσών διαφορών ενεργείται κατά τας διατάξεις του κωδικοποιημένου ν.ΓπΟΔ’ (τόμ. 10), αναλόγως εφαρμοζομένων. 2.Εις το τέλος της παρ. 1 του άρθρ. 1 του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών προστίθενται εδάφια. 3.Καταργούνται αι ακόλουθοι διατάξεις του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών, ως μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν, των υπολοίπων διατηρουμένων εν ισχύϊ: Τα εδάφια δ’, ε’, και ζ’ της παρ. 1 και αι παράγραφοι 2, 6 και 7 του άρθρ. 1, αι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρ. 3, τα άρθρα 4, 5, 6, και 7, αι παράγραφοι 2, 3, και 4 του άρθρ. 9, η παρ. 2 του άρθρ. 10, η παρ. 1 του άρθρ. 11, αι παράγραφοι 2, 3 και 5 του άρθρ. 12, ως και η παρ. 4 του αυτού άρθρου καθ’ όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τας ανωνύμους εταιρίας και τας επιχειρήσεις, τα άρθρ. 14 και 15, αι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρ. 20, το άρθρ. 22, το άρθρ. 23, το άρθρ. 24, πλην της παρ. 1 εδ. Α΄– δ’, τα άρθρ. 25, 26, 31 και 33, αι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρ. 34. 4.Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον καταργείται. 5.Δια Β.Δ., εκδοθησομένου προτάσει του υφυπουργού Εργασίας, δύναται να κωδικοποιηθώσι μετά του παρόντος εις ενιαίον κείμενον πάσαι αι περί παλαιών πολεμιστών διατάξεις, επιτρεπομένης της μεταβολής της σειράς των άρθρων, παραγράφων, κλπ. ως και της διαγραφής ή διορθώσεως των αριθμών αυτών, εφ’ όσον ούτω δεν μεταβάλλεται το περιεχόμενον του νόμου. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρον 2 1.Δια την εξεύρεσιν εργασίας εις τους ανέργους εφέδρους παλαιούς πολεμιστάς, τους έχοντας τας νομίμους προϋποθέσεις, πάσα επιχείρησις, ημεδαπή ή αλλοδαπή, οιασδήποτε μορφής ή τύπου, ή οργανισμός ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, ως και τα ιδιαιτέρας φύσεως τραπεζιτικά ή κοινωφελή ιδρύματα, υποχρεούνται όπως, δυνάμει του παρόντος, προσλάβωσι το κάτωθι ποσοστόν παλαιών πολεμιστών, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 3 του παρόντος: α) Επί προσωπικού ανωτέρου των 15 υπαλλήλων και υπηρετών και κατωτέρου των 30, ένα παλαιόν πολεμιστήν. β) Επί προσωπικού ανωτέρου των 30 υπαλλήλων και υπηρετών και κατωτέρου των 60, δύο παλαιούς πολεμιστάς. γ) Επί προσωπικού 60 υπαλλήλων και υπηρετών και άνω ποσοστόν τρία επί τοις εκατόν δια τας δέκα πρώτας εκατοντάδας ή τμήμα εκατοντάδος και εν τοις εκατόν δια τας πέρα τούτων. Το δια την εξεύρεσιν του ποσοστού τυχόν προκύπτον κλάσμα είναι υπέρ του υποχρέου. Προς υπολογισμόν του ανωτέρω ποσοστού συνυπολογίζονται και οι μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου τοποθετηθέντες έφεδροι παλαιοί πολεμισταί υπό του κεντρικού και του περιφερειακού συμβουλίου Θεσσαλονίκης. Πάσα ετέρα διάταξις νόμου, διατάγματος, κανονισμού, συμβάσεως, κλπ., αντίθετος προς τας διατάξεις του παρόντος, δεν εφαρμόζονται. 2.Εις τους ούτω τοποθετουμένους καταβάλλονται υπό των υποχρέων της προηγουμένης παραγράφου οι εξής κατά μήνα μισθοί: α) Εις τους μη κεκτημένους απολυτήριον γ’ τάξεως παλαιού ελληνικού σχολείου ή ανεγνωρισμένης ως ισοτίμου σχολής (δραχ. 1.800), β) εις τους κεκτημένους απολυτήριον γ’ τάξεως ελληνικού σχολείου ή ανεγνωρισμένης ως ισοτίμου σχολής και άνω (δρχ. 2.000), γ) εις τους κεκτημένους απολυτήριον γυμνασίου ή ανεγνωρισμένης ως ισοτίμου σχολής και άνω (δρχ. 2.000), και δ) εις τους κεκτημένους πτυχία ανωτέρων σπουδών (δραχ. 2.800). Δια την αναπροσαρμογήν των μισθών βλ. 15. Δβ. Το ως ανωτέρω μισθολόγιον εφαρμόζεται εφ’ όσον οι υπόχρεοι της προηγουμένης παραγράφου δια τους οικειοθελώς παρ’ αυτών προσλαμβανομένους υπαλλήλους, με τα αυτά προσόντα, δεν έχουσιν ορίσει δια κανονισμού Σελίς 183 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 15.Η.α.9 197 ανώτερον μισθολόγιον, οπότε υποχρεούνται να εφαρμόσωσι τούτο και δια τους κατά τον παρόντα νόμον τοποθετουμένους εφέδρους παλαιούς πολεμιστάς. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν ήθελεν απορροφηθή υπό των υποχρέων της § 1 του παρόντος ολόκληρος ο αριθμός των ανέργων παλαιών πολεμιστών, όστις, κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 1, θέλει προκύψει, πάσαι αι δημόσιαι αρχαί, οι οργανισμοί, και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται όπως κατά την πρόσληψιν νέου προσωπικού εφαρμόζωσιν αναλόγως τας δια του παρόντος καταργουμένας διατάξεις των άρθρ. 4, 5, 6 και 7 του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών, διατηρουμένας ως προς το σημείον τούτο εν ισχύϊ. Οσάκις πρόκειται περί συμπληρώσεως μιας μόνον θέσεως παρά των αυτών υποχρέων, η θέσις αύτη καταλαμβάνεται είτε παρά παλαιού πολεμιστού είτε παρά μη τοιούτου, κατά ην κρίσιν του εργοδότου. Πάντως επί συμπληρώσει ετέρας ομοίας θέσεως, ούτοι υποχρεούνται να προσλάβωσι παλαιόν πολεμιστήν, εάν την πρώτην συνεπλήρωσαν δια μη τοιούτου. Άρθρον 3 1.Η κατά τας διατάξεις του παρόντος συμπλήρωσις του κατά το άρθρ. 2 αναλογούντος ποσοστού ενεργείται δι’ αποφάσεως του παρά τω Υφυπουργείω Εργασίας Κεντρικού Συμβουλίου προνοίας παλ. πολεμιστών, ως και του εν Θεσσαλονίκη περιφερειακού τοιούτου. Το περιφερειακόν όμως συμβούλιον δύναται να τοποθετή εφέδρους παλαιούς πολεμιστάς, κατά τας διατάξεις του παρόντος, μόνον εις επιχειρήσεις κλπ. εχούσας την έδραν αυτών εν τη περιφερεία των Γενικών Διοικήσεων Μακεδονίας και Θράκης. 2.Πάσαι αι μέχρι σήμερον κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του τροποποιημένου από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. εκδοθείσαι αποφάσεις των συμβουλίων της προηγουμένης παραγράφου περί διορισμού εφέδρων παλαιών πολεμιστών είναι υποχρεωτικαί δια τας υπ’ αυτών ορισθείσας επιχειρήσεις, νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, κλπ. πλην των ως ιατρών τοποθετηθέντων εις αυτονόμους εταιρείας και επιχειρήσεις, υπό τον όρον της υπαγωγής αυτών εις τας περί μισθού και λοιπάς εν γένει διατάξεις του παρόντος νόμου. 3.Αι μέχρι σήμερον γενόμεναι τοποθετήσεις εφέδρων παλαιών πολεμιστών, υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 6, και 7 του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών, εις νομικά πρόσωπα και οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή δημοσίας υπηρεσίας, συντηρουμένας εν όλω ή εν μέρει εξ ειδικών πόρων, είναι υποχρεωτικαί δια ταύτας. Παράβασις της παρούσης διατάξεως συνεπάγεται, πλην των αλλαχού Σελίς 184 του παρόντος αναφερομένων κυρώσεων, και υποχρέωσιν των αρμοδίων διευθυντών εις καταβολήν του μισθού του ούτω τοποθετηθέντος και μη προσληφθέντος εισέτι εφέδρου παλαιού πολεμιστού. 4.Αι αποφάσεις των κατά την § 1 του παρόντος άρθρου συμβουλίων, προσωρινώς πάντοτε εκτελεσταί, υπόκεινται μόνον εις άσκησιν αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της επικρατείας, κατά τας διατάξεις της § 6 του άρθρ. 3 του τροποποιουμένου νόμου. Αι υποβληθείσαι μέχρι σήμερον αιτήσεις αναθεωρήσεως κατά των αποφάσεων του Κ.Σ.Π.Π.Π. θεωρούνται ως μη ασκηθείσαι, επιτρεπομένης δια τας αποφάσεις ταύτας της ασκήσεως αιτήσεως ενώπιον του Β΄τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας, κατά τας διατάξεις του περί Συμβουλίου Επικρατείας σχετικού νόμου και εντός προθεσμίας 60 ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Άρθρον 4 Οι κατά τον παρόντα νόμον προσλαμβανόμενοι έφεδροι παλαιοί πολεμισταί τοποθετούνται, κατά τας ανάγκας του εργοδότου και κατά την κρίσιν αυτού, εις το κεντρικόν κατάστημα ή υποκατάστημα αυτού, διέπονται δε, όσον αφορά την προαγωγήν, αυξήσεις μισθού, επιδόματα, αδείας, και πειθαρχίαν, παρά των εν εκάστω οργανισμώ νομικών προσώπων, κλπ. εφαρμοζομένων εκάστοτε γενικών κανονιστικών διατάξεων, εξαιρέσει της περιπτώσεως της απολύσεως, δι’ ην εφαρμόζονται αι ειδικαί διατάξεις του παρόντος. Άρθρον 5 Οι κατά τον παρόντα νόμον τοποθετούμενοι έφεδροι παλαιοί πολεμισταί υποχρεούνται όπως, εντός δεκαπενθημέρου από της κοινοποιήσεως της περί τοποθετήσεως αποφάσεως των συμβουλίων, παρουσιασθώσιν εις τον παρ’ ω τοποθετούνται εργοδότην, ίνα αναλάβωσιν υπηρεσίαν. Εις περίπτωσιν ασθενείας ή ανωτέρας βίας, αποχρώντως βεβαιουμένης, η προθεσμία αύτη παρατείνεται επί ένα εισέτι μήνα. Η προθεσμία αύτη παρουσιάσεως δια τους ήδη τοποθετουμένους είναι η αυτή, αρχομένη δέκα ημέρας μετά την δημοσίευσιν του παρόντος νόμου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο τοποθετηθείς δεν ήθελε παρουσιασθή εντός των ανωτέρω προθεσμιών προς ανάληψιν υπηρεσίας, απόλλυσι παν δικαίωμα διορισμού κατά τον παρόντα νόμον, το δε συμβούλιον αντικαθιστά αυτόν δι’ ετέρου. Άρθρον 6 Έφεδροι παλαιοί πολεμισταί, προσληφθέντες δυνάμει διατάξεων προγενεστέρων του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών και υπηρετούντες μέχρι 15.Η.α.9 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 198 της δημοσιεύσεως του παρόντος υπόκεινται εις απάσας τας διατάξεις τούτου, καταργουμένων ως προς αυτούς των αντιθέτων προς τον παρόντα νόμον διατάξεων των ως άνω προγενεστέρων νόμων, πλην των αφορωσών την μισθοδοσίαν αυτών, ήτις κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να μειωθή. Άρθρον 7 Με την παρ. 4 του άρθρ. 4 της 80298/18 Αυγ. – 4 Σεπτ. 1992, (ΦΕΚ Β΄549) αποφ. Υπ. Προεδ. Κυβ/σης και Εργασίας (Διόρθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Β΄584/25 Σεπτ. 1992) ανωτ. τομ. 15 (1) σελ. 30, 285 καταργήθηκαν οι κατωτέρω 54 Πρωτοδικειακές επιτροπές και οι αρμοδιότητές τους μεταφέρθηκαν στις διατηρούμενες επιτροπές Νομαρχιών του Υπ. Εργασίας, που προβλέπονται από το Νομ. 1836/51, όπως τροποποιήθηκε & ισχύει (βλ. άρθρ. 8 Π.Δ. 369/89, ανωτ. σελ. 30, 256). 1.Έφεδροι παλαιοί πολεμισταί, υπηρετούντες εις τας εν άρθρω 2 του παρόντος επιχειρήσεις, οργανισμούς, και νομικά πρόσωπα, κλπ., δεν απολύονται ειμή μόνον δια τινα των εν άρθρ. 1 § 1 εδ. Α΄– δ’ του από 23/24 Ιαν. 1936 Α.Ν. π. τροποποιήσεως του από 28/31 Οκτ. 1935 Α.Ν. π. προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών (ανωτ. αρ. 3) αναφερομένων λόγων απολύσεως και κατόπιν ειδικής ητιολογημένης αποφάσεως της κατά την επομένην παράγραφον επιτροπής. Απόλυσις δια λόγους αναφερομένους εν τη § 1 εδ. Α΄του άρθρ. 1 του ανωτέρω νόμου γίνεται άνευ αποφάσεως της κατωτέρω επιτροπής. 2.«Παρ’ εκάστη πρωτοδικειακή περιφερεία συνιστάται τετραμελής επιτροπή, αποτελουμένη α) εκ του προέδρου των πρωτοδικών, ως προέδρου, ή, τούτου κωλυομένου, ενός των παρ’ αυτή πρωτοδικών, β) εξ ενός υπαλλήλου του υφυπουργείου Εργασίας και, τούτου μη υπάρχοντος εν τη περιφερεία, εξ ενός δημοσίου υπαλλήλου, γ) εξ ενός αντιπροσώπου των Πολεμιστών». Το εδαφ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Ν.Δ. 4185/1961 (κατωτ. αριθ. 25). Παρά τη επιτροπή τάσσεται ως γραμματεύς εις των υπαλλήλων του πρωτοδικείου. Η επιτροπή αύτη αποφαίνεται, τη αιτήσει του οικείου εργοδότου ή του ενδιαφερομένου παλαιού πολεμιστού. Αι αποφάσεις της επιτροπής είναι υποχρεωτικαί και ανέκκλητοι δι’ αμφότερα τα μέρη και τα δικαστήρια, δια την επιδίκασιν της κατά το άρθρ. 10 § 1 αποζημιώσεως, εκδίδονται δε εντός μηνός από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, ήτις, επί ποινή απαραδέκτου, δέον να συνοδεύηται υπό παραβόλου (300 δραχμών) δι’ έκαστον υπάλληλον ή υπηρέτην ου αιτείται η απόλυσις ή η ακύρωσις της παρανόμως γενομένης απολύσεως, προς αμοιβήν της επιτροπής. Με απόλυσιν εξομοιούται και πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, βλάπτουσα τον υπηρετούντα, πλην των περιπτώσεων των προβλεπομένων υπό του άρθρ. 4 του Α.Ν. 244/1936. Η μετάθεσις του υπηρετούντος εις υποκαταστήματα του εξωτερικού γίνεται μόνον τη συγκαταθέσει τούτου. Πάσα διάταξις προγενεστέρου νόμου, ορίζουσα άλλως τα της αποζημιώσεως των παλαιών πολεμιστών εν περιπτώσει απολύσεως, καταργείται, πλην των διατάξεων των νόμων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εφαρμοζομένων και δια τους κατά την ανωτέρω διαδικασίαν απολυομένους εφέδρους, εκτός εάν δικαιούνται αποζημιώσεώς τινος υπερβαινούσης την αποζημίωσιν την προβλεπομένην υπό των νόμων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή εάν ούτοι δικαιούνται τοιαύτης εκ των ταμείων συντάξεων ή προνοίας επιχειρήσεως, οργανισμών, νομικών προσώπων, ή υπηρεσιών παρά ταις οποίαις υπηρετούσιν. (Προσθήκη άρθρ. 2 Α.Ν. 771). «1. Εις έκαστον τακτικόν μέλος και τον γραμματέα της επιτροπής καθίσταται δια της οριζούσης ταύτα αποφάσεως του υφυπουργού Εργασίας αναπληρωματικόν μέλος, εκλεγόμενον ως και τα τακτικά μέλη. Τα αναπληρωματικά μέλη ή ο αναπληρωτής του γραμματέως λαμβάνουσι μέρος εις τας συνεδριάσεις της επιτροπής, εν περιπτώσει κωλύματος ή απουσίας των τακτικών. «2.Η εκλογή των μελών και του γραμματέως εκάστης επιτροπής ενεργείται ως εξής: α) Του δικαστικού μέλους και του γραμματέως δι’ αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών ή του αναπληρωτού αυτού, κοινοποιούμενης και εις ο Υφυπουγείον Εργασίας και περιεχούσης τα ονόματα των διοριστέων, τακτικών και αναπληρωματικών. β) Του δημοσιοϋπαλληλικού μέλους και του αντιπροσώπου των παλαιών πολεμιστών δια της συγκροτούσης την επιτροπήν αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας. «Δια τον διορισμόν του εκπροσώπου των Πολεμιστών, καλούνται αι οργανώσεις των Παλαιών Πολεμιστών, ως και αι του άρθρ. 3 του Α.Ν. 2657/53, όπως εκάστη εξ αυτών υποδείξη ένα αντιπρόσωπον μετά του αναπληρωτού του. Εκ των ούτω υποδειχθέντων μετέχει των συνεδριάσεων της Επιτροπής ο εκπρόσωπος της Οργανώσεως εις την δύναμιν της οποίας ανήκει ο κρινόμενος πολεμιστής». «γ)Δια τον διορισμόν του εργοδοτικού εκπροσώπου, καλούνται αι κατά την κρίσιν του Υπουργού Εργασίας κατά τόπον κυριώτεραι εργοδοτικαί Οργανώσεις των Βιομηχάνων, εμπόρων, βιοτεχνών και επαγγελματιών, όπως υποδείξουν εκάστη ανά ένα εκπρόπωπον μετά του αναπληρωτού αυτού, όστις θα μετέχη της Επιτροπής, εναλλασσόμενος, αναλόγως του κλάδου εις τον οποίον απασχολείται ο έφεδρος μισθωτός, ον αφορά η υπό εκδίκασιν υπόθεσις. Εν ελλείψει επαγγελματικής εργοδοτικής τινος οργανώσεως ιδιωτικού δικαίου, αρμοδία οργάνωσις θεωρείται το κατά τόπους Επιμελητήριον όπερ καλύπτει τον κλάδον. Προκειμέ(Αντί για τη σελ. 185(α) Σελ. 185(β) Τεύχος 1296 – Σελ. 43 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 15.Η.α.9 199 νης συνθέσεως της Επιτροπής δια την εκδίκασιν αιτήσεως αφορώσης μισθωτόν – έφεδρον επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, το εργοδοτικόν μέλος ορίζεται τη αιτήσει του Προέδρου της Επιτροπής παρά του οικείου Νομάρχου, πλην της περιφερείας της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, εις ην ορίζει τούτο ο Υπουργός, εις την αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η εποπτεία της απασχολούσης τον μισθωτόν – έφεδρον επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως. Εν περιπτώσει αμφιβολίας περί τον εργοδοτικόν εκπρόσωπον ή τον εκπρόσωπον των πολεμιστών, όστις δέον να μεθέξη της συνθέσεως της Επιτροπής εις συγκεκριμένην περίπτωσιν, αποφαίνεται ο Πρόεδρος της Επιτροπής». Η εντός « » διάταξις του εδαφ. Β΄προσετέθη και το εδαφ. γ’ αντικατεστάθη ως άνω δια των παρ. 2 και 3 άρθρ. 5 Ν.Δ. 4185/1961 (κατωτ. αριθ. 25). «3.Όπου κατά τον παρόντα νόμον απαιτείται υπόδειξις των διοριστέων ως μελών της επιτροπής, η σχετική αναφορά δέον να υποβληθή εις το Υφυπουργείον Εργασίας εντός προθεσμίας 15 ημερών από του σχετικού ερωτήματος του Υφυπουργείου τούτου, άλλως ο διορισμός των μελών της επιτροπής γίνεται απ’ ευθείας υπό του Υφυπουργού Εργασίας, μη δεσμευομένου εκ των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου. «4.Η επιτροπή συνέρχεται προσκλήσει του προέδρου αυτής, ευρίσκεται δε εν απαρτία εάν παρίστανται ο πρόεδρος, δύο εκ των μελών και ο γραμματεύς. Αι περί εξαιρέσεως διατάξεις των άρθρ. 36, και επ. της Πολιτικής Δικονομίας έχουσιν εφαρμογήν και εν προκειμένω. Εις περίπτωσιν εξαιρέσεως τακτικού μέλους της επιτροπής, μετέχει ταύτης ο αναπληρωματικός αυτού και, τούτου κωλυομένου, ο αναπληρωτής ορίζεται κατά τας διατάξεις των δύο προηγουμένων παραγράφων, της προθεσμίας του άρθρ. 1 του παρόντος διακοπτομένης από της ημέρας της υποβολής της περί εξαιρέσεως μέλους τινός αιτήσεως μέχρι της ημέρας του κατά τ’ ανωτέρω ορισμού του αναπληρωτού του εξαιρεθέντος μέλους. Η προθεσμία του αυτού άρθρου διακόπτεται επίσης και εις περίπτωσιν μη απαρτίας της επιτροπής, από της ημέρας της συνεδριάσεως καθ’ ην δεν εγένετο απαρτία μέχρι της νέας καθ’ ην επετεύχθη τοιαύτη. Σελ. 186(β) Τεύχος 1296 – Σελ. 44 «5.Αι συνεδριάσεις της επιτροπής είναι δημόσιαι, συντασσομένων δι’ αυτάς πρακτικών εν περιλήψει. Εις τας συνεδριάσεις της επιτροπής δύνανται να παρίστανται και αναπτύσσωσι τας απόψεις των, εγγράφως ή προφορικώς, κατά την κρίσιν του προέδρου της επιτροπής, οι ενδιαφερόμενοι, είτε αυτοπροσώπως είτε δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου. Η πληρεξουσιότης δύναται να δοθή και δι’ επιστολής, της υπογραφής του εντολέως κυρουμένης υπό της δικαστικής, της αστυνομικής, ή της κοινοτικής αρχής του τόπου της κατοικίας αύτου. Αι διατάξεις των άρθρ. 164 – 169 της Πολ. Δικ. εφαρμόζονται και επί των συνεδριάσεων της επιτροπής ταύτης. «6.Αι εις την επιτρποήν υποβαλλόμεναι αιτήσεις εργοδοτών ή των εφέδρων παλαιών πολεμιστών κατατίθενται εις τον γραμματέα αυτής εις διπλούν, μετά του παραβόλου και επί αποδείξει. Ο πρόεδρος της επιτροπής υποχρεούται, εντός της προθεσμίας του άρθρ. 1 του παρόντος, να ορίση δικάσιμον της υποθέσεως, σημειών ταύτην επί του αντιγράφου της αιτήσεως, όπερ, επιμελεία του αιτούντος, επιδίδεται δια δικαστικού κλητήρος εις τον αντίδικον 3 τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως της αιτήσεως. Την προτεραίαν εκάστης δικασίμου της επιτροπής δημοσιεύεται υπό του προέδρου πινάκιον, περιέχον πάσας τα κατ’ αυτήν συζητητέας υποθέσεις. «7.Κατά την συζήτησιν της αιτήσεως και προς απόδειξιν του περιεχομένου ταύτης, η επιτροπή δικαιούται να διατάσση την προσαγωγήν εγγράφων, λογιστικών βιβλίων και παντός άλλου στοιχείου ή την ένορκον εξέτασιν μαρτύρων ή να ενεργή αυτοψίαν και να κάμνη χρήσιν παντός αποδεικτικού μέσου, ζητούσα πάσαν σχετικήν πληροφορίαν παρ’ οιασδήποτε αρχής, μη δεσμευομένη υπό δικονομικών κανόνων. «8.Αι αποφάσεις της επιτροπής λαμβάνονται εν μυστική διασκέψει, δι’ απολύτου πλειονοψηφίας των παρισταμένων μελών, εν ισοψηφία δε νικά η ψήφος του προέδρου. Αύται δέον να είναι ητιολογημέναι, περιέχουσι και την τυχόν γνώμην της μειονοψηφίας, και να υπογράφωνται παρ’ απάντων των παραστάντων μελών και του γραμματέως. Η γνωστοποίησις της αποφάσεως εις τους διαδίκους γίνεται δια της αριθμήσεως και καταχωρίσεως αυτής εις ειδικόν βιβλίον, τα δε έννομα αυτής αποτελέσματα άρχονται από της επιδόσεώς της δια δικαστικού κλητήρος, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας. 15.Η.α.9 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 200 «9.Προκειμένης ερμηνευτικής διαφωνίας υπό διαφόρων πρωτοδικειακών επιτροπών επί της αυτής νομικής περιπτώσεως, χωρεί προσφυγή κατά των αποφάσεων των επιτροπών τούτων, αιτήσει παντός ενδιαφερομένου, ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου του Υφυπουργείου Εργασίας, δια την ομοιόμορφον ερμηνείαν των σχετικών διατάξεων, επί καταβολή παραβόλου (δρχ. 250), διανεμομένου εξ ίσου εις τα μέλη του συμβουλίου τούτου. Του παραβόλου τούτου εξαιρείται η υπηρεσία του υφυπουργείου, οσάκις ασκεί αυτεπαγγέλτως τοιαύτην προσφυγήν ενώπιον του συμβουλίου τούτου. Αι ούτως εκδιδόμεναι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του υφυπουργείου Εργασίας είναι υποχρεωτικαί δια τα συμβαλλόμενα μέρη και τα δικαστήρια, μεταρρυθμίζουσαι αναλόγως τας προσβαλλομένας αποφάσεις των επιτροπών. «10.Η κατά τόπον αρμοδιότης εκάστης επιτροπής κρίνεται εκ του τόπου όπου υπηρετεί ή υπηρέτει προ της απολύσεως ο έφεδρος παλαιός πολεμιστής. «11.Το κατατιθέμενον επί αποδείξει εις τον γραμματέα της επιτροπής παράβολον κατανέμεται μεταξύ των μελών και του γραμματέως της επιτροπής ως εξής: Τα 3/6 τούτου κατανέμονται εξ ίσου μεταξύ του προέδρου και του δημοσιοϋπαλληλικού μέλους της επιτροπής. Τα δε υπολειπόμενα 3/6 μεταξύ των δύο ετέρων μελών και του γραμματέως, κατ’ ίσα μέρη και αναλόγως της συμμετοχής ή μη τούτων εις τας συνεδριάσεις της επιτροπής. Η εισήγησις των υποβληθεισών αιτήσεων εις την επιτροπήν ανήκει εις τον πρόεδρον αυτής και το δημοσιοϋπαλληλικόν μέλος, αναλό(Μετά την σελ. 186(α) Σελ. 186,01 174 – 43 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 15.Η.α.9 201 15.Η.α.9 Προστασία Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών 202 γως κατανεμομένων». Η εντός « » παράγραφος 2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 του Α.Ν. 771 (κατωτ. αρ. 10). «Η αληθής έννοια του άρθρ. 7 του Α.Ν. 244, ως ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 771 είναι ότι, δια των διατάξεων τούτου, δεν κατηργήθη η ισχύς του άρθρ. 2 του Α.Ν. 120/1936 (τομ. 2) δι’ ου ορίζεται ότι δύνανται να τίθενται εις διαθεσιμότητα οι μόνιμοι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι επί εξάμηνον, μεθ’ ο επαναδιορίζονται ή απολύονται». (Άρθρον μόνον Α.Ν. 1054, κατωτ. αρ. 11). Ο Α.Ν. 1054/1938 εθεωρήθη καταργηθείς δια του Ν.Δ. 169/1941. Το Ν.Δ. τούτο κατηργήθη αφ’ ής ίσχυσε δια του Ν.Δ. 249/1941, αμφότερα δε ηκυρώθησαν δια των υπ’ αριθ 323 και 326/1946 Πράξεων Υπ. Συμβουλίου (τόμ. 3).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.