📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ ΔΡΜ΄ της 26/29 Μαρτ.1913 (ΦΕΚ Α΄56) Περί συστάσεως δικαστηρίου λειών. Σύνθεσις και αρμοδιότης Άρθρ.1.-«1.Προς εκδίκασιν του κύρους και των νομίμων αποτελεσμάτων των παρά των Ναυτικών δυνάμεων ή Ναυτικών Διοικήσεων ή των Λιμενικών αρχών δικαιώματι πολέμου επιβαλλομένων παντός είδους κατασχέσεων επί πλοίων ή φορτίων συνιστάται πρωτοβάθμιον Διοικητικόν Δικαστήριον εδρεύον εν Αθήναις συνεδριάζον εν τω καταστήματι του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκροτούμενον δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσσει των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ναυτικών εκ των κάτωθι πέντε μελών: α)Ενός εφέτου υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης, ως Προέδρου. β)Ενός παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου, υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Οικονομικών. γ)Ενός ανωτέρου αξιωματικού του Β.Ναυτικού, υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Ναυτικών. δ)Ενός ανωτέρου Λιμενικού αξιωματικού υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας. ε)Ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου των Εξωτερικών υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό Υπουργού των Εξωτερικών. Χρέη Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Δικαστηρίω τούτω εκτελεί ανώτερος αξιωματικός της Ναυτικής Δικαιοσύνης, οριζόμενος δια του αυτού ως ανωτέρω Β.Δ/τος και υποδεικνυόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Ναυτικών. 2.Προς εκδίκασιν των κατά των αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Διοικητικού Δικαστηρίου Λειών ασκουμένων εφέσεων, κατά το άρθρ.11 ως αντικαθίσταται υπό του Άρθρ.8.-Παρελθούσης της προθεσμίας το Δικαστήριον εν συμβουλίω εξετάζει την υπόθεσιν και εάν κρίνη αναγκαίον δύναται δια του Προέδρου να ζητήση την παροχήν περαιτέρω πληροφοριών ή εγγράφων παρά της αρμοδίας αρχής ή των μερών, ή και ορίζον προς τούτο προθεσμίαν να διατάξη νέας ανακρίσεις διεξαγομένας υπό του Εισηγητού κατά τα εν άρθρ.5 ωρισμένα. Όταν το Δικαστήριον εν συμβουλίω εύρη ότι η ανάκρισις είναι πλήρης, ορίζει: α) προθεσμίαν ουχί κατωτέραν των δέκα ημερών εντός της οποίας ο Επίτροπος της Επικρατείας και τα μέρη οφείλουν επί ποινή αποκλεισμού να παραδώσωσιν εις τον Πρόεδρον τας τελικάς προτάσεις των, β) ημέραν και ώραν συζητήσεως της υποθέσεως. Η πράξις αύτη του συμβουλίου δημοσιεύεται δια τοιχοκολλήσεως έξωθι της θύρας της αιθούσης συνεδριάσεων του Δικαστηρίου και κοινοποιείται υπό του Γραμματέως διοικητικώς και επί αποδείξει προς τον Επίτροπον της Επικρατείας και τους εν Αθήναις κατοικούντας διαδίκους, εάν έχωσι γνωστοποιήσει την κατοικίαν των κατά το άρθρ.4 ή άλλως προς τους τυχόν διωρισμένους αντικλήτους αυτών, από της κοινοποιήσεως δε ταύτης, άλλως από της δημοσιεύσεως τρέχει η άνω δεκαήμερος προθεσμία. Σελ.25 Δικαστήριο Λειών 37.Β.α.1 Άρθρ.9.-Κατά την ορισθείσαν δικάσιμον συνέρχεται το Δικαστήριον εις δημοσίαν συνεδρίασιν ης αρχομένης εκφωνείται υπό του Προέδρου η υπόθεσις. Μεθ’ ο ο εισηγητής ποιείται λεπτομερή έκθεσιν της υποθέσεως, ο δε Γραμματεύς αναγινώσκει τα υπομνήματα και τας προτάσεις των μερών. Εί τα ο Πρόεδρος δίδει τον λόγον εις τους διαδίκους ή τους τυχόν παρισταμένους ειδικούς πληρεξουσίους αυτών και τελευταίος αγορεύει ο Επίτροπος της Επικρατείας. Δύναται ο Υπουργός των Ναυτικών να ορίση και ειδικώς αξιωματικόν του Ναυτικού ή έτερον πληρεξούσιον όπως εκπροσωπήση αυτόν και παρασταθή βοηθών τον Επίτροπον της Επικρατείας. «Κατάθεσις προτάσεων ή υπομνημάτων δεν είναι υποχρεωτική». Η εντός « » παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.3 Α.Ν.831/1946. Απόφασις Άρθρ.10.-Ληξάσης της κατά το προηγούμενον άρθρον συζητήσεως απέρχονται οι τε διάδικοι και τα μέρη, το δε Δικαστήριον συνέρχεται είτε αμέσως είτε το βραδύτερον εντός τριών ημερών και δι’ απολύτου πλειοψηφίας καταρτίζει την οριστικήν απόφασίν του, ήτις περιέχουσα εν τω σώματι αυτής το συνοπτικόν ιστορικόν της υποθέσεως και ειδικώς τας αιτιολογίας, υπογράφεται υπό πάντων των μελών του Δικαστηρίου και εντός δεκαπέντε ημερών από της συζητήσεως δημοσιεύεται εν δημοσία συνεδριάσει του Δικαστηρίου και κατατίθεται παρά τω Γραμματεί. Εάν εκ της προφορικής συζητήσεως το Δικαστήριον ήθελε κρίνει απαραίτητον συμπληρωματικήν τινά ανάκρισιν διατάσσει ταύτην, ενεργουμένην κατά τα άρθρ.5 και 8, μεθ’ ην επακολουθεί νέα συζήτησις και απόφασις ως άνω. «Εάν το Δικαστήριον επικυρώση εν όλω ή κατά το πλείστον μέρος την κατάσχεσιν, δύναται να καταδικάση συγχρόνως τον ηττηθέντα διάδικον εις πληρωμήν λόγω δικαστικών εξόδων υπέρ του Δημοσίου ποσού οριζομένου κατ’ ελευθέραν εκτίμησιν υπό του δικαστηρίου, αναλόγως της σοβαρότητος της υποθέσεως». Η εντός « » παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.4 Α.Ν. 831/1946. Σελ. 26 Δια της αποφάσεως, εφ’ όσον αύτη περιέχει ολικήν ή μερικήν ακύρωσιν της εκδικασθείσης κατασχέσεως, λύεται συγχρόνως υποχρεωτικώς και το ζήτημα, αν λόγω των συνδραμόντων κατά την κατάσχεσιν όρων υπέχη ευθύνην τινά προς αποζημίωσιν το Δημόσιον. Εν καταφατική δε λύσει και εάν έχη εμπροθέσμως υποβληθή σχετική αίτησις των ενδιαφερομένων περιλαμβάνεται εν τη αποφάσει και διάταξις περί της οφειλομένης αποζημιώσεως, δια την εξεύρεσιν της οποίας το Δικαστήριον δύναται να επιβάλη εις τους παρόντας διαδίκους τον εκτιμητικόν όρκον κατά τους όρους του άρθρ.383 της πολιτικής δικονομίας, παραχρήμα διδόμενον. Εκτός μόνης της περιπτώσεως του δόλου αι ενεργήσασαι την κατάσχεσιν αρχαί ουδεμίαν προσωπικήν υπέχουσιν ευθύνην προς αποζημίωσιν. Άρθρ.11.-«1.Κατά των οριστικών αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Διοικητικού Δικαστηρίου Λειών επιτρέπεται έφεσις, ασκουμένη εντός μηνός από της κατά τα κατωτέρω νομίμου κοινοποιήσεως αυτών. Η προθεσμία αύτη παρεκτείνεται εις τρεις μήνας δια τους εν τη αλλοδαπή έχοντας την κατοικίαν αυτών διαδίκους. 2.Αντίγραφα των εκδιδομένων αποφάσεων κεκυρωμένα υπό του Προέδρου και του Γραμματέως πέμπονται εις τους Υπουργούς των Εξωτερικών και των Ναυτικών, κοινοποιούνται δε διοικητικώς επί αποδείξει μερίμνη του Γραμματέως, εις τους διαδίκους αν κατοικώσιν εν Αθήναις, εάν δε κατοικώσιν αλλαχού ή είναι αγνώστου διαμονής προς τους διωρισμένους αντικλήτους αυτών ή άλλως τους κατά την συζήτησιν παρασταθέντας ειδικούς πληρεξουσίους αυτών. 3.Έφεσις επιτρέπεται και κατά των αποφάσεων των εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν των άρθρ.13 και 14 του Νόμ.ΔΡΜ/1913. 4.Η εν τω δευτέρω βαθμώ διαδικασία και η προδικασία διεξάγονται ως εν τω πρώτω βαθμώ. Ο Πρόεδρος εκατέρου των βαθμών διευθύνει τα της διαδικασίας και καθορίζει τα των συνεδριάσεων ελευθέρως, καθ’ όσον δεν προβλέπει ο παρών Νόμος». Το άρθρ.11 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.5 του Α.Ν.831/1946. 37.Β.α.1 Δικαστήριο Λειών Εκτέλεσις Άρθρ.12.-Η εκτέλεσις της αποφάσεως ανατίθεται εν γένει εις τον Υπουργόν των Ναυτικών. Αλλ’ εάν η εκδοθείσα απόφασις ακυρώση εν όλω ή εν μέρει την επιβληθείσαν κατάσχεσιν ή περιλάβη διάταξιν υπέρ διαδίκων ή τρίτων, η εκτέλεσις ενεργείται επιμελεία των ενδιαφερομένων μερών προσφευγόντων, εάν μεν πρόκειται περί αποδόσεως πραγμάτων, εις τον Υπουργόν των Ναυτικών, εάν δε πρόκειται περί πληρωμής αποζημιώσεως, εις τον Υπουργών των Οικονομικών. Ζημίαι και διαφέρον Άρθρ.13.-Εάν κατά τας προθεσμίας της υπό των προηγουμένων άρθρων ρυθμιζομένης δίκης οι επιτυχόντες υπέρ εαυτών την ακύρωσιν διάδικοι δεν υπέβαλον αιτήσεις περί αποζημιώσεως δύνανται, υπό την προϋπόθεσιν ότι ελύθη καταφατικώς δια της αποφάσεως το περί της ευθύνης του Δημοσίου ζήτημα, εντός μηνός από της προς αυτούς, εφ’ όσον κατοικούσιν εν Αθήναις ή προς τον αντίκλητον αυτών και εν ελλείψει τοιούτου προς τον κατά την συζήτησιν παρασταθέντα πληρεξούσιον αυτών κοινοποιήσεως της αποφάσεως, άλλως εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως αυτής, να παραδώσωσι προς τον Γραμματέα του Δικαστηρίου κατά τους όρους του άρθρ.2 έγγραφον δηλοποίησιν περί του ποσού της ζημίας μετά των αποδείξεων. Πάσα μη κατά τον ανωτέρω τρόπον ή εκπροθέσμως γενομένη αίτησις είναι απαράδεκτος ενώπιον πάσης Αρχής ή Δικαστηρίου. Ο Γραμματεύς γνωστοποιεί διοικητικώς και επί αποδείξει την γενομένην ως άνω παράδοσιν προς τον Επίτροπον της Επικρατείας, έχοντα το δικαίωμα να παραδώση κατά τον αυτόν τρόπον τας αντιπαρατηρήσεις του εντός οκτώ ημερών. Ο Πρόεδρος λαβών γνώσιν της ως άνω εγγραφής της υποθέσεως ορίζει Εισηγητήν εκ των μελών του Δικαστηρίου, όστις ενεργών κατά τα εν άρθρ.5 ωρισμένα και συμπραττόντων και των διαδίκων καλουμένων προς τούτο 24 ώρας προ πάσης ανακριτικής ενεργείας δια διοικητικής κοινοποιήσεως προς αυτούς, εάν κατοικώσιν εν Αθήναις ή τους αντικλήτους αυτών, εάν διώρισαν τοιούτους, άλλως δια τοιχοκολλήσεως έξωθι της θύρας της αιθούσης συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, προβαίνει εις ανάκρισιν περί των διαφιλονεικουμένων κεφαλαίων. Το Δικαστήριον και ο Εισηγητής δικαιούνται αλλά δεν υποχρεούνται να λάβωσιν υπ’ όψιν έγγραφα ή μάρτυρας μη προσαχθέντα ή μη κατονομασθέντας κατά τον εν εδάφ.1 τρόπον και χρόνον. Άρθρ.14.-Περατωθείσης της ανακρίσεως, περί ης το άρθρ.13, ήτις δεν δύναται να διαρκέση πλέον των τριάκοντα ημερών από της εν τω πρωτοκόλλω εγγραφής των αντιπαρατηρήσεων του Επιτρόπου της Επικρατείας, συνέρχεται το Δικαστήριον εν συμβουλίω και ενεργούνται τα εν άρθρ.8 οριζόμενα. Κατά την ορισθείσαν δικάσιμον πράττονται τα εν άρθρ.9 οριζόμενα. Το Δικαστήριον, προ της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεώς του και εφ’ όσον οι αξιούντες αποζημίωσιν είναι παρόντες, δύναται να επιβάλη εις αυτούς εκτιμητικόν όρκον, κατά τους όρους του άρθρ.383 της πολ.δικονομίας, όστις δέον να δοθή παραχρήμα. Περί της εν τη δίκη ταύτη εκδιδομένης αποφάσεως ισχύουσιν αντιστοίχως τα άρθρ.10 έως 12. Και όταν εξεδόθη τελεσίδικος απόφασις εν δίκη ενώπιον τακτικών δικαστηρίων ακυρούσα κατάσχεσιν της αρμοδιότητος του εν άρθρ.1 Δικαστηρίου, οι εν τη δίκη εκείνοι διάδικοι αξιούντες δικαιώματα αποζημιώσεως, οφείλουσι να ασκήσωσι ταύτα αποκλειστικώς κατά την εν άρθρ.13 και 14 διαγραφομένην διαδικασίαν, επιδίδοντες την δηλοποίησιν περί του ποσού της ζημίας εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της υπό το κράτος του παρόντος Νόμου γενησομένης υπό του Επιτρόπου της Επικρατείας διοικητικής επί αποδείξει κοινοποιήσεως της τελεσιδίκου ακυρωτικής αποφάσεως προς αυτούς, εάν κατοικώσιν εν Αθήναις, ή τους αντικλήτους αυτών εάν είχον διορίση τοιούτους, άλλως τους τελευταίους εν τη τακτική δίκη πληρεξουσίους αυτών. Εκδίκασις προεισηγμένων δικών άρθρ.5 του παρόντος Νόμου, συνιστάται δευτεροβάθμιον Διοικητικόν Δικαστήριον Λειών εδρεύον εν Αθήναις και συνεδριάζον εν τω Καταστήματι του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτούμενον δε δια του αυτού ως ανωτέρω Β.Δ/τος μετά πρότασιν των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ναυτικών και αποτελούμενον εκ των κάτωθι επτά μελών. α)Ενός αρεοπαγίτου υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης, ως Προέδρου. β)Ενός των παρά τω Πανεπιστημίω Αθηνών Καθηγητών του Δημοσίου ή Διεθνούς Δικαίου, υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Παιδείας. γ)«Ενός Γενικού Συμβούλου Στρατιωτικής Δικαιοσύνης οιασδήποτε τάξεως, προερχομένου εκ του Σώματος των Αξιωματικών της Ναυτικής Δικαιοσύνης ή ενός Πλοιάρχου της Ναυτικής Δικαιοσύνης, υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του, όστις δύναται να είναι και Αντιπλοίαρχος Ναυτικής Δικαιοσύνης, υπό του Υπουργού των Ναυτικών». Το εδάφ.γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ.245/1947. δ)Ενός παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης. ε)Ενός πλοιάρχου του Β.Ναυτικού υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Ναυτικών. ς)Ενός πλοιάρχου Λιμενικού υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας. ζ)Ενός Διευθυντού του Υπουργείου των Εξωτερικών υποδεικνυομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Εξωτερικών. Σελ. 23 Δικαστήριο Λειών 37.Β.α.1 37.Α.ω.1 Διάφοροι Οργανικοί Νόμοι Χρέη Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω δευτεροβαθμίω Δικαστηρίω Λειών εκτελεί είς των Νομικών Συμβούλων του Κράτους διοιριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Οικονομικών δια Β.Δ/τος. Χρέη Γραμματέως παρά τοις Δικαστηρίοις αμφοτέρων βαθμών, εκτελεί Οικονομικός αξιωματικός του Β. Ναυτικού, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Ναυτικών, εν ελλείψει δε τοιούτου αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.Το βοηθητικόν προσωπικόν αμφοτέρων των Δικαστηρίων και των Επιτρόπων της Επικρατείας ορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Ναυτικών, εν ελλείψει δε διαθεσίμου προσωπικού του Β.Ν., δύναται να διατεθή και ως τοιούτον εν όλω ή εν μέρει δι’ αποφάσεως του Υπουργείου της Εμπορικής Ναυτιλίας εκ του προσωπικού του Υπουργείου τούτου. 5.Ο Επίτροπος της Επικρατείας εκπροσωπών τα συμφέροντα του Δημοσίου υπάγεται απ’ ευθείας εις τον Υπουργόν των Ναυτικών, ο δε του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπάγεται και εις τον Επίτροπον της Επικρατείας του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. 6.Η έναρξις της λειτουργίας αμφοτέρων των Δικαστηρίων κηρύσσεται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Ναυτικών και Δικαιοσύνης. Επίσης ούτω κηρύσσεται και η λήξις μετά την αποπεράτωσιν της εκδικάσεως πασών των κατά την διάρκειαν του πολέμου επιβληθεισών κατασχέσεων ή γενομένων συλλήψεων και των συνεπειών αυτών. Δια δύο Β.Δ/των της 15/27 Μαΐου 1952 εκηρύχθη η λήξις των εργασιών των Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίων λειών Πολέμου. 7.Η έναρξις της λειτουργίας του Δικαστηρίου Λειών γνωστοποιείται δια του Υπουργείου Εξωτερικών, εις τους εν Αθήναις διπλωματικούς αντιπροσώπους των ξένων Κρατών όπως ούτοι προβώσιν εις τας καταλλήλους ανακοινώσεις προς τας Κυβερνήσις αυτών». Το άρθρ.1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.1 Α.Ν.831/1946. Άρθρ.15.-Αι ήδη ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων πρώτου βαθμού εκκρεμείς υποθέσεις περί κύρους κατασχέσεων ή αποζημιώσεων της αρμοδιότητος του εν άρθρ.1 Διοικητικού Δικαστηρίου μεταβιβάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και εκδικάζονται υπ’ αυτού, τηρουμένης εξ υπαρχής της διαδικασίας του παρόντος Νόμου. Άρθρ.16.-Αι εφέσεις κατά των προ της ισχύος του παρόντος Νόμου εκδοθεισών οριστικών και μήπω καταστασών τελεσιδίκων αποφάσεων των τακτικών Δικαστηρίων επί δικών της αρμοδιότητος του εν άρθρ.1 Διοικητικού Δικαστηρίου ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφαιρουμένης της αρμοδιότητος των τακτικών Εφετείων και καταργουμένης της τακτικής δίκης, ως εξής: Σελ. 27 Δικαστήριο Λειών 37.Β.α.1 Ο εκκαλών διάδικος δηλοί ενώπιον του Γραμματέως ότι εκκαλεί την εκδοθείσαν οριστικήν απόφασιν και καταθέτει παρά τω Γραμματεί τα έγγραφα της δίκης. Περί της δηλώσεως και παραδόσεως συντάσσεται πράξις κατά το άρθρ.2, ης αντίγραφον κοινοποιείται διοικητικώς επί αποδείξει υπό του Γραμματέως εις τον Επίτροπον της Επικρατείας, εάν εκκαλή ο εν τη τακτική δίκη αντίδικος του Δημοσίου, άλλως εις τον αντίδικον τούτον εάν κατοική εν Αθήναις, ή εις τον εν τη τακτική δίκη διορισθέντα αντίκλητον αυτού και εν ελλείψει εις τον παρασταθέντα εν τη τακτική δίκη τελευταίον πληρεξούσιον δικηγόρον αυτού. Η τοιαύτη έφεσις ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα ημερών από της ισχύος του παρόντος Νόμου, εάν προηγήθη κοινοποίησις της αποφάσεως, άλλως από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Η κοινοποίησις δε αύτη της αποφάσεως γίνεται προς μεν τον Επίτροπον της Επικρατείας ως αντιπρόσωπον του Δημοσίου δια δικαστικού κλητήρος, παρά δε του Επιτρόπου της Επικρατείας διοικητικώς και επί αποδείξει προς τον αντίδικον, εάν κατοική εν Αθήναις, άλλως τον αντίκλητον αυτού, άλλως τον εν τη τακτική δίκη τελευταίον πληρεξούσιον αυτού. Εάν προ της ισχύος του παρόντος νόμου ησκήθη έφεσις κατ’ αποφάσεως οριστικής εκδοθείσης εν τακτική δίκη επί κατασχέσεως της αρμοδιότητος του εν άρθρ.1 Δικαστηρίου αύτη φέρεται προς συζήτησιν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προηγουμένης κλήσεως γινομένης υπό του επιμελεστέρου διαδίκου δια δηλώσεως παρά τω Γραμματεί και κοινοποιήσεως κατά τον εν τω εδάφ.α΄ τρόπον. Περί της ανακρίσεως, συζητήσεως, αποφάσεως και εκτελέσεως εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρ.3 και επομένων του παρόντος Νόμου. Παραγραφή Άρθρ.17.-Πάσα περί αποζημιώσεως αξίωσις πηγάζουσα εκ κατασχέσεως υπαγομένης εις την αρμοδιότητα του δια του παρόντος Νόμου συνισταμένου Δικαστηρίου παραγράφεται μετά παρέλευσιν εξ μηνών από της εκδόσεως της ακυρούσης την κατάσχεσιν αποφάσεως, εφ’ όσον δεν εχώρησαν ήδη απαράδεκτα κατά τα άρθρ.13 και 14. Η παραγραφή διακόπτεται δια της εις το Δικαστήριον τούτο κατά τους όρους του παρόντος Νόμου υποβαλλομένης αιτήσεως περί επιδικάσεως αποζημιώσεως, άρχεται δε εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Σελ. 28 Ακροτελεύτια Άρθρ.18.-Άπασαι αι διαδικασίαι αι χωρούσαι κατά τον παρόντα Νόμον διεξάγονται εφ’ απλού χάρτου. Πάντα τα έξοδα, γραφικά, ανακρίσεων κλπ., καταβάλλονται εκ του Προϋπολογισμού του Υπουργείου των Ναυτικών. «Πας τρίτος έχων έννομον συμφέρον και θέλων να μετάσχη της δίκης οφείλει να προκαταβάλη λόγω δικαστικής δαπάνης ποσόν καθοριζόμενον υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου ανάλογον της αξίας του αντικειμένου και της φύσεως του δικογράφου. Το ποσόν τούτο δεν δύναται να είναι έλασσον των 10.000 και μείζον των 50.000 δραχμών. Ο διάδικος ο ζητών την εξέτασιν μαρτύρων, την ενέργειαν πραγματογνωμοσύνης ή την εκτέλεσιν οιασδήποτε άλλης διαδικαστικής πράξεως συνεπαγομένης δαπάνας, οφείλει να προκαταβάλη παρά τω Γραμματεί το αναγκαίον χρηματικόν ποσόν, οριζόμενον εκάστοτε υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου. Το τυχόν περισσεύσαν ποσόν επιστρέφεται εις τον δικαιούχον κατόπιν αιτήσεώς του δια πράξεως του Προέδρου. Η αμοιβή των μελών του Δικαστηρίου, των Επιτρόπων της Επικρατείας, των Γραμματέων και του βοηθητικού προσωπικού καθορίζεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών των Ναυτικών και Οικονομικών». Αι εντός « » παράγραφοι προσετέθησαν δια του άρθρ.6 Α.Ν.831/1946. Άρθρ.19.-Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού. 37.Β.α.1 Δικαστήριο Λειών Άρθρ.2.-«Ο Επίτροπος της Επικρατείας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Λειών προς ον αποστέλλονται από του Υπουργείου οι φάκελλοι των κατασχέσεων, παραδίδει εις τον γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου τους οικείους φακέλλους μετά των συνοδευόντων εγγράφων και πειστηρίων όσα δύναται να ενδιαφέρωσι τα μέρη». Η εντός « » παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.2 Α.Ν.831/1946. Περί της παραδόσεως συντάσσεται έκθεσις ειδική δι’ εκάστην κατάσχεσιν καταχωρουμένη εις βιβλίον (Πρωτόκολλον) ηριθμημένον υπό του Προέδρου Σελ. 24 του Δικαστηρίου και εμφαίνουσα την χρονολογίαν της παραδόσεως, το όνομα του πλοίου και του πλοιάρχου ως και τα παραδιδόμενα έγγραφα και αντικείμενα. Τα ούτω παραδιδόμενα έγγραφα και αντικείμενα μένουν κατατεθειμένα παρά τω Γραμματεί επί τριάκοντα ημέρας από της χρονολογίας της παραδόσεως αυτών. Τα τυχόν κατασχεθέντα χρήματα κατατίθενται εις το δημόσιον Ταμείον. Άρθρ.3.-Ο Πρόεδρος λαβών γνώσιν της κατά το προηγούμενον άρθρον εγγραφής της υποθέσεως εις το πρωτόκολλον ορίζει δια πράξεως αυτού εν εκ των μελών του Δικαστηρίου Εισηγητήν δι’ εκάστην υπόθεσιν, δημοσιεύει δια τοιχοκολλήσεως έξωθι της θύρας της αιθούσης συνεδριάσεων του Δικαστηρίου την γενομένην εγγραφήν και ανακοινοί αυτήν προς το Υπουργείον των Εξωτερικών και δι’ αυτού προς τους διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ελλάδος τους διαπεπιστευμένους εις Κράτη εις α ανήκουσιν ή υποτίθεται ότι κατοικούσιν οι ενδιαφερόμενοι να μετάσχωσι της δίκης. Οι διπλωματικοί ούτοι αντιπρόσωποι επιμελούνται όπως δημοσιευθή δια των επισήμων ή εν ανάγκη και άλλων εφημερίδων των αυτών Κρατών η γενομένη ανακοίνωσις της εγγραφής μετά σημειώσεως των κατά τον παρόντα Νόμον χωρουσών προθεσμιών, του λιμένος νηολογήσεως του πλοίου και του τελευταίου λιμένος φορτώσεως αυτού. 37.Β.α.1 Δικαστήριο Λειών Άρθρ.4.-Κατά την διάρκειαν της εν τω άρθρ.2, τελευταίω εδαφίω προθεσμίας και της τυχόν παρατάσεως αυτής, οι δυνάμενοι να βεβαιώσωσι έννομον συμφέρον και θέλοντες να μετάσχωσι της δίκης ως διάδικοι, οφείλουσι να παρουσιασθώσιν ενώπιον του Γραμματέως είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ ειδικού πληρεξουσίου και να δηλώσωσι την θέλησιν αυτών να δηλώσωσι την κατοικίαν αυτών (οδόν και αριθμόν), εάν κατοικώσιν εν Αθήναις, άλλως να διορίσωσιν αντίκλητον κατοικούντα εν Αθήναις μετά σημειώσεως της οδού και του αριθμού της κατοικίας αυτού. Περί τούτων πάντων συντάσσεται έκθεσις καταχωρουμένη εν τω βιβλίω, περί ου προβλέπει το άρθρ.2, παραδίδονται δε εις τον Γραμματέα ίνα επισυναφθώσιν εις τον οικείον φάκελλον τα βεβαιωτικά της νομιμοποιήσεως έγγραφα, ως και το ειδικόν πληρεξούσιον του τυχόν εμφανισθέντος πληρεξουσίου. Η ειδική πληρεξουσιότης δύναται να δοθή και δι’ επιστολής ή τηλεγραφήματος. Πάσα μεταβολή της κατοικίας των διαδίκων ή του προσώπου του αντικλήτου ή της κατοικίας αυτού δέον να γνωστοποιήται εις τον Γραμματέα κατά τον εν εδάφ.1 και 2 τρόπον. Ο Πρόεδρος εξετάζει την νομιμοποίησιν των ως άνω παρουσιασθέντων και, εάν εύρη ταύτην επαρκώς βεβαιωμένην, δέχεται αυτούς δια πράξεως ως διαδίκους, επαφιεμένης της οριστικής περί τούτου κρίσεως εις το Δικαστήριον. Ο πλοίαρχος του πλοίου όπερ κατεσχέθη ή επί του οποίου ενηργήθη η κατάσχεσις ή ο τον πλοίαρχον αναπληρών θεωρείται ως παριστών τους απόντας πλοιοκτήτας, εφοπλιστάς ή φορτωτάς και εν γένει έχοντας δικαιώματα επί του πλοίου ή του φορτίου. Οι αναγνωρισθέντες διάδικοι έχουσι το δικαίωμα διαρκούσης της εν άρθρ.2, τελευαίω εδαφίω προθεσμίας και της τυχόν παρατάσεως αυτής, να λάβωσι γνώσιν των κατατεθειμένων παρά τω Γραμματεί εγγράφων και να λάβωσιν ιδίαις δαπάναις αντίγραφα αυτών. Δεν δύνανται να παραστήσωσι τα αξιούμενα δίκαια αυτών άλλως ειμή απευθύνοντες προς τον Πρόεδρον υπομνήματα γεγραμμένα εις Ελληνικήν γλώσσαν και παραδίδοντες ταύτα εις τον Γραμματέα κατά τον εν άρθρ.2 τρόπον. Άρθρ.5.-Ο Εισηγητής μελετά την υπόθεσιν και εν συμπράξει μετά του Γραμματέως συμπληροί την τυχόν ελλιπή ανάκρισιν δι’ ενόρκου ή ανωμότου εξετάσεως μαρτύρων, διεξαγωγής αυτοψίας, διατάξεως πραγματογνωμοσύνης, δι’ ερευνών και κατασχέσεων, έχων εν γένει πάντα τα δικαιώματα και τα καθήκοντα Εισηγητού Ναυτοδικείου κατά τους οικείους Νόμους και τα συναφή Β.Δ/τα, ασκεί δε τα δικαιώματα και τα καθήκοντα ταύτα αυτοτελώς (άνευ συμπράξεως Β. Επιτρόπου) κατά τας διεπούσας την ενώπιον του Διαρκούς Ναυτοδικείου δίκην διατάξεις. Ουδαμώς υποχρεούται ο Εισηγητής να εξετάση μάρτυρας προτεινομένους υπό του προσβάλλοντος το κύρος της κατασχέσεως διαδίκου. Άρθρ.6.-Ο Πρόεδρος δικαιούται, κατ’ αίτησιν του Επιτρόπου της Επικρατείας ή του Εισηγητού, να παρατείνη, χάριν των αναγκών της συμπληρωματικής ανακρίσεως και ουχί πέραν ετέρων τριάκοντα ημερών, την εν άρθρ. 2 τριακονθήμερον προθεσμίαν δια πράξεώς του δημοσιευομένης και ανακοινουμένης όπου και όπως ορίζεται εν άρθρ.3. Αντίγραφον της πράξεως παρατάσεως κοινοποιεί προσέτι ο Γραμματεύς δια της διοικητικής οδού και επί αποδείξει προς τους εν Αθήναις κατοικούντας διαδίκους ή τους κατά το άρθρ.4 διορισθέντας αντικλήτους αυτών. Άρθρ.7.-Εντός της προθεσμίας του άρθρ. 2 και της τυχόν παρατάσεως αυτής διαβιβάζει ο Επίτροπος της Επικρατείας προς τον Πρόεδρον του Δικαστηρίου παν μεταγενέστερον ληφθέν σχετικόν έγγραφον και πληροφορίαν. Εντός δε της αυτής προθεσμίας παραδίδει εις τον Γραμματέα κατά τον εν άρθρ.2 τρόπον τας παρατηρήσεις ή αιτήσεις αυτού. Συζήτησις
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.