📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ Αριθ. 11400/1710 της 4/4 Μαρτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 276) Περί δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της από 26 Φεβρ. 1965 Εθνικής ΓΣΣΕ περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών. Έχοντες υπ’ όψει: α)Τας διατάξεις του Νόμ. 3239/55, ως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως υπό των Ν.Δ. 3755/57, 186/69, 1198/72 και 73/74, αποφασίζομεν: Όπως δημοσιευθή εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ή εν θέματι ΣΣΕ κατατεθείσα ημίν την 26 Φεβρ. 1975 συνταχθέντος προς τούτο του υπ’ αριθ. 1440/26.2.1975 πρακτικού καταθέσεως, ήτις έχει ως ακολούθως: ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ της 26ης Φεβρ. 1975 Μεταξύ του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, των Εμπορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος, και αφ’ ετέρου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος τη μεσολαβήσει του Υπουργού Απασχολήσεως προς εξέτασιν τόσον των αιτημάτων της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, όσον και του καθ’ όλου πλέγματος των συλλογικών σχέσεων, συνεφώνησαν, επιβεβαιούν και διακηρύσσουν ότι: Α.Η κοινωνική ευημερία αποτελεί τον μοναδικόν σκοπόν της οικονομικής αναπτύξεως, δια την πραγμάτωσιν του οποίου δέον να εργάζωνται εν συμπνοία όλαι αι εν τη κοινωνία διαβιούσαι ομάδες. Β.Δια την πραγμάτωσιν της οικονομικής αναπτύξεως και του εκτεθέντος σκοπού αυτής, αναγκαίαν προϋπόθεσιν αποτελεί η κοινωνική ειρήνη, ήτις δέον να είναι, πρωτίστως, μέριμνα των εργοδοτών και των εργαζομένων. Γ.Η κοινωνική ειρήνη εξασφαλίζεται, προάγεται και παγιούται, μόνον δια της αναπτύξεως των διαδικασιών διαλόγου, μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εις τα πλαίσια των οποίων, εργοδόται και εργαζόμενοι, συνεργαζόμενοι και υπό πνεύματος αμοιβαίας κατανοήσεως διεπόμενοι, δέον να αναζητούν την λύσιν των εκάστοτε αναφυομένων προβλημάτων. Δ.Διεκδικήσεις, διαφοραί και αντιθέσεις είναι φυσικόν να ανακύπτουν εις τον κοινωνικόν και οικονομικόν χώρον εις τον οποίον, από κοινού, αναπτύσσουν την δραστηριότητά των οι εργοδόται και εργαζόμενοι. Είναι αναγκαίον, όμως να κατανοήται υπ’ αμφοτέρων των μερών, ότι η αντιμετώπισις τούτων, πρέπει να βασίζεται επί της αρχής του κατά χρόνον εφικτού της επιλύσεώς των. Οι συλλογικοί αγώνες έχουν δικαιολογητικήν βάσιν, μόνον όταν ο διάλογος αποβή άκαρπος, παρ’ όλον ότι υφίσταται η κατά χρόνον εφικτότης. Ε.Αι κορυφαίαι οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων θεωρούν, ότι η υπογραφή της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, οροθετεί νέαν εποχήν εις τας μεταξύ αυτών και των, ους εκπροσωπούν εργοδοτών και εργαζομένων σχέσεις. Διαδηλούν δε την πίστιν των επί της ανάγκης συνεχούς διαλόγου, προς εξεύρεσιν λύσεων επί πάντων των υφισταμένων και εκάστοτε αναφυομένων θεμάτων, ενδιαφέροντος των εργοδοτών και εργαζομένων. Προς τον σκοπόν αυτόν, αποθέτουν εις την Κυβέρνησιν την μέριμναν δια την σύστασιν κεντρικού οργάνου (Αντί της σελ. 107) Σελ. 107(α) Τεύχος 557 – Σελ. 115 Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις 15.Δ.β.1-2 7 τριμερούς και ισομερούς εκπροσωπήσεως, εις τα πλαίσια του οποίου οι εκπρόσωποι των εργοδοτών και των εργαζομένων, συνεργαζόμενοι μετά των κυβερνητικών εκπροσώπων, εν ισοτιμία, θα αναζητούν την λύσιν όλων των κοινού ενδιαφέροντος προβλημάτων, εν πνεύματι αμοιβαίας κατανοήσως. Οι υπογεγραμμένοι, νομίμως εξουσιοδοτημένοι, εκπρόσωποι των κατά νόμον αρμοδίων επαγγελματικών οργανώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων, επόμενοι των εκτεθεισών διακηρύξεών των, συνωμολόγησαν την παρούσαν Εθνικήν Γενικήν Συλλογικήν Σύμβασιν Εργασίας έχουσαν ως ακολούθως: Ίση αμοιβή Αρρένων – Θηλέων Άρθρ.1.–1.Επί τω σκοπώ εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής δι’ ίσην εργασίαν αρρένων και θηλέων, το γενικόν κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) των παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδωτικού δικαίου, απασχολουμένων εργατοτεχνιτριών, μετά την συμπλήρωσιν του 18 ου έτους της ηλικίας των, ανεξαρτήτως προϋπηρεσίας ή, προκειμένου περί μαθητευομένων γυναικών μηχανοτεχνιτριών του κλάδου της σιδηροβιομηχανίας, μετά την συμπλήρωσιν του 18 ου έτους της ηλικίας των και ενός τουλάχιστον έτους απασχολήσεως εν τω κλάδω από 1 ης Ιουλ. 1975, προσδιορίζεται εις ποσοστόν του εκάστοτε ισχύοντος γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου εργατοτεχνίτου, υπό τας αυτάς προϋποθέσεις ηλικίας και υπηρεσίας. 2.Διαρκούσης της μεταβατικής περιόδου και μέχρι της πλήρους εξισώσεως των γενικών κατωτάτων ορίων ημερομισθίων (ημερομισθίων ασφαλείας) των εργατοτεχνιτών και εργατοτεχνιτριών, των κεκτημένων τας κατά την προηγουμένην παράγραφον προϋποθέσεις ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας, διατηρείται αμετάβλητον το δια της από 25.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί αναπροσαρμογής των γενικών κατωτάτων ορίων ημερομισθίων κλπ.» διαμορφούμενον γενικόν κατώτατον όριον ημερομισθίου εργατοτεχνιτρίας συμπληρωσάσης το 16 ον έτος της ηλικίας της, μέχρι της υπερκαλύψεως τούτου υπό των γενικών κατωτάτων ορίων ημερομισθίων μαθητευομένων. Δια τον αυτόν σκοπόν, τα γενικά κατώτατα όρια ημερομισθίων μαθητευομένων αμφοτέρων των φύλων, προσδιορίζονται από 1 ης Ιουλ. 1975, εις ποσοστόν του εκάστοτε ισχύοντος γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) εργατοτεχνίτου, κεκτημένου τας προϋποθέσεις ηλικίας και προϋπηρεσίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Σελ. 108(α) Τεύχος 557 – Σελ. 116 3.Τα γενικά κατώτατα όρια ημερομισθίων εργατοτεχνιτριών, κεκτημένων τας προϋποθέσεις της παρ. 1 και μαθητευομένων αμφοτέρων των φύλων, προσδιορίζονται εις ποσοστόν του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου εργατοτεχνίτου, ως ακολούθως: Κατηγορίαι: από 1-7-75 από 1-7-76 από 1-7-77 από 1-3-78 α)Εργατοτεχνίτριαι: β)Μαθητευόμενοι: 1)Κατά το 1 ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη 2)Κατά το 2 ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη 3)Κατά το 3 ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη 91% 57% 65% 75% 94% 60% 68% 78% 97% 61% 71% 81% 100% 65% 75% 85% Άδειαι αναπαύσεως μετ’ αποδοχών Άρθρ.7.–1.Επί τω σκοπώ διευκολύνσεως της εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως συνδικαλιστικών στελεχών και αναδείξεως τοιούτων μεταξύ των εργαζομένων, αι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίαι, αι απασχολούσαι 100 και άνω μισθωτούς, υποχρεούνται εις την χορήγησιν προσθέτου κανονικής αδείας μετ’ αποδοχών, διαρκείας μέχρι 2 εβδομάδων κατ’ έτος, εις μισθωτούς επιλεγομένους προς τον σκοπόν αυτόν υπό της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος και εις αναλογίαν 1% επί του υπ’ αυτών απασχολουμένου προσωπικού. Ο αριθμός των επιλεγομένων κατ’ έτος, δεν δύναται να είναι ελάσσων των 3 μισθωτών ουδέ μείζων των 15. 2.Αι, κατά τ’ ανωτέρω, άδειαι χορηγούνται, εφ’ όσον η σχετική αίτησις της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος συνοδεύεται υπό αναλυτικού προγράμματος εκπαιδεύσεως, καλύπτοντος τον χρόνον διαρκείας της αδείας, εγκεκριμένου υπό του τριμερούς συνθέσεως Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας. Πεδίον εφαρμογής Άρθρ.8.–1.Αι διατάξεις της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας δεν εφαρμόζονται καθ’ ολοκληρίαν επί: α)Των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας. β)Των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, των διεπομένων υπό της νομοθεσίας ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών και της φορτοεκφορτωτικής εργασίας ξηράς και γ)Των επί τιμολογίω ή κατά μονάδα εργασίας αμειβομένων και εις μη σταθερόν εργοδότην απασχολουμένων. 2.Οι οικιακοί βοηθοί και το εν γένει οικόσιτον προσωπικόν δεν υπάγεται εις τας λοιπάς, πλην του άρθρ. 2, διατάξεις της παρούσης. 3.Υπό την επιφύλαξιν της ισχύος της επομένης παραγράφου δεν υπάγονται εις την παρούσαν οι αμέσως εις την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων, ή εις την κτηνοτροφίαν, την αλιείαν και τας δασικάς εργασίας απασχολούμενοι. Κατ’ εξαίρεσιν, εις τας διατάξεις του άρθρ. 1 και, συντρεχούσης περιπτώσεως, του άρθρ. 2 της παρούσης υπάγονται, εκ των αμέσως εις την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφίαν απασχολουμένων: α)Οι υπηρετούντες, εις γεωργικάς και κτηνοτροφικάς εργασίας ασκουμένας παρ’ εμπορικών εταιρειών ή Ν.Π.Δ.Δ. β)Οι διεπόμενοι ήδη υπό συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων, υπουργικών αποφάσεων ή άλλων σχετικών πράξεων και γ)Οι υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής υφ’ ην ασκείται η εκμετάλλευσις, παρ’ η απασχολούνται. 4.Αι διατάξεις του άρθρ. 2 της παρούσης αφορώσι εις εργοδότας, περί ων το άρθρ. 1 παρ. 1 του Α.Ν. 539/45 ή, εφ’ ων, δια Δ/των, επεξετάθη ή θέλει επεκταθή η εφαρμογή του νόμου τούτου. Πρόσωπα εξαιρούμενα της εφαρμογής του Α.Ν. 539/45, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 3 τούτου, δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του άρθρ. 2 της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Αι διατάξεις, όμως, του άρθρ. 2 αυτής, εφαρμόζονται και επί μισθωτών, ων το εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαίωμα διέπεται (Αντί της σελ. 119(α) Σελ. 119(β) Τεύχος 572 – Σελ. 57 Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις 15.Δ.β.2 11 υπ’ άλλων, ειδικωτέρων του Α.Ν. 539 / 45 διατάξεων, εφ’ όσον υπό τούτων ορίζεται αριθμός ημερών αδείας ελάσσων του δια της παρούσης οριζομένου. 5.Αι διατάξεις των άρθρ. 3, 4, 5 και 6 της παρούσης δεν εφαρμόζονται επί του ιπταμένου προσωπικού εναερίων μεταφορών. Άρθρ.9.–Η ισχύς της παρούσης Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας άρχεται από της υπογραφής της, εκτός αν άλλως ορίζεται εν αυτή, δεν δύναται δε να καταγγελθή αύτη προ της 30 ης Σεπτ. 1978. Η παρούσα δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ. 2. – 1.Ο ελάχιστος αριθμός ημερών αδείας μετ’ αποδοχών, ων δικαιούνται οι, υπό την ιδιότητα του τεχνίτου, του εργάτου, ή του υπηρέτου, μισθωτοί, μετά την συμπλήρωσιν του βασικού χρόνου, ορίζεται ως ακολούθως: α)Προκειμένου περί των μισθωτών τούτων, περί ων το εδάφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 539 / 45: 1)Εις 10 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975. 2)Εις 11 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1976. 3)Εις 12 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1977 και επέκεινα. β)Προκειμένου περί των μισθωτών τούτων, περί ων το εδάφ. δ’ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 539/ 45: 1)Εις 7 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975. 2)Εις 8 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1976 και επέκεινα. 15.Δ.β.2 Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις 8 2.Η, κατά την προηγουμένην παράγραφον διάρκεια της ετησίας αδείας μετ’ αποδοχών, επαυξάνεται κατά μίαν εργάσιμον ημέραν, δι’ εκάστην, πλέον του βασικού χρόνου, εξαμηνίαν απασχολήσεως, χωρίς να δύναται εν συνόλω να υπερβή κατά το τρέχον και τα επόμενα έτη: α)Προκειμένου περί μισθωτών, περί ων το εδαφ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 539/45: 1)Τας 20 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975. 2)Τας 23 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1976. 3)Τας 26 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1977 και επέκεινα. β)Προκειμένου περί μισθωτών, περί ων το εδάφ. δ’ της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 539/45: 1)Τας 14 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975. 2)Τας 16 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1976. 3)Τας 18 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1977 και επέκεινα. 3.Μισθωτοί, εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, τυχόντες δια το τρέχον έτος και μέχρι της ενάρξεως ισχύος της παρούσης, αδείας μετ’ αποδοχών διαρκείας μικροτέρας της δια της παρούσης οριζόμενης, δικαιούνται της προκυπτούσης διαφοράς συμπληρωματικώς, εις χρόνον ορισθησόμενον κατά την κρίσιν του εργοδότου, εντός του τρέχοντος έτους. 4.Αι προϋποθέσεις, όροι, περιορισμοί, διαδικασία παροχής των αδειών μετ’ αποδοχών, ως και ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών της αδείας και του επιδόματος αδείας, ως ορίζονται υπό του Α.Ν. 539/45 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τούτον νόμων, ισχύουν και εν προκειμένω, ως επίσης ισχύουν και εφαρμόζονται πλήρως, πάσαι αι ευνοϊκώτεραι διατάξεις των αυτών ως άνω νόμων και των εις εκτέλεσιν τούτων εκδοθέντων Δ/των, και των εν ισχύϊ συλλογικών συμβάσεων, αποφάσεων διαιτησίας, εσωτερικών κανονισμών ή άλλων διατάξεων. 5.Εν περιπτώσει εφαρμογής συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας 5 εργασίμων ημερών, ως εργάσιμος ημέρα, δια τον προσδιορισμόν του χρόνου διαρκείας της αδείας μετ’ αποδοχών, λογίζεται και το Σάββατον ή η άλλη ημέρα, καθ’ην ως εκ του συστήματος δεν απασχολούνται οι μισθωτοί. Χρονικά Όρια Εργασίας Άρθρ.3.–1.Από 1 Ιουλ. 1975 ορίζονται εις 45 αι ώραι εβδομαδιαίας εργασίας του προσωπικού των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών, του υποκειμένου εις την παρούσαν. Η, καθ’ υπέρβασιν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, απασχόλησις των μισθωτών τούτων, λογίζεται ως υπερεργασία κατά την έννοιαν του άρθρ. 659 του Α.Κ. 2.Υπό τους περιορισμούς του άρθρ. 6, η πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως, απασχόλησις του μισθωτού και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου, απόκειται εις την κρίσιν του εργοδότου, του μισθωτού υποχρεουμένου εις την παροχήν της εργασίας. 3.Ωράρια εβδομαδιαίας εργασίας, ισχύοντα ή συμβατικώς εφαρμοζόμενα, ελάσσονα των 45 ωρών, δεν θίγονται δια της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Η εφαρμογή, όμως, εις τας περιπτώσεις ταύτας, συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας 5 εργασίμων ημερών, διέπεται υπό των διατάξεων της παρούσης. 4.Επί των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασίων, ων η συνεχής λειτουργία, επιβαλλομένη εκ της φύσεως αυτών, διασφαλίζεται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι διατάξεις του Π.Δ. της 27 ης Ιουν./4 Ιουλ. 1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων», ως αύται ισχύουν νυν, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις των άρθρ. 4, 5 και 6 της παρούσης. 5.Επί του προσωπικού κινήσεως των αστικών και υπεραστικών λεωφορείων, των ηλεκτροκινήτων λεωφορείων, των ατμηλάτων δηζελοκινήτων και ηλεκτροκινήτων σιδηροδρόμων, ως και επί των οδηγών, συνοδηγών και βοηθών των φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, των τουριστικών λεωφορείων, των αγοραίων επιβατικών αυτοκινήτων και των ταξί, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι περί αυτών ισχύουσαι διατάξεις, περί χρονικών ορίων εργασίας, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις των άρθρ. 4, 5 και 6 της παρούσης. Αμοιβή Υπερεργασίας Άρθρ.4.–1.Πέραν της συμπεφωνημένης ή νομίμου αμοιβής δια 48ώρον εβδομαδιαίαν εργασίαν, οφειλομένης από της 1 ης Ιουλ. 1975 δι’ εργασίαν 45 ωρών εβδομαδιαίως, εργοδόται, απασχολούντες τους παρ’ αυτοίς μισθωτούς, μέχρι συμπληρώσεως 48ώρου εβδομαδιαίας εργασίας, υποχρεούνται εις καταβολήν συμπληρωματικής αμοιβής, οριζομένης ως ακολούθως: α)Από 1 Ιουλ. 1975 μέχρι 30 Ιουν. 1976, δι’ εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον. β)Από 1 Ιουλ. 1976 μέχρι 30 Ιουν. 1977, δι’ εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 47 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δια δε την 48 ην ώραν το ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. (Αντί των σελ. 109 – 117(α) Σελ. 109 – 117(β) Τεύχος 557 – Σελ. 117 Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις 15.Δ.β.2 9 γ)Από 1 Ιουλ. 1977 μέχρι 30 Ιουν. 1978, δια την 46 ην ώραν, το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δι’ εκάστην δε ώραν πέραν των 46 και μέχρι συμπληρώσεως των 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. δ)Από 1 Ιουλ. 1978 και επέκεινα, δι’ εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. 2.Εάν αι, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως των 48, ώραι απασχολήσεως του μισθωτού εμπίπτουν εις τα όρια της νυκτερινής εργασίας ή της εργασίας κατά Κυριακάς και εξαιρεσίμους, εκτός του, ως η προηγουμένη παράγραφος ωρομισθίου, οφείλονται και αι προσαυξήσεις, περί ων αι υπ’ αριθ. 8900/46, 18310/46 και 25825/51 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. 3.Μισθωτοί επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών, ων η συνεχής λειτουργία, ως εκ της φύσεως αυτών, πρέπει να εξασφαλίζεται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, απασχολούμενοι πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του ανωτάτου ορίου των 56 ωρών, δικαιούνται προσθέτως της κανονικής των αμοιβής τριών ωρομισθίων καθ’ εβδομάδα, απλών ή προσηυξημένων κατά τα εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, υπό τον όρον ότι η απασχόλησις κατά την κρίσιμον εβδομάδα υπερέβη τας 48 ώρας. Εάν η απασχόλησις υπερέβη μεν τας 45 ώρας ουχί όμως και τας 48, εφαρμόζονται και εν προκειμένω αι λοιπαί διατάξεις του παρόντος άρθρου. 4.Επί μισθωτών, περί ων η παρ. 5 του προηγουμένου άρθρου, απασχολουμένων πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του δια τούτους οριζομένου υπό των κειμένων διατάξεων ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχολήσεως εφαρμόζονται αναλόγως, αι διατάξεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. 5.Αι, περί της καταβολής συμπληρωματικής αμοιβής δι’ απασχόλησιν πέραν των 45 και μέχρι 48 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, μέχρι 56 ωρών ή του τυχόν μεγαλυτέρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχολήσεως, διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν έχουν εφαρμογήν επί των μισθωτών των αμειβομένων κατ’ άλλον σύστημα πλην του επί μισθώ ή ημερομισθίω. Προκειμένου, όμως, περί μισθωτών αμειβομένων δια μικτού συστήματος, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως, προσδιοριζομένου του οφειλομένου ωρομισθίου και των προσαυξήσεων επί τη βάσει του συμπεφωνημένου ή νομίμου, τακτικώς δε και περιδιοκώς καταβαλλομένου μισθού ή ημερομισθίου. Σελ. 118(β) Τεύχος 557 – Σελ. 118 6.Εν περιπτώσει μειώσεως των ωρών εργασίας μέχρι 45 εβδομαδιαίως, οι κατά μονάδα εργασίας ή κατ’ άλλον σύστημα, πλην του επί μισθώ ή ημερομισθίω, αμειβόμενοι μισθωτοί δικαιούνται καθ’ εβδομάδα της τυχόν προκυπτούσης διαφοράς μεταξύ του, κατά το εφαρμοζόμενον σύστημα αμοιβής των, προϊόντος και του εξαπλασίου του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου ή κατά την οικείαν συλλογικήν σύμβασιν κατωτάτου ορίου ημερομισθίου της ειδικότητός των. Ωρομίσθιον υπερεργασίας Άρθρ.5.–1.Προκειμένου περί των επί μισθώ αμειβομένων μισθωτών, δια την εξεύρεσιν του ωρομισθίου των, τα 6 / 25 του συμπεφωνημένου ή νομίμου μισθού διαιρούνται δια του αριθ. 45. Δια την εξεύρεσιν του ωρομισθίου των επί ημερομισθίω αμοιβομένων μισθωτών, το ποσόν των 6 πλήρων (συμπεφωνημένων ή νομίμων) ημερομισθίων, διαιρείται ομοίως δια του αριθ. 45. Καθ’ όμοιον τρόπον εξευρίσκεται το ωρομίσθιον των δια μικτού συστήματος αμειβομένων μισθωτών. Επί μισθωτών, δι’ ους ισχύει ή εφαρμόζεται ωράριον εβδομαδιαίας εργασίας έλασσον των 45 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμόν των ωρών της εβδομαδιαίας εργασίας των. 2.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως από της αυτής ημερομηνίας ήτοι: 1 Ιουλ. 1975, δια τον υπολογισμόν, τόσον της συμπληρωματικής αμοιβής δι’ υπερεργασίαν πέραν των 45 ωρών, όσον και κατά πάσαν περίπτωσιν προσδιορισμού του ωρομισθίου, ως επί των περιπτώσεων υπολογισμού της αμοιβής και της προσαυξήσεως δι’ υπερωριακήν εργασίαν και των προσαυξήσεων δι’ εργασίαν κατά τας Κυριακάς, εξαιρετέας και νυκτερινάς ώρας. 15.Δ.β.2 Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις 10 Εβδομάς πέντε εργασίμων ημερών – Συστήματα εβδομαδιαίας Εργασίας Άρθρ.6.–1.Κατά την μεταβατικήν περίοδον, ήτοι από 1 ης Ιουλ. 1975 μέχρι 30 Ιουν. 1978, επιτρέπεται υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας μέχρι μιας ώρας και 35 λεπτών, της υπερβάσεως ταύτης μη λογιζομένης ως υπερωρίας, υπό την προϋπόθεσιν ότι αι κατά το άρθρ. 8 υποκείμεναι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίαι: α)Δεν απασχολούν τους υποκειμένους μισθωτούς κατά το Σάββατον ή κατά μίαν άλλην εργάσιμον ημέραν της εβδομάδος. β)Καταβάλλουν πλήρες το ημερομίσθιον των ημερών τούτων. γ)Το σύνολον των ωρών απασχολήσεως, καθ’ εβδομάδα δεν υπερβαίνει τας 48 ώρας. 2.Από της 1 Ιουλ. 1978 η, κατά την προηγουμένην παράγραφον, υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας περιορίζεται εις μίαν μόνον ώραν, καθ’ εκάστην. Από της αυτής ημερομηνίας, 1 Ιουλ. 1978, επιτρέπεται κατά την κρίσιν των υποκειμένων εργοδοτών, η μέχρι τριών ωρών εβδομαδιαίως, πέραν της 45ώρου εργασίας, υπερωριακή απασχόλησις των μισθωτών, ήτις δεν συμψηφίζεται εις τα, κατά τας κειμένας διατάξεις, επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως. 3.Υπό τας προϋποθέσεις των εδαφ. α΄και β΄της παρ. 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται η υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας και δη μέχρι συμπληρώσεως ημερησίως 9ώρου εργασίας, εις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίας, εις ας ισχύει ή εφαρμόζεται ωράριον εβδομαδιαίας, εργασίας έλασσον των 45 ωρών, υπό τον πρόσθετον όρον ότι δεν επέρχεται επαύξησις του ισχύοντος ή εφαμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας. 4.Η εφαρμογή συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας 5 εργασίμων ημερών, υπό τους περιορισμούς και προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, απόκειται εις την κρίσιν του εργοδότου. Κατά πάσαν περίπτωσιν δια του παρόντος άρθρου δεν θίγεται η ισχύς του άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν.Δ. 4020/59. Εκπαίδευσις Συνδικαλιστικών Στελεχών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.