📄 Κείμενο νόμου
57. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 323 της 2/13 Απρ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 93) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 170/2 Ιουλ. 1981). Περί λειτουργίας του Κλάδου Επικουρικής ασφαλίσεως των Εκπροσώπων των Επαγγελματικών Οργανώσεων των Αυτοκινητιστών Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 984/1979 «περί τροποποιήσεως της περί Τ.Σ.Α. νομοθεσίας υπαγωγής των μισθωτών οδηγών αυτοκινήτων εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ και άλλων τινών διατάξεων» (ΦΕΚ 244/27.10.79 τ.Α΄). 2.Τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. β΄ περίπτ. αα΄ και 113 παρ. 2 εδάφ. α΄ του υπ’ αριθ. 544/77 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 178/77 τ.Α΄) «περί Οργανισμού του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 728/77 (ΦΕΚ 316/77 τ.Α΄). 3.Την υπ’ αριθ. 1029/16.5.80 (ΦΕΚ 491/80 τ.Β΄) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 4.Γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών που ελήφθη με τις 1608/9.11.1979 και 740/26.8.1980 αποφάσεις αυτού. 5.Την από 28.4.1980 Αναλογιστική μελέτη της Δ/νσεως του Υπουργείου. 6.Γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας που ελήφθη κατά την 73/8.10.80 συνεδρίαση αυτού της Κ΄ περιόδου. 7.Την υπ’ αριθ. 1366/80 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Εγκρίνεται ο Κανονισμός Λειτουργίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως των Εκπροσώπων των Επαγγελματικών Οργανώσεων των Αυτοκινητιστών έχων ως εξής: Άρθρο 1. Εισαγωγή Διάταξη. Ο συσταθείς, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 984/79 στο Ταμείο Συντάξεων Αυτοκινητιστών, Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως των Εκπροσώπων των Εργοδοτικών Επαγγελματικών Οργανώσεων των Αυτοκινητιστών, ο οποίος εν τοις επομένοις αποκαλείται «Κλάδος», διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Στοιχεία που θεμελιώνουν το δικαίωμα υπαγωγής στην ασφάλιση Άρθρο 10. Ποσό συντάξεως μελών οικογενείας. 1.Το ποσό της συντάξεως την οποία δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς το 65% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.Το ποσό της συντάξεως την οποία δικαιούται κάθε τέκνο, ισούται προς το 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων η κατά το προηγούμενο εδάφιο σύνταξη τριπλασιάζεται. Το σύνολο πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολο των συντάξεων υπερβαίνει τα όρια του προηγούμενου εδαφίου η σύνταξη κάθε δικαιουμένου μειώνεται ανάλογα. 3.Οι εγγονοί, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, εφόσον δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξη δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσό της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 4.Το ποσό της συντάξεως κάθε εγγονού, προγονού, του πατρός ή της μη χήρας μητρός, ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της δε χήρας μητρός προς τα 40% της αυτής συντάξεως. Πάντως το σύνολο των συντάξεων των εγγονών, προγονών και γονέων δεν μπορεί να υπερβεί εν ελλείψει χήρας (χήρου) ή τέκνων, το 80% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) ή υπαρχόντων τούτων, το ποσόν το εναπομένον από την εν λόγω σύνταξη, μετά την ικανοποίηση του εις σύνταξη δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 5.Σε περίπτωση μειώσεως του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως λόγω της εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως του επί τούτου δικαιώματος, το ποσό της συντάξεως κάθε δικαιοδόχου αναπροσαρμόζεται ανάλογα. Άρθρο 11. Διαδικασία απονομής της συντάξεως. 1.Για την άσκηση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, απαιτείται η υποβολή αιτήσεως. 2.Οι υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού προβλεπόμενες παροχές, απονέμονται υπό του οργάνου το οποίο καθίσταται εκάστοτε αρμόδιο, για την απονομή των παροχών στους ασφαλισμένους του Τ.Σ.Α. 3.Με αποφάσεις του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α. καθορίζονται τα απαιτούμενα για τη συνταξιοδότηση δικαιολογητικά. Άρθρο 12. Υγειονομικές Επιτροπές. 1.Αρμόδια για τη διαπίστωση της κατά το άρθρο 7 παρ. 2 αναπηρίας είναι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του οικείου Υποκ/τος Ι.Κ.Α. του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου, στην οποία παραπέμπεται ο ασφαλισμένος με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. 2.Κατά της γνωματεύσεως της Πρωτ/μίου Υγειονομικής Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή υπό του ασφαλισμένου και του Ταμείου ενώπιον της οικείας Β/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α., εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως. Η ασκουμένη από τον ασφαλισμένο προσφυγή κατατίθεται στο Ταμείο. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί να ζητήσει, οποτεδήποτε, νέα ιατρική εξέταση του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου εκτός αν αυτός. α)Συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του ο άνδρας και το 50ο έτος η γυναίκα, εφόσον συνταξιοδοτείται επί επτά έτη συνεχώς και έχει υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ υγειονομικής επιτροπής κατά την διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς του αυτής. β)Συμπλήρωσε το 60ον έτος της ηλικίας του ο άνδρας και το 55ο έτος η γυναίκα, εφόσον συνταξιοδοτείται επί πέντε έτη συνεχώς και έχει υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον, εξετάσεις παρ’ υγειονομικής επιτροπής κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς του αυτής. γ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εάν συνταξιοδοτείται συνεχώς επί 12 έτη. δ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εάν συνταξιοδοτείται επί 20 έτη συνεχώς ή διακεκομένως, πάντως από τριετίας συνεχώς. (Μετά τη σελ. 1390,240) Σελ. 1390,241 Τεύχος Ε122-Σελ. 3 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.57 97 Στο χρόνο συνεχούς συνταξιοδοτήσεως συνυπολογίζεται και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω αναπροσαρμογής, προκειμένου δε περί των συνταξιούχων των υπό στοιχεία γ΄ και δ΄ κατηγοριών, και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω φυματιώσεως. 4.Οι δαπάνες εξετάσεως των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α., βαρύνουν τον Κλάδο ο οποίος αποδίδει αυτές στο Ι.Κ.Α., βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων. Άρθρο 13. Απόδειξη ηλικίας, συνθέσεως οικογενείας γάμου και θανάτου. 1.α)Η ηλικία των ησφαλισμένων και των μελών οικογενείας των αποδεικνύεται, αποκλειστικά με ληξιαρχική Πράξη γεννήσεως που συνετάγη ή διορθώθηκε εντός 90 ημερών από της γεννήσεώς τους. β)Εάν δεν υπάρχει η ανωτέρω ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, η ηλικία αποδεικνύεται, αποκλειστικά δια της εγγραφής στα Μητρώα αρρένων και εν ελλείψει τοιαύτης, δια της εγγραφής στα εν ισχύι δημοτολόγια. Στην περίπτωση αυτή σαν ημερομηνία γεννήσεως λογίζεται η 30ή Ιουνίου του έτους γεννήσεως. Επί δύο ή περισσοτέρων εγγραφών στα δύο αυτά ή διάφορα εν ισχύι δημοτολόγια και υπό διάφορο έτος γεννήσεως, λαμβάνεται υπόψη η εγγραφή από την οποία προκύπτει η μεγαλύτερη ηλικία. Σε περίπτωση διορθώσεως του έτους γεννήσεως του αναγραφομένου στα δημοτολόγια, η οποία έγινε με οποιονδήποτε τρόπο, λαμβάνεται υπόψη το προ της διορθώσεως αναγραφόμενο έτος γεννήσεως. γ)Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ή εγγραφής στα Μητρώα αρρένων ή τα ισχύοντα δημοτολόγια, ως ανωτέρω, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής καθορισμού ηλικίας του ΙΚΑ κατόπιν αιτήσεως του Κλάδου ή του ασφαλισμένου. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται και το έτος γεννήσεως των ασφαλισμένων ή των μελών της οικογένείας των, με αίτηση του Κλάδου, εάν προκύπτουν βάσιμες αμφιβολίες για την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως τούτων στα δημοτολόγια. δ)Η ηλικία προσώπων που γεννήθηκαν στην αλλοδαπή, εάν δεν υπάρχουν τα αναφερόμενα στα εδάφια α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου αποδεικτικά, αποδεικνύεται με κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να αποδείξει αυτή κατά τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο έλαβε χώρα η γέννηση θεωρουμένου από την οικεία Ελληνική Προξενική Αρχή. Εάν δεν προσκομίζονται τέτοια στοιχεία ή από τα προσκομισθέντα προκύπτουν αμφιβολίες για την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεως η ηλικία καθορίζεται σύμφωνα με την διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου γ΄. ε)Κάθε αμφισβήτηση ως προς το έγκυρο ή την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων ηλικίας που προκύπτουν από έγγραφα στοιχεία που έχουν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, επιλύεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. 2.Ο γάμος του ασφαλισμένου αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη, ελλείψει δε αυτής, με πιστοποιητικό της αρμόδιας Μητροπόλεως ή του αρμοδίου Αρχιερατικού Επιτρόπου. Σελ. 1390,242 Τεύχος Ε122-Σελ. 4 Για τις περιπτώσεις γάμων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή ή τοιούτων μεταξύ ετεροδόξων, ο γάμος αποδεικνύεται με πιστοποιητικό ή βεβαίωση των αρμοδίων θρησκευματικών ή Εκκλησιαστικών Αρχών, δεόντως θεωρημένο, ελλείψει δε τούτων, με ένορκο βεβαίωση μαρτύρων. 3.Ο θάνατος αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη θανάτου, προκειμένου δε περί αφάντου, με την κηρύσσουσα την αφάνεια απόφαση του Δικαστηρίου. 4.Η σύνθεση της οικογενείας όπως και το αμετάβλητο της προσωπικής καταστάσεως του ασφαλισμένου, αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του Δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητος. Άρθρο 14. Χρόνος και τρόπος καταβολής συντάξεων. 1.Η σύνταξη καταβάλλεται στους δικαιοδόχους, στην αρχή κάθε μηνός. Σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου η καταβληθείσα ή οφειλομένη σύνταξη υπολογίζεται για ολόκληρο το μήνα, ανεξαρτήτως ημερομηνίας θανάτου. 2.Η σύνταξη μπορεί να καταβάλλεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ ή αναγνωρισμένων Τραπεζικών Ιδρυμάτων. 3.Οι δαπάνες πληρωμής των συντάξεων βαρύνουν τον Κλάδο. Άρθρο 15. Έναρξη και λήξη συνταξιοδοτικού δικαιώματος. 1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος από την 1η του επομένου μήνα εκείνου που υπεβλήθη η αίτηση για την απονομή της συντάξεως. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας, από την ημέρα εκείνη κατά την οποία επήλθε η αναπηρία. γ)Επί συντάξεως μελών οικογενείας από την 1η του επομένου μήνα εκείνου που επήλθε ο θάνατος. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα λήγει: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος, στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος του συνταξιούχου. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας, από της επομένης ημέρας εκείνης κατά την οποία ο ανάπηρος έπαυσε να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του παρόντος. γ)Επί συντάξεως λόγω θανάτου, στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο συνήφθη νέος γάμος. δ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγονών, προγονών και αδελφών στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο συμπλήρωσαν τα υπό της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 997/79 οριζόμενα όρια ηλικίας, ή και προ των ορίων τούτων ηλικίας εφόσον: Ι.Συνήψαν γάμο. ΙΙ.Παρέχουν εξηρτημένη εργασία ή ασκούν επάγγελμα και αποκερδαίνουν από το επάγγελμα ή την εργασία ή από εισοδήματα το 35 πλάσιο του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. ε)Επί συντάξεως γονέων, στο τέλος του μηνός κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος. 39.Ν.β.57 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 98 Άρθρο 16. Στερήσεις. 1.Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ο ασφαλισμένος, ο οποίος εκ προθέσεως κατέστη ανάπηρος ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, της ενοχής του αποδεικνυομένης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 8 του παρόντος, αυτά δικαιούνται της συντάξεως την οποίαν θα εδικαιούντο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου. 2.Πρόσωπα εκ των εις την παρ. 1 του άρθρου 8 του παρόντος δικαιουμένων συντάξεως στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου ήθελαν καταδικασθεί για πράξη, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου. Άρθρο 17. Αναστολή συντάξεως. Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται: α)Εάν και εφόσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική ελευθερίας μεγαλύτερη του ενός (1) έτους. Εφόσον όμως υπάρχουν πρόσωπα τα οποία σε περίπτωση θανάτου τούτου θα ελάμβαναν σύνταξη, αυτά δικαιούνται της συντάξεως η οποία θα καταβάλλετο σ’ αυτά, σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν και εφόσον χρόνο ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας αδικαιολόγητα δε προσέρχεται στην οικεία Υγειονομική Επιτροπή προς εξέταση της καταστάσεώς του. Άρθρο 18. Παραγραφή. 1.Το δικαίωμα σε σύνταξη είναι απαράγραπτο (άρθρο 31 του Ν. 1027/80). 2.Συντάξεις που δεν εισπράχθηκαν εντός έτους από της ημέρας, κατά την οποία κατέστησαν απαιτητές, παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται, σύνταξη για χρόνο προγενέστερο των 6 μηνών από της χρονολογίας, κατά την οποία υπεβλήθη η περί απονομής αυτής αίτηση. 4.Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως. Άρθρο 19. Υποχρεώσεις συνταξιούχων. 1.Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στο Ταμείο οποιαδήποτε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση συνεπεία γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κ.λ.π. και επιφέρει αλλαγή ή διακοπή της χορηγουμένης συντάξεως. 2.Η μετά πάροδο μηνός από της επελθούσης μεταβολής, γενομένη γνωστοποίηση, συνεπάγεται την επιστροφή των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή και των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 21 του παρόντος. Άρθρ.2.-«1.Οι ησφαλισμένοι του Τ.Σ.Α., μετά την εκλογήν των ως εκπροσώπων των οικείων Οργανώσεων, ασφαλίζονται εις τον Κλάδον, υπό την προϋπόθεσιν καταβολής υπ’ αυτών της κεκανονισμένης εισφοράς δια το αντίστοιχον χρονικόν διάστημα και της υποβολής των κατωτέρω δικαιολογητικών. α)Αντίγραφα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου περί αναγνωρίσεως του Σωματείου ή Καταστατικού του Σωματείου εις το οποίον να αναφέρεται και η εν λόγω δικαστική απόφασις. β)Βεβαιώσεως του Σωματείου, κυρουμένης υπό της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Αυτοκινητιστών Ελλάδος, δια της οποίας θα βεβαιούται ο χρόνος εκπροσωπήσεως του ησφαλισμένου και η ιδιότης αυτού εις την διοίκησιν του Σωματείου κατά τον χρόνον τούτον, μετ’ αποσπάσματος πρακτικού του Δ.Σ.εκλογής του εκπροσώπου εις την Διοίκησιναυτού». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 1333/26 Νοεμ.-7 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 331). 2.Κάθε οργάνωση της οποίας οι εκπρόσωποι υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος υποχρεούται όπως, μετά την εκλογή των εκπροσώπων, υποβάλει στον Κλάδο σχετική δήλωση, εντός τριμήνου, από της εκλογής του εκπροσώπου. (Αντί για τη σελ. 1390,239) Σελ. 1390,239(α) Τεύχος 1327 Σελ. 15 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.55-57 95 Το Τ.Σ.Α. μετά τη λήψη της ανωτέρω δηλώσεως αποστέλλει στην οικεία οργάνωση, προς συμπλήρωση υπ’ αυτής, δελτίο απογραφής της ιδίας οργανώσεως και των ασφαλιζομένων στον Κλάδο, παρά της οποίας επιστρέφονται δεόντως συμπληρωμένα. Τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιέχει το δελτίο, καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α. Άρθρο 20. Τελικές διατάξεις. 1.Κατά την άθροιση του συνολικού συνταξίμου χρόνου κλάσμα του έτους κατώτερο των εξ (6) μηνών παραλείπεται, ίσο δε ή ανώτερο του εξαμήνου λογίζεται σαν πλήρες έτος: 2.Με απόφαση του Δ.Σ. του ΤΣΑ θέλουν ρυθμισθεί: α)Τα της εγγραφής των ασφαλισμένων στον Κλάδο. β)Τα περί εκδόσεως, αντικαταστάσεως, απωλείας των ασφαλιστικών βιβλιαρίων κ.λ.π., ως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Άρθρο 21. Η ισχύς του παρόντος άρχεται, όπου δεν ορίζεται άλλως, από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρο 3. Καταβολή και είσπραξη εισφορών Διάθεση κεφαλαίων. Οι ησφαλισμένοι υποχρεούνται στην καταβολή ολοκλήρου της εισφοράς τους εντός του μηνός του επομένου εκείνου στον οποίο ανάγεται αυτή. Άρθρο 4. Χρόνος ασφαλίσεως. Ως χρόνος ασφαλίσεως λογίζεται: α)Ο από της υπαγωγής στην ασφάλιση του Κλάδου και εφεξής χρόνος ασφαλίσεως, και β)Ο χρόνος ο διανυθείς υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου των επαγγελματικών οργανώσεων των αυτοκινητιστών προ της συστάσεως του κλάδου ο αναγνωριζόμενος κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος. Αναγνώριση και εξαγορά χρόνου ασφαλίσεως Άρθρ.5.-«1.Ο χρόνος ο διανυθείς υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου των Επαγγελματικών Οργανώσεων των Αυτοκινητιστών, κατά την τελευταίαν προ της συστάσεως του Κλάδου 20ετίαν, αναγνωρίζεται ύστερα από αίτησιν του ησφαλισμένου, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός εξ μηνών από της ισχύος του παρόντος και κατόπιν καταβολής υπ’ αυτού των τρεχουσών εισφορών από 1.11.79». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 1333/26 Νοεμ.-7 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 331). 2.Για την ανωτέρω αναγνώριση καταβάλλεται από τον ησφαλισμένο, για κάθε μήνα αναγνωρίσεως, η κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ισχύουσα μηνιαία εισφορά του ησφαλισμένου. 3.Η εξόφληση του ποσού εξαγοράς του αναγνωριζόμενου χρόνου ενεργείται, είτε εφάπαξ, είτε σε ισόποσες τοκοχρεωλυτικές μηνιαίας δόσεις, ο αριθμός των οποίων, οριζόμενος από το Δ.Σ. του Τ.Σ.Α., δεν μπορεί να υπερβεί τις εβδομήντα δύο (72). Σαν επιτόκιο για τον υπολογισμό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων λαμβάνεται υπόψη το ισχύον επιτόκιο, κατά την υποβολή της αιτήσεως, για τις καταθέσεις των Ν.Π.Δ.Δ. στην Τράπεζα της Ελλάδος. Σελ. 1390,240(α) Τεύχος 1327 Σελ. 16 Σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής δόσεώς τινος πέραν του μηνός εκείνου στον οποίο ανάγεται αυτή, επιβαρύνεται με πρόσθετα τέλη εξ 1% για κάθε δεκαήμερο καθυστερήσεως. 4.Σε περίπτωση θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως προ της πλήρους εξοφλήσεως του ποσού εξαγοράς του αναγνωριζομένου χρόνου, η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη του μηνός του επομένου εκείνου της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της οφειλής. 5.Για τη θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως λογίζεται σαν χρόνος ασφαλίσεως και ο κατά τα ανωτέρω αναγνωρισθείς και εξαγορασθείς τοιούτος. Άρθρο 6. Σύνταξη λόγω γήρατος. 1.Οι ησφαλισμένοι στον Κλάδο δικαιούνται συντάξεως, λόγω γήρατος εφόσον συμπληρώσουν: α)Το 60ο έτος της ηλικίας τους και 15ετή τουλάχιστον χρόνο ασφαλίσεως, ή β)Το 55ο έτος της ηλικίας τους και 20ετή τουλάχιστον χρόνο ασφαλίσεως. 2.Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, οι συντάξεις χορηγούνται τμηματικά, αρχομένης της χορηγήσεως από 1.1.1983 του 1/3 αυτών, από 1.1.84 των 2/3 αυτών και από 1.1.85 του συνόλου του ποσού το οποίο δικαιούται κάθε ησφαλισμένος. Άρθρο 7. Σύνταξη λόγω αναπηρίας. 1.Οι ησφαλισμένοι στον Κλάδο δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας: α)Εάν καταστούν ανάπηροι κατά την έννοια της επομένης παραγράφου και έχουν συμπληρώσει 10ετή, τουλάχιστον, χρόνο ασφαλίσεως. β)Ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως, εφόσον καταστούν ανίκανοι για την άσκηση των καθηκόντων του εκπροσώπου συνεπεία βιαίου συμβάντος, επελθόντος κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων ή της εργασίας ή εξ αφορμής αυτών ή λόγω επαγγελματικής ασθενείας. Εάν καταστούν ανίκανοι για την άσκηση των ως άνω καθηκόντων των λόγω βιαίου συμβάντος, το οποίο όμως δεν επήλθε κατά την εκτέλεση τούτων ή εξ αφορμής της εργασίας των, δικαιούνται συντάξεως, εάν έχουν συμπληρώσει 5ετή χρόνο ασφαλίσεως. 2.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος, για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, εφόσον καθίσταται ανίκανος για την άσκηση των καθηκόντων του εκπροσώπου, συνεπεία πνευματικής ή σωματικής παθήσεως, διαρκείας όχι μικρότερης του εξαμήνου, κατά πρόβλεψη του αρμοδίου για τη διαπίστωση της αναπηρίας οργάνου, κατά ποσοστό, τουλάχιστον, 50% συνεπεία της οποίας έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντα του εκπροσώπου. 39.Ν.β.57 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 96 Άρθρο 8. Σύνταξη λόγω θανάτου. 1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ησφαλισμένου συμπληρώσαντος χρόνο ασφαλίσεως 10 τουλάχιστον ετών, ή ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως αν ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, δικαιούνται συντάξεως: α)Η χήρα β)Ο άπορος και ανάπηρος χήρος του οποίου η συντήρηση εβάρυνε κυρίως τη θανούσα. γ)Τα άγαμα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα τέκνα εφόσον η υιοθεσία έλαβε χώρα ένα τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως στο θετό πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα. δ)Οι κατά τον χρόνο του θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί, εφόσον αυτοί συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (της θανούσης). ε)Οι γονείς, εάν είναι άποροι και συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος, ο δε πατήρ είναι ανίκανος προς πάσα βιοποριστική εργασία. Οι θετοί γονείς δικαιούνται συντάξεως εφόσον η υιοθεσία έλαβε χώρα, τρία τουλάχιστον έτη προ του θανάτου του υιοθετηθέντος τέκνου. 2.Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως: Α)Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου εξ μηνών από της τελέσεως του γάμου εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα εργατικό ή μη β)Εάν, υφισταμένου του γάμου, εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Εάν η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης, και Β)Εάν ο θανών ή η θανούσα ελάμβανε κατά την τέλεση του γάμου σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος ή επίδομα αναπροσαρμογής, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν και στην περίπτωση αυτή συντρέχει κάποιος από τους ανωτέρω υπό στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ αναφερόμενους λόγους. Άρθρο 9. Ποσό συντάξεως. 1.Το ύψος της απονεμομένης από τον Κλάδο συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος, ορίζεται σε ποσοστό 0,8% για κάθε έτος ασφαλίσεως επί των συνταξίμων αποδοχών. Σαν αποδοχές, για τον υπολογισμό της συντάξεως, λαμβάνονται οι αντιστοιχούσες στην κλάση ή κατηγορία (εκ των αναφερομένων στην παρ. 3 του άρθρου 9 του νόμου 984/79) στην οποία ανήκε εκάστοτε ο ασφαλισμένος, αναλόγως των ετών ασφαλίσεώς του και όπως οι αποδοχές αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. 2.Σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος δεν μπορεί να είναι κατώτερη σ’ αυτήν που αναλογεί σε συντάξιμη υπηρεσία 10 ετών.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.