← Ελλάδα

1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.542 της 3/14 Σεπτ. 1964 (ΦΕΚ Α΄156) Περί συστάσεως Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων. Έχοντες υπ’ όψει: 1)τας

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ιδρύει ένα ειδικό Ταμείο Αρωγής για τους υπαλλήλους της Αστυνομίας Πόλεων, με σκοπό την παροχή χρηματικού βοηθήματος σε αυτούς μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία ή στις οικογένειές τους σε περίπτωση θανάτου.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.542 της 3/14 Σεπτ. 1964 (ΦΕΚ Α΄156) Περί συστάσεως Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων. Έχοντες υπ’ όψει: 1)τας διατάξεις του άρθρ. 27 του Νόμ. 2066/1952 «περί ιδρύσεως Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών υπαλλήλων και άλλων τινών διατάξεων», ως ηρμηνεύθη αυθεντικώς υπό του άρθρ. 1 του Νόμ. 2822/1954, 2)την υπ’ αριθ. 92138/16-12-1954 απόφασιν του Υπουργού Εσωτερικών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων του Υπουργού Εσωτερικών εις τον Υφυπουργόν Εσωτερικών» (ΦΕΚ τ.Β΄250/54), 3)την υπ’ αριθ. 4876/24-2-64 απόφασιν του Υπουργού των Οικονομικών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τον Υφυπουργόν των Οικονομικών» (ΦΕΚ τ.Β΄79/64), την υπ’ αριθ. 309 από 20-5-64 πράξιν του Α.Σ.Δ.Υ. και 5)την υπ’ αριθ. 490 από 16-7-1964 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσσει των Ημετέρων επί των Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Σύστασις και σκοπός Άρθρ.1.-1.Συνιστάται δια του παρόντος ειδικόν Ταμείον υπό την επωνυμίαν «Ταμείον Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων», εδρεύον εν Αθήναις. 2.Σκοπός του ειδικού τούτου Ταμείου είναι η παροχή χρηματικού βοηθήματος εις τους αστυνομικούς και διοικητικούς υπαλλήλους μετά την αποχώρησίν των εκ της υπηρεσίας, εν περιπτώσει δε θανάτου εις τα μέλη της οικογενείας των, αρμοδιότητος Αστυνομίας Πόλεων, απάντων των βαθμών, οίτινες καλούνται εν τω παρόντι «βοηθηματούχοι», κατά τα εν άρθρ. 9 και εφεξής, οριζόμενα. 3.Το Ταμείον τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υφυπουργού Εσωτερικών. Διοίκηση Άρθρ.2.-«1.Το Ταμείο διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και απαρτίζεται από: α)Τον αρχαιότερο ασφαλισμένο στο ταμείο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρετεί στο λεκανοπέδιο Αττικής, ως Πρόεδρο. β)΄Ενα ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας που είναι ασφαλισμένος στο ταμείο». Η παρ. 1. που είχε αντικατασταθεί από την με αριθ. 3/29/9 ις ΓΔΑΠ 1211/18/1 της 10/30 Ιουν. 1967 (ΦΕΚ Β΄427) απ. Υπ. Συντ. και Δημ. Τάξης, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 1 της Φ.138/1305/22 Ιουν.–7 Ιου.1992 (ΦΕΚ Β΄ 438) απ΄. Υπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι διετής, δυναμένη ν’ ανανεούται. Η θητεία του πρώτου τοιούτου λήγει την 31-12-1965. 3.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου καλούνται υπό του Προέδρου του Ταμείου, προ δύο τουλάχιστον ημερών, εις τακτικήν μεν συνεδρίασιν άπαξ του μηνός, εις έκτακτον δε οσάκις αι ανάγκαι του Ταμείου επιβάλλουσι τούτο. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον λαμβάνει τας αποφάσεις αυτού καταχωριζομένας εις πρακτικόν κατά πλειοψηφίαν, νικώσης εν ισοψηφία του ψήφου του Προέδρου, τελεί δε εν απαρτία παρόντων τεσσάρων τουλάχιστον εκ των μελών αυτού. 5.Εις τας λαμβανομένας αποφάσεις δέον να μνημονεύωνται η εισήγησις, η διάταξις επί τη βάσει της οποίας ελήφθη η απόφασις, ως και η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. 6.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου, ως εισηγητής άνευ ψήφου, όστις και προσυπογράφει τας λαμβανομένας αποφάσεις. Καθήκοντα και αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.3.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον: α)Αποφασίζει την λήψιν των απαιτουμένων μέτρων προς βελτίωσιν των πόρων και της λειτουργίας του Ταμείου και την επωφελή τοποθέτησιν των διαθεσίμων κεφαλαίων των. β)Καθορίζει και αποφασίζει τα της καταβολής των δικαιωμάτων εις τους εξερχομέ- (Αντί για τη σελ.178,31(β) Σελ.178,31(γ) Τεύχος 1174-Σελ.5 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Α.Υ.Α.Π.) 4.ΒΑ.β.1 1296 νους της υπηρεσίας ησφαλισμένους και τας οικογενείας αυτών. γ)Επιβλέπει δια την κανονικήν και έγκαιρον είσπραξιν των πόρων και την κανονικήν και έγκαιρον καταβολήν των δικαιωμάτων εις τους εξερχομένους της υπηρεσίας ησφαλισμένους. δ)Καθορίζει και εγκρίνει τας πάσης φύσεως δαπάνας τας αναγκαιούσας δια την εύρυθμον λειτουργίαν του Ταμείου. ε)Εγκρίνει τον προϋπολογισμόν, ισολογισμόν και απολογισμόν εκάστου έτους, οίτινες και κυρούνται υπό του Υφυπουργού Εσωτερικών και Οικονομικών. ς)Καταρτίζει τον Οργανισμόν και Κανονισμόν εσωτερικής υπηρεσίας του Ταμείου, εγκρινόμενον παρά των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών και ζ)Αποφασίζει περί πάσης φύσεως προκυπτόντων ζητημάτων κατά την κρίσιν του, προς περιφρούρησιν των συμφερόντων του Ταμείου. Διευθυντής ΄Αρθρ.4.-1.Διευθυντής του Ταμείου ορίζεται Αστυνομικός Δ/ντής Α΄ ή Β΄ τάξεως και τοποθετείται κατά τας περί μεταθέσεως αστυνομικών υπαλλήλων κειμένας διατάξεις. Κατά την αυτήν διαδικασίαν ορίζεται και τοποθετείται ο αναπληρωτής Αστυνομικός Διευθυντής Α΄ ή Β΄ τάξεως του ελλείποντος απόντος ή κωλυομένου Διευθυντού. 2.Ο Διευθυντής του Ταμείου:α)εκπροσωπεί τούτο εις απάσας αυτού τας σχέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων και πάσης άλλης αρχής, β)ρυθμίζει την εν γένει εσωτερική λειτουργίαν του Ταμείου και υπογράφει τα έγγραφα αυτού προς οιονδήποτε απευθύνονται ταύτα, γ)ασκεί επί του εξ αστυνομικών υπαλλήλων προσωπικού του Ταμείου την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του βαθμού του, επί δε του εκ πολιτικών υπαλλήλων και του επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου τυχόν προσληφθησομένου προσωπικού, δικαιοδοσίαν πειθαρχικού προϊσταμένου κατά το άρθρ.12 του από 23/31-12-55 Β.Δ/τος «περί Εφαρμογής τουΥπαλλ. Κώδικος, επί των υπαλλήλων Ν.Π.Δ. Δικαίου», δ) εισηγείται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον τα πάσης φύσεως θέματα και εκτελεί τας αποφάσεις αυτού. Γραμματέας Άρθρ.5.-«1.Ο Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του ταμείου και ο αναπληρωτής του είναι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας, ασφαλισμένοι σ’ αυτό, ορίζονται με απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και τοποθετούνται στο Ταμείο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις». Σελ.178, 32(γ) Τεύχος 1174-Σελ.6 Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 της Φ 138/1305/22 Ιουν.-7 Ιουλ. 1992 (ΦΕΚ Β΄438 απ. Υπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Ο Γραμματεύς παρίσταται εις τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου, τηρεί τα πρακτικά, διατυποί τας παρ’ αυτού λαμβανομένας αποφάσεις και επικυροί πάν αντίγραφον ή έτερον έγγραφον, εκτελών και πάσαν άλλην ανατιθεμένην αυτώ υπό του Διευθυντού του Ταμείου υπηρεσίαν. Άρθρ.6.-Εις τας ορισθησομένας δια του οργανισμού του Ταμείου θέσεις της υπηρεσίας αυτού τοποθετούνται παρά τω Ταμείω αστυνομικοί υπάλληλοι ή αποσπώνται παρ’ αυτώ Διοικητικοί τοιούτοι, εκ των ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω, κατά τας κειμένας διατάξεις. 4.ΒΑ.β.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Α.Υ.Α.Π.) 1297 Άρθρ.7.-Οι πόροι του Ταμείου συνίστανται: α)Εκ κρατήσεως ανερχομένης εις ποσοστόν 3% επί του μηνιαίου βασικού μισθού των εν ενεργεία μετόχων. Η κράτησις αύτη ενεργείται και εκ των αποδοχών τριμήνου δια τους δικαιουμένους βοηθήματος. Για τον υπολογισμό της κράτησης, που προβλέπεται από την άνω περίπτ. α για τους μέχρι 31-12-1992 ασφαλισμένους, βλ. την με αριθ. 138/189/21 Απρ.-26 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Β΄ 418) αποφ. Υπ. Οικον., Εργασ. και Κοιν. Ασφαλ. και Δημ. Τάξης, κατωτ. αριθ. 11. β)«Εκ κρατήσεως ανερχομένης εις ποσοστόν 3% επί των χορηγουμένων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και κανονικής αδείας. γ)Εξ ημίσεος μηνιαίου βασικού μισθού, καταβαλλομένου εις εικοσιτέσσαρας μηνιαίας δόσεις, λόγω εφ’ άπαξ εισφοράς. Εκ των εξερχομένων της υπηρεσίας μετόχων δι’ οιανδήποτε αιτίαν και δικαιουμένων μετοχής το υπόλοιπον της οφειλής εκ της ως είρηται αιτίας κρατείται εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματός των του λαμβανομένου εκ του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Ε.Τ.Υ.Α.Π)». Τα στοιχ. β΄και γ΄αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 ΄αρθρου μόνου Β.Δ. 1022 της 8/22 Δεκ. 1965 (ΦΕΚ Α΄238). δ)Εκ της διαφοράς των βασικών μισθών ενός μηνός λόγω προαγωγής. ε)Εκ δωρεών, κληρονομιών, κληροδοτημάτων και πάσης άλλης εκ χαριστικής αιτίας παροχής προς το Ταμείον. ς)Εκ των τόκων και εν γένει των προσόδων των κεφαλαίων και πάσης περιουσίας του Ταμείου. «ζ.Από ποσοστό 2,5% επί του αντιτίμου των εισιτηρίων κάθε ποδοσφαιρικού αγώνα που τελείται στην περιοχή που αστυνομευόταν από την τέως Αστυνομία Πόλεων. Από το συνολικό ποσό που προκύπτει, ποσοστό 3% περιέχεται στο Επικουρικό Ταμείο Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος (Νόμ. 4500/1966 (Α΄47) και 271/88/6α/21.4.66 (Β΄229) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης)». Η περίπτ.ζ΄προστέθηκε από το άρθρ. 1 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993). Τρόπος εισπράξεως πόρων Άρθρ.8.-Οι πόροι του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων εισπράττονται μερίμνη και υπ’ ευθύνη των υπολόγων ή αρμοδίων πρός τούτο προσώπων κατά τα εν άρθρ. 23 παρ. 4 του Νόμ. 2066/52 οριζόμενα. Κατατίθενται δε ούτοι εις την Τράπεζαν Ελλάδος ή εις τινα των ανεγνωρισμένων Τραπεζών. Μέτοχοι «Άρθρ.9.-1.Ασφαλισμένοι στο Ταμείο είναι υποχρεωτικώς: α)Το αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, που προέρχεται από την τέως Αστυνομία Πόλεων, καθώς και εκείνο που υπάγεται στο Ταμείο ως προσωπικό της τέως Αστυνομίας Πόλεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 485/1987 (Α΄223). β)Τα μέλη της οικογένειας του ανωτέρου προσωπικού, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρ. 1 του παρόντος. 2.Ως μέλη οικογενείας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θεωρούνται: α)η χήρα ή ο χήρος σύζυγος. Όπου στη νομοθεσία του ΤΑΥΑΠ αναφέρεται η χήρα σύζυγος, νοείται και ο χήρος σύζυγος. β)τα παιδιά φυσικά, νόμιμα, αναγνωρισθέντα, νομιμοποιηθέντα και υιοθετημένα, μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον συνεχίζουν ευδόκιμα τις σπουδές τους σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές αναγνωρισμένες από το Κράτος. Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας τα ανίκανα ή ανάπηρα για εργασία παιδιά, τα οποία θα έχουν κριθεί με γνωμάτευση της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Υ.Ε). Για τον υπολογισμό της ηλικίας, ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. γ)Οι γονείς του αγάμου ασφαλισμένου ή βοηθηματούχου σε ποσοστό 5/10 ανεξάρτητα αν επιζούν και οι δύο ή ο ένας». Το άρθρ.9 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.2 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ.1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993). Δικαιούχοι βοηθήματος ή επιστροφής κρατήσεων «Άρθρ.10.-Δικαιούνται βοηθήματος ή επιστροφής κρατήσεων: 1.Δικαιούχοι μηνιαίου βοηθήματος από το Ταμείο οι αστυνομικοί και πολιτικοί υπάλληλοι, που έχουν 15 τουλάχιστον έτη πραγματικής ή πλασματικής ασφάλισης σ’ αυτό και έχουν δικαιωθεί συντάξεως από το Δημόσιο, καθώς και τα μέλη της οικογενείας του αποβιώσαντος ασφαλισμένου ή δικαιουμένου βοηθήματος, που έτυχαν συντάξεως για την ίδια αιτία από το Δημόσιο. (Αντί για τη σελ. 178,33(γ) Σελ. 178,33(δ) Τεύχος 1338 Σελ. 21 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Α.Υ.Α.Π.) 4.ΒΑ.β.1 1298 2.Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη ολοκλήρου του βοηθήματος, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρ. 11 του παρόντος, είναι η συμπλήρωση από το δικαιούχο 35 ετών πραγματικής ασφάλισης. 3.Για όσους έλαβαν πλήρες βοήθημα μέχρι και την 30.6.1990, αναγνωρίζεται πραγματική ασφάλιση 25 ετών. 4.Για όσους έλαβαν μέχρι και την 30.6.1990 βοήθημα ανάλογο με τα έτη πραγματικής υπηρεσίας τους, τα έτη αυτά αναγνωρίζονται ως έτη πραγματικής ασφάλισης. 5.Γι’ αυτούς που έγιναν βοηθηματούχοι από την 1.7.1990 και εντεύθεν το βοήθημά τους αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τα έτη πραγματικής ασφάλισης. 6.Το βοήθημα των αναφερομένων στις παρ. 3,4 και 5 του παρόντος άρθρου αναπροσαρμόζεται, με βάση τις αποδοχές εγγάμου με δύο τέκνα της 1.1.1992 του βαθμού τους ή της μισθολογικής προαγωγής τους, επί των οποίων γίνεται κράτηση υπέρ του Ταμείου για τα αναγνωρισμένα έτη πραγματικής ασφάλισης με συντελεστή 0,0023. Εάν σύμφωνα με τον ανωτέρω υπολογισμό προκύπτει βοήθημα μικρότερο του χορηγουμένου, ο βοηθηματούχος λαμβάνει το παλαιό βοήθημα. 7.Χρόνος τουλάχιστον έξι μηνών πραγματικής ασφάλισης λογίζεται ως πλήρες έτος. 8.Ο χρόνος που μεσολαβεί από την ημερομηνία διαγραφής μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης (τρίμηνες αποδοχές), λαμβάνεται ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης, εφόσον στις αποδοχές αυτές γίνεται κράτηση υπέρ του Ταμείου. 9.Όσοι από τους ασφαλισμένους στο Ταμείο εξέρχονται της Υπηρεσίας για οποιοδήποτε λόγο και συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο, χωρίς να συμπληρώσουν 15 έτη πραγματικής ασφάλισης, δικαιούνται βοηθήματος, εφόσον αναγνωρίσουν τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι συμπληρώσεως 15ετίας (πλασματικός χρόνος ασφάλισης), καταβάλλοντες στο Ταμείο το αναλογούν ποσό κρατήσεων στις αποδοχές του τελευταίου μηνός συνταξιοδότησης, εφάπαξ ή τμηματικά σε 6 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. 10.Ασφαλισμένος, στον οποίο χορηγείται σύνταξη με βάση τις διατάξεις του Νόμ. 1897/90 (Α΄120) και Νόμ. 1977/91 (Α΄185), δικαιούται να λάβει το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων βοήθημα. Σελ. 178,34(δ) Τεύχος 1338 Σελ. 22 11.Σε όσους εξέρχονται της Υπηρεσίας μετά τη συμπλήρωση πραγματικής ασφάλισης δέκα ετών και άνω και δεν δικαιούνται βοηθήματος, επιστρέφονται ατόκως οι κρατήσεις που καταβλήθηκαν στο Ταμείο, εφόσον τούτο ζητηθεί με αίτηση του ασφαλισμένου». Το άρθρ.10 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.3 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ.σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993).Σύμφωνα δε με το άρθρ.8 του ιδίου Π.Δ.50/93, τα οικονομικά αποτελέσματα του άνω άρθρ.10 επέρχονται κατά το πρώτο τρίμηνο καταβολής των μηνιαίων βοηθημάτων από της ισχύος του άνω Π.Δ. 50/93 (18-2-1993). 4.ΒΑ.β.1 Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Α.Υ.Α.Π.) 1299 Άρθρ.11.-«1.Το βοήθημα στους ασφαλισμένους υπολογίζεται με βάση τις μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων γίνεται η κράτηση υπέρ του Ταμείου, πολλαπλασιζόμενες με τα έτη πραγματικής ασφάλισης και το συντελεστή 0,0023. Ανεξάρτητα από το ποσό που προκύπτει από τον ανωτέρω υπολογισμό, το κατώτερο ποσό μηνιαίου βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 3.500 δραχμ. για όλους τους μετόχους (αμέσους ή εμμέσους). 2.Το βοήθημα καταβάλλεται από την επομένη ημερομηνία που διεκόπηκαν οι κρατήσεις υπέρ του Ταμείου. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή του δικαιουμένου βοηθήματος, το βοήθημα των μελών της οικογενείας, αρχίζει από την επομένη του θανάτου του ασφαλισμένου ή του δικαιουμένου βοηθήματος». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ.4 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ.1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ.σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/ 28-4-1993). Σύμφωνα δε με το άρθρ. 8 του ιδίου Π.Δ. 50/93 τα οικονομικά αποτελέσματα του άνω άρθρ.11 επέρχονται κατά το πρώτο τρίμηνο καταβολής των μηνιαίων βοηθημάτων από της ισχύος του παρόντος Π.Δ. 50/93 (18-2-1993). 3.Η καταβολή του βοηθήματος γίνεται την 1ην εκάστου τριμήνου δι’ ολόκληρον το προηγούμενον τρίμηνον. Βοήθημα δεδουλευμένον, μη καταβληθέν εις τον δικαιούχον, λόγω επελθόντος θανάτου του, καταβάλλεται εις τους κληρονόμους του επί τη προσαγωγή των νομίμων πιστοποιητικών. 4.Οι δικαιούχοι βοηθήματος ή αι οικογένειαι αυτών υποχρεούνται να προσάγωσιν ανά εξάμηνον ή κατά βραχύτερα ή μακρότερα χρονικά διαστήματα, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, βεβαίωσιν αρμοδίας Αρχής, ότι ουδεμία επήλθε μεταβολή εις την προσωπικήν και οικογενειακήν αυτών κατάστασιν, επιφέρουσα την διακοπήν ή μείωσιν του βοηθήματος. «5.Το βοήθημα καταβάλλεται σε κάθε δικαιούχο αυτοπροσώπως ή σε εξουσιοδοτημένο με υπεύθυνη δήλωση, άτομο, του Νόμ. 1599/1986, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια αρχή, η οποία θα ανανεώνεται τον μήνα Ιούνιο κάθε έτους. Το βοήθημα ανηλίκου ή ανικάνου μέλους καταβάλλεται σ’ αυτόν που ασκεί την πατρική εξουσία ή στον επίτροπο ή στον κηδεμόνα αυτού». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 του Π.Δ 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ.σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993). Σύμφωνα δε με το άρθρ.8 του ιδίου Π.Δ. 50/93 τα οικονομικά αποτελέσματα του άνω άρθρ.11 επέρχονται κατά το πρώτο τρίμηνο καταβολής των μηνιαίων βοηθημάτων από της ισχύος του παρόντος Π.Δ. 50/93(18-2-1993). Βοηθήματα Οικογενειών Άρθρο.12.-1.Τα μέλη οικογενείας θανόντος μετόχου, ως ταύτα καθορίζονται εις το άρθρ.9 και υπό τας προϋποθέσεις του άρθρ. 10, δικαιούνται των κάτωθι ποσοστών του κατά το άρθρ. 11 εις τον θανόντα απονεμηθέντος ή απονεμητέου βοηθήματος. α)Η χήρα σύζυγος τα 5/10. β)Εάν συντρέχωσι τέκνα, το βοήθημα της χήρας προσαυξάνεται κατά 1/10 δι’ έκαστον των τέκνων μέχρι συμπληρώσεως των 8/10. γ)Μη υπαρχούσης χήρας συζύγου ή τοιαύτης εκλιπούσης ή απωλεσάσης το δικαίωμα βοηθήματος, τούτο συνίσταται δια το έν τέκνον εις τα 5/10 δια δε τα λοιπά εις 1/10 μέχρι συμπληρώσεως 8/10. 2.Το βοήθημα της χήρας μετά τέκνων ανήκει κατά το ήμισυ μεν εις την χήραν, κατά δε το έτερον ήμισυ εις τα τέκνα, κατ’ ίσα μερίδια. Το βοήθημα των τέκνων ανήκει κατ’ ίσα μερίδια εις πάντα τα δικαιούχα βοηθήματος τέκνα. 3.Εκλιπόντων των λόγω παροχής βοηθήματος εις την χήραν ή εις τι ή εις τινα των τέκνων, το βοήθημα περιορίζεται αναλόγως προς τα ανωτέρω οριζόμενα εις τα λοιπά δικαιούχα μέλη, εκτός εάν και πάλιν δεν υπερβαίνη τα 8/10. «4.Το ποσό του βοηθήματος που καταβάλλεται στα μέλη της οικογενείας του αποβιώσαντος ασφαλισμένου είναι ανάλογο με τα έτη πραγματικής ασφάλισης αυτού. 5.Τα μέλη της οικογενείας ασφαλισμένου, που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Νόμ. 1897/1990 και 1977/1991, δικαιούνται το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές βοήθημα. 6.Τα μέλη της οικογενείας ασφαλισμένου, που συνταξιοδοτούνται λόγω θανάτου αυτού, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν είχε συμπληρώσει 15 έτη πραγματικής ασφάλισης, δικαιούνται βοηθήματος, εφόσον καταβάλλουν στο Ταμείο, το αναλογούν ποσό κρατήσεων για τον υπολειπόμενο χρόνο ασφάλισης μέχρι συμπληρώσεως 15 ετών ασφάλισης στο Ταμείο, στις αποδοχές του τελευταίου μηνός συνταξιοδότησης, εφάπαξ ή τμηματικά, σε έξι (6) ισόποσες μηνιαίες δόσεις. (Αντί για τη σελ.178,341) Σελ.178,341(α) Τεύχος 1174-Σελ.9 1300 7.Ο τελών στην κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας, λαμβάνει το δικαιούμενο βοήθημα μετά την κατάληψή του από το όριο ηλικίας ή τη συμπλήρωση 35ετίας». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω και οι παρ. 5, 6 και 7 προστέθηκαν από το άρθρ.5 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 20) (διόρθ.σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993). Εισπράξεις-πληρωμαί Άρθρ.13.-1.Αι εισπράξεις υπέρ του Ταμείου ενεργούνται δια των διαχειριστών χρηματικού των Αστυν. Δ/νσεων και λοιπών τοιούτων του Αστυν. Σώματος και κατατίθενται αύται εις οιανδήποτε ανεγνωρισμένην Τράπεζαν εφ’ όσον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ήθελεν κριθή ότι ο παρεχόμενος τόκος είναι μεγαλύτερος πρός το συμφέρον του Ταμείου. 2.Καθυστερούμεναι προς το Ταμείον πάσης φύσεως οφειλαί εισπράττονται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και εντόκως. 3.«Η πληρωμή οιουδήποτε ποσού προς τους δικαιούχους ενεργείται μέσω Τραπέζης, παρ’ η είναι κατατεθειμένα τα κεφάλαια του Τ.Α.Υ.Α.Π. επί τη βάσει χρηματικής εντολής αυτού υπογραφομένης παρά του Διευθυντού και του Λογιστού, εις εκτέλεσιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, ο αριθμός και η χρονολογία λήψεως της οποίας, σαφώς δέον ν’ αναγράφηται επί του Σώματος της εντολής». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 άρθρου μόνου Β.Δ. 1022 της 8/22 Δεκ. 1965 (ΦΕΚ Α΄238). 4.Η διαχείρισις της εν γένει περιουσίας του Ταμείου ενεργείται κατά τας περί Δημοσίου Λογιστικού διατάξεις. Προϋπολογισμός-ισολογισμός-έλεγχος Άρθρ.14.-1.Εντός του τελευταίου μηνός εκάστου οικονομικού έτους συντάσσεται ο προϋπολογισμός του επομένου έτους και υποβάλλεται αρμοδίως προς έγκρισιν. 2.Εντός του πρώτου μηνός εκάστου οικονομικού έτους καταρτίζεται ο ισολογισμός και απολογισμός του Ταμείου του προηγουμένου έτους, υποβαλλόμενοι προς έγκρισιν, μετά λεπτομερών εκθέσεων, εις το Διοικητικόν Συμβούλιον. Σελ.178,342(α) Τεύχος 1174-Σελ.10 3.Ο οικονομικός έλεγχος του Ταμείου ενεργείται κατ’ έτος μεν υπό του Οικονομικού Επιθεωρητού του Αστυν. Σώματος και ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, οριζομένου υπό του Υπουργού Οικονομικών, κατά βραχύτερα δε χρονικά διαστήματα παρά του Οικονομικού Επιθεωρητού του Αστυν. Σώματος είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ’ εντολήν του Υπουργού των Εσωτερικών ή κατ’ αίτησιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Διάθεσις Κεφαλαίων Ταμείου Άρθρ.15.-Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου επενδύονται. α)Εις δάνεια μέχρι τριών βασικών μισθών προς τους εν ενεργεία ησφαλισμένους επί τόκω και χρόνω εξοφλήσεως μη δυναμένω να υπερβή την τριετίαν, καθοριζομένω δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. β)Ενυπόθηκα δάνεια προς ησφαλισμένους μέχρι 30% επί της αξίας του ακινήτου, της αξίας εκτιμωμένης αρμοδίως. γ)Εις αγοράν ακινήτων. «δ.Για την αγορά τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ή Κρατικών Τραπεζών». Το εδάφ.δ΄προστέθηκε από το άρθρ. 6 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄64/28-4-1993). 1301 Παραγραφή-κατάσχεσις- εκχώρησις Άρθρ.16.-1.Οφειλαί του Ταμείου προς ησφαλισμένους ή δικαιούχους βοηθήματος παραγράφονται μετά πενταετίαν, αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί. «2.Απαγορεύεται η κατάσχεση ή εκχώρηση των βοηθημάτων που χορηγούνται από το Ταμείο ή των εισφορών που τυχόν επιστρέφονται στους ασφαλισμένους. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται με απόφαση του Διευθυντή η παρακράτηση από το Ταμείο ποσού μέχρι και του 1/3 του δικαιουμένου βοηθήματος, για την έντοκη απόσβεση οφειλής ασφαλισμένου σ’ αυτό, προερχομένης από οποιαδήποτε αιτία». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 του Π.Δ. 50/15-18 Φεβρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄20) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 64/28-4-1993). Γενικαί διατάξεις Άρθρ.17.-Η απονομή του βοηθήματος ή η επιστροφή κρατήσεων καθορίζονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, βάσει των υπ’ αυτού οριζομένων δικαιολογητικών. Πάντως απαραίτητος προϋπόθεσις απονομής βοηθήματος είναι η απόφασις του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί απονομής συντάξεως εις τους δικαιουμένους τοιαύτης εκ του Δημοσίου Ταμείου. Ευθύναι Άρθρ.18.-Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, το προσωπικόν του Ταμείου, ως και πάς υπόλογος έναντι του Ταμείου είναι αστικώς υπεύθυνος έναντι του Ταμείου κατά τα άρθρ. 57-59 του Υπαλληλικού Κώδικος. Άρθρ.19.-Δι’ αποφάσεως του Υφυπουργού Εσωτερικών, στηριζομένης εις σύμφωνον ητιολογημένην γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να αυξομειούται η εκ του βασικού μισθού κράτησις 3% εις ποσοστόν 1%-4% ή και το ποσοστόν του παρεχομένου βοηθήματος κυμαινόμενον μεταξύ 7%-30%. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.20.-Η είσπραξις των πόρων, περί ων το άρθρ. 7 του παρόντος άρχεται από 1-1-1965, η δε υποχρέωσις καταβολής του βοηθήματος εις τους δικαιούχους μετόχους από 1-4-1965, ήτοι ευθύς μετά την λήξιν του πρώτου τριμήνου και εφεξής ανά τριμηνίαν. Οι εξερχόμενοι της υπηρεσίας μετά δικαιώματος βοηθήματος από της δημοσιεύσεως του παρόντος και μέχρι της χρονολογίας ενάρξεως καταβολής βοηθημάτων υποχρεούνται εις την εφ’ άπαξ καταβολήν του ημίσεος του βασικού των μισθού από 1-1-1965 μέχρι 1-4-1965, καθ’ ο ομοίως χρονικόν διάστημα υποχρεούται και εις την καταβολήν ολοκλήρου του ποσού της οφειλής αυτών των πέντε ετών της πλασματικής ασφαλίσεώς των.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.