← Ελλάδα

4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1195 της 14 Μαρτ./10 Απρ. 1942 Περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει την παραγραφή υπέρ του Δημοσίου απαιτήσεων από τόκους, μερίσματα και άλλες κινητές αξίες, καθώς και τη διαδικασία ελέγχου και επιβολής κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1195 της 14 Μαρτ./10 Απρ. 1942 Περί παραγραφής υπέρ του Δημοσίου καταθέσεων παρά Τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων. Εκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 315 της 30/30 Μαΐου 1946 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρθρον 1 Απαιτήσεις εκ τόκων, τοκομεριδίων, μερισματοποδείξεων και μερισμάτων Σελ. 88 διαπραματευσίμων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και κινητών εν γένει αξιών, εκδεδομένων υπό ημεδαπών αστικών ή εμπορικών εταιρειών πάσης φύσεως, Συνεταιρισμών, Σωματείων, Συλλόγων και παντός εν γένει Νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, παραγραφόμεναι μετά 5ετίαν αφ’ ης κατέστησαν απαιτητοί κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΑΣΜΔ΄ της 26/30 Ιουλ. 1885 «περί των πληρωτέων τω κομιστή ανωνύμων χρεωγράφων» και του άρθρου 2 του Νόμου ΓΥΛΓ΄ της 27/30 Νεομ. 1909 «περί βραχυπροθέσμων παραγραφών» ή εντός βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον. Άρθρον 9 1.Ο Οικονομικός Έφορος υποχρεούται να εξελέγχη την ακρίβειαν των επιδιδομένων αυτώ δηλώσεων, δικαιούμενος προς τούτο να ζητή πάσαν πληροφορίαν παρά των εν άρθροις 1, 3 και 5 του παρόντος Νομοθετικού Διατάγματος προσώπων και να ενεργή έλεγχον ή άλλην αναγκαίαν επιτόπιον εξέτασιν δι’ οικονομικών υπαλλήλων ή άλλων δημοσίων υπαλλήλων των βιβλίων των προσώπων τούτων και των σχετικών λογαριασμών προς επαλήθευσιν της ακριβείας των δηλώσεων και εξακρίβωσιν των μη δηλωσάντων. 2.Ο Οικονομικός Έφορος δύναται να προσκαλή δια προσκλήσεώς του τον οφειλέτην προς υποβολήν θετικής ή αρνητικής δηλώσεως (Αντί της σελ. 89) Σελ. 89(α) Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.4 εν σχέσει με οιονδήποτε συγκεκριμένον πρόσωπον. Ο οφειλέτης υποχρεούται εις υποβολήν τοιαύτης δηλώσεως επί ταις ποιναίς του άρθρ. 17 του παρόντος. Άρθρον 10 Επί τη βάσει των εκθέσεων των ενεργούντων τον έλεγχον υπαλλήλων και άλλων στοιχείων και πληροφοριών ο Οικον. Έφορος εκδίδει πράξιν κατά των ανακριβώς ή μηδόλως δηλωσάντων καταλογίζων εις βάρος αυτών εντόκως επί τω τόκω υπερημερίας δια τα προς το Δημόσιον χρέη, υπολογιζομένω από της λήξεως της προς επίδοσιν δηλώσεως προθεσμίας τα κατά τάς διατάξεις του παρόντος Νομοθ. Διατάγματος περιερχόμενα εις το Δημόσιον ποσά και την χρηματιστηριακήν ή ελλείψει τοιαύτης, την πραγματικήν αξίαν των τίτλων περί ων δεν επεδόθη δήλωσις ή επεδόθη ανακριβής τοιαύτη. Δια της πράξεως επιβάλλεται εις βάρος των εν άρθροις 1, 3 και 5 αναφερομένων υπόχρεων προς επίδοσιν δηλώσεως προσώπων και πρόστιμον ίσον προς το ήμισυ μέχρι του διπλασίου των μη καταβληθέντων ποσών και της αξίας των μη παραδοθέντων τίτλων και εάν έτι η ανακρίβεια ή η παράλειψις της δηλώσεως δεν οφείλεται εις κακήν πίστιν του καταλογισθέντος υποχρέου. Άρθρον 11 Κατά των εκδιδομένων πράξεων επιτρέπεται έφεσις, αναστέλλουσα την εκτέλεσιν της πράξεως του Οικονομικού Εφόρου εντός 30 ημερών από της δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας κοινοποιήσεως της πράξεως. Η προθεσμία της εφέσεως δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως. Κατ’ εξαίρεσιν ως προς τους κατοικούντας εν αλλοδαπή, πλην των αλλοδαπών Ανωνύμων Εταιρειών των εχουσών εν Ελλάδι Υποκαταστήματα, πρακτορείον ή αντιπρόσωπον η προς άσκησιν της εφέσεως προθεσμία ορίζεται εις 90 ημέρας από της επιδόσεως της πράξεως. Άρθρον 12 1.Συνιστάται Ειδικόν Διοικητικόν Δικαστήριον, εδρεύον εν Αθήναις και αποτελούμενον εξ ενός Νομικού Συμβούλου, ως Προέδρου και δυο Παρέδρων του Νομικού Συμβουλίου ως μελών. Το Ειδικόν Δικαστήριον τούτο καθίσταται αρμόδιον προς εκδίκασιν των κατά το παρόν Ν.Δ. εφέσεων κατά πράξεως του Οικονομικού Εφόρου. 2.Ως Γραμματεύς του Δικαστηρίου διορίζεται υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών επί βαθμώ Εισηγητού ή Γραμματέως. 3.Τα μέλη του Δικαστηρίου, ο Γραμματεύς και οι αναπληρωταί αυτών, ορίζονται εκάστοτε δια πράξεως του Υπουργού των Οικονομικών. Σελ. 90(α) 4.Το Δημόσιον παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου δια του Διευθυντού των Εθνικών Κληροδοτημάτων, ή του παρ’ αυτού οριζομένου υπαλλήλου της Διευθύνσεως Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Άρθρον 13 1.Αι αποφάσεις του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου υπόκεινται εις αναθεώρησιν υπ’ αυτού τούτου του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους, α)λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ήτοι λόγω παραλείψεως και παραδρομών του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου ουχί δε και λόγω πεπλανημένης εκτιμήσεως των πραγματικών γεγονότων, β)λόγω λογιστικού λάθους, γ)αν προσαχθώσι νέα κρίσιμα έγγραφα, ως τοιαύτα δε θεωρούνται τα άνευ πταίσματος του αιτούντος μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως άγνωστα αυτώ έγγραφα, τα καταφανώς δυνάμενα να επηρεάσωσι την κρίσιν του Δικαστηρίου, δ)εάν η απόφασις εστηρίχθη επί καταθέσεων μαρτύρων καταδικασθέντων επί ψευδορκία, ε)αν η απόφασις εστηρίχθη επί εγγράφων κηρυχθέντων πλαστών δια δικαστικής αποφάσεως, ς)δι’ έλλειψιν υποχρεώσεως του καταλογισθέντος. Έλλειψις υποχρεώσεως υπάρχει επί καταλογισμού των κατά τις διατάξεις του παρόντος Νομοθ. Διατάγματος εσόδων του Δημοσίου εις βάρος προσώπου μη υποχρέου εις απόδοσιν αυτών ως και εις βάρος προσώπων άλλων ή του πράγματι υποχρέου. 2.Η αίτησις αναθεωρήσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της προσβαλλομένης αποφάσεως ασκείται δε εντός προθεσμίας τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Μετά την λήξιν της προθεσμίας ταύτης δύναται ν’ ασκηθή αίτησις αναθεωρήσεως εις τας περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της προηγουμένης παραγράφου 1, εντός προθεσμίας 3 μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως, δι’ ης εκηρύχθησαν ως πλαστά τα έγγραφα ή κατεδικάσθησαν επί ψευδορκία οι μάρτυρες. 3.Η αίτησις αναθεωρήσεως ασκείται υπό του κοτολογισθέντος υποχρέου και του διευθυντού Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. 4.Η αίτησις αναθεωρήσεως κατατίθεται εις τον Γραμματέα του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, αντίγραφον δε ταύτης μετά σημειώσεως της ορισθείσης δικασίμου κοινοποιείται εις τον αντίδικον δια δικαστικού κλητήρος κατά τας διατάξεις της Πολιτ. Δικονομίας παραγγελία του Προέδρου του Δικαστηρίου και επιμελεία του Γραμματέως αυτού. 5.Της κατ’ αναθεώρησιν εκδοθείσης αποφάσεως δεν επιτρέπεται αναθεώρησις. Επίσης δεν είναι δεκτή αίτησις αναθεωρήσεως στηριζομένη επί άλλου λόγου δια κεφάλαια της αποφάσεως, δι’ α ησκήθη το μέσον της αναθεωρήσεως. 12.Γ.α.4 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Άρθρον 14 1.Αι αποφάσεις του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου υπόκεινται εις το ένδικον μέσον της αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά τους ορισμούς του άρθρου 42 του Νόμου 3713, ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρου 1 του Νόμου 4210. 2.Το ένδικον τούτο μέσον ασκείται εκ μέρους του Δημοσίου υπό της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών εντός προθεσμίας 120 ημερών από της χρονολογίας της εκδόσεως της αποφάσεως. 3.Το Δημόσιον παρίσταται κατά την συζήτησιν δια Νομικού Συμβούλου ή Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου ή του Διευθυντού των Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ή ενός των Τμηματαρχών του Υπουργείου Οικονομικών. Άρθρον 15 1.Ο οφειλέτης δύναται διωκόμενος κατά την εν τοις προηγουμένοις άρθροις διαδικασίαν να αντιτάξη κατά του Δημοσίου τας κατά του αρχικού δανειστού υφισταμένας ενστάσεις, δυνάμενος να προσεπικαλέση και τούτον εις την δίκην. 2.Ο αρχικός δανειστής δύναται να παρέμβη εις την δίκην είτε συνεπεία προσεπικλήσεως υπό του οφειλέτου είτε και εκουσίως. Άρθρον 16 1.Η κατά του οφειλέτου εκδοθείσα κατά την εν τοις προηγουμένοις άρθροις διαδικασίαν απόφασις αποτελεί δεδικασμένον και μεταξύ Δημοσίου και αρχικού δανειστού, μη δυναμένου να τριτανακόψη την απόφασιν και εάν έτι δεν προσεπεκλήθη εις την δίκην ουδέ παρενέβη εκουσίως εν αυτή. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο αρχικός δανειστής θεωρείται ως εκπροσωπηθείς εις την δίκην υπό του οφειλέτου ως πληρεξουσίου αυτού, διαφυλαττομένων των δικαιωμάτων αποζημιώσεως αυτού κατά του οφειλέτου εν περιπτώσει ζημίας του αρχικού δανειστού εκ της μη επιμελούς διεξαγωγής δίκης υπό του οφειλέτου. 2.Μετά την απόδοσιν εις το Δημόσιον των κατά το παρόν Ν.Δ. απαιτήσεων ο αρχικός δανειστής δύναται να στραφή κατά του Δημοσίου αιτούμενος δι’ αγωγής αυτού ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων ασκουμένης εντός του χρόνου της παραγραφής της απαιτήσεώς του το εις το Δημόσιον περιελθόν μόνον εάν εκ λάθους εθεωρήθη κατά τας ανωτέρω διατάξεις ότι παρεγράφει η αξίωσίς του ή εάν απεδόθησαν εις το Δημόσιον οικονομικά αγαθά μη υποκείμενα εις τας ανωτέρω διατάξεις. Η κατά του Δημοσίου αγωγή δεν θα εκδικάζεται εάν μη προσεπικληθή εις την δίκην και ο οφειλέτης και εάν έτι εξώφλησε την οφειλήν. Ποινικαί Διατάξεις Άρθρον 17 1.Οι μη συμορφούμενοι προς τας διατάξεις του Νόμου τούτου, είτε μη καταθέτοντες τα καθοριζόμενα στοιχεία βεβαιώσεως των εσόδων του παρόντος Νόμου, είτε μη επιδίδοντες δηλώσεις μετά πρόσκλησιν του Οικονομικού Εφόρου κατά το άρθρον 9 παρ. 2 του παρόντος Νομοθ. Διατάγματος, είτε μη παρέχοντες τας αιτουμένας πληροφορίας και διασαφήσεις, είτε αρνούμενοι να επιτρέψωσι τον κατά το άρθρον 9 παρ. 1 του παρόντος Ν.Δ. έλεγχον ή άλλην επιτόπιον εξέτασιν, είτε μη τηρούντες ιδίους λογαριασμούς των μη ζητουμένων ποσών κατά τα δια Κ.Δ. ορισθησόμενα, ως και οι καθ’ ων ήθελον προκύψει ενδείξεις κατά την διαδικασίαν της βεβαιώσεως ότι απέκρυψαν ολόκληρον ή μέρος των προς το Δημόσιον περιερχομένων κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου χρηματικών ποσών υπερβαίνον το 10% αυτού, ή ότι δεν παρέδωσαν τους εις το Δημόσιον επίσης περιερχομένους τίτλους, τιμωρούνται παρά του Πλημμελειοδικείου τη εγκλήσει του Διευθυντού των Εθνικών Κληροδοτημάτων δια φυλακίσεως μέχρις 6 μηνών ή δια προστίμου από του διπλασίου μέχρι του δεκαπλασίου των αποκρυβέντων ποσών ή δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων, ανεξαρτήτως πάντως της πληρωμής των αποκρυβέντων ποσών μετά των σχετικών προσαυξήσεων ή προστίμων κατά τας προηγουμένας του Νόμου διατάξεις. Αι ποιναί αύται όσον αφορά τα εν άρθροις 1, 3 και 5 νομικά πρόσωπα επιβάλλονται εις τα εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου απαριθμούμενα φυσικά πρόσωπα. 2.Διοικηταί, Διευθύνοντες Σύμβουλοι, εντεταλμένοι Σύμβουλοι, συμπράττοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυνταί και Διευθυνταί Τραπεζών, πιστωτικών ιδρυμάτων, ημεδαπών ανωνύμων Εταιρειών και Υποκαταστημάτων ή Πρακτορείων αλλοδαπών ομοίων Εταιρειών και ιδρυμάτων και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εν άρθροις 1, 3 και 5 του παρόντος Νόμου λοιπών προσώπων και παν εν γένει πρόσωπον εντεταλμένον εις την Διεύθυνσιν των προσώπων τούτων, είτε αμέσως εκ του Νόμου, είτε εξ ιδιωτικής βουλήσεως, είτε εκ δικαστικής αποφάσεως, οίτινες δημιουργούσι ψευδή στοιχεία, ενεργούσι ψευδείς εγγραφάς, συμπράττουσιν εις την ενέργειαν τοιούτων εγγραφών, παραλείπουσι να ενεργήσωσι τας δεούσας εν τοις εμπορικοίς βιβλίοις εγγραφάς, ενεργούσι μεταφοράς ή άλλας εγγραφάς, εις τους σχετικούς λογαριασμούς των εν άρθροις 1-5 του παρόντος Νόμου τόκων, τοκομεριδίων, μερισμάτων, τίτλων, χρηματικών ποσών, καταθέσεων και χρηματικών λαβείν και εν γένει κινούντες τους λογαριασμούς τούτους άνευ ειδικής αιτήσεως Σελ. 91 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες 12.Γ.α.4 ή άλλης οχλήσεως του δικαιούχου, εκρίνουσιν ή διατελούσιν εν γνώσει των ανωτέρω πράξεων ή παραλείψεων, εφ’ όσον ούτοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον τείνουσιν ή έχουσιν ως αποτέλεσμα την αποφυγήν εν όλω ή εν μέρει των επιβαλλομένων υποχρεώσεων και την περιγραφήν εν γένει των διατάξεων του παρόντος νόμου τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών και δια χρηματικής ποινής (10.000 δραχ. μέχρις 1.000.000 δραχ.) καταγιγνωσκομένης αθροιστικώς και πάσης άλλης εκ δεινοτέρας παραβάσεως του ποινικού Νόμου ποινής. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ.2 Νόμου 110/1945 και άρθρ.57 Ποιν. Κώδικος (τομ. 8 σελ. 6 και 28). 3.Εις τας αυτάς εν παραγράφω 2 ποινάς υπόκεινται και οι Διευθυνταί του Γενικού Λογιστηρίου και οι Προϊστάμενοι αυτοτελών Λογιστηρίων των εν Άρθρον 2 Τίτλοι ή ποσά διατεθέντα προς εξόφλησιν, εξαγοράν, απόσβεσιν, διανομήν, εξόφλησιν λαχνών, παροχήν βραβείων και πάσης φύσεως αμοιβών διαπραγματευσίμων μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών και λοιπών κινητών αξιών εκδεδομένων υπό των εν τω προηγουμένω άρθρω 1 αναφερομένων προσώπων περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον εάν εντός εικοσαετίας ή τυχόν οριζομένης βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας αφ’ ης κατέστησαν απαιτητά δεν εζητήθησαν παρά των δικαιούχων. άρθροις 1, 3 και 5 προσώπων, οίτινες καθ’ οιονδήποτε τρόπον εκτελούσιν ή συνεργούσιν εις τας ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις. 4.Επίσης εις τας αυτάς ποινάς υπόκειται και πας υπάλληλος των ανωτέρω προσώπων ως και πας τρίτος, όστις καθ’ οιονδήποτε τρόπον ενεργεί ή εν γνώσει συμπράττει εις την κατάρτισιν ψευδών δικαιοπραξιών ή εις την παροχήν ψευδών στοιχείων προς υποστήριξιν των ανωτέρω πράξεων. 5.Η καταδίκη επί τινι των εκ των ανωτέρω αδικημάτων συνεπάγεται αυτοδικαίως και την πρόσκαιρον στέρησιν των εν άρθροις 21 και 23 παρ. 2-7 του Ποιν. Νόμου δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, εφαρμοζομένων και εν τη περιπτώσει ταύτη, ως προς την διάρκειαν της προσκαίρου τούτης στερήσεως των διατάξεων της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 23 του Ποινικού Νόμου. Ωσαύτως οι καταδικαζόμενοι επί τινι των εκ των ανωτέρω πράξεων αδικημάτων στερούνται του πλεονεκτήματος της αναστολής ή μετατροπής της ποινής. 6.Τα εκ των ανωτέρω πράξεων αδικήματα παραγράφονται μετά εξαετίαν από της λήξεως της προθεσμίας προς επίδοσιν δηλώσεως. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρον 18 1.Αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ. εφαρμόζονται και επί των περιπτώσεων καθ’ ας η παραγραφή ήρξατο τρέχουσα προ της ισχύος του παρόντος Ν.Δ. δεν είχεν όμως συμπληρωθή κατά τον χρόνον της ισχύος του παρόντος Ν. Δ. συμφώνως προς το μέχρι τούδε κρατούν δίκαιον. Η συμπλήρωσις της παραγραφής επί των περιπτώσεων τούτων επέρχεται άμα τη συμπλήρωσει του δια του παρόντος Ν.Δ. οριζομένου χρόνου, συνυπολογιζομένου και του μέχρι της ισχύος του παρόντος Ν.Δ. διαδραμόντος χρόνου. Σελ. 92 2.Επί των μήπω παραγραφεισών κατά το μέχρι τούδε κρατούν δίκαιον απαιτήσεων των περιπτώσεων των άρθρ.2, 3 και 4 του παρόντος Ν.Δ. εάν μέχρι της ισχύος αυτού έχει διαρρεύσει χρόνος παραγραφής ανώτερος του δια των άρθρων τούτων οριζομένου χρόνου ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν τούτου χρονικόν διάστημα έλασσον του εξαμήνου η παραγραφή δεν συμπληρούται προ της παρελεύσεως 6μήνου από της ισχύος του παρόντος Ν. Διατάγματος εφόσον ο δικαιούχος διαμένει εν τη ημεδαπή ή δύο ετών εφόσον διαμένει εν τη αλλοδαπή ή εν περιφερείαις της ημεδαπής, αίτινες συνεπεία της εκ του πολέμου δημιουργήθείσης καταστάσεως στερούνται πάσης επικοινωνίας μετά της λοιπής Ελλάδος. Ομοίως επί των μήπω παραγραφεισών απαιτήσεων των περιπτώσεων του άρθρου 5 εάν ο δικαιούχος διαμένει εν τη αλλοδαπή ή εν ταις αυταίς περιφερείαις της ημεδαπής η παραγραφή δεν συμπληρούται προ της παρελεύσεως δύο ετών από της ισχύος του παρόντος Νομοθετικού Διατάγματος. Αι περιφέρειαι της ημεδαπής αίτινες δεν δύνανται να επικοινωνήσωσι μετά της λοιπής Ελλάδος καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Δι’ ομοίων αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δύνανται να παρατείνωνται αι ανωτέρω προθεσμίαι δια τους εν τη αλλοδαπή ή ταις ανωτέρω περιφέρειαις της ημεδαπής διαμένοντας. Η παραγρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του Νομ. 358/1943 (κατωτ. αρ. 7). 3.Εξαιρετικώς αι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του παρόντος Ν.Δ. εφαρμόζονται και επί των καταθέσεων εις μετρητά ή τίτλους και γενικώς λαβείν εκ τίτλων, ων συνεπληρώθη η παραγραφή συμφώνως προς το μέχρι τούδε κρατούν δίκαιον κατά την προ της ισχύος του παρόντος Ν.Δ. τελευταίαν εικοσαετίαν. Άρθρον 19 1.Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος Ν.Δ. επιδοθήσονται δηλώσεις των υποχρέων τον μήνα Απρίλιον 1942, περιλαμβάνουσαι τα μέχρι του διαχειριστικού έτους 1941 παραγραφέντα και εις το Κράτος περιερχόμενα κατά τας διατάξεις του παρόντος Ν.Δ. χρηματικά ποσά και τίτλους. 2.Ομοίως δια τα περιερχόμενα εις το Κράτος κατά τας διατάξεις της παραγράφου 3 του προηγουμένου άρθρου 18 χρηματικά ποσά και τίτλους επιδοθήσονται δηλώσεις παρά των υποχρέων εντός τριμήνου από της ισχύος του παρόντος Ν.Δ/τος. 12.Γ.α.4 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Τελικαί διατάξεις Άρθρον 20 Το παρόν Ν.Δ. ισχύει και μετά την εισαγωγήν του υπ’ αριθ. 2250/1940 Α.Ν. «περί Αστικού Κώδικος». Άρθρον 21 1.Επί των δια του παρόντος Ν.Δ. εισαγομένων παραγραφών υπέρ του Δημοσίου δεν ισχύει ως λόγος διακοπής της παραγραφής η μονομερής αναγνώρισις της οφειλής υπό του οφειλέτου. Ομοίως επί των παραγραφών τούτων εφαρμόζονται ως προς τα κωλύματα της αναστολής της παραγραφής αι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Νόμου ΓΥΑΓ΄ της 23/30 Νοεμ. 1909 «περί βραχυπροθέσμων παραγραφών». 2.Αι αυταί παραγραφαί εξαιρούνται της αναστολής κατά τους ισχύσαντας ή ισχύοντας Νόμους περί Δικαιοστασίου. Άρθρον 22 1.Άπαντα τα δια την εφαρμογήν του παρόντος Ν.Δ/τος εκδιδόμενα ή συντασσόμενα υπό του Οικον. Εφόρου ή των οργάνων του Δημοσίου εν γένει έγγραφα ως και τα πρακτικά συζητήσεως και αι αποφάσεις του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου. 2.Ο Υπουργός των Οικονομικών εγκρίνει και εντέλλεται την πληρωμήν πάσης αναγκαίας δαπάνης δια την εκτέλεσιν του παρόντος Ν.Δ/τος. Άρθρον 23 Καταργείται το άρθρον 10 του υπ’ αριθ. 229 Ν.Δ. της 24/27 Ιουν. 1941 «περί κατασχέσεως των περιουσιών των καταχραστών από 4 Αυγούστου 1936 και εφεξής και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 32 Ν.Δ/τος κλπ.» θεωρούμενον ως μηδέποτε ισχύσαν. Άρθρον 24 Δια Κανονιστικών Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών θέλουσιν ορισθή ειδικώτερον τα του τύπου και περιεχομένου των δηλώσεων, τα του τρόπου βεβαιώσεως και εισπράξεως των χρηματικών ποσών και τίτλων και ρευστοποιήσεως των εις το Δημόσιον παραδιδομένων τίτλων, τα της μετατροπής αυτών επ’ ονόματι του Δημοσίου, τα των υποχρεώσεων των εν άρθροις 1, 3 και 5 προσώπων προς τήρησιν ιδίων λογαριασμών των μη ζητουμένων κατ’ έτος μερισμάτων, τοκομεριδίων, τόκων κλπ., τα του τύπου, περιεχομένου και επιδόσεως των εφέσεων και αιτήσεων αναθεωρήσεως, τα του τύπου, επιδόσεως και χρόνου ασκήσεως των προσεπικλήσεων του οφειλέτου και παρεμβάσεων του αρχικού δανειστού, τα των καταβλητέων παραβόλων, τα του τόπου και χρόνου συνεδριάσεως του Ειδικού Διοικητικού Δικαστηρίου, τα της τηρουμένης ενώπιον αυτού διαδικασίας, τα της κοινοποιήσεως των αποφάσεων αυτού, τα της αμοιβής των μελών και του Γραμματέως του Δικαστηρίου, του αντιπροσώπου του Δημοσίου και των ενεργούντων τον έλεγχον υπαλλήλων και πάσα άλλη λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου. Άρθρον 25 Η ισχύς του παρόντος Ν.Δ. συντακτικού χαρακτήρος και περιεχομένου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως. Άρθρον 3 Καταθέσεις εις μετρητά, χρηματικά λαβείν και τόκοι αυτών παρ’ ημεδαπαίς Τραπέζαις και πιστωτικοίς ιδρύμασι ή άλλοις προσώποις φυσικοίς ή νομικοίς συνήθως δεχομένοις κεφάλαια εις κατάθεσιν ή τρεχούμενον λογαριασμόν ή εις εγγύησιν ή παρ’ Υποκαταστήμασιν ή πακτορείοις αλλοδαπών ομοίων Τραπεζών ή ιδρυμάτων, υφ’ οιονδήποτε τύπον συσταθείσαι περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον εφόσον τα μεν χρηματικά λαβείν και αι καταθέσεις επί 20ετίαν αφ’ ης απέβησαν διαθέσιμοι υπέρ των δικαιούχων, οι δε τόκοι επί 5ετίαν αφ’ ης κατέστησαν απαιτητοί ή εντός της οριζομένης τυχόν βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας δεν εζητήθησαν υπό των δικαιούχων ή οπωσδήποτε δεν απετέλεσαν κατόπιν ειδικής αιτήσεως τούτων αντικείμενον πράξεώς τινος, συνεπαγούσης μεταβολήν του σχετικού λογαριασμού. 12.Γ.α.4 Απωλεσθείσες και παραγραφείσες αξίες Άρθρον 4 Καταθέσεις τίτλων και γενικώς παν λαβείν εκ τίτλων παρά ταις εν τω προηγουμένω άρθρω 3 Τραπέζαις και ιδρύμασι, δεχομένοις τίτλους εις κατάθεσιν προς φύλαξιν ή δι’ οιανδήποτε άλλην αιτίαν περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον εφόσον αι καταθέσεις αύται ή τα λαβείν δεν εζητήθησαν επί 20ετίαν ή εντός της οριζομένης τυχόν βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας υπό των δικαιούχων ή οπωσδήποτε δεν απετέλεσαν κατόπιν ειδικής αιτήσεως τούτων αντικείμενον οιασδήποτε πράξεως συνεπαγούσης μεταβολήν του σχετικού λογαριασμού. Άρθρον 5 1.Απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ζωής κατά ημεδαπών Ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή κατά αλλοδαπών τοιούτων λειτουργουσών εν Ελλάδι, εφόσον πηγάζουσιν εξ ασφαλείας συναφθείσης, μεταφερθείσης ή ούσης καταβλητέας εν Ελλάδι παραγραφόμεναι μετά τριετίαν αρχομένης από του τέλους του έτους εντός του οποίου εγεννήθη το προς καταβολήν του ασφαλίσματος δικαίωμα κατά τας διατάξεις του άρθρου 195 του Εμπορικού Νόμου ή εντός της οριζομένης τυχόν βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας περιέρχονται οριστικώς εις το Δημόσιον. 2.Εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και αι απαιτήσεις εκ τίτλων κεφαλαιοποιήσεως κατά τας διατάξεις του Π.Δ. της 19/26 Ιαν. 1926 «περί ασκήσεως του κλάδου κεφαλαιοποιήσεως παρά των ασφαλιστικών εταιρειών», αίτινες παραγραφόμεναι μετά τριετίαν αρχομένην από του τέλους του έτους εντός του οποίου έληξεν ή εκληρώθη ο τίτλος ή εντός της οριζομένης τυχόν βραχυτέρας συμβατικής αποσβεστικής προθεσμίας περιέρχονται επίσης οριστικώς εις το Δημόσιον. Η ισχύς του αρθρ. 5 ανεστάλη μέχρι της 30 Ιουν. 1951 δια της υπ’ αριθ. 582/1950 πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου. Παρετάθη δε η αναστολή της ισχύος του αυτού άρθρου μέχρι της 30 Ιουν. 1956 δυνάμει του Ν.Δ. 3420/1955 κυρώσαντος την ανωτέρω πράξιν Υπουργικού Συμβουλίου, κατωτ. αριθ. 9. Άρθρον 6 Αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ. δεν έχουσιν εφαρμογήν μόνον: α)Επί παρακαταθηκών εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων και των εκ τούτων τόκων, περιερχομένων εις το Ταμείον τούτον συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 17 του από 21 Μαρτ./3 Απρ. 1926 Ν.Δ. «περί οργανισμού του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων». β)Επί καταθέσεων εις τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια, περιερχομένων εις τα Ταμιευτήρια ταύτα συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 36 του από 4/20 Απρ. 1939 Β.Δ. «περί κωδικοποιήσεως των περί Ταχυδρομικών Ταμιευτηρίων και ενεχυροδανειστηρίων ισχυουσών διατάξεων» ως και υπό εκπλειστηριάσματος ενεχύρων περιερχομένων εις την «Λαϊκήν Πίστιν» συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 53 του αυτού Β. Δ/τος. Άρθρον 7 Το δικαίωμα του Δημοσίου προς ενάσκησιν των κατά το παρόν Ν.Δ. δικαιωμάτων αυτού παραγράφεται μετά 10 έτη από της λήξεως της προθεσμίας προς επίδοσιν της κατά το επόμενον άρθρον 8 δηλώσεως. Άρθρον 8 1.Τα εν άρθροις 1, 3 και 5 αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται εντός του μηνός Απριλίου εκάστου οικονομικού έτους να επιδίδωσιν εις τον Οικονομικόν ΄Εφορον της έδρας των ή εις ας πόλεις εδρεύουσι πλείονες οικ. Εφορίαι εις τον δια Κανονιστικού Διατάγματος ορισθησόμενον, δήλωσιν των εντός του διαχειριστικού έτους, του λήξαντος κατά το προηγούμενον οικον. έτος παραγραφέντων και εις το Δημόσιον περιερχομένων κατά τας διατάξεις του παρόντος Νομοθ. Διατάγματος χρηματικών ποσών και τίτλων και να καταβάλωσι συν τη δηλώσει εις το Δημόσιον Ταμείον τα δηλούμενα ως περιερχόμενα εις το Δημόσιον ποσά ως και να παραδώσωσι τους τίτλους. 2.Προκειμένου περί καταθέσεων εις μετρητά ή τίτλων και χρηματικών λαβείν εις Υποκαταστήματα ή Πρακτορεία των εν άρθροις 3, 4 και 5 αναφερομένων προσώπων μη εμφανιζομένων εις τους λογαριασμούς του Κεντρικού Καταστήματος αι δηλώσεις επιδίδονται εις τον Οικον. ΄Εφορον της έδρας του Υποκαταστήματος ή Πρακτορείου.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.