← Ελλάδα

3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 319 της 25 Απρ./23 Μαΐου 1962 (ΦΕΚ Α΄ 81) Περί της εκπαιδεύσεως των Κοινωνικών Λειτουργών. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)το άρθρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την εκπαίδευση των Κοινωνικών Λειτουργών στην Ελλάδα, καθορίζοντας τη σύσταση, λειτουργία και εποπτεία των Σχολών Κοινωνικής Πρόνοιας. Θεσπίζει τους όρους εισαγωγής, φοίτησης και το πρόγραμμα σπουδών για τους μελλοντικούς Κοινωνικούς Λειτουργούς.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 319 της 25 Απρ./23 Μαΐου 1962 (ΦΕΚ Α΄ 81) Περί της εκπαιδεύσεως των Κοινωνικών Λειτουργών. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)το άρθρ. 3 του Ν.Δ. 4018/11-12 Νοεμ. 1959 «περί θεσμού των Κοινωνικών Λειτουργών», 2)τας διατάξεις του Β.Δ. 682/14-9-1960 «περί του Οργανισμού του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας», 3)την υπ’ αριθ. 144/1-3-1962 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προτάσει των Ημετέρων επί της Κοινωνικής Προνοίας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργών, απεφασίσαμεν καιδιατάσσομεν: Ίδρυσις-Αναγνώρισις Σχολών Κοινωνικής Προνοίας Άρθρ.1.-1.Δια την εκπαίδευσιν των Κοινωνικών Λειτουργών συνιστώνται και λειτουργούν ειδικαί Σχολαί Κοινωνικής Προνοίας, ιδρυόμεναι είτε παρά του Κράτους, είτε παρά Νομικών Προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. Κατά την δευτέραν περίπτωσιν η σύστασις ενεργείται δι’ Ιδρυτικής πράξεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτών, μετά προηγουμένην άδειαν χορηγουμένην δια πράξεως των επί της Κοινωνικής Προνοίας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, τη συμφώνω γνώμη του κατά το άρθρ. 4 Ν.Δ. 4018/11-12 Νοεμ. 1959 Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας. Αι ούτως ιδρυόμεναι Σχολαί αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. 2.Εκάστη Σχολή Κοινωνικής Προνοίας διοικείται υπό Διοικητικού Συμβουλίου, οριζομένου δια της ιδρυτικής αυτής πράξεως, εν ω μετέχουν άνευ μεν ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος, οριζόμενος δια πράξεως του επί της Κοινωνικής Προνοίας Υπουργού, μετά ψήφου δε ο Διευθυντής της Σχολής. 3.Η εν παρ. 1 άδεια δύναται να χορηγηθή και προς λειτουργίαν Σχολής Κοινωνικής Προνοίας εν ανεγνωρισμένω εκπαιδευτικώ Ιδρύματι, είτε εν τω υπηρεσιακώ πλαισίω Νομικού Προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην η Σχολή διοικείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύσαντος ταύτην Οργανισμού. 4.Δια της εν παρ. 1 ιδρυτικής πράξεως καθορίζονται, συνωδά και ταις διατάξεσι του παρόντος, ο σκοπός της Σχολής, η σύνθεσις, ο τρόπος συγκροτήσεως και αι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, η επωνυμία και η εκπροσώπησις της, οι πόροι και τα της διαχειρίσεως της περιουσίας της, τα του προϋπολογισμού και απολογισμού των εσόδων και εξόδων και του εν γένει έργου της, τα του τρόπου ασκήσεως της εποπτείας εκ μέρους του ιδρύσαντος ταύτην νομικού προσώπου, τα του οργανισμού εσωτερικής λειτουργίας αυτής και πάσα ετέρα διάταξις αφορώσα εις την κανονικήν λειτουργίαν της Σχολής. 5.Αι ούτως ιδρυόμεναι Σχολαί Κοινωνικής Προνοίας αναγνωρίζονται δια Β.Δ/των, εκδιδομένων δι’ εκάστην Σχολήν, μετά σύμφωνον γνώμην του παρά τω Υπουργείω Κοινωνικής Προνοίας Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας, προτάσει των επί της Κοινωνικής Προνοίας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργών, εφ’ όσον συντρέχουν αι δια του παρόντος καθοριζόμεναι βασικαί προϋποθέσεις αναγνωρίσεως και λειτουργίας των Σχολών τούτων, μετά προσωρινήν λειτουργίαν κατά τα εν παρ. 7 οριζόμενα. Εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται παροχή αδείας ιδρύσεως ή αναγνώρισις Σχολής ανηκούσης εις νομικόν πρόσωπον δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, όπερ, δεν παρέχει, μετ’ έρευναν των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας και ητιολογημένην γνωμοδότησιν του παρ’ αυτώ Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας, τας απαραιτήτους εγγυήσεις και επαρκή μέσα δια την κανονικήν λειτουργίαν της Σχολής, από απόψεως κτιριακών εγκαταστάσεων (αιθουσών διδασκαλίας, εκπαιδευτικού εξοπλισμού, αναγνωστηρίων, βιβλιοθηκών, εντευκτηρίων και λοιπών βοηθητικών χώρων), διδακτικού προγράμματος και δυνατοτήτων εκτελέσεως τούτου από τε θεωρητικής απόψεως και από τοιαύτης πρακτικής ασκήσεως των σπουδαστών κατά τα εν άρθρ. 5ω και 6ω οριζόμενα, προσωπικού και εν γένει μέσων εκπληρώσεως του ειδικού αυτής εκπαιδευτικού σκοπού. 7.Δια της εν παρ. 1 αποφάσεως των επί της Κοινωνικής Προνοίας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργών, δι’ ης παρέχεται η άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας Σχολής Κοινωνικής Προνοίας, παρέχεται και προσωρινή αναγνώρισις των ούτως ιδρυομένων Σχολών δια χρονικόν διάστημα ενός πλήρους κύκλου ετών σπουδών, κατά τα εν άρθρ. 4 παρ. 1 οριζόμενα (διετίας ή τριετίας), προς διαπίστωσιν των προϋποθέσεων δια την οριστικήν αναγνώρισιν αυτών. Ο χρόνος των ούτω προσωρινώς λειτουργουσών Σχολών δύναται να παραταθή άπαξ επί ένα εισέτι πλήρη κύκλον σπουδών δια της αυτής ως άνω διαδικασίας. 8.Η προσωρινή άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας Σχολής Κοινωνικής Προνοίας ανακαλείται δια πράξεως των εν παρ. 1 Υπουργών δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφ’ όσον δεν πληρωθούν αι εν παρ. 6 προϋποθέσεις. Επίσης δια Β.Δ/τος προτεινομένου ομοίως προς το ιδρυτικόν τοιούτον, δύναται να ανακληθή η αναγνώρισις λειτουργούσης Σχολής, εάν αύτη εξέκλινε του (Αντί για τις σελ. 43-46) Σελ. 43(α) Τεύχος 1168-Σελ. 99 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι 35.Α.γ.3 προορισμού της ή η εν γένει λειτουργία της δεν είναι σύμφωνος προς τας διατάξεις του παρόντος, διατασσομένης δια του αυτού Β.Δ/τος της παύσεως λειτουργίας ταύτης. Οι σπουδασταί των ων ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας Σχολών, δύνανται να εγγραφούν εις αντιστοίχους τάξεις ετέρας εν λειτουργία ανεγνωρισμένης Σχολής, κατόπιν κατατακτηρίων εξετάσεων. 9.Ίδιος Οργανισμός συντασσόμενος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εκάστης Σχολής και εγκρινόμενος δια πράξεως των επί της Κοινωνικής Προνοίας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργών μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας, θέλει καθορίζει λεπτομερώς τα της εσωτερικής οργανώσεως αυτής, τα της οικονομικής διαχειρίσεως, τα του Διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, τα των προσόντων τούτου, συνωδά τοις οριζομένοις εν άρθρ. 7ω του παρόντος, τα των αποδοχών, προαγωγών, τα των αρμοδιοτήτων αυτού, τα της πειθαρχικής δικαιοδοσίας αυτού, τα των εξετάσεων, τα της απονομής διπλωμάτων κλπ. Εποπτεία Σχολών Κοινωνικής Προνοίας Άρθρ.2.-Η εποπτεία των Σχολών Κοινωνικής Προνοίας ανήκει εις τον Υπουργόν Κοινωνικής Προνοίας. Αύτη ασκείται δια των παρ’ αυταίς Κυβερνητικών Επιτρόπων, ως και δια των οργάνων της αρμοδίας Διευθύνσεως και της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας. Περιουσία-Πόροι Άρθρ.3.-1.Πόροι των Σχολών Κοινωνικής Προνοίας δύνανται να είναι: Οικονομική ενίσχυσις εκ των ιδρυσάντων ταύτας Οργανισμών, τα δίδακτρα των σπουδαστών, εισπράξεις εξ εορτών, εξ εράνων, εκ δωρεών και κληροδοτημάτων, επιχορηγήσεις του Κράτους ή των Δήμων και Κοινοτήτων κλπ. 2.Τα της περιουσίας της διαχειρίσεως ταύτης ως και τα των προσόδων των Σχολών Κοινωνικής Προνοίας, καθορίζονται γενικώς μεν εν ταις ιδρυτικαίς αυτών πράξεσιν, εν λεπτομερείαις δε εν τοις οργανισμοίς αυτών. Δια των πόρων των Σχολών δέον να καλύπτωνται επαρκώς αι ανάγκαι κανονικής λειτουργίας αυτών κατά τα εν παρ. 6 του άρθρ. 1 του παρόντος οριζόμενα. Σελ. 44(α) Τεύχος 1168-Σελ. 100 35.Α.γ.3 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι Όροι εγγραφής, φοιτήσεως και εκπαιδεύσεως Άρθρ.4.-1.Ο χρόνος των σπουδών εις τας Σχολάς Κοινωνικής Προνοίας, ορίζεται εις μεταγυμνασιακόν μεν κύκλον τριετής εις μεταπανεπιστημιακόν δε τοιούτον διετής. 2.Ίνα γίνη τις δεκτός και εγγραφή ως σπουδαστής εις τας Σχολάς Κοινωνικής Προνοίας δέον να προσαγάγη: α)Δια μεν τας Σχολάς τριετούς φοιτήσεως απολυτήριον Γυμνασίου ή ετέρας ισοτίμου Σχολής Μέσης εκπαιδεύσεως, δια δε τας τοιαύτας διετούς φοιτήσεως πτυχίον Σχολής Πανεπιστημίου, ή ετέρας ισοτίμου ανωτάτης εκπαιδεύσεως. Εις τας εν λόγω Σχολάς διετούς φοιτήσεως, δύνανται να εγγραφούν και φοιτήσουν κανονικώς και Κοινωνικοί Λειτουργοί: 1)Πτυχιούχοι Σχολών Εκπαιδεύσεως Κοινωνικών Λειτουργών, ημεδαπής ή αλλοδαπής, οίτινες προς απόκτησιν του πτυχίου των δεν εφοίτησαν εν αυταίς εις χρονικόν διάστημα τουλάχιστον διετίας, 2)μη πτυχιούχοι Σχολών Εκπαιδεύσεως Κοινωνικών Λειτουργών, οίτινες έχουν τετραετή τουλάχιστον ευδόκιμον προϋπηρεσίαν, υπό την ιδιότητα του Κοινωνικού Λειτουργού παρά Κοινωνικαίς Υπηρεσίαις Κρατικαίς ή Νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου εις θέσεις Κοινωνικών Λειτουργών νενομοθετημένας δια των καταστατικών αυτών διατάξεων. «Η υπό στοιχ. 2 διάταξις περί εγγραφής εις Σχολάς Κοινωνικής Προνοίας διετούς φοιτήσεως σπουδαστριών, εχουσών ευδόκιμον προϋπηρεσίαν Κοινωνικού Λειτουργού, ισχύει μέχρι της 24 Μαΐου 1967». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια του Β.Δ. 542 της 2/21 Σεπτ. 1963 (ΦΕΚ Α΄ 148). β)Πιστοποιητικόν γεννήσεως εμφαίνον ηλικίαν ουχί μικροτέραν των 18 ετών. γ)Πιστοποιητικόν ότι δεν κατεδικάσθη ούτε εκκρεμή εις βάρος αυτού παραπεμπτικόν βούλευμα επί κακουργήματι ή επί πλημμελήματι, δια κλοπήν υπεξαίρεσιν (κοινήν ή εν υπηρεσία), απάτην, εκβίασιν, πλαστογραφίαν, απιστίαν, παράβασιν καθήκοντος, δι’ έγκλημα κατά των ηθών, και συκοφαντικήν δυσφήμησιν, ουδ’ εστερήθη των πολιτικών του δικαιωμάτων λόγω καταδίκης. δ)Έγγραφον συγκατάθεσιν γονέως ή κηδεμόνος προκειμένου περί υποψηφίου άγοντος ηλικίαν κατωτέραν των 21 ετών. ε)Πιστοποιητικόν υγείας εκδιδόμενον, παρά της αρμοδίας υγειονομικής αρχής, περί της καλής σωματικής και ψυχικής υγείας και αρτιμελείας, προσιδιαζούσης εις την φύσιν του επαγγέλματος. Σωματικαί μειονεξίαι των υποψηφίων, κρίνονται δι’ εκάστην περίπτωσιν εν συσχετίσει προς την ενδεχομένην επίδρασιν αυτών ως προς την άσκησιν του επαγγέλματος της Κοινωνικής Εργασίας, παραπεμπόμεναι εν αμφιβολία εις την παρά τω Υπουργείω Κοινωνικής Προνοίας δευτεροβάθμιον Υγειονομικήν Επιτροπήν δια την τελικήν κρίσιν. 3.Δια του εν παρ. 9 του άρθρ. 1 του παρόντος προβλεπομένου οργανισμού εκάστης Σχολής δύνανται να καθορισθούν και έτερα συμπληρωματικά προσόντα, ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια ως προς τους όρους και τον τρόπον της εισαγωγής σπουδαστών και της φοιτήσεως αυτών. Απαραιτήτως μεταξύ των όρων τούτων περιλαμβάνεται: α)Ιατρική εξέτασις παρά του Ιατρού της Σχολής δια να εξακριβωθή ότι η υγεία του σπουδαστού ανταποκρίνεται εις τας ειδικάς απαιτήσεις του επαγγέλματος και β)επιτυχία εις τας εισιτηρίους εξετάσεις γραπτής αφ’ ενός δοκιμασίας επί γενικών γνώσεων ή και ειδικών τοιούτων επί κοινωνικών θεμάτων, και αφ’ ετέρου ειδικής συνεντεύξεως μετά Καθηγητού της Σχολής ή μετ’ Επιτροπής, ης απαραιτήτως μετέχει Κοινωνικός Λειτουργός τακτικός Καθηγητής της Σχολής. Η συνέντευξις αύτη αποβλέπει πλην των άλλων, κυρίως εις την διαπίστωσιν της καταλληλότητος των υποψηφίων δια την άσκησιν του επαγγέλματος του Κοινωνικού Λειτουργού, εξ απόψεως προσωπικών χαρισμάτων και κλίσεων προς το επάγγελμα. 4.Οι ούτως εγγραφόμενοι σπουδασταί δύνανται κατά την διάρκειαν της φοιτήσεώς των να διαμένουν εντός των Σχολών, εφ’ όσον αύται κατά τον οργανισμόν των λειτουργούν ως οικοτροφεία ή διαθέτουν οικοτροφεία δι’ εσωτερικούς σπουδαστάς. 5.Οι εκπαιδευόμενοι καταβάλλουν εις την Σχολήν των τα υπό του Οργανισμού αυτών καθοριζόμενα δίδακτρα, δυνάμενοι να επιτυγχάνουν τας υπ’ αυτού προβλεπομένας μειώσεις διδάκτρων ή και δωρεάν εγγραφήν, αναλόγως της καλής επιδόσεώς των. 6.Εφ’ όσον η επίδοσις ή το ήθος σπουδαστού τινός κατά το πρώτον έτος των σπουδών του είναι τοιαύτα ώστε να αποδεικνύεται το αδύνατον της προσαρμογής του εις το επάγγελμα του Κοινωνικού Λειτουργού, ούτος δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά σύμφωνον γνώμην του Συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής απομακρύνεται ταύτης. 7.Μετ’ επιτυχή φοίτησιν και δοκιμασίαν προαγωγικών και πτυχιακών εξετάσεων οι σπουδασταί εγγράφονται εις τους πτυχιούχους της εις ην ανήκουν Σχολής. Τα των εξετάσεων τούτων, της βαθμολογίας, των εξεταστικών επιτροπών, του τύπου του πτυχίου, του όρκου του αποφοιτώντος σπουδαστού, ως και πάσα συναφής λεπτομέρεια καθορίζονται δια του Οργανισμού εκάστης Σχολής. 8.Το πτυχίον ανεγνωρισμένης Σχολής Κοινωνικής Προνοίας αποτελεί τίτλον χορηγήσεως αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Σελ. 47 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι 35.Α.γ.3 9.Παρ’ εκάστη Σχολή τηρείται μητρώον και ατομικοί φάκελλοι των σπουδαστών κατά τα εν τοις Οργανισμοίς αυτών οριζόμενα. Πρόγραμμα Εκπαιδεύσεως Άρθρ.5.-1.Η εκπαίδευσις εις τας Σχολάς Κοινωνικής Προνοίας είναι γενικής μορφώσεως εις την Κοινωνικήν Εργασίαν, και δη θεωρητική και πρακτική, το δε πρόγραμμα εκπαιδεύσεως καθορίζεται ειδικώτερον παρ’ Επιτροπής Προγράμματος κατά τα εν άρθρ. 6ω οριζόμενα. 2.Εις την διδασκαλίαν των θεωρητικών μαθημάτων περιλαμβάνονται: Α΄.Μαθήματα γενικών γνώσεων αναφερομένων: α)Εις την μελέτην του ανθρώπου. β)Εις την μελέτην του Κοινωνίας. Β΄.Μαθήματα θεωρίας και πράξεως της Κοινωνικής Εργασίας ήτοι: α)Γενικά μαθήματα Κοινωνικής Προνοίας. β)Μέθοδοι Κοινωνικής Εργασίας. Γ΄.Βοηθητικά μαθήματα. 3.Η πρακτική άσκησις αποβλέπει εις την εξοικείωσιν των σπουδαστών προς εφαρμογήν εν τη πράξει των υπ’ αυτών προσλαμβανομένων θεωρητικών γνώσεων και προς ανάπτυξιν δεξιοτήτων και απόκτησιν εμπειρίας, κατά μέθοδον Κοινωνικής Εργασίας, δια την άσκησιν του επαγγέλματος. Η πρακτική άσκησις τελεί υπό την καθοδήγησιν εποπτών Κοινωνικών Λειτουργών, υπηρετούντων εις Κέντρα πρακτικής ασκήσεως, οριζόμενα κατά τα εν τη επομένη παραγράφω. Οι επόπται Κοινωνικοί Λειτουργοί των Κέντρων Πρακτικής Ασκήσεως εν συνεργασία μετά των αρμοδίων Καθηγητών των Σχολών ή των προς τούτο Βοηθών αυτών, μεριμνούν όπως η πρακτική άσκησις συσχετίζεται και εναρμονίζεται προς την πορείαν της θεωρητικής διδασκαλίας, και την επίδοσιν των καθ’ έκαστον σπουδαστών. 4.Δια πράξεων του επί της Κοινωνικής Προνοίας Υπουργού, μετά γνώμην της εν επομένω άρθρω Επιτροπής Προγράμματος, καθορίζονται αι Κοινωνικαί Υπηρεσίαι, αι κρινόμεναι ως παρέχουσαι τας προϋποθέσεις χρησιμοποιήσεώς των ως Κέντρων Πρακτικής Ασκήσεως σπουδαστών. Επιτροπή Προγράμματος Άρθρ.6.-1.Δια πράξεως του επί της Κοινωνικής Προνοίας Υπουργού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 5 Ν.Δ. 4018/1959, συνιστάται παρά τη αρμοδία Διευθύνσει του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας «Επιτροπή Προγράμματος Σχολών Κοινωνικής Προνοίας», απαρτιζομένη: Ήδη η αρμοδιότης της ανωτέρω επιτροπής συνεχωνεύθη και ανετέθη εν όλω εις το κατά το άρθρ. 111 του Β.Δ. 682/1960 Συμβούλιον Κοινων. Εργασίας, δια του Β.Δ. 421/1965, ορίσαντος εν συνεχεία ότι «εφ’ όσον συζητούνται θέματα σχετιζόμενα με τα προγράμματα των Σχολών Κοινων. Προνοίας δύνανται να καλώνται και πρόσωπα ειδικά ίνα εκφέρουν την επ’ αυτών γνώμην των άνευ ψήφου». Σελ. 48 2.Αρμοδιότητες της εν προηγουμένη παραγράφω Επιτροπής είναι: α)η μελέτη και κατάρτισις προγραμμάτων εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως Κοινωνικών Λειτουργών και η γνωμοδότησις επί των προγραμμάτων εκπαιδεύσεως των υπό αναγνώρισιν Σχολών ή συμπληρώσεως των προγραμμάτων των εν λειτουργία τοιούτων, β)η γνωμοδότησις επί των προϋποθέσεων οργανώσεως και χρησιμοποιήσεως Κέντρων πρακτικής ασκήσεως, σπουδαστών Σχολών Κοινωνικής Προνοίας, γ)η μελέτη και κατάρτισις προγραμμάτων συγκλήσεως εκπαιδευτικών συσκέψεων και Εκπαιδευτικών συνεδρίων Κοινωνικών Λειτουργών, δ)η γνωμοδότησις επί παντός θέματος ανατιθεμένου αυτή δια του παρόντος ή τιθεμένου υπ’ όψει αυτής υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας και αναγομένου εις την εκπαίδευσιν των Κοινωνικών Λειτουργών και την οργάνωσιν των Κοινωνικών Υπηρεσιών. 35.Α.γ.3 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι 3.Εις τα υπό της εν παρ. 1 Επιτροπής κρινόμενα προγράμματα εκπαιδεύσεως, καθορίζονται τα διδασκόμενα μαθήματα και η επ’ αυτών πρακτική άσκησις, αι ώραι διδασκαλίας, καλύπτουσαι ισορρόπως τον κύκλον θεωρητικής διδασκαλίας και πρακτικής ασκήσεως, τα δια την διδασκαλίαν εκάστου μαθήματος απαιτούμενα τυχόν ειδικώτερα προσόντα και αι ειδικώτεραι κατευθύνσεις περί του τρόπου εκτελέσεως των εκπαιδευτικών τούτων προγραμμάτων. 4.Τα πορίσματα της Επιτροπής Προγράμματος, υποβάλλονται εις το Υπουργείον Κοινωνικής Προνοίας, εγκρίνονται δε παρά του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας. Προσωπικόν Άρθρ.7.-1.Το προσωπικόν των Σχολών Κοινωνικής Πρόνοιας απαρτίζεται εκ του διοικητικού και του διδακτικού τοιούτου, η σύνθεσις και ο τρόπος διορισμού του οποίου ορίζεται δια του οργανισμού εκάστης Σχολής, κατά τα εν παρ. 9 άρθρ. 1ον του παρόντος οριζόμενα και βάσει των εν επομένοις παραγράφοις γενικών κατευθύνσεων. 2.Το υπαλληλικόν προσωπικόν είναι κατ’ αριθμόν ανάλογον προς την δύναμιν των σπουδαστών εκάστης Σχολής, ώστε να καλύπτωνται πλήρως αι ανάγκαι κανονικής λειτουργίας αυτής, όσον αφορά την διαδικασίαν επιλογής των υπό εγγραφήν σπουδαστών, την διεξαγωγήν των προαγωγικών και επί πτυχίω, εξετάσεων, την τήρησιν του μητρώου, των ατομικών φακέλλων και του αρχείου, την διεξαγωγήν της διοικητικής αλληλογραφίας, την κατάρτισιν των πάσης φύσεως εκθέσεων, επιδόσεως σπουδαστών, την γραμματείαν Διοικητικού Συμβουλίου και Συλλόγου Καθηγητών, την πολυγράφησιν σημειώσεων διδασκομένης ύλης κλπ. 3.Εις εκάστην Σχολήν Κοινωνικής Προνοίας δέον να υπηρετούν δύο τουλάχιστον Καθηγηταί πλήρους απασχολήσεως, ανεξαρτήτως της δυνάμεως σπουδαστών. Εις τον ένα τούτων, πτυχιούχον Σχολής Κοινωνικής Προνοίας πανεπιστημιακού επιπέδου ή Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Ανωτάτης εκπαιδεύσεως;, ανατίθενται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου καθήκοντα διευθυντού της Σχολής, του ετέρου όντος πτυχιούχου Σχολής Κοινωνικής Προνοίας, αναλαμβάνοντος καθήκοντα αναπληρωτού Διευθυντού και καθισταμένου υπευθύνου δια την οργάνωσιν και παρακολούθησιν της πρακτικής ασκήσεως των σπουδαστών. «Εάν η εν τη Σχολή δύναμις σπουδαστών, υπερβαίνει τους 30, ανά 15 επί πλέον σπουδαστάς εις εισέτι καθηγητής, πλήρους απασχολήσεως, ως υπεύθυνος επί θεμάτων Πρακτικής ασκήσεως, προτιμωμένων εν τοιαύτη περιπτώσει των αποφοίτων Σχολών Κοινωνικής Προνοίας». Η εντός «» διάταξις ετροποποιήθη ως άνω δια του Β.Δ. 542 της 2/21 Σεπτ. 1963 (ΦΕΚ Α΄ 148). «4.Άπαντες οι διδάσκοντες μαθήματα μεθόδων Κοινωνικής Εργασίας Καθηγηταί, δέον να είναι πτυχιούχοι Σχολών Κοινωνικής Προνοίας Πανεπιστημιακού επιπέδου. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, η ανάθεσις της διδασκαλίας μαθημάτων Κοινωνικής Εργασίας εις τους διδάξαντας, μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, επί τριετίαν τουλάχιστον τα μαθήματα ταύτα εις ανεγνωρισμένας εν Ελλάδι Σχολάς και έχοντας άδειαν ασκήσεως επαγγέλματος Κοινωνικού Λειτουργού ή όντας πτυχιούχου Ανωτάτων Σχολών. Οι Καθηγηταί των λοιπών μαθημάτων, δέον να κέκτηνται πτυχίον Ανωτάτης Σχολής, και τα δια την διδασκαλίαν του μαθήματός των απαιτούμενα επιστημονικά προσόντα, έχοντες επίδοσιν εις σχετικάς ερεύνας ή εις ανάπτυξιν και εφαρμογήν Κοινωνικών Προγραμματισμών. Η εκλογή ή ο διορισμός καθηγητών υπό των ανεγνωρισμένων Σχολών Κοινωνικής Προνοίας εγκρίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών». Η παρ. 4 αντεκατεστάθη ως άνω δια του Β.Δ. 153 της 6/21 Φεβρ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 42). 5.Εις το διδακτικόν προσωπικόν περιλαμβάνονται και οι διοριζόμενοι βοηθοί των Καθηγητών, οίτινες δέον να έχουν ανάλογα προς τα των Καθηγητών ους βοηθούν προσόντα. 6.Οι Καθηγηταί εκάστης Σχολής απαρτίζουν τον «Καθηγητικόν Σύλλογον» ούτινος ο Πρόεδρος εκλέγεται κατ’ έτος υπό των Καθηγητών της Σχολής, δια μυστικής ψηφοφορίας. Ο Σύλλογος των Καθηγητών επιλαμβάνεται παντός θέματος αναγομένου εις την αρτιωτέραν κατάρτισιν και καλήν εκτέλεσιν του εκπαιδευτικού Προγράμματος, την επιλογήν των εισακτέων σπουδαστών, την κρίσιν της επιδόσεως αυτών κατά την φοίτησιν, την αξιολόγησιν αυτών από απόψεως ήθους, χαρακτήρος και προσαρμογής προς το επάγγελμα του Κοινωνικού Λειτουργού, την τελικήν κρίσιν των προαγωγικών και επί πτυχίω εξετάσεων, την επιβολήν πειθαρχικών κυρώσεων εις τους παρεκτρεπομένους και παντός ετέρου θέματος αναγομένου εις την κανονικήν λειτουργίαν της Σχολής ή τιθεμένου υπ’ όψιν αυτού υπό του Διοικητικού Συμβουλίου συμφώνως τω Οργανισμώ ταύτης. Επίσης ο Καθηγητικός Σύλλογος γνωμοδοτεί επί της εκλογής των Καθηγητών δια την συμπλήρωσιν κενών εδρών ή νέων τοιούτων. (Αντί της σελ. 49) Σελ. 49(α) Τεύχος 385-Σελ.3 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι 35.Α.γ.3 7.Το Διοικητικόν Συμβούλιον εκάστης Σχολής δύναται, μετά γνώμην του Συλλόγου των Καθηγητών αυτής να απονέμη τίτλον του επιτίμου Καθηγητού εις επιφανείς επιστήμονας, ημεδαπής ή αλλοδαπής, έχοντας επιδείξει εξέχουσαν επίδοσιν ή ενδιαφέρον εις τον τομέα της Κοινωνικής Προνοίας. Ομοίως δύναται να απονέμη τον τίτλον του ομοτίμου Καθηγητού εις ευδοκίμως διδάξαντας της Σχολής Καθηγητών. Μετεκπαίδευσις - Ειδίκευσις Κοινωνικών Λειτουργών Άρθρ.8.-1.Παρά ταις αναγνωρισμέναις Σχολαίς Κοινωνικής Προνοίας και εφ’ όσον διατίθενται παρ’ αυτών τα απαραίτητα μέσα, δύνανται να λειτουργούν τμήματα μετεκπαιδεύσεως προς ειδίκευσιν εις τους επί μέρους τομείς της Κοινωνικής Εργασίας και επιμόρφωσιν εν γένει των Κοινωνικών Λειτουργών, εις ους έχει χορηγηθή άδειαν ασκήσεως του επαγγέλματος. 2.Τοιαύτα τμήματα δύνανται να λειτουργούν και τη συνεργασία πλειόνων Σχολών Κοινωνικής Προνοίας. 3.Εις τους ούτω μετεκπαιδευομένους Κοινωνικούς Λειτουργούς παρέχεται τίτλος ειδικών σπουδών. 4.Τα των προσόντων εγγραφής και των όρων φοιτήσεως των Κοινωνικών Λειτουργών εις τμήματα μετεκπαιδεύσεως, ως και τα του προγράμματος της εν αυτοίς διδασκαλίας, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Συλλόγου των Καθηγητών της Σχολής ή αντιπροσωπευτικής Επιτροπής εκ Καθηγητών των προς τούτο συνεργαζομένων Σχολών, μετά γνώμην της παρά τω Υπουργείω Κοινωνικής Προνοίας, εν άρθρ. 6ω παρ. 1 του παρόντος Επιτροπής Προγράμματος Σχολών Κοινωνικής Προνοίας. Η τοιαύτη απόφασις του Συλλόγου των Καθηγητών ή της εκ Καθηγητών αντιπροσωπευτικής Επιτροπής υποβάλλεται εις το Υπουργείον Κοινωνικης Προνοίας, εγκρίνεται δε παρά του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Εργασίας. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.9.-1.Αι ήδη εν λειτουργία Σχολαί εκπαιδεύσεως Κοινωνικών Λειτουργών δύνανται να τύχουν, άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος, της εν άρθρ. 1 οριστικής αναγνωρίσεως κατά τα εν παρ. 5 αυτού, οριζόμενα, δια της τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος και εφ’ όσον συμπληρώσουν τας τυχόν επ’ αυτών ελλείψεις των. Προς τούτο δέον να υποβάλουν αρμοδίως εις το Υπουργείον Κοινωνικής Προνοίας αίτησιν μετά πλήρους εκθέσεως, εμφαινούσης το ιστορικόν της ιδρύσεώς των και την όλην δραστηριότητά των. Αύται δεν δύνανται εν πάση περιπτώσει να παρατείνουν την λειτουργίαν των ουδ’ ως προσωρινώς ανεγνωρισμέναι, άνευ της εν άρθρ. 1 του παρόντος προβλεπομένης αδείας, πέραν ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Σελ. 50(α) Τεύχος 385-Σελ.4 2.Σπουδασταί εγγεγραμμένοι, κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ήδη λειτουργούσας Σχολάς εκπαιδεύσεως Κοινωνικών Λειτουργών διετούς φοιτήσεως, μη κεκτημένοι δε πτυχίον Σχολής Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως δύνανται να τύχουν πτυχίου των εν λόγω Σχολών και μετά την αναγνώρισιν αυτών. Εις τον Ημέτερον επί της Κοινωνικής Προνοίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. 35.Α.γ.3 Κοινωνικοί Λειτουργοί-Κοινωνικοί Σύμβουλοι

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.