← Ελλάδα

6α. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.605 της 15/19 Απρ. 1948 Περί κυρώσεως του από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δ/τος «περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθε

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει ένα προηγούμενο νομοθετικό διάταγμα που αφορά έκτακτα μέτρα για τη στέγαση μετατιθέμενων δημοσίων υπαλλήλων. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει τη στέγαση αυτών των υπαλλήλων σε περιπτώσεις δυσκολίας εύρεσης κατοικίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
6α. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.605 της 15/19 Απρ. 1948 Περί κυρώσεως του από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δ/τος «περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων». Άρθρον Πρώτον.-Κυρούται, αφ’ ης ίσχυσε, το από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δ/μα «περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων», δημοσιευθέν δια του υπ’ αριθ.273 της 9 Δεκ. 1947 φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, έχουν ούτω. Περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων. Έχοντες υπ’ όψει 1) το υπό στοιχείον ΛΣΤ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Δ/των Νομοθετικού χαρακτήρος και περιεχομένου και 2) την από 1 Δεκ. 1947 πιστοποίησιν της Βουλής, δι’ ης βεβαιούται το μετά τας τροποποιήσεις του Υπουργού των Οικονομικών περιεχόμενον του κατατεθέντος σχεδίου νόμου «περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων», προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: άρθρ.3. ι αποφάσεις της Επιτροπής υπόκεινται εις αναθεώρησιν επί τη αιτήσει του καθ’ ου η επίταξις, ασκουμένη εντός πενθημέρου από της κοινοποιήσεως της περί επιτάξεως αποφάσεως. Αι αιτήσεις αναθεωρήσεως επιδίδονται ή εγχειρίζονται επί αποδείξει εις τον γραμματέα της Επιτροπής και εκδικάζονται υπό ταύτης, συντιθεμένης τη προσθήκη ως μελών αυτής α)του Οικον. Εφόρου της έδρας της Επιτροπής ή, εν ελλείψει τοιούτου, του εν αυτή Αστυνομικού Διοικητού, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των και β)ενός λαϊκού μέλους οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Προέδρου του Εμπορικού Συλλόγου, εν ελλείψει δε τοιούτου, υπό του Νομάρχου.Η Επιτροπή οφείλει να εκδώση την επί της αναθεωρήσεως οριστικήν της απόφασιν εντός δεκαπενθημέρου από της κατά τα ανωτέρω επιδόσεως ή εγχειρήσεως της σχετικής αιτήσεως.Αι επί της αναθεωρήσεως αποφάσεις εις ουδέν τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον υπόκεινται». Η παρ.2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.3 του άρθρου πέμπτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. 3.Πάσαι αι αποφάσεις της κατά το άρθρ.3 Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν περιπτώσει δε τυχόν ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου της Επιτροπής. «4.Η υπό του στεγαζομένου δημοσίου υπαλλήλου παράβασις των κατά την παρ.2 του άρθρ.4 του Α.Ν.484/1945 υποχρεώσεων καλής συμπεριφοράς προς τους συστεγαζομένους αποτελεί βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα. 5.Η αναγκαστική συστέγασις διαρκεί μόνον μέχρις ου ευρεθή όπωσδήποτε αυτοτελής στέγη δια τον στεγασθέντα.Η άρσις της συστεγάσεως δεν αποκλείει μεταγενεστέραν επίταξιν». Αι παρ. 4 και 5 προσετέθησαν δια της παρ.4 του άρθρου πέμπτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. Άρθρ.6.-Επί των κατά το προηγούμενον άρθρ.5 ενεργουμένων επιτάξεων εφαρμόζονται ως προς τον καθορισμόν του καταβλητέου μισθώματος και τας δημιουργουμένας εν γένει μεταξύ του καθ’ ου η επίταξις και του υπέρ ου αύτη υποχρεώσεις, ως και τα δικαιώματα εκατέρου τούτων, τα οριζόμενα εν άρθρ.10 του υπ’ αριθ.484/1945 Α.Νόμου, της αρμοδιότητος των εν αυτώ προβλεπομένων Επιτροπών ενασκουμένης υπό των Επιτροπών του άρθρ.3 του παρόντος νόμου. Κατά τον αυτόν τρόπον κανονίζονται το καταβλητέον μίσθωμα και αι (Μετά την σελ.524(α) Σελ.525 115-19 Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους 2.Θ.γ.6α εν γένει υποχρεώσεις και τα δικαιώματα προκειμένου περί των κατά το άρθρ.4 του παρόντος αυτοδικαίως επερχομένων ή δι’ αποφάσεων της Επιτροπής του άρθρ.3 επιβαλλομένων επιτάξεων. «Όπου εν τω άρθρ.10 του Α.Ν.484/1945 γίνεται παραπομπή εις διατάξεις του Α.Ν.255/1945, η παραπομπή αύτη νοείται γινομένη εις τας αντιστοίχους διατάξεις των μεταγενεστέρων περί ενοικιοστασίου Νόμων και Δ/των». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δυνάμει της παρ.5 του άρθρου πέμπτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. Άρθρ.7.-1.Πάσαι αι εκδιδόμεναι διοικητικαί πράξεις, αποφάσεις ή διαταγαί των αρμοδίων Υπουργείων ή άλλων αρχών περί μεταθέσεως δημοσίου υπαλλήλου εν γένει, πολιτικού ή στρατιωτικού, κατά την εν παρ.3 του άρθρ.1 του παρόντος έννοιαν της μεταθέσεως, εις πόλιν ή κωμόπολιν καθωρισμένην ως κυρίαν έδραν Ειρηνοδίκου, κοινοποιούνται εφεξής προς την Επιτροπήν του άρθρ.3 της πόλεως ή κωμοπόλεως ταύτης δια την μέριμναν της εν αυτή στεγάσεως του μετατιθεμένου υπαλλήλου. Αι αυταί διοικητικαί πράξεις ή διαταγαί κοινοποιούνται υποχρεωτικώς και προς την Επιτροπήν του άρθρ.3 της πόλεως ή κωμοπόλεως εκ της οποίας μετατίθεται ο δημόσιος υπάλληλος, τον οποίον αύται αφορώσιν. 2.Επί τη βάσει των γινομένων προς αυτήν κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιήσεων, ως και των ιδίων των μελών αυτής αντιλήψεων και πληροφοριών, η Επιτροπή ελέγχει πάσαν παράλειψιν δηλώσεως κατά την παρ.1 του άρθρ.4, γνωστοποιεί δε αμελλητί την παράλειψιν ταύτης προς την προϊσταμένην του παραλιπόντος την δήλωσιν υπαλλήλου. Αρχήν δια την εφαρμογήν επί τούτου των κυρώσεων της παρ.6 του αυτού άρθρ.4.Προσέτι η Επιτροπή μετ’ έλεγχον και διαπίστωσιν των πραγματικών περιστατικών προβαίνει εις επίταξιν του χώρου τον οποίον εχρησιμοποίει προς κατοικίαν ο παραλιπών την δήλωσιν υπάλληλος, εφαρμοζομένων των σχετικών διατάξεων της παρ.4 του άρθρ.4. Ωσούτως η Επιτροπή, εν περιπτώσει ανακριβείας της δηλώσεως του υπαλλήλου, υποβάλλει αντίγραφον της εκδιδομένης κατά την αυτήν παρ.4 του άρθρ.4 αποφάσεως αυτής περί επιτάξεως μείζονος του δηλωθέντος χώρου προς την προϊσταμένην του ανακριβώς δηλώσαντος υπαλλήλου αρχήν δια την εφαρμογήν επί τούτου των κυρώσεων της παρ.6 του αυτού άρθρου 4. Σελ. 526 115-20 Άρθρ.8.-1.Η διάθεσις των κατά τας διατάξεις του παρόντος επιτασσομένων ακινήτων υπό της Επιτροπής του άρθρ.3 προς τους δικαιουμένους κατά τας αυτάς διατάξεις αναγκαστικής στεγάσεως δημοσίους υπαλλήλους γίνεται δι’ αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής κοινοποιουμένης μερίμνη του ενδιαφερομένου υπαλλήλου προς τον ιδιοκτήτην, νομέα ή κάτοχον του ακινήτου, υποχρεούμενον απροφασίστως και αμέσως να παραδώση τον επιτεταγμένον χώρον προς τον υπέρ ου η απόφασις υπάλληλον.Η κοινοποίησις της αποφάσεως ενεργείται δια παντός δημοσίου οργάνου, συντασσομένου αποδεικτικού, ή και υπό του ιδίου ενδιαφερομένου υπαλλήλου, τη συμπράξει όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην ενός τουλάχιστον μάρτυρος συνυπογράφοντος το αποδεικτικόν. 2.Ο διατιθέμενος υπό της Επιτροπής δια την στέγασιν του υπαλλήλου χώρος, επακριβώς καθοριζόμενος εν τη σχετική αποφάσει, δέον να είναι ο απαραιτήτως αναγκαίος δια την ενοίκησιν του υπαλλήλου και της οικογενείας του. Ο χώρος ούτος δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να είναι ανώτερος του ενός δωματίου προκειμένου περί ενός προσώπου , των δύο δωματίων προκειμένου περί δύο ή τριών προσώπων, των τριών δωματίων προκειμένου περί τεσσάρων ή πέντε προσώπων και των τεσσάρων δωματίων προκειμένου περί πλειοτέρων των πέντε προσώπων.Ως δωμάτια νοούνται ανωτέρω χώροι κατοικήσιμοι εμβαδού τουλάχιστον δέκα τετραγωνικών μέτρων, μη υπολογιζομένων των βοηθητικών εν γένει χώρων, χρειωδών κλπ. η χρήσις των οποίων, εν περιπτώσει συστεγάσεως εν τω αυτώ οικήματι ή διαμερίσματι πλειόνων προσώπων μη αποτελούντων μίαν οικογένειαν ή πλειόνων οικογενειών, διακανονίζεται δια της αποφάσεως της Επιτροπής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και διενεργείται κατά τας αρχάς της καλής πίστεως. 3.Εν περιπτώσει εκτάκτων αναγκών η Επιτροπή δύναται να διατάσση τας κατά την κρίσιν της ενδεικνυομένας μεταβολάς δια μεταστεγάσεως, συμπτύξεως, περιορισμού κλπ.των υπαλλήλων εις διατεθέντα ή διατιθέμενα προς τούτους υπό της Επιτροπής οικήματα ή διαμερίσματα. 2.Θ.γ.6α Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους Άρθρ.9.-Εφ’ όσον ο μετατιθέμενος δημόσιος υπάλληλος εν τη πόλει ή κωμοπόλει, εκ της οποίας μετατίθεται, κατοικεί εις επιτεταγμένον κατά τας διατάξεις του παρόντος ή καθ’ οιονδήποτε έτερον τρόπον οίκημα, τα συνοικούντα μετ’ αυτού μέλη της οικογενείας του ή έτερα πρόσωπα ουδέν δικαίωμα κέκτηνται, όπως παραμείνωσιν εν τη χρήσει του επιτάκτου χώρου μετά την αποχώρησιν του υπέρ ου διετέθη ο χώρος ούτος υπαλλήλου. Συντρεχόντων εξαιρετικών λόγων, δύναται η Επιτροπή του άρθρ.3 να επιτρέψη την εφ’ ωρισμένον χρόνον από της αποχωρήσεως του μετατιθεμένου υπαλλήλου παραμονήν των ως άνω προσώπων εν τω επιτάκτω οικήματι. «Δεν δικαιούνται της κατά τον παρόντα νόμον στεγάσεως οι μη παραλαμβάνοντες μεθ’ εαυτών τας οικογενείας των και ως εκ τούτου διατηρούντες ετέραν κατοικίαν, εν η πρότερον υπηρέτουν πόλει, εκτός αν σοβαρώτατοι οικογενειακοί λόγοι ή λόγοι ασφαλείας ή υγείας, κρινόμενοι υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών της προτέρας θέσεώς των, επιβάλλουν την εν ταύτη παραμονήν της οικογενείας των». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δυνάμει του άρθρου έκτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. Άρθρ.10.-1.Αι διατάξεις του παρόντος τίθενται εν ισχύϊ καθ’ όλην την Επικράτειαν ή κατά περιφερείας ταύτης δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικής Προνοίας, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 2.Δι’ ομοίων αποφάσεων, μη δημοσιευομένων όμως δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται αι διατάξεις του παρόντος να εφαρμόζωνται και προκειμένου περί υπαλλήλων μετατιθεμένων εις πόλεις, κώμας ή χωρία τα οποία δεν είναι έδραι Ειρηνοδικείων.Επί των περιπτώσεων τούτων αρμοδία δια την στέγασιν των ως άνω υπαλλήλων είναι η Επιτροπή της έδρας του Ειρηνοδικείου, εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται η πόλις, η κώμη ή το χωρίον εις ο μετατίθεται ο υπάλληλος. Το παρόν Ν.Δ/μα υποβληθήσεται προς κύρωσιν εις την Βουλήν εντός πενθημέρου από της δημοσιεύσεώς του. Άρθρον δεύτερον.-1.(Αντικαθίσταται η παρ.1 του Άρθρ.1-«1.Δημόσιοι υπάλληλοι εν γένει, περιλαμβανομένων και των δικαστικών ως και των ανηκόντων εις τα Σώματα Δημοσίας Ασφαλείας, μετατεθέντες από της 1 Απρ. 1947 και μήπω καθ’ οιονδήποτε τρόπον εγκατασταθέντες εις τον τόπον της μεταθέσεώς των ως και εφεξής μετατιθέμενοι εις πόλεις ή κωμοπόλεις, αίτινες έχουσιν ορισθή ή ορισθήσονται εν τω μέλλοντι κύριαι έδραι Ειρηνοδικείων, δικαιούνται αναγκαστικής στεγάσεως κατά τας κατωτέρω διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος, εφ’ όσον εν τοις ως άνω πόλεσιν ή κωμοπόλεσιν, εις τας οποίας μετατίθενται, αποβαίνει δυσχερής η εγκατάστασίς των είτε ένεκα μη προσφοράς οικιών ή διαμερισμάτων προς μίσθωσιν, είτε λόγω ζητήσεως ενοικίων δυσαναλόγων προς τας αποδοχάς αυτών». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 του άρθρ. δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. 2.Δεν δικαιούνται της κατά την προηγουμένην παράγραφον αναγκαστικής στεγάσεως οι μετατιθέμενοι εις Αθήνας, Πειραιά και τοις περιχώροις δημόσιοι υπάλληλοι.(Ωσαύτως δεν δικαιούνται της ως άνω αναγκαστικής στεγάσεως οι δημόσιοι υπάλληλοι οι μετατιθέμενοι εις ετέρας, εκτός των Αθηνών, Πειραιώς και των περιχώρων αυτών πόλεις ή κωμοπόλεις ως εν τη προηγουμένη παρ.1 ορίζονται, εφ’ όσον η μετάθεσίς των συντελείται κατόπιν αιτήσεως αυτών). Η εντός ( ) περίοδος διεγράφη δυνάμει της παρ.2 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. 2.Θ.γ.4-6 Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους 2.Θ.γ.6α 3.Θεωρούνται ως μετατιθέμενοι, δια την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οίτινες, κατόπιν μεταθέσεως ή αποσπάσεως αυτών κατά τας κειμένας διατάξεις ή οιασδήποτε ετέρας διαταγής της προϊσταμένης των αρχής, υποχρεούνται να αναχωρήσωσιν εκ του τόπου, εις τον οποίον κατά τον χρόνον της εκδόσεως της σχετικής διοικητικής πράξεως ή διαταγής υπηρετούσι και να μεταβώσιν εις ετέραν πόλιν ή κωμόπολιν, εκ των εν παρ.1 οριζομένων, προς εκτέλεσιν υπηρεσίας εν αυτή επί χρόνον απροσδιόριστον ή ωρισμένον μεν, αλλά πάντως ουχί κατώτερον των τριών μηνών. άρθρ.1 του ως άνω κυρουμένου Ν.Δ/τος). 2.(Διαγράφεται η δευτέρα περίοδος της παραγράφου 2 του αυτού ως άνω άρθρ.1). Άρθρον τρίτον.-(Αντικαθίστανται τα άρθρ.2 και 3 του αυτού ως άνω κυρουμένου Ν.Δ/τος). Άρθρον τέταρτον.-Όπου εις το ως άνω κυρούμενον Ν.Δ/μα γίνεται μνεία περί των Επιτροπών του άρθρ.3 αυτού, νοούνται ως τοιαύται αι κατά τας παρ.1 και 6 του άρθρ.6 του Α.Ν.484/1945 πρωτοβάθμιοι Επιτροπαί. Άρθρον πέμπτον.-1.Εις το δεύτερον εδάφιον της παρ.4 του άρθρ.4 του ως άνω κυρουμένου Ν.Δ/τος η φράσις «υπό του εγκατεστημένου υπαλλήλου» αντικαθίσταται δια της φράσεως «υπό του εγκαθισταμένου υπαλλήλου». 2.Εις την παρ.1 του άρθρ.5 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος μετά τας λέξεις «οικημάτων ή διαμερισμάτων» διαγράφονται αι λέξεις «μετά ή». 3.(Αντικαθίσταται η παρ.2 του αυτού άρθρου 5 ως άνω Ν.Δ/τος). 4.(Προστίθεται παρ.4 και 5 εις το άρθρ. 5 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος). 5.(Προστίθενται β΄ εδάφιον εις το άρθρ.6 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος). Άρθρον έκτον.-(Προστίθεται β΄ εδάφιον εις το άρθρ.9 του ως άνω κυρουμένου Ν.Δ/τος). Άρθρον έβδομον.-1.Το δια του παρόντος κυρούμενον Ν.Δ/μα θέλει ισχύσει επί έν έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται δε να παραταθή η ισχύς αυτού δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου. 2.Ωσαύτως παρατείνεται επί έν έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η ισχύς του Α.Ν.484/1945, ως ούτος ισχύει τροποποιηθείς δια μεταγενεστέρων διατάξεων, επιτρεπομένης της παρατάσεως της ισχύος αυτού μέχρις ενός εισέτι έτους δια Β.Δ/τος εκδιδομένου επίσης προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρθρον όγδοον.-Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών, Στρατιωτικών και Κοινωνικής Προνοίας συνιστώνται εν εκάστη έδρα Πρωτοδικείου Επιτροπαί αποτελούμεναι εκ α)ενός Πρωτοδίκου ή, εις έδρας Εφετείου, ενός Εφέτου, ως Προέδρου, β)ενός υπαλλήλου επί βαθμώ τουλάχιστον τμηματάρχου της αρμοδιότητος του Υπουργείου Οικονομικών, γ)ενός στρατιωτικού επί βαθμώ τουλάχιστον λοχαγού και δ)του προϊσταμένου της εν τη έδρα της Επιτροπής Υπηρεσίας Κοινωνικής Προνοίας ή του νομίμου αναπληρωτού του ή ετέρου, επί βαθμώ τουλάχιστον τμηματάρχου, υπαλλήλου της αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας. Αι επιτροπαί αύται εντός προθεσμίας ενός μηνός από της συγκροτήσεώς των, μη δυναμένης να αναβληθή πέραν ενός τριμήνου από της ισχύος του παρόντος νόμου, θέλουν εξετάσει πάντα τα υπό δημοσίων υπηρεσιών ή δημοσίων υπαλλήλων (περιλαμβανομένων των δικαστικών και στρατιωτικών) κατεχόμενα επίτακτα οικήματα ή τμήματα οικημάτων και υποβάλει εις τους αρμοδίους ως άνω Υπουργούς έκθεσιν περί των οικογενειακών συνθηκών του υπέρ ου και καθ’ ου η επίταξις ή, προκειμένου περί υπηρεσιών, περί της συνθέσεως αυτών και του τρόπου διαθέσεως του επιταχθέντος ακινήτου.Δια την εκτέλεσιν του έργου τούτου αρκεί η παρουσία τριών εκ των μελών της Επιτροπής.Εις μεγάλας πόλεις επιτρέπεται η σύστασις πλειόνων Επιτροπών. (Μετά τη σελ. 526) Σελ. 527 115-21 Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους 2.Θ.γ.6α Αι ως άνω εκθέσεις θέλουν ανακοινωθή υπό των αρμοδίων Υπουργών εις την Βουλήν. Άρθρον ένατον.-Δια Β.Δ/τος, προκαλουμένου προτάσει των Υπουργών Οικονομικών, Κοινωνικής Προνοίας και Στρατιωτικών, δύναται ο παρών νόμος να επεκταθή και επί των στρατιωτικών, οπότε καταργείται πάσα άλλη αφορώσα την στέγασιν αυτών διάταξις. Δυνάμει του άρθρ.1 του Ν.Δ 641/1948(Τόμ. 6 σελ.373(β)-288(α) αι διατάξεις του από7/9 Δεκ. 1947 Ν.Δ/τος «περί εκτάκτων τινών μέτρων δια την στέγασιν μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων» ετέθησαν εν ισχύϊ και εις την Δωδεκάνησον. Άρθρ.2.-«Η μέριμνα δια την κατά τον παρόντα Νόμον αναγκαστικήν στέγασιν των μετατιθεμένων δημοσίων υπαλλήλων ανήκει εις τας οριζομένας υπό των παρ.1 και 6 του άρθρ.6 Α.Ν.484/1945 πρωτοβαθμίους Επιτροπάς, ενασκείται δε κατά τα εν ταις περαιτέρω διατάξεσι του παρόντος ορίζόμενα. Ως τρίτον μέλος της ως άνω πρωτοβαθμίου Επιτροπής της παρ.1 του άρθρ.6 του Α.Ν. 484/1945 μετέχει, αντί του στρατιωτικού ή του αστυνόμου, ο Δήμαρχος ή Πρόεδρος της Κοινότητος. Το όργανον, το οποίον ενεργεί τας επιτάξεις κατά την παρ.6 του άρθρ.6 του Α.Ν.484/1945, θα είναι πάντοτε συλλογικόν και τουλάχιστον τριμελές». Άρθρ.3.-«Η διεκπεραίωσις των υποθέσεων των δεομένων στεγάσεως κατά τον παρόντα Νόμον δημοσίων υπαλλήλων θέλει ενεργείσθαι υπό των αρμοδίων κατά τον Α.Ν.484/1945 υπηρεσιών στεγάσεως. Εφ’ όσον εν τη έδρα της Επιτροπής δεν υφίσταται τοιαύτη υπηρεσία, η ανωτέρω αρμοδιότης ενασκείται υπό της εν τη έδρα της Επιτροπής λειτουργούσης Υπηρεσίας Κοινωνικής Προνοίας ή υπό ετέρας δημοσίας υπηρεσίας οριζομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας». Τα άρθρ.2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρου τρίτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. Άρθρ.4.-1.Πας μετατιθέμενος εκ της έδρας της Επιτροπής του άρθρ.3 δημόσιος υπάλληλος υποχρεούται προ της εκ ταύτης αναχωρήσεώς του να υποβάλη προς την Επιτροπήν ταύτην υπεύθυνον δήλωσιν περί του οικήματος εις το οποίον εστεγάζετο, περιέχουσαν το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, τα στοιχεία περί του δικαιώματος δυνάμει του (Αντί της σελ.523) Σελ.523(α) 115-17 οποίου εσταγάζετο, ως και περί του καταβαλλομένου ενοικίου, τον αριθμόν των τυχόν στεγαζομένων και αποχωρούντων μετ’ αυτού μελών της οικογενείας του, ως και επακριβή προσδιορισμόν της θέσεως του οικήματος και του χώρου εν γένει τον οποίον εχρησιμοποίει εν αυτώ.Η δήλωσις δέον να συνοδεύηται υπό των οικείων αποδεικτικών, ιδία δε του τυχόν υπάρχοντος μισθωτηρίου ή αποφάσεως περί επιτάξεως, αποδείξεων καταβολής ενοικίου κ.λ.π. 2.Αντίγραφον της κατά την προηγουμένην παρ.1 δηλώσεως εγχειρίζεται επί αποδείξει υπό του υπαλλήλου προς τον ιδιοκτήτην, νομέα ή κάτοχον του οικήματος μετ’ επιταγής προς τούτον όπως απόσχη πάσης καθ’ οιονδήποτε τρόπον χρησιμοποιήσεως ή διαθέσεως του καταλειπομένου δια της αποχωρήσεως του υπαλλήλου χώρου εν τω οικήματι, ως καθορίζεται εν τη δηλώσει, μέχρις αποφάσεως περί τούτου της Επιτροπής του άρθρ.3.Το αποδεικτικόν εγχειρίσεως της ως άνω δηλώσεως και επιταγής υποβάλλεται υπό του εγχειρίσαντος ταύτην υπαλλήλου προς την Επιτροπήν του άρθρ.3 προ της αναχωρήσεώς του δια την νέαν του θέσιν. 3.Ο ιδιοκτήτης, νομεύς ή κάτοχος του οικήματος υποχρεούται να συμμορφωθή προς την κατά την προηγουμένην παρ.2 επιταγήν, υπέχων εν εναντία τυχόν περιπτώσει πάσας τας ευθύνας και τιμωρούμενος με τας ποινάς τας οριζομένας υπό της παρ.2 του άρθρ.9 του υπ’ αριθ.484/1945 Α. Νόμου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται και ως προς τους τυχόν εγκατασταθέντας κατά παράβασιν του παρόντος εν τω οικήματι. 4.Η Επιτροπή προβαίνει εις έλεγχον της κατά το παρόν άρθρον δηλώσεως του υπαλλήλου. Και εάν μεν η δήλωσις κριθή ειλικρινής, ολόκληρος ο δηλωθείς χώρος θεωρείται έκτοτε αυτοδικαίως και άνευ ετέρας διατυπώσεως επιτεταγμένος και διατίθεται υπό της Επιτροπής προς στέγασιν ενός ή πλειόνων δημοσίων υπαλλήλων και των τυχόν οικογενειών αυτών, εκ των δικαιουμένων στεγάσεως κατά την παρ.1 του άρθρ.1 του παρόντος. Εάν δε η δήλωσις ευρεθή ανακριβής, η Επιτροπή προβαίνει δι’ αποφάσεως αυτής εις επίταξιν εν των καταλειφθέντι υπό του υπαλλήλου οικήματι του μείζονος χώρου, τον οποίον κατά την κρίσιν της κατείχεν ούτος. Η απόφασις αύτη της Επιτροπής κοινοποιείται προς τον καθ’ ου αύτη ιδιοκτήτην, νομέα ή κάτοχον του οικήματος, όστις υποχρεούται, εντός διημέρου το βραδύτερον από της κοινοποιήσεως και επί ταις ποιναίς της προηγουμένης παρ.3, να εκκενώση τον δια της αποφάσεως επιταχθέντα χώρον, όστις διατίθεται υπό της Επιτροπής κατά τα ανωτέρω. Σελ.524(α) 115-18 Το μίσθωμα από της ημέρας της επιτάξεως μέχρι της ημέρας της εγκαταστάσεως του υπαλλήλου εν τω οικήματι καταβάλλεται υπό του «εγκαθισταμένου» υπαλλήλου, όστις δικαιούται εις απόληψιν εκ του Δημοσίου Ταμείου του ούτω καταβαλλομένου ποσού, περιλαμβανομένου εις τα δικαιολογητικά των εξόδων μεταθέσεως αυτού.Καθ’ ην περίπτωσιν ο επιτασσόμενος κατά τα ανωτέρω χώρος δεν ήθελε διατεθή υπό της Επιτροπής εντός δύο μηνών, αφ’ ης έλαβε χώραν η επίταξις, αύτη θεωρείται αυτοδικαίως αρθείσα άμα τη παρελεύσει του διμήνου, του ιδιοκτήτου δυναμένου να διαθέση ελευθέρως τον επιταχθέντα χώρον. Η εντός « » λέξις αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 του άρθρου πέμπτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. 5.Εάν ο μετατιθέμενος υπάλληλος καταλείπη εν τη πόλει ή κωμοπόλει, εκ της οποίας μετατίθεται, μέλη της οικογενείας του συνοικούντα αποδεδειγμένως και κατ’ ανάγκην μετ’ αυτού προ της αποχωρήσεώς του, ως και εάν ο μετατιθέμενος υπάλληλος, στερούμενος ιδίας οικιακής εγκαταστάσεως εν τη ως άνω πόλει ή κωμοπόλει, εφιλοξενείτο ή οπωσδήποτε άλλως διέμενεν εις την κατοικίαν ετέρου προσώπου, άνευ δικαιώματος χρήσεως ωρισμένου εν αυτή χώρου, δεν αίρεται η υποχρέωσις προς δήλωσιν κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου.Εν τη περιπτώσει ταύτη απόκειται εις την Επιτροπήν του άρθρ.3 να κρίνη κατόπιν ελέγχου περί του δυνατού ή μη της χρησιμοποιήσεως χώρου εν τω οικήματι, εξ ου απεχώρησεν ο υπάλληλος, δια την εγκατάστασιν ετέρου δικαιουμένου στεγάσεως τοιούτου. Εφ’ όσον ήθελε κριθή δυνατή η εγκατάστασις, εκδίδεται και κοινοποιείται απόφασις περί επιτάξεως κατά τους σχετικούς ορισμούς της προηγουμένης παρ.4. 2.Θ.γ.6α Διευκολύνσεις σε Δημοσίους Υπαλλήλους 6.Υπόχρεοι δημόσιοι υπάλληλοι παραλείποντες τυχόν την κατά τα παρόν άρθρον υπεύθυνον δήλωσιν ή την προς τον ιδιοκτήτην κλπ. του οικήματος, εις το οποίον κατώκουν, εγχείρισιν αντιγράφου ταύτης μετ’ επιταγής κατά την παρ.2 ή υποβάλλοντες τοιαύτην δήλωσιν ανακριβή καθ’ οιονδήποτε σημείον του περιεχομένου της τιμωρούνται πειθαρχικώς επιβαλλομένης εις τούτους ποινής τουλάχιστον μηνιαίας προσωρινής απολύσεως μετά στερήσεως του δικαιώματος προαγωγής επί μίαν διετίαν.Επίσης στερούνται παντός δικαιώματος στεγάσεως κατά τον παρόντα νόμον εν τω τόπω εις τον οποίον μετετέθησαν, εάν δ’ έτυχον στεγάσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος αποβάλλονται εκ του χώρου εν των οποίων εστεγάσθησαν, αυτοί ως και αι οικογένειαι αυτών.Προς τούτοις υπέχουσι και ποινικήν ευθύνην τιμωρούμενοι δια των ποινών της παρ.2 του άρθρ.9 του υπ’ αριθ.484/1945 Α.Νόμου κατά την εν αυτή γινομένην διάκρισιν. Άρθρ.5.-1.Εν περιπτώσει καθ’ ην εκ της εφαρμογής του προηγουμένου άρθρ.4 δεν επιτυγχάνεται η στέγασις πάντων ή τινών των δικαιουμένων τοιαύτης δημοσίων υπαλλήλων, η Επιτροπή του άρθρ.3 δικαιούται να προβαίνη εις επίταξιν των απαραιτήτως αναγκαιούντων δια την στέγασιν των υπαλλήλων τούτων οικημάτων ή διαμερισμάτων, (μετά ή) άνευ των εν αυτοίς υπαρχόντων επίπλων και σκευών, εφ’ όσον ταύτα είναι κενά ή αχρησιμοποίητα. Εν ελλείψει τυχόν τοιούτων και εν άλλως αναποτρέπτω ανάγκη, η Επιτροπή δύναται να επιτάσση χώρους εις κατοικουμένας οικίας ή διαμερίσματα, εις τα οποία κρίνεται, κατόπιν επιτοπίου πάντοτε εξετάσεως των πραγμάτων υπό πάντων ή τουλάχιστον δύο των μελών της Επιτροπής, δυνατή η εγκατάστασις του υπαλλήλου και της τυχόν οικογενείας αυτού, άνευ δυσαναλόγου περιορισμού των οικιακών αναγκών των ενοικούντων.Τέλος υπό την αυτήν προϋπόθεσιν της ελλείψεως κενών ή αχρησιμοποιήτων οικιών ή διαμερισμάτων, δύναται η αυτή Επιτροπή να επιτάσση, προσωρινώς και μέχρις εξευρέσεως καταλλήλων οικιών ή διαμερισμάτων ή διαθεσίμων χώρων, κενά δωμάτια ή κλίνας εις ξενοδοχεία ή ξενώνας, υπό τον περιορισμόν ότι εν ουδεμιά περιπτώσει τα ούτω επιτασσόμενα δωμάτια ή αι κλίναι δύναται να υπερβώσι το έν πέμπτον του συνολικού αριθμού των διατιθεμένων υπό της ξενοδοχειακής επιχειρήσεως δωματίων ή κλινών. Αι εντός ( ) λέξεις διεγράφησαν δυνάμει της παρ.2 του άρθρου πέμπτου του κυρωτικού Ν.Δ.605/48. 2.«Επί των κατά την προηγουμένην παρ.1 επιτάξεων εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ.6,7 και 9 του υπ’ αριθ.484/1945 Α.Νόμου, με την διαφοράν ότι η δέσμευσις των επιταξίμων χώρων ενεργείται κατόπιν επιτοπίου εξετάσεως τούτων υπό δύο τουλάχιστον μελών της Επιτροπής του

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.