← Ελλάδα

2. ΝΟΜΟΣ ΤΟΔ΄ της 27 Φεβρ./1 Μαρτ. 1871 Περί καταδιώξεως της ληστείας. Η ισχύς του νόμου τούτου δεν θίγεται υπό του νέου Ποιν. Κώδικος (άρθρ. 471 αυτο

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος του 1871 αφορά την καταδίωξη της ληστείας και τις ποινές που επιβάλλονται σε ληστές, συνεργούς τους, και δημόσιους υπαλλήλους που αμελούν τα καθήκοντά τους στην καταπολέμηση της ληστείας. Επίσης, προβλέπει αμοιβές για όσους συμβάλλουν στη σύλληψη ή τον φόνο ληστών και μέτρα για την εκτόπιση συγγενών ληστών και την αστυνομική επιτήρηση υπόπτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΣ ΤΟΔ΄ της 27 Φεβρ./1 Μαρτ. 1871 Περί καταδιώξεως της ληστείας. Η ισχύς του νόμου τούτου δεν θίγεται υπό του νέου Ποιν. Κώδικος (άρθρ. 471 αυτού). Η εφαρμογή των νόμων ΤΟΔ΄, ΥΙΕ΄ και ΩΞΗ΄ επεξετάθη εις τα αδικήματα στάσεως, ανυποταξίας και αντιστάσεως κατά την διάρκειαν επιστρατεύσεως ή πολέμου, δια του ν. 1227/1918 (κατωτ. αρ. 7). Επίσης εις τα αδικήματα φόνου, αναιρέσεως και ζωοκλοπής εν Κρήτη, προσωρινώς δια του ν. 4174/1929 (κατωτ. αρ. 17). Εις τας Νέας Χώρας επεξετάθη δια του νόμου 121/1914 με τας εν αυτώ τροποποιήσεις (βλ. κατωτ. αρ. 6). Κεφάλαιον Α΄ Επικήρυξις και ποιναί ληστών και συνεργών. Άρθρον 1 Η επικήρυξις των ληστών γίνεται δια Β.Δ/τος, επί τη βάσει δικαστικού εντάλματος, στηριζομένου επί εκθέσεως, συντεταγμένης υπό του αρμοδίου νομάρχου, του εισαγγελέως των πρωτοδικών και του διοικητού της μοίρας. Βλ. και άρθρ. 2 εδ. 4 Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας. Άρθρον 9 Διοικητικοί, δικαστικοί, και στρατιωτικοί ή άλλοι υπάλληλοι δημόσιοι ή υπηρέται, επιτετραμμένοι την καταδίωξιν της ληστείας ή καλούμενοι αρμοδίως εις ενέργειαν μέτρων αναγομένων εις την καταδίωξιν αυτής και ολιγωρούντες περί την εκπλήρωσιν των καθηκόντων τούτων, τιμωρούνται με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών. Η καταδίκη συνεπάγει την από της υπηρεσίας έκπτωσιν και την πρόσκαιρον ανικανότητα προς ανάκτησιν αρχής ή άλλης δημοσίας υπηρεσίας επί τρία έως εξ έτη. Η καταδίκη των στρατιωτικών συνεπάγει την εις αργίαν μετάθεσιν δι’ απολύσεως εκ της θέσεως. Αι ποιναί αύται καταγινώσκονται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου και όταν ακόμη οι ανωτέρω δημόσιοι λειτουργοί ήθελον τιμωρηθή πειθαρχικώς υπό των προϊσταμένων αυτών. Τα περί στρατιωτικών πειθαρχικών ποινών νενομοθετημένα διατηρούνται εν πλήρει ισχύϊ, αλλ’ ο υπουργός των Στρατιωτικών οφείλει, επί των εν τη § α΄ του παρόντος άρθρου παραβάσεων, να υποβάλη ευθύς μετά την έκδοσιν της αποφάσεως αυτού τα έγγραφα εις το υπουργικόν συμβούλιον, εις το οποίον απόκειται να διατάξη, αν εγκρίνη, περαιτέρω ανάκρισιν ως και την εισαγωγήν εις δίκην του κατηγορουμένου στρατιωτικού. Άρθρον 10 Δήμαρχοι, δημαρχεύοντες πάρεδροι, ειδικοί πάρεδροι και αστυνόμοι, εν ταις περιφερείαις των οποίων ομολογουμένως υποκρύπονται ή διαιτώνται λησταί, γινώσκοντες τούτο και μη λαμβάνοντες μετά των επί της καταδιώξεως της ληστείας τα προς έγκαιρον κατάδειξιν και καταδίωξιν αυτών μέτρα, ανάλογα προς την ιδιότητα εκάστου και κατά το μέτρον των δυνάμεων και τα εις την εξουσίαν αυτών μέσα, τιμωρούνται υπό των πλημμελειοδικών με φυλάκισιν τουλάχιστον δύο μηνών και με προσωρινήν παύσιν τριών μέχρις εξ μηνών. Η αυτή ποινή επιβάλλεται εις τους διαληφθέντας υπαλλήλους και εις την περίπτωσιν καθ’ ην γινώσκοντες τους υποθάλποντας, υποκρύπτοντας, ή τροφοδοτούντας ληστάς εν τη δικαιοδοσία των δεν καταγγέλουσιν αυτούς. Βλ. και άρθρ. 5 Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4). Σελ. 98 Άρθρον 11. Εν απουσία της στρατιωτικής αρχής, ο δήμαρχος οφείλει να λαμβάνη αφ’ εαυτού τα προς καταδίωξιν πρόσφορα μέτρα, κατά το προηγούμενον άρθρον, ειδοποιών αμελλητί και την πλησιεστέραν στρατιωτικήν και διοικητικήν αρχήν· άλλως υπόκειται εις την εν αυτώ ωρισμένην ποινήν. Άρθρον 12 Δια την αποτελεσματικήν κατάδειξιν, την σύλληψιν, ή τον φόνον εκάστου ληστού ορίζεται δια του περί επικηρύξεως διατάγματος χρηματική αμοιβή. Οσάκις η κατάδειξις αποβαίνει άνευ αποτελέσματος, απόκειται εις τον υπουργόν των Εσωτερικών ν’ αποφαίνηται αν και κατά πόσον ο καταδείκτης δικαιούται εις αμοιβήν. Δια τας αμοιβάς βλ. άρθρ. 2 Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4) και ν. 3730, 3996, 4201, 4575 και 4798 (κατωτ. αρ. 14, 15 και 17,19). Άρθρον 13 Περί της αμοιβής δια την σύλληψιν ή τον φόνον συντάσσεται εντός 15 το πολύ ημερών πρωτόκολλον υπό του νομάρχου ή επάρχου, του εισαγγελέως των πρωτοδικών ή του ειρηνοδίκου της πρωτευούσης της επαρχίας, του διοικητού της μοίρας ή της υπομοιραρχίας και του επί της καταδιώξεως αποσπασματάρχου, και του οικείου δημάρχου. Το πρωτόκολλον τούτο υποβάλλεται αμέσως εις το επί των Εσωτερικών υπουργείον, όπερ αποφαίνεται επ’ αυτού εντός των επομένων είκοσιν ημερών. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, κατατίθεται υπό του νομάρχου ή επάρχου εις το συμβολαιογραφείον του τόπου και χρησιμεύει ως μόνον αποδεικτικόν μέσον της εγερθησομένης τυχόν αγωγής κατά του δημοσίου. Πας δόλος των ανωτέρω υπαλλήλων τιμωρείται με φυλάκισιν, εάν δεν υπάρχη δεινοτέρα τις του δικαίου παράβασις. Πας δόλος επίσης χορηγεί εις τον αδικηθέντα αγωγήν αποζημιώσεως. Πας υπάλληλος εκ των ανωτέρω, δικαιούμενος εις αμοιβήν, δεν συμπράττει εις την σύνταξιν του διαληφθέντος πρωτοκόλλου. Άρθρον 14 Το περί αμοιβής του καταδείκτου πρωτόκολλον συντάσσεται ωσαύτως υπό των ανωτέρω δημοσίων λειτουργών, αλλά παραλείπεται η μνεία εν αυτώ του ονόματος του καταδείκτου. Το δ’ ένταλμα της πληρωμής εκδίδεται και εξοφλείται επ’ ονόματι του νομάρχου ή επάρχου και παρ’ αυτού λαμβάνει ο καταδείκτης την αμοιβήν, εκτός εάν ούτος συγκατατεθή εις την δήλωσιν του ονόματός του ή προστήση έτερον ανθ’ εαυτού, 8.Β.γ.2 Ληστεία ότε μνημονεύεται το όνομα του καταδείκτου ή του αντιπροσώπου εν τω πρωτοκόλλω και επομένως το ένταλμα εκδίδεται κατά το περιεχόμενον αυτού. Άρθρον 15 Ο αποκαλύψας τον καταδείκτην, άνευ της συγκαταθέσεώς του, υπάλληλος τιμωρείται με φυλάκισιν. Άρθρον 16 Ο καταδείκτης συμμορίας ληστρικής αποκτά δικαίωμα διορισμού επί πενταετίαν εθνοφύλακος μεν, με μηνιαίον μισθόν δραχ. 30, εάν εκ της καταδείξεως προήλθε φόνος ή σύλληψις ενός τουλάχιστον ληστού, οδηγού δε, με μηνιαίον μισθόν δραχ. 50, εάν προήλθε φόνος ή σύλληψις πλειοτέρων ληστών ενός αρχιληστού. Άρθρον 17 Η ωρισμένη αμοιβή δια την σύλληψιν ή τον φόνον ληστού δύναται να δοθή και όταν ο ληστής φονευθή εντός της οθωμανικής επικρατείας και υπ’ αλλοδαπών, αλλά μόνον εάν ο φόνος λάβη χώραν εντός των παρορίων επαρχιών αυτής. Ο τρόπος της βεβαιώσεως της ταυτότητος του ληστού και της πραγματοποιήσεως της αμοιβής κανονίζεται δια Β.Δ/τος. Βλ. σχόλιον άρθρ. 12 Άρθρον 18 (Πολίτης ή εθνοφύλαξ, πληγωθείς εν συμπλοκή μετά ληστών, λαμβάνει παρά του δημοσίου προς ίασιν και δια τας ημεραργίας του δραχ. 200-500· αλλ’ εάν κατασταθή διαρκώς ανίκανος προς εργασίαν, λαμβάνει εκ του δημοσίου ταμείου εάν μεν ή έγγαμος, σύνταξιν μηνιαίαν δραχ. 50, εάν δ’ άγαμος δραχ. 30· η σύνταξις αύτη μεταβαίνει εις την χήραν και τα ορφανά του συνταξιούχου κατά τας διατάξεις του περί συντάξεως των πολιτικών υπαλλήλων νόμου· αν δε είναι άγαμος, η σύνταξις μεταβαίνει εις τους γονείς· εν ελλείψει δ’ αμφοτέρων των γονέων, εις τας αγάμους αδελφάς και τους ανηλίκους αδελφούς του. Τα περί συντάξεως εφαρμόζονται και εις τους υπαξιωματικούς και στρατιώτας). Άρθρον 2 Πλην των τεταγμένων κατά του εγκλήματος της ληστείας ποινών, πάσα ένωσις δύο ή πλειόνων προς εκτέλεσιν ληστρικών πράξεων, ουχί εξ ελευθέρας θελήσεως παραληφθεισών, επάγει την ποινήν του θανάτου μεν κατά του αρχηγού της ενώσεως των επικεκηρυγμένων ληστών, την των ισοβίων δε δεσμών κατά των συμμοριτών. Οι τελευταίοι ούτοι απαλλάσσονται της ποινής, αν προ πάσης ληστρικής πράξεως αποστώσι της ενώσεως και συνάμα καταγγείλωσιν αυτήν· αν δε δεν καταγγείλωσιν αυτήν, τιμωρούνται δια της ποινής της αποπείρας των συμφωνηθεισών πράξεων. Με θάνατον τιμωρείται πας ληστής ενόπλως ανθιστάμενος. Άρθρον 19 (Η χήρα πολίτου ή εθνοφύλακος, στρατιώτου, ή υπαξιωματικού φονευθέντος εν συμπλοκή μετά ληστών, ή αποθανόντος εκ πληγής, ην εν τοιαύτη συμπλοκή υπέστη, εφ’ όσον διατελεί εν τη χηρεία αυτής, λαμβάνει μηνιαίαν σύνταξιν δραχ. 30· τα δε τέκνα αυτού λαμβάνουσι τα μεν άρρενα μέχρι της ενηλικότητος, τα δε θήλεα μέχρι του γάμου δραχ. 15 έκαστον. Τα θήλεα προικίζονται προσέτι παρά του δημοσίου ταμείου δια δραχ. 500 έκαστον, πληρωτέων μετά την τέλεσιν του γάμου). Άρθρον 20 (Πας καταδείκτης, εάν, συνεπεία της γενομένης παρ’ αυτού καταδείξεως, έλαβε χώραν καταδίωξις, κατόπιν πάθη υπό των ληστών, εάν μεν υποστή απλώς τραύμα, λαμβάνει λόγω εξόδων της ιάσεως δρχ. 100 και αποζημίωσιν ημεραργίας δρχ. 100-300, αν δε κατασταθή ανίκανος δια βίου προς εργασίαν, λαμβάνει εκ του δημοσίου ταμείου σύνταξιν, εάν μεν η έγγαμος, δρχ. 50 κατά μήνα, εάν δε η άγαμος, δρχ. 30, και εάν απολέση την ζωήν, σύνταξις εκ δρχ. 20 δίδεται εις την χήραν αυτού. Τα θήλεα ορφανά προικίζονται υπό του δημο σίου, μετά την τέλεσιν του γάμου, με δρχ. 500 έκαστον). Αι συντάξεις και αμοιβαί των άρθρ. 18-20 εδεκαπλασιάσθησαν υπό του άρθρ. 10 του Ν.Δ. της 19 Απρ. 1929 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4), εδικαιώθησαν δ’ αυτών και οι οπλίται του Στρατού και της Χωροφυλακής, είτα εξωμοιώθησαν προς τας στρατιωτικάς συντάξεις υπό του Ν.Δ. 11/15 Μαρτ. 1929 π. απονομής συντάξεως εις ιδιώτας υφισταμένους βλάβην κλπ. εν τη παροχή συνδρομής προς καταδίωξιν της ληστείας (τ. 29) και τέλος ερρυθμίσθησαν υπό του άρθρ. 5 ν. 4253 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4) ως εξής: αν μεν αι βλάβαι είναι ιάσιμοι εντός μηνός, δι’ ημεραργίας και ιατρικήν περίθαλψιν δραχ. 1.000-10.000, εάν δε ο παθών καταστή ανίκανος δια βίου, εφ’ άπαξ δρχ. 25.000, και εάν φονευθή παρέχεται εις την χήραν και τα ορφανά του, ή αν είναι άγαμος εις τους γονείς του αποζημίωσις δρχ. 50.000. Βλ. και τα άρθρ. 36, 38, 39 και 83 εδ. 7 του Δ/τος της 31/31 Οκτ. 1935 π. συντάξεων, ως και άρθρ. 17 του εκτελεστικού αυτού Δ/τος της 21/22 Ιαν. 1936 (τ. 29). Περί της αναπροσαρμογής των συντάξεων βλ. τ. 29. Κεφάλαιον Γ΄ Εκτόπισις υπόπτων λησταποδοχής και ευθύνη βλαχοποιμένων. Άρθρον 21 Συγγενείς ανιόντες, σύζυγος, τέκνα, αδελφοί και αδελφαί, πενθερός και πενθερά ληστού επικεκηρυγμένου εκτοπίζονται από της Στερεάς Ελλάδος εις τας νήσους ή την Πελοπόννησον και τανάπαλιν, ένθα δύνανται να εκλέξωσι τόπον διαμονής. Η νήσος Εύβοια θεωρείται ως αποτελούσα μέρος της Στερεάς Ελλάδος. Άρθρον 22 Η εκτόπισις διατάσσεται υπό της διοικητικής και στρατιωτικής αρχής. Τριάκοντα δε ημέρας προ της εκτοπίσεως κοινοποιείται η διαταγή προς τους εκτοπιστέους δια δικαστικού κλητήρος· παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, πραγματοποιείται η εκτόπισις ανυπερθέτως, πλην αν εκλείψη εν τω μεταξύ ο λόγος της εκτοπίσεως. Ο εκτοπιστέος δύναται ν’ ανακόψη την διαταγήν ταύτην, ης εν τούτοις δεν αναστέλλεται η εκτέλεσις, ενώπιον παντός ειρηνοδίκου, προτείνων εν τη ανακοπή τον λόγον αυτής και τα προς απόδειξιν αυτού μέσα. Ο ειρηνοδίκης διευθύνει την ανακοπήν άνευ αναβολής εις την εκδούσαν την διαταγήν διοικητικήν αρχήν, ήτις διαβιβάζει αυτήν ανυπερθέτως προς τον αρμόδιον εισαγγελέα, μετά των αναγκαίων πληροφοριών. Ο εισαγγελεύς οφείλει εντός τριών ημερών από της παραλαβής της ανακοπής να εκδώση τας απαιτουμένας κλήσεις προς τον ανακόπτοντα και τους προταθέντας τυχόν παρ’ αυτού μάρτυρας, ων ο αριθμός δεν δύναται να η ανώτερος των τριών, και εισάγει την υπόθεσιν ενώπιον του δικαστηρίου των πλημμελειοδικών την πρώτην δικάσιμον μετά παρέλευσιν των νομίμων προθεσμιών. Το δικαστήριον αποφασίζει επί της αναΣελ. 99 Ληστεία 8.Β.γ.2 κοπής μετά συζήτησιν, καθ’ ην είναι παραδεκτόν παν μέσον αποδείξεως των ισχυρισμών του ανακόπτοντος. Η απόφασις εις ουδέν ένδικον μέσον υπόκειται, πλην της ανακοπής. Βλ. και Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4). Περί της εφαρμογής των άρθρ. 21 και 22 εν ταις Νέαις Χώραις βλ. ν. 121 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρον 23 Ο εκτοπισθείς επανερχόμενος αυτογνωμόνως όθεν εξετοπίσθη τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και, εν υποτροπή, με φυλάκισιν από τριών μέχρις ενός έτους. Άρθρον 24 Αποθανόντος, φονευθέντος, συλληφθέντος, προσελθόντος, ή προσφυγόντος του ληστού εις άλλο κράτος, επανέρχονται εις τα ίδια, δυνάμει αδείας του επί των Εσωτερικών υπουργού, οι εκτοπισθέντες συγγενείς αυτού. Εν ελλείψει πραγματικών αποδείξεων περί του θανάτου ή της προσφυγής του ληστού εις την αλλοδαπήν, η εκτίμησις των περί τούτων ενδείξεων απόκειται εις τον υπουργόν των Εσωτερικών. Άρθρον 25 Εις τους βλαχοποιμένας και τους προς αυτούς εξομοιουμένους σκηνίτας εκ των κτηνοτρόφων, ως και εις τους συγγενείς των επικεκηρυγμένων ληστών, πλην των ανωτέρω, μέχρι τετάρτου βαθμού συμπεριλαμβανομένου, περί ων βαρείαι περί λησταποδοχής υπάρχουσιν υπόνοιαι, επιβάλλεται αστυνομική επιτήρησις επί εξ μήνας μέχρις ενός έτους· η αυτή ποινή επιβάλλεται και εις τους απλούς ποιμένας και αγροφύλακας κοινότητός τινος, εάν εις την περιφέρειαν αυτής συμβή ληστεία και υπάρχωσι βαρείαι κατ’ αυτών υπόνοιαι συνεργείας. Άρθρον 26 Η κατά το προηγούμενον άρθρον αστυνομική επιτήρησις επιβάλλεται παρά του αρμοδίου δικαστηρίου των πλημμελειοδικών, τη καταγγελία συμβουλίου, συγκειμένου εκ του νομάρχου ή επάρχου, προεδρεύοντος, του διοικητού του μεταβατικού, του διοικητού της μοίρας ή υπομοιραρχίας, και του σχετικού δημάρχου, συντασσομένου επί τούτω πρωτοκόλλου. Κατά της αποφάσεως ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται πλην του της ανακοπής. Αποθανόντος, φονευθέντος, συλληφθέντος, προσελθόντος ή προσφυγόντος εις άλλο κράτος του ληστού, επί υποθάλψει του οποίου υπήρχον υπόνοιαι, αίρεται, κατά τον εν τω άρθρ. 24 οριζόμενον τρόπον, η επιβληθείσα αστυνομική επιτήρησις, καίτοι μη παρελθόντος του δια της αποφάσεως του πλημμελειοδικείου ορισθέντος χρόνου. Παρατείνεται δε και επαναλαμβάνεται ένεκα των αυτών λόγων και κατά τον ανωτέρω οριζόμενον τρόπον. Σελ. 100 Άρθρον 27 Πάσαι αι εντός του δήμου παραθερίζουσαι ή παραχειμάζουσαι ποιμενικαί ομάδες (τσελιγκάτα) ευθύνονται, αναλόγως του αριθμού των ποιμνίων και μέχρι του ποσού των 3.000 δραχ., εις αποζημίωσιν παντός υπό ληστών ζημιωθέντος οπωσδήποτε. Επί τούτω εις το τέλος της θερινής ή χειμερινής εξαμηνίας, πριν απέλθωσιν από των θερινών εις τας χειμερινάς νομάς και τανάπαλιν, εκάστη ομάς προσφέρει αξιόχρεον εγγυητήν, ενώπιον του συμβολαιογράφου, υπόχρεον προς απότισιν της ζημίας και μη δυνάμενον να επικαλεσθή το ευεργέτημα της διζήσεως. Εις την αρνηθείσαν ή μη δυνηθείσαν να παράσχη εγγυητήν ομάδα απαγορεύεται η μετάβασις από των θερινών εις τας χειμερινάς νομάς και τανάπαλιν. Το ποσόν της εγγυήσεως και το αξιόχρεον αυτής αποφασίζονται υπό της αρμοδίας διοικητικής αρχής. Ως εγγυητής γίνεται δεκτός και ο αρχηγός της ποιμενικής ομάδος (τσέλιγκας). Απαλλάττονται της προκειμένης ευθύνης αι λοιπαί ομάδες, όταν αποδειχθή ότι μέλη μιας ή πλειόνων εκ των εν τω δήμω ομάδων συνήργησαν οπωσδήποτε εις την επιζήμιον ληστρικήν πράξιν, και αν μόνον ετροφοδότησαν τους διαπράξαντας αυτήν ληστάς. Εν τοιαύτη περιπτώσει ευθύνεται εις πλήρη αποζημίωσιν του παθόντος μόνη η ομάς εις την οποίαν τα μέλη ταύτα ανήκουσιν. Η ποσότης της εγγυήσεως εδεκαπλασιάσθη υπό του άρθρ. 10 Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4). Βλ. και άρθρ. 297 της νέας Ποιν. Δικονομίας. Άρθρον 28 Δεν υπάγονται εις την κατηγορίαν των σκηνιτών βλαχοποιμένων όσοι εξ αυτών αποκατασταθώσιν εν τινι χωρίω και κατοικήσωσιν αυτόθι μονίμως και διαρκώς την οικογένειάν των. Άρθρον 3 Η υπό ληστών χάριν εκβιάσεως αρπαγή τιμωρείται με θάνατον. Εις πρόσκαιρα δεσμά καταδικάζονται λησταί απολύσαντες εκουσίως άνευ λύτρων τον αρπαγέντα. Άρθρον 29 Η κυβέρνησις θέλει προνοήσει υπέρ της προσωρινής συντηρήσεως των εκτοπιζομένων, ως και των εις επιτήρησιν αστυνομικήν υποβαλλομένων. Κεφάλαιον Δ΄ Εκδίκασις του εγκλήματος της ληστείας. Άρθρον 30 Του πλημμελήματος της συνεργείας εις ληστείαν, ως και του κακουργήματος της συνεργείας ή συναιτιότητος αυτού διατάσσεται ο χωρισμός της δίκης από του κυρίου εγκλήματος, δια βουλεύματος. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει το πλημμέλημα εισάγεται εις το αρμόδιον πλημμελειοδικείον. Άρθρον 31 Εάν από των φυλακών ή των ειρκτών αποδράση ληστής και δεν υπάρχη δεινοτέρα τις του δικαίου παράβασις, τιμωρείται πας δεσμοφύλαξ ή φύλαξ και ο επί κεφαλής των στρατιωτικών αρχιφύλαξ με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών και συγχρόνως αποβάλλονται της υπηρεσίας· ο δε αξιωματικός εις ον ανήκει η άμεσος διοίκησις ή επιτήρησις τίθεται εις αργίαν δι’ απολύσεως εκ της θέσεως. 8.Β.γ.2 Ληστεία Άρθρον 32 Η καταγινώσκουσα κεφαλικήν ποινήν απόφασις εκτελείται εντός είκοσιν ημερών από της τελεσιδικίας αυτής, αν δεν απονεμηθή βασιλική χάρις. Ως προς την απονομήν χάριτος, βλ. ν. 3861 (9.Εδ.1). Κεφάλαιον Ε΄ Ειδικαί διατάξεις Άρθρον 33 Ο επικηρυχθείς ληστής διατελεί εις κατάστασιν νομίμου απαγορεύσεως, νόμιμος δε κηδεμών προς διοίκησιν της περιουσίας του είναι ο οικείος δήμαρχος. Άπασα η περιουσία του επικηρυχθέντος ληστού είναι υπέγγυος εις τε τας απαιτήσεις των ζημιωθέντων και τας του Δημοσίου, όσον αφορά τα έξοδα της καταδιώξεως. Εκκαθαρίζονται δε αύται προσωρινώς υπό του προέδρου του αρμοδίου δικαστηρίου των πρωτοδικών (άρθρ. 921 της Πολιτικής Δικονομίας), η δε περί τούτου πράξις αυτού αποτελεί τίτλον προς εγγραφήν υποθήκης. Αι εν ισχύϊ περί καταδιώξεως των προς το Δημόσιον καθυστερούντων διατάξεις εφαρμόζονται επί της κατασχέσεως και εκποιήσεως της περιουσίας του επικεκηρυγμένου ληστού, προς πληρωμήν των ανωτέρω απαιτήσεων. Η προς είσπραξιν των απαιτήσεων των ζημιωθέντων και του Δημοσίου καταδίωξις γίνεται μετά την οριστικήν εκδίκασιν της υποθέσεως. Άρθρον 34 Λησταί, ουχί επέκεινα των τριών, συλλαβόντες και προσαγαγόντες αρχιληστήν ή φονεύσαντες αυτόν, εάν προσέλθωσιν εντός 10 ημερών από του φόνου εις μίαν των Αρχών του κράτους, δημοσίαν ή δημοτικήν, τιμωρούνται με (ειρκτήν) «φυλάκισιν, συνεπάγουσαν την δια βίου στέρησιν των εν άρθρ. 21 και 23 του Ποιν. Νόμου οριζομένων δικαιωμάτων», δι’ όλας τας εγκληματικάς πράξεις ων κατέστησαν ένοχοι. Ταύτα κρατούσι και περί παντός ληστού όστις ήθελε συλλάβει και προσαγάγει ή φονεύσει ληστήν επικεκηρυγμένον και προσέλθει εντός δέκα ημερών από του φόνου εις μίαν των αρχών του κράτους. Η προκειμένη διάταξις δεν ισχύει επέκεινα των εξ μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, ουδ’ εφαρμόζεται εις τους μετ’ αυτήν επιδοθησομένους εις τον ληστρικόν βίον, ως και εις τους φονείς οίτινες μετά τον φόνον κατέστησαν λησταί. Δια Β.Δ/τος δύναται να εξαιρώνται της διατάξεως ταύτης αρχιλησταί και λησταί, εκ των επικεκηρυγμένων. Η εντός ( ) λέξις της α΄ παρ. αντικατεστάθη δια των εντός « » υπό του άρθρ. 2 του ν. ΥΙΕ΄ (κατωτ. αρ. 3) ούτινος βλ. σχετικάς διατάξεις. Η ισχύς του άρθρου τούτου επεκτείνεται ομού με ολόκληρον τον ν. ΤΟΔ΄ δυνάμει του ν. ΩΞΗ΄ (κατωτ. αρ. 5). Νεωτέρας διατάξεις π. αμνηστεύσεως ληστών βλ. κατωτ. αρ. 10-12 και 18. Άρθρον ακροτελεύτιον Η προς καταδίωξιν της ληστείας τεταγμένη στρατιωτική δύναμις τοποθετηθήσεται εις μονίμους στρατιωτικούς σταθμούς. Ο αριθμός, η θέσις, και η περιφέρεια των σταθμών ορισθήσεται δια Β.Δ., αι δε εντός της περιφερείας εκάστου αυτών ενέδραι και λοιπαί στρατιωτικαί κινήσεις θέλουν ενεργείσθαι χωρίς να εισέρχονται οι περιπολούντες στρατιώται εν τοις χωρίοις. Η προς ανέγερσιν των οικοδομημάτων των μονίμων σταθμών ή επισκευήν και επέκτασιν υπαρχόντων κτιρίων απαιτουμένη δαπάνη καταλογισθήσεται επί του κεφ. 3 άρθρ. 1 του ειδικού προϋπολογισμού του επί των Εσωτερικών υπουργείου του έτους 1871. (Η κυβέρνησις δύναται να προβιβάση στρατιωτικούς κατ’ εκλογήν, αποδεδειγμένως αριστεύσαντας και φονεύσαντας ή συλλαβόντας ληστήν επικεκηρυγμένον, οσάκις χηρεύη θέσις εν τω στρατώ). Αι εν τοις άρθροις 21 και 22 οριζόμεναι περί εκτοπίσεως διατάξεις εφαρμόζονται μετά τρεις μήνας από της δημοσιεύσεως· αι δε περί συντάξεως των χηρών και ορφανών εν τοις άρθρ. 18, 19 και 20 από της 1ης Ιαν. τ.ε. Η ισχύς του παρόντος νόμου ορίζεται εις τέσσαρα έτη. Το εδάφ. δ΄ κατηργήθη υπό του άρθρ. 37 εδ. 30 ν. ΓΦΝΣΤ΄ π. οργανισμού του στρατού (τ. 36). Ηθικάς αμοιβάς προβλέπει το άρθρ. 13 του Ν.Δ. 19 Απρ. 1924 π. επιτροπών ασφαλείας (τ. 4) και άρθρ. 2 και 3 ν. 4253. Περί της εφαρμογής του ν. ΤΟΔ΄ προβλέπει ήδη ο ν. ΩΞΗ΄ (κατωτ. αρ. 6). Άρθρον 4 Ο λαβών γνώσιν του τόπου της διατριβής ληστού ή ληστρικής συμμορίας, εάν εγκαίρως δεν αναγγείλη τούτο εις τον επί της καταδιώξεως αξιωματικόν ή υπαξιωματικόν ή εις την πλησιεστέραν στρατιωτικήν, διοικητικήν, ή δημοτικήν αρχήν, τιμωρείται (με φυλάκισιν δύο έως εξ μηνών). Βλ. σχόλιον υπό το άρθρ. 7. Άρθρον 5 Ο εν γνώσει και άνευ κινδύνου της ιδίας εαυτού ή των συγγενών ζωής τροφοδοτών ληστήν τιμωρείται (με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών ετών· με δεσμά πρόσκαιρα ο νοσούντα ληστήν νοσηλεύων ή θεραπεύων). Άρθρον 6 Ο αναγγέλλων εις ληστήν ή ληστρικήν συμμορίαν τα καταδιωκτικά μέτρα της αρχής τιμωρείται (με ειρκτήν). Άρθρον 7 Ο άνευ αποχρώντος λόγου και δικαιολογημένης ανάγκης ερχόμενος εις συνέντευξιν μετά ληστού ή ληστρικής συμμορίας, τιμωρείται (με φυλάκισιν τουλάχιστον ενός έτους). Αι ποιναί των άρθρων 4-7 ωρίσθησαν αι αυταί ως αι των αυτουργών, υπό του Ν.Δ. της 4/4 Μαΐου 1924 (κατωτ. αρ. 9). Βλ. και άρθρ. 467 νέου Ποιν. Κώδικος. Κεφάλαιον Β΄ Ποιναί και αμοιβαί των επί της καταδιώξεως της ληστείας. Άρθρον 8 Πας δημότης ηλικίας 20-50 ετών οφείλει τη προσκλήσει του δημάρχου, να υπηρετή, υπό την διεύθυνσιν του στρατιωτικού αποσπασματάρχου, εις περιπολίας προς καταδίωξιν της ληστείας, τρεις ημέρας κατ’ ανώτατον όρον καθ’ έκαστον μήνα και εντός μόνον του δήμου εις ον ανήκει, πλην εκτάκτων περιστάσεων, η εκτίμησις των οποίων Σελ. 97 Ληστεία 8.Β.γ.1-2 απόκειται εις την κρίσιν του δημάρχου. Ο απειθών εις την πρόσκλησιν τιμωρείται με πρόστιμον (5-50 «20200» δραχ.). Εξαιρούνται της υποχρεώσεως οι εν τω άρθρ. 36 του δημοτικού νόμου μνημονευόμενοι. Η εξακρίβωσις των υποχρέων και ο προσδιορισμός της σειράς της υπηρεσίας αυτών ανήκει εις τον δήμαρχον. Πάσα δε κατά τούτο πραχθησομένη υπ’ αυτού αδικία τιμωρείται πειθαρχικώς δια προστίμου (25-100 δραχμών). Εις τας κοινότητας, τα καθήκοντα του δημάρχου ανετέθησαν εις τους προέδρους κοινοτήτων (άρθρ. 202 Κωδ. δήμων και κοινοτήτων, 3.Αα.2). Περί της επιμετρήσεως των προστίμων βλ. Ν. 110/1945 (8.Αα.2).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.