📄 Κείμενο νόμου
12. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 3956 της 12/18 Ιουν. 1959 Περί αντικαταστάσεως ενίων διατάξεων του Ν.Δ. 3562/1956 και άλλων τινών διατάξεων. Άρθρ.1.-1.Συνιστάται συμβούλιον εξ εκπροσώπων του Δημοσίου, της Τραπέζης της Ελλάδος, του ΟΧΟΑ, του ΙΚΑ και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, προς τον σκοπόν της ταχείας και από κοινού αντιμετωπίσεως των εκ της εφαρμογής του Ν.Δ. 3562/56 και του παρόντος νόμου προκυπτόντων ζητημάτων εις ας περιπτώσεις τα Νομικά ταύτα Πρόσωπα, ή τινα τούτων, εμφανίζονται ως πιστωταί κατά την έννοιαν των διατάξεων του Ν.Δ. 3562/1956. 2.Εις το Συμβούλιον της παρ. 1 ανατίθενται ωσαύτως αι δια του παρόντος νόμου προβλεπόμεναι εξουσίαι και αρμοδιότητες. Σελ. 82,22(α) 3.Ο παρά τω Συμβουλίω τούτω εκπρόσωπος του Δημοσίου ορίζεται, υπό του Υπουργού των Οικονομικών, των δε λοιπών Νομικών Προσώπων υπό των Διοικήσεων αυτών. Μετά των εκπροσώπων ορίζονται και εις ή πλείονες αναπληρωταί. Του Συμβουλίου προεδρεύει ο εκπρόσωπος της Τραπέζης της Ελλάδος αναπληρούμενος υπό μέλους του Συμβουλίου εκλεγομένου υπό των μελών αυτού. Το Συμβούλιον επικουρείται υπό Γραμματείας αποτελουμένης εξ υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και της Τραπέζης της Ελλάδος, τους οποίους ορίζουν αντιστοίχως ο Υπουργός των Οικονομικών και η Διοίκησις της Τραπέζης της Ελλάδος. 4.Εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί Συντονισμού, Οικονομικών, Εμπορίου και Βιομηχανίας όπως δια κονών αποφάσεων αυτών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζουσι τα των συνεδριάσεων του Συμβουλίου του άρθρ. 1 του παρόντος και τη συμφώνως τη προηγουμένη παραγράφω συγκρότησιν πλειόνων Συμβουλίων της αυτής συνθέσεως. Άρθρ.10.-1.Πας έτερος πιστωτής, μη μετέχων εις το ως εν άρθρ. 1 συγκροτούμενον Συμβούλιον και μη εκπροσωπηθείς υπό τινος των μελών αυτού κατά τα εν άρθρ. 3 του παρόντος δύναται να ανακόψη την κατά το άρθρ. 8 εκδοθείσαν απόφασιν του Συμβουλίου ενώπιον του Δικαστηρίου των Πρωτοδικών. Αρμόδια δια την εκδίκασιν των ανακοπών αυτών καθίστανται αποκλειστικώς τα Πρωτοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων το μεν της Θεσ/νίκης δια τας επιχειρήσεις εκείνας αίτινες έχουσι την έδραν των εντός της περιφερείας των Νομών Μακεδονίας και Θράκης κατά τα διοικητικά αυτών όρια, το δε Πρωτοδικείον Αθηνών δι’ απάσας τας λοιπάς. 2.Η ανακοπή ασκείται παρά τω Γραμματεί του αρμοδίου κατά τα εν παρ. 1 Πρωτοδικείου, κατά τας διατάξεις του Νόμ. 194/1914, αναλόγως εφαρμοζομένας, εντός προθεσμίας 30 ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου κατά τα εν άρθρ. 8 παρ. 3 του παρόντος οριζόμενα, άνευ οιασδήποτε παρεκτάσεως, κοινοποιείται δε επί ποινή απαραδέκτου εις τον οφειλέτην, τον αναγκαστικόν διαχειριστήν, τον διαχειριστήν του Ν.Δ. 3562 και τον Πρόεδρον του Συμβουλίου. Αι ανακοπαί φυλάσσονται εις ειδικόν κατ’ οφειλήν φάκελλον επί τω τέλει ορισμού κοινής δι’ απάσας δικασίμου. 3.Η ανακοπή πρέπει να περιλαμβάνη ειδικώς και ητιολογημένως τους κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου προβαλλομένους λόγους, οίτινες δεν δύνανται να ανάγωνται εις τα αφορώντα την πλειοψηφίαν των πιστωτών κεφάλαια, εκτός αν αυτά συνέχωνται αναποσπάστως με την ικανοποίησιν των δικαιωμάτων του ανακόπτοντος. 4.Παρελθούσης της προς ανακοπήν προθεσμίας ο Γραμματεύς του Πρωτοδικείου προσδιορίζει κοινήν δικάσιμον δι’ απάσας τας κατά του ιδίου οφειλέτου ανακοπάς, γνωστοποιεί δε ταύτην επιμελεία του 15 τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως εις τον ανακόπτοντα και πάντας τους εκ του δικογράφου της ανακοπής προκύπτοντας (αναγκαστικόν διαχειριστήν, πιστωτάς του άρθρου 2 του παρόντος κλπ.) καλουμένους όπως παραστούν κατά την συζήτησιν. 12.Β.γ.12 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές Η κλήσις επιδιδομένη υπό κλητήρος του Δικαστηρίου κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Νόμ. ΓπΟΔ΄ ως εκωδικοποιήθη δια του Β.Δ. της 1 Αυγ. 1920 συνεπάγεται τας δικονομικάς συνεπείας της κατά την Πολιτικήν Δικονομίαν επιδόσεως δια τας μεταξύ του ανακόπτοντος και των λοιπών ως άνω εν παρ. 2 προσώπων σχέσεις. Άρθρ.11.-1.Κατά την συζήτησιν της ανακοπής παρίστανται και ακούονται πλην του οφειλέτου, του αναγκαστικού διαχειριστού, του διαχειριστού Ν.Δ. 3562 και άπαντα τα εν άρθρ. 2 του παρόντος Νομικά Πρόσωπα. 2.Το δικαστήριον δικάζον επί των ανακοπών κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 16 του Νόμ. ΓπΟΔ΄, ως εκωδικοποιήθη δια του Β.Δ. της 1ης Αυγ. 1920 αναλόγως εφαρμοζομένου και μη δικαιούμενον να εκδώση παρεμπίπτουσαν ουδέ περί όρκου απόφασιν, αποφαίνεται οριστικώς δια μιας αποφάσεως επί πασών των ασκηθεισών ανακοπών, συνεκδικαζομένων και επί παντός ζητήματος όπερ ήθελεν ανακύψει κατά την συζήτησιν, σχηματίζον την κρίσιν του υποχρεωτικώς βάσει των στοιχείων των υποβαλλομένων εις αυτό κατά την συζήτησιν. 3.Κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ουδέν τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον επιτρέπεται. Άρθρ.12.-1.Το Δικαστήριον εξετάζον τους καθορισθέντας όρους συμβιβασμού δια τους μη εκπροσωπουμένους εις το Συμβούλιον πιστωτάς, με κριτήρια το δημόσιον συμφέρον εν γένει, το συμφέρον του συνόλου των πιστωτών τας υπαρχούσας ασφαλείας και την σχέσιν ενεργητικού και παθητικού της επιχειρήσεως αποφαίνεται είτε επικυρούν την απόφασιν του Συμβουλίου καθ’ όσον αφορά τας εις την μειοψηφίαν και τους μη εκπροσωπουμένους πιστωτάς αναφερομένας διατάξεις, είτε τροποποιούν και προσαρμόζον ταύτας κατά μέγιστον λόγον εις το μέτρον του περισσότερον κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, ικανοποιηθέντος πιστωτού της πλειοψηφίας. 2.Περίληψις της αποφάσεως του Συμβουλίου κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία και ως ήθελεν ενδεχομένως τροποποιηθή κατά τα εν παρ. 1 δια της αποφάσεως του Δικαστηρίου δημοσιεύεται εντολή του Προέδρου του Συμβουλίου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.13.-1.Επικυρωθείσης της αποφάσεως του Συμβουλίου υπό του Δικαστηρίου ή παρελθούσης απράκτου της προς άσκησιν ανακοπής προθεσμίας, τα υπό του Συμβουλίου προσδιορισθέντα ποσά των καθ’ έκαστα πιστώσεων και του συνολικού ύψους αυτών θεωρούνται τελεσιδίκως κριθέντα, ουδεμιάς επιτρεπομένης προσβολής της αποφάσεως του Συμβουλίου παρά πιστωτού απαιτήσεως αναγνωρισθείσης μεταγενεστέρως μεταξύ αυτού και του οφειλέτου. Πάσα τοιαύτη οφειλή, εάν είναι εκ των υπό του άρθρ. 6 προβλεπομένων, εις οιανδήποτε αιτίαν και αν οφείλεται η μη προβολή ταύτης εντός του χρόνου καταρτίσεως του συμβιβασμού, κλιμακούται υποχρεωτικώς εις πλείονας ετησίας δόσεις υπό του Συμβουλίου. Εάν τούτο έχη περατώσει τας εργασίας του αποφαίνεται αιτήσει του πιστωτού τούτου ή του οφειλέτου το κατά το άρθρ. 10 του παρόντος Δικαστήριον και κατά την αυτήν διαδικασίαν, ουδενός ετέρου καλουμένου κατά την συζήτησιν. Ειδικαί διατάξεις Άρθρ.14.-1.Εάν ο οφειλέτης τυγχάνη ανώνυμος εταιρεία, δια την κατάρτισιν συμβιβασμού νομιμοποιείται το διοικητικόν συμβούλιον αυτής και αν έτι το θέμα τούτο κατά το καταστατικόν αυτής περιλαμβάνεται εις την αρμοδιότητα της Γενικής Συνελεύσεως. 2.Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος νόμου επιχειρήσεις, των οποίων τα κύρια περιουσιακά στοιχεία (εργοστάσια, εγκαταστάσεις κλπ.) εξεποιήθησαν αναγκαστικώς εν πλειστηριασμώ περατωθέντι δια της εκδόσεως κατακυρωτικής περιλήψεως προ της 31.12.58. 3.Από της δημοσιεύσεως της επί της ανακοπής αποφάσεως του αρμοδίου Πρωτοδικείου ή από της παρόδου απράκτου της προς ανακοπήν προθεσμίας, κηρύσσεται δυνάμει του παρόντος λήξασα α)η αναγκαστική διαχείρισις και β)πάσα περαιτέρω κίνησις της διαδικασίας του Νόμ. 3562/56 προς θέσιν της επιχειρήσεως εις τινα των υπ’ αυτού προβλεπομένων καταστάσεων, επανερχομένης της επιχειρήσεως εις την διαχείρισιν του συμβιβασθέντος κυρίου ταύτης. Άρθρ.15.-Καθ’ όλην την διάρκειαν εκτελέσεως του αποφασισθέντος κατά τα ανωτέρω συμβιβασμού ουδεμία όθεν δήποτε προβλεπομένη παραγραφή τρέχει ως προς τας περιληφθείσας εν τω συμβιβασμώ οφειλάς. Η παραγραφή αύτη άρχεται εκ νέου τρέχουσα μετά εξάμηνον από της παρόδου του οριζομένου εν τω συμβιβασμώ χρόνου καταβολής της τελευταίας δόσεως, καλυπτομένη εφ’ εξής υπό των οικείων διατάξεων. Άρθρ.16.-Κατά πάσαν περίπτωσιν, καθ’ ην μετά την κατάρτισιν συμβιβασμού κατά την διαδικασίαν του παρόντος, επισπεύδεται κατά του οφειλέτου αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν μεταγενεστέρως γεννηθείσης απαιτήσεως οι συμβιβασθέντες πιστωταί αναγγέλλονται και κατατάσσονται δι’ ολόκληρον την δια του συμβιβασμού αναγνωρισθείσαν απαίτησιν, καθισταμένην αυτοδικαίως απαιτητήν και ληξιπρόθεσμον, μόνον ως προς τα εκποιούμενα περιουσιακά στοιχεία. (Μετά την σελ. 82,24) Σελ. 82,25 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.12 Άρθρ.17.-1.Εν επιφυλάξει του άρθρ. 27 του Ν.Δ. 3562, προκειμένου περί απαιτήσεων υπαγομένων εις την ρύθμισιν του παρόντος νόμου ησφαλισμένων δι’ ενεχύρου, η εκ τούτου ασφάλεια ισχύει δια την αρχικήν μόνον απαίτησιν, προς εξασφάλισιν της οποίας συνεστήθη το ενέχυρον, μετά των επ’ αυτής τόκων και ως ήθελε ρυθμισθή υπό του ως ανωτέρω Συμβουλίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 7 παρ. 2 του παρόντος και δικαστικών δαπανών εκποιήσεώς του, ουχί δε και δι’ απαίτησιν μεταγενεστέραν του χρόνου συστάσεως ενεχύρου. 2.Καθ’ οίαν έκτασιν η προς ωρισμένον πιστωτήν οφειλή ασφαλίζεται δι’ ενεχύρου κατά τα εν παρ. 1, η απαίτησις αύτη δεν υπολογίζεται προς σχηματισμόν της προβλεπομένης υπό της παρ. 4 του άρθρ. 7 του παρόντος πλειοψηφίας. 3.Εάν η τιμή εκποιήσεως του ενεχύρου είναι ανωτέρα της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ασφαλιζομένης δι’ αυτού απαιτήσεως, το υπόλοιπον περιέρχεται εις τους λοιπούς εν τω συμβιβασμώ πιστωτάς εις εξόφλησιν απαιτήσεών των ρυθμιζομένων υπό του παρόντος νόμου και κατά τον λόγον της απαιτήσεως εκάστου. Άρθρ.18.-Αποφασισθέντος του συμβιβασμού και μετά την εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως δημοσίευσιν αυτού κατά τα εν παρ. 2 του άρθρ. 12 του παρόντος ο περί ου ο συμβιασμός οφειλέτης κατάβάλλει παράβολον ίσον προς τα 0,50 ο / οο επί του συνόλου των εν συμβιβασμώ οφειλών. Το προϊόν τούτου, κατατιθέμενον εις την Τράπεζαν της Ελλάδος, θέλει διατεθή δια τας δαπάνας εφαρμογής του παρόντος νόμου, επίσης δε και δια τας ήδη υπό του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Ν.Δ. 3562/56 γενομένας τοιαύτας, του αντιστοίχου ποσού μεταφερομένου εις πίστωσιν του Ελληνικού Δημοσίου, αιτήσει του Υπουργού Οικονομικών. Εν παραλείψει του υποχρέου προς καταβολήν του παραβόλου, τούτο βεβαιούται ως δημόσιον έσοδον και εισπράττεται κατά τας διατάξεις του ΝΕΔΕ. Άρθρ.2.-1.Επιτρέπεται εις το Δημόσιον, την Τράπεζαν της Ελλάδος, τον ΟΧΟΑ, το ΙΚΑ και την Εθνικήν Τράπεζαν Ελλάδος όπως, εν συμπράξει και κατά την διαδικασίαν του παρόντος νόμου, προέρχωνται εις συμβιβασμούς μετά οφειλετών αυτών κατά τα εν συνεχεία οριζόμενα. Άρθρ.19.-1.Εις τας τελούσας την 31 Δεκ. 1958 υπό αναγκαστικήν διαχείρισιν επιχειρήσεις περιλαμβάνονται και εκείναι ων οι φορείς εκηρύχθησαν εις πτώχευσιν, ανασταλείσαν δυνάμει των Ν.Δ. 3827/58 και 3890/58. Η πτώχευσις ανακαλείται αυτοδικαίως, θεωρουμένη ως μηδέποτε κηρυχθείσα, από της κατά το άρθρ. 8 παρ. 3 του παρόντος δημσιεύσεως της περί συμβιβασμού αποφάσεως του συμβουλίου. Σελ. 82,26 2.Εις την διάταξιν του συμβιβασμού περιλαμβάνονται ομοίως οι διευθύνοντες σύμβουλοι και διευθυνταί των οφειλετίδων επιχειρήσεων των υπαγομένων εις την διάταξιν του παρόντος, εφ’ ων κατόπιν απορρίψεως των βιβλίων της Επιχειρήσεως έχει επιβληθή ή επιβληθήσεται ειδική φορολογία αποκρυβέντων κερδών, δια τας προ της 8 Οκτ. 1956 αναγομένας χρήσεις. Αι πηγάζουσαι εκ της ανωτέρω αιτίας οφειλαί των διευθυνόντων συμβούλων και διευθυντών ρυθμίζονται και εξοφλούνται καθ’ όμοιον ακριβώς τρόπον καθ’ ον θέλουσι ρυθμισθή αι οφειλαί των επιχειρήσεών των, δια της αποφάσεως περί συμβιβασμού του εν άρθρ. 1 του παρόντος Συμβουλίου. Άρθρ.20.-Αι διατάξεις των κατά τον παρόντα νόμον συμβιβασμών περιλαμβάνουσι τους εγγυητάς και τριτεγγυητάς των οφειλετών και τους χορηγήσαντας οιανδήποτε εμπράγματον ασφάλειαν ή πάσης φύσεως εγγύησιν. Άρθρ.21.-1.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών, Εμπορίου και Βιομηχανίας δημοσιευομένων εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως θέλει καθορισθή πάσα λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου. 2.Το εν άρθρ. 1 του παρόντος Συμβούλιον λειτουργεί παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος. Άρθρ.22.-Αι διατάξεις του άρθρ. 24 του Ν.Δ. 3562/56 και της παρ. 5 του άρθρ. 1 του Νόμ. 3645/56 καταργούνται, αντικαθιστάμεναι δια των διατάξεων του παρόντος. Άρθρ.23.-1.Η υπό της παρ. 1 του άρθρ. 1 Ν.Δ. 3890/1958 προβλεπομένη αναστολή εκτελέσεως, παρατείνεται αυτοδικαίως από της λήξεως αυτής μέχρι της 31 Ιουλ. 1959. 2.Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, της έδρας της επιχειρήσεως, δικάζων κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 634 και επομ. της Πολιτικής Δικονομίας ή 564 επομ. της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας δύναται να χορηγήση αναστολήν εκτελέσεως το πολύ μέχρι λήξεως του εν παρ. 2 του άρθρ. 6 του παρόντος νόμου καθοριζομένου χρόνου των εργασιών του Συμβουλίου, εφ’ όσον εν τω προσώπω του οφειλέτου συντρέχουν αι ακόλουθοι αθροιστικώς προϋποθέσεις: α)να ασκή ούτος βιομηχανικήν ή βιοτεχνικήν επιχείρησιν υπαγομένην εις τας διατάξεις του άρθρ. 4 του παρόντος και β)να έχη υποβάλει αίτησιν συμβιβασμού εις το υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενον Συμβούλιον. Η συνδρομή των υπό στοιχ. α΄ και β΄ προϋποθέσεων αποδεικνύεται υποχρεωτικώς δια προσαγωγής εις τον Πρόεδρον Πρωτοδικών βεβαιώσεως, εκδιδομένης υπό του εν άρθρ. 1 Συμβουλίου, όπερ αποφαίνεται ανελέγκτως, όσον αφορά την α΄ προϋπόθεσιν. 12.Β.γ.12 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 3.Αναγκαστικοί διαχειρισταί των περί ων το άρθ. 4 του παρόντος επιχειρήσεων, διορισθέντες τη αιτήσει του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε διώκονται ούτε τιμωρούνται δια τας υπό του άρθρ. 6 παρ. 1 του Νομ. 1373/1944 και τας υπό του άρθρ. 26 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951 προβλεπομένας παραβάσεις. Άρθρ.24.-1.Των διατάξεων του παρόντος νόμου εξαιρούνται τα ιδιωτικά εις χρυσόν ή εξωτερικόν συνάλλαγμα δάνεια, τα υπαχθέντα εις την δια του Α.Ν. 1318/1959 κυρωθέντος δια του Νόμ. 1586/1950, ως ούτος μεταγενεστέρως ετροποποιήθη, ορισθείσαν αναστολήν εξυπηρετήσεως παρατεινομένης αφ’ ης έληξε, μέχρι της 31 Δεκ. 1959. Τα τυχόν καταβληθέντα όμως ποσά δεν αναζητούνται. Η ως άνω προθεσμία παραταθείσα αλληλοδιαδόχως μέχρι 30 Ιουν. 1964 παρετάθη εκ νέου μέχρι 31 Δεκ. 1964 δια του Β.Δ. 364 της 27/30 Ιουν. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 105). 2.Η κατά τα ανωτέρω αναστολή δύναται να παρατείνηται και πέραν της εις την προηγουμένην παράγραφον προθεσμίας δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών. 3.Διαρκούσης της δια της προηγουμένης παραγράφου παρατεινομένης αναστολής εξυπηρετήσεως των εις α αύτη αναφέρεται δανείων, απαγορεύεται η έγερσις ή η συνέχισις καταψηφιστικών ή αναγνωριστικών αγωγών, ή ετέρα τις κατά των οφειλετών δικαστική ενέργεια, ως και η αναγκαστική εκτέλεσις ή η συνέχισις ταύτης. Άρθρ.25.-1.Η λειτουργία της Νομισματικής Επιτροπής παρατείνεται αφ’ ης έληξε μέχρι της 31 Δεκ. 1959. 2.Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών δύναται να παρατείνηται η διάρκεια της λειτουργίας της Νομισματικής Επιτροπής. Άρθρ.26.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Βλ. ερμηνείαν του ανωτέρω Νόμου εις άρθρ. 9 Ν.Δ. 4256/1962 (κατωτ.αριθ. 14). Άρθρ.3.-1.Επιτρέπεται ωσαύτως εις τα λοιπά εν γένει Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικούς Οργανισμούς όπως προέρχωνται εις συμβιβασμούς μετά των οφειλετών των κατά την αυτήν του παρόντος νόμου διαδικασίαν. 2.Νομικόν πρόσωπον εκ των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου, προτιθέμενον να προέλθη εις συμβιβασμόν, οφείλει να καταστήση πληρεξούσιον ένα των μετεχόντων εν τω συμβουλίω του άρθρ. 1 του παρόντος μελών. 3.Την αυτήν ευχέρειαν εκπροσωπήσεως δια μέλους του συμβουλίου τούτου έχει και πας έτερος πιστωτής επιθυμών συμβιβαστικόν διακανονισμόν. 12.Β.γ.11-12 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές Προϋποθέσεις Συμβιβασμού Άρθρ.4.-Ως οφειλέτης εν τη εννοία του παρόντος νόμου νοείται πάσα βιομηχανική ή βιοτεχνική επιχείρησις, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής της, εφ’ όσον: α)ετέλει κατά την 31 Δεκ. 1958 υπό αναγκαστικήν διαχείρισιν κατ’ εφαρμογήν του Νόμ. 2810/1954, ή β)είχε κινηθή κατ’ αυτής οπωσδήποτε μέχρι της ως άνω χρονολογίας ή διαδικασία του Ν.Δ. 3562/1956, ή γ)είχεν υποβληθή μέχρι της αυτής ημερομηνίας εις το Συμβούλιον του άρθρ. 24 ή εις την Επιτροπήν του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 3562/56 αίτησις συμβιβασμού των πιστωτών ή του οφειλέτου ή δ)κατά την περίοδον 1945–1949 συνεπεία εμπρησμού ή ανατινάξεως των εγκαταστάσεών των υπό των συμμοριτών ανέστειλαν ολικώς ή μερικώς τας εργασίας των και δεν ελειτούργησαν κανονικώς είτε εκ της αιτίας ταύτης είτε συνεπεία διαταγών των οικείων Στρατιωτικών Αρχών συνισταμένων εις διατήρησιν παρ’ αυτών του προσωπικού καίπερ μη υπαρχούσης δυνατότητος απασχολήσεώς του, ή ε)ανήκουσα εις ανεγνωρισμένους Αρχηγούς Εθνικής Αντιστάσεως κατεστράφη ολοσχερώς υπό των στρατευμάτων κατοχής, εις αντίποινα δια την εθνικήν δράσιν των ιδιοκτητών αυτών. Άρθρ.5.-1.Οφειλαί δυνάμεναι ν’ αποτελέσωσιν αντικείμενον συμβιβασμού κατά την διαδικασίαν του παρόντος νόμου είναι αποκλειστικώς και μόνον αι γεγεννημέναι προ της 8ης Οκτ. 1956, ημέρας ενάρξεως της ισχύος του Ν.Δ. 3562. Εις την αυτήν ρύθμισιν υπόκεινται και αι παρεπόμεναι αυτών οφειλαί εκ τόκων, προσαυξήσεων κλπ., αι εμπίπτουσαι εις τον χρόνον μέχρι της 31.12.58. Εφ’ όσον πρόκειται περί οφειλών, η επιβολή ή βεβαίωσις των οποίων γίνεται βάσει ιδίας διαδικασίας (φόροι, ασφαλιστικαί εισφοραί κλπ.), εις την ανωτέρω ρύθμισιν υπόκεινται και όσαι εβεβαιώθησαν τελεσιδίκως μέχρι της 31 Δεκ. 1958 δι’ αιτίαν αναγομένην εις τον προ της 8ης Οκτ. 1956 χρόνον. 2.Εξαιρούνται, μη δυνάμεναι ν’ αποτελέσωσιν αντικείμενον συμβιβασμού, απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά τρίτων, δι’ ας προβλέπεται ίδιος τρόπος τοκοχρεωλυτικής εξοφλήσεως δι’ ειδικών νόμων και συμβάσεων. Άρθρ.6.-1.Το εν άρθρ. 1 του παρόντος Συμβούλιον καθίσταται αποκλειστικόν αρμόδιον όργανον δια την αιτήσει του οφειλέτου κατάρτισιν των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων συμβιβασμών, εφ’ όσον το Ελληνικόν Δημόσιον, η Τράπεζα της Ελλάδος, ο ΟΧΟΑ, το ΙΚΑ και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ομού, καθ’ ομάδας ή και αυτοτελώς έκαστος τυγχάνουν πιστωταί ή εκπρόσωποι κατά τα εν παρ. 2 και 3 του άρθρ. 3 του παρόντος οριζόμενα, τουλάχιστον των 3/5 του συνόλου των κατά της οφειλέτιδος επιχειρήσεως και εις την ρύθμισιν του παρόντος υποκειμένων απαιτήσεων. 2.Εις το Συμβούλιον τάσσεται οκτάμηνος προθεσμία από της ισχύος του παρόντος, δυναμένη να παραταθή επί τέσσερας εισέτι μήνας δια κοινής αποφάσεως των εν άρθρ. 1 παρ. 4 του παρόντος Νόμου Υπουργών, εντός της οποίας οφείλει τούτο απαραιτήτως να έχη εκδόσει οριστικάς αποφάσεις εφ’ απασών των υποβληθεισών αυτώ αιτήσεων προς συμβιβασμόν. Παρελθούσης της εν τω προηγουμένω εδαφίω προθεσμίας το Συμβούλιον παραμένει εν λειτουργία δια την παρακολούθησιν της εφαρμογής του παρόντος και δια την ρύθμισιν των λοιπών εκ της εκτελέσεως των συμβιβασμών ανακυπτόντων ζητημάτων. Άρθρ.7.-1.Η περί συμβιβασμού αίτησις του οφειλέτου υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από της ισχύος του παρόντος. 2.Το Συμβούλιον αποφασίζον επί του συμβιβασμού στερείται οπωσδήποτε του δικαιώματος να προέλθη εις μείωσιν της βασικής οφειλής ή του κεφαλαίου. Το Συμβούλιον εν τω καθορισμώ των όρων του συμβιβασμού δύναται να προέλθη εις λελογισμένην μείωσιν και περιορισμόν των τόκων και των συνεπειών εν γένει της υπερημερίας, εκ προσθέτων, προσαυξήσεων κλπ. Οι όροι του συμβιβασμού υπό τους ως άνω περιορισμούς δύνανται να είναι διάφοροι δι’ έκαστον των εν άρθρ. 2 και 3 πιστωτών. 3.Το Συμβούλιον αποφαίνεται δι’ απλής των μελών αυτού πλειοψηφίας περί του ποσού όλων των πιστώσεων. Η κρίσις του Συμβουλίου προκειμένου περί των πιστώσεων των εν άρθρ. 2 Νομικών Προσώπων ως και των δια μέλους του Συμβουλίου κατά το άρθρ. 3 εκπροσωπουμένων πιστωτών είναι ανέλεγκτος. 4.Δια την λήψιν εγκύρου αποφάσεως περί συμβιβασμού απαιτείται ομόφωνος γνώμη των απαρτιζόντων το Συμβούλιον πέντε μελών. Εις περίπτωσιν διαφωνίας ενός μέλους δια την λήψιν εγκύρου αποφάσεως αρκεί η εκ των υπολοίπων τεσσάρων συγκροτουμένη πλειοψηφία, εφ’ όσον ούτοι αντιπροσωπεύουν τα 51% του συνόλου των υποκειμένων εις την ρύθμισιν του παρόντος οφειλών της επιχειρήσεως. Εις την περίπτωσιν ταύτην η απόφασις δεσμεύει και τους λοιπούς εν τω Συμβουλίω εκπροσωπουμένους πιστωτάς. (Μετά την σελ. 82,22(α) Σελ. 82,23 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.12 5.Ειδικώς προκειμένου περί οφειλών Εταιρειών πάσης μορφής προς μετόχους, Εταίρους διατελέσαντας Διευθυντάς ή Διευθύνοντας Συμβούλους αι οφειλαί αύται εξοφλούνται εις τέσσαρας εξαμηνιαίας ατόκους εισέτι δόσεις, της πρώτης καταβλητέας ματά την ολοκληρωτικήν εξόφλησιν των πάσης φύσεως οφειλών αυτών, κατά τους όρους του δια του παρόντος προβλεπομένου συμβιβασμού. 6.Συμφωνουμένης εν τω συμβιβασμώ της καταβολής της οφειλής κατά δόσεις, αύτη νοείται εκφραζομένη υποχρεωτικώς εις δολλάρια Η.Π.Α. Άρθρ.8.-1.Το Συμβούλιον δια της αυτής αποφάσεως και υπό τας εις το προηγούμενον άρθρον προϋποθέσεις και περιορισμούς καθορίζει τους όρους συμβιβασμού και καθ’ όσον αφορά εις τους λοιπούς πιστωτάς. 2.Το Συμβούλιον υποχρεούται όπως δια της αποφάσεώς του επιβάλη εις τον οφειλέτην την υποχρέωσιν, εφ’ όσον ήθελεν αποφασισθή η εις δόσεις καταβολή της οφειλής, όπως καλύψη εκάστην δόσιν από της δευτέρας τοιαύτης μέχρι και τελευταίας δια Τραπεζιτικής εγγυητικής επιστολής εγγυωμένης την εμπρόθεσμον καταβολήν της εκάστοτε δόσεως. Η Τραπεζιτική αύτη εγγυήσις ανανεουμένη εκάστοτε δια μίαν δόσιν (REVOLVING) θα αναφέρεται κατά ποσόν εις το σύνολον των πιστώσεων ενιαίως λαμβανομένων υπ’ όψιν και εις άπαντας ανεξαιρέτως τους πιστωτάς. Η Τραπεζιτική αύτη εγγύησις θα εκδίδεται επ’ ονόματι της Τραπέζης της Ελλάδος, θα παραδίδεται δε εντός 15 ημερών από του οριζομένου δια την καταβολήν της προηγουμένης δόσεως χρόνου. Κατ’ εξαίρεσιν η πρώτη Τραπεζιτική εγγυτική επιστολή η εγγυωμένη την καταβολήν της δευτέρας δόσεως δύναται να προσκομισθή εντός εξ μηνών από του ορισθησομένου δια την καταβολήν της πρώτης δόσεως χρόνου. Το Συμβούλιον δύναται κατά την κρίσιν του να ζητή δια της ιδίας αποφάσεως και οιασδήποτε άλλας εμπραγμάτους ασφαλείας. 3.Η απόφασις του Συμβουλίου δημοσιεύεται εις ειδικόν βιβλίον τηρούμενον υπό του γραμματέως, κεκυρωμένον δε αντίγραφον ταύτης δέον να παραδίδηται υπό του Γραμματέως του Συμβουλίου εις πάντα αιτούντα πιστωτήν. Άρθρ.9.-Οι εν τη αποφάσει του Συμβουλίου όροι του συμβιβασμού, ως ενδεχομένως ήθελον τροποποιηθή υπό του Δικαστηρίου, αποφασίζοντος επί ανακοπής πιστωτού της μειοψηφίας, θεωρούνται ως περιεχόμενον της περί συμβιβασμού συμβάσεως ως προς άπαντας τους πιστωτάς, ουδεμίας δι’ οιονδήποτε λόγον επιβλεπομένης προσβολής ταύτης. Σελ. 82,24 Δικαιώματα των μη εκπροσωπουμένων πιστωτών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.