📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΝΑΓΚ.ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1606 της 7/10 Φεβρ. 1939 (ΦΕΚ Α΄ 50) Περί ιδρύσεως Ταμείου Προνοίας και Κοινής Διανομής πωλητών βενζίνης Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων και κατοχυρώσεως του επαγγέλματος αυτών. Άρθρ.1.-1.Συνιστάται Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου υπό τον τίτλον «Ταμείον Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών βενζίνης Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων», τελούν υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υφυπουργείου Εργασίας (Υπηρεσια Επαγγελματιών και Βιοτεχνών). Παρά τω Ταμείω τούτω τηρείται αφ’ ενός λογαριασμός «Κοινής Διανομής» και αφ’ ετέρου λογαριασμός «Προνοίας». 2.Σκοπός του ούτω συνιστωμένου Ταμείου έσεται: Η από κοινού και κατ’ ισομοιρίαν διανομή τοις μετόχοις του εκ της πωλήσεως της βενζίνης ακαθάρτου πετρελαίου και λοιπών πετρελαιοειδών προϊόντων παρακρατουμένου, ως κατωτέρω, ποσοστού, και η χορήγησις αρωγής εις τους δεομένους τοιαύτης και κατά τους όρους του παρόντος μετόχους. Άρθρ.8.-Το πρώτον δεκαήμερον εκάστου μηνός η αρμοδία υπηρεσία του Ταμείου επί τη βάσει των ενεργηθεισών μέσω αυτού και αναγγελθεισών αυτώ παραγγελιών, συντάσσει γενικήν αναλυτικήν κατάστασιν εμφαίνουσαν τα παρ’ αυτώ κατατεθειμένα ποσά τα προερχόμενα εκ των ποσοστών του άρθρ. 2 παρ. α΄ και β΄ του παρόντος κατά γαλόνιον βενζίνης ή τόννον πετρελαίου του προηγουμένου μηνός. Εκ του συνόλου των ποσοστών τούτων, ποσοστόν 3% παρακρατείται και μεταφέρεται εις λογαριασμόν «Προνοίας», το δε υπόλοιπον, μετά την αφαίρεσιν των εξόδων λειτουργίας του Ταμείου, μεταφέρεται εις λογαριασμόν «Κοινής Διανομής». Το εις τον λογαριασμόν «Κοινής Διανομής» μεταφερόμενον ποσόν, διαιρούμενον εις ισάριθμα προς τους μετόχους μερίδια, διανέμεται, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εις τους μετόχους. Άρθρ.9.-Επιχειρήσεις ή εργασίαι γενικής εκμεταλλεύσεως πρατηρίων πωλήσεως βενζίνης ή πετρελαίου, ή επιχειρήσεις διατηρήσεως σταθμών αυτοκινήτων, ανήκουσαι εις πλείονας του ενός λογίζονται ως προς τας μετά του Ταμείου σχέσεις αυτών ως εν άτομον. Σελ. 1393 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 39.Ν.γ.1 171 Άρθρ.10.-1.Το δυνάμει του άρθρ. 8 του παρόντος μεταφερόμενον κατά μήνα ποσοστόν εις λογαριασμόν «Προνοίας» διανέμεται εις τους δεομένους χρηματικής ενισχύσεως μετόχους βάσει αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και επί τη υποβολή σχετικής αιτήσεως των ενδιαφερομένων. 2.Λόγοι δια την τοιαύτην χορήγησιν αρωγής παρά του Ταμείου θεωρούνται α) η αποδεδειγμένη έλλειψις παρά τω μετόχω των αναγκαιουσών δαπανών δια την επανεγκατάστασιν του πρατηρίου αυτού, παύσαντος να λειτουργή συνεπεία πράξεως της Διοικήσεως, ή εξ άλλης τινός νομίμου αιτίας, ή αιτίας μη δυναμένης να προβλεφθή και προληφθή εφ’ όσον η πράξις της Διοικήσεως κ.λπ. δεν προήλθεν εξ υπαιτιότητος του πρατηριούχου, β) η ομολογουμένη και βεβαιουμένη κατά την περί τούτου κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου ένδεια του μετόχου (και) συνεπεία της οποίας στερείται ούτος των στοιχειωδών μέσων της συνεχίσεως του επαγγέλματος αυτού. 3.Το παρεχόμενον εκάστοτε ποσόν προς οικονομικήν ανακούφισιν τοις δεομένοις τοιαύτης μετόχοις, ορίζεται κατ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου εν ουδεμιά δε περιπτώσει δύναται να υπερβαίνη το ποσόν των δραχ. (10.000) προκειμένου δε περί επανεγκαταστάσεως, το ποσόν των δραχ. (20.000). Δια της υπ’ αριθ. 2019/213 της 24/27 Ιουν. 1947 αποφ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 85), τα ως άνω προβλεπόμενα ανώτατα ποσά, ωρίσθησαν εις δραχ. 1.000(000) προκειμένου περί απλής αρωγής και εις δραχ. 3.000(000) προκειμένου περί επανεγκαταστάσεως πρατηρίου. Άρθρ.11.-Πρατηριούχος πωλητής βενζίνης ή πετρελαίου ή κάτοχος σταθμού αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας της περιφερείας Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων παραβαίνων τας διατάξεις του παρόντος τιμωρείται δια χρηματικής ποινής δραχ. 1.000 μέχρι δραχ. 20.000, ή δια ποινής φυλακίσεως ενός μέχρι 3 μηνών και εν υποτροπή δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων επί εγκλήσει του Ταμείου. Αι τοιαύται μηνύσεις εισάγονται ενώπιον των αρμοδίων Πλημμελειοδικείων εντός 30 ημερών από της υποβολής των και δι’ απ’ ευθείας κλήσεως. Άρθρ.12.-1.(Το Ταμείον Προνοίας και Κοινής Διανομής πωλητών βενζίνης και κατόχων σταθμών αυτοκινήτων Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων διοικείται υπό 5μελούς Διοικ. Συμβουλίου απαρτιζομένου α) εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υφυπουργείου Εργασίας, ως Προέδρου, β) ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου των Σιδ/μων και Αυτοκινήτων οριζομένου υπό του Υπουργού των Σιδ/μων και Αυτοκινήτων, γ) ενός αντιπροσώπου του Υπουργείου Οικονομικών οριζομένου κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 667/1937 και δ) δύο αντιπροσώπων των πωλητών βενζίνης Σελ. 1394 και πετρελαιοειδών προϊόντων και κατόχων σταθμών αυτοκινήτων Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων οριζομένων υπό του Υφυπουργού Εργασίας. Εις έκαστον των τακτικών μελών διορίζεται αναπληρωματικόν μέλος. Τον Πρόεδρον του Διοικ. Συμβουλίου απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εις πάντα τα καθήκοντα και δικαιώματα αυτού ο δια της περί διορισμού αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας οριζόμενος δημόσιος υπάλληλος τακτικόν μέλος του Συμβουλίου). Ο διορισμός πάντων τούτων ενεργείται αποφάσει του Υφυπουργού Εργασίας δημοσιευομένη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επί 3ετεί θητεία. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να ανακαλώνται και προ της λήξεως της θητείας αυτών αποφάσει του Υφυπουργού Εργασίας ητιολογημένη δεόντως και δι’ επιδεικνυομένην ολιγωρίαν περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, ή δια παράβασιν του Νόμου ή του καταστατικού του Ταμείου. Βλ. ήδη άρθρ. 1 του κατωτέρω Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Ταμείου. 2.Τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου και οι απαρτίζοντες το προσωπικόν αυτού υπέχουσι κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, τας ευθύνας του δημοσίου υπαλλήλου και απολαύουσι της υπέρ τούτων δια του Ποινικού Νόμου τεθεσπισμένης ειδικής προστασίας. 3.Ίνα πρατηριούχος βενζίνης αποτελέση μέλος του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου δέον α) να είναι πολίτης Έλλην, β) να μην έχη καταδικασθή δια τινα των εν τοις άρθρ. 22 και 23 του Ποινικού Νόμου αναφερομένων πράξεων, γ) να μην διώκηται δια τας αντεθνικάς αυτού τυχόν θεωρίας, πεποιθήσεις ή δράσιν, δ) να είναι μέλος του Ταμείου τουλάχιστον επί διετίαν. Η τελευταία αύτη διάταξις δεν ισχύει κατά την πρώτην διετίαν της λειτουργίας του Ταμείου. 39.Ν.γ.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 172 4.Αι λεπτομέρειαι διοικήσεως, διαχειρίσεως, εσωτερικής λειτουργίας, αμοιβής Διοικ. Συμβουλίου, συνθέσεως προσωπικού, αμοιβής αυτού κ.λπ. του Ταμείου ρυθμίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υφυπουργού Εργασίας και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Βλ. κατωτέρω την υπ’ αριθ. 41069/Σ.697/ 1949 απόφασιν Υπ. Εργασίας «περί εγκρίσεως Κανον. Εσωτερ. Υπηρεσίας του Ταμείου». Άρθρ.13.-Άπαντες οι πρατηριούχοι πωλήσεως βενζίνης ή πετρελαίου ως και οι κάτοχοι σταθμών αυτοκινήτων Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων δέον εντός μηνός από της λειτουργίας του Ταμείου να εφοδιασθώσι δι’ ειδικών δελτίων, του τύπου αυτών καθορισθησομένου δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εφ’ ων θα αναγράφεται αύξων αριθμός ον φέρουσιν εν τω γενικώ μητρώω των μελών του Ταμείου μετά του ονοματεπωνύμου τούτων ή τίτλου της μετόχου Εταιρείας. Άρθρ.14.-1.Το επάγγελμα του πωλητού ή πρατηριούχου βενζίνης ή κατόχου σταθμού αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας θεωρείται κεκορεσμένον, απαγορευομένης της ιδρύσεως νέων πρατηρίων και καταστημάτων πωλήσεως βενζίνης και πετρελαιοειδών προϊόντων προοριζομένων δια την εξυπηρέτησιν των οδικών συγκοινωνιών Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων ή των μέσων μεταφοράς εν ταις ως άνω περιφερείας. Επίσης απαγορεύεται η πώλησις των ειδών τούτων εις έτερα καταστήματα ή αποθήκας δια ποσά ελάσσονα των 2.000 γαλονίων βενζίνης και τριών τόννων ακαθάρτου πετρελαίου. Το ανωτέρω δεύτερον εδάφιον της παρ. 1 είχε τροποποιηθή δια του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 643/1941 (ΦΕΚ Α΄ 375), αλλά το άρθρον τούτο (8) κατηργήθη από της ισχύος του δια του άρθρ. 1 του Νόμ. 1238/1944 (ΦΕΚ Α΄ 46). 2.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου αφορά τας περιφερείας Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων τας ευρισκομένας εις απόστασιν ακτίνος 20 χιλιομέτρων από της πλατείας Ομονοίας. Άρθρ.15.-Πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δια την εφαρμογήν του παρόντος καθορίζεται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υφυπουργού Εργασίας. Άρθρ.2.-Πόροι του συνιστωμένου Ταμείου έσονται: α)«Το ήμισυ του καθοριζομένου εκάστοτε ποσοστού προμηθείας δια τους πρατηριούχους πωλητάς πετρελαιοειδών προϊόντων κατά γαλόνιον βενζίνης και τόννον πετρελαίου, επί πάσης ποσότητος των ειδών τούτων πωλουμένης παρ’ αυτών καταβαλλόμενον εις το Ταμείον υπό πάντων των εν τη περιφερεία Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων και εντός ακτίνος 20 χιλιομέτρων, από της πλατείας Ομονοίας διατηρούντων εν λειτουργία υπό οιανδήποτε μορφήν πρατήρια πωλήσεως βενζίνης ή πετρελαίων, ως και των διατηρούντων σταθμούς αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας εν λειτουργία». Δια της υπ’ αριθ. 26093 της 16 Απρ./3 Μαΐου 1947 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας το ποσοστόν τούτο εμειώθη ορισθέν εις 40% επί της προμηθείας. Αλλ’ η απόφασις αύτη του Υπ. Εθν. Οικονομίας εκηρύχθη ανίσχυρος δια της υπ’ αριθ. 3681/1956 αποφ. του Εφετείου Αθηνών, διότι ο Υπουργός ούτος εστερείτο νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, εφ’ όσον κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν το Ταμείον τούτου υπάγεται υπό τον έλεγχον και εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας. β)«Το ήμισυ της εκάστοτε καθοριζομένης δια τους πρατηριούχους ως άνω προμηθείας επί πάσης ποσότητος των ως άνω ειδών πωλουμένη απ’ ευθείας παρά του εισαγωγέως άνευ της μεσολαβήσεως πρατηριούχου και προοριζομένη δια την κίνησιν αυτοκινήτων και λοιπών πάσης φύσεως μέσων συγκοινωνίας και μεταφοράς εφ’ όσον η εκκίνησις αυτών πραγματοποιείται εντός ακτίνος 20 χιλιομέτρων από της πλατείας Ομονοίας, ανεξαρτήτως τόπου προορισμού ή καταναλώσεως. Της καταβολής των ως άνω καθοριζομένων πόρων του Ταμείου απαλλάσσεται α) το Δημόσιον, β) η ΟΥΝΡΡΑ, γ) αι εναέριαι συγκοινωνίαι, δ) τα πάσης φύσεως γεωργικά μηχανήματα και ε) τα πρατήρια θαλάσσης όσον αφορά μόνον την παρ’ αυτών διατεθειμένην ποσότητα πετρελαίου και εφ’ όσον δεν είναι μέτοχοι του Ταμείου Προνοίας και Κοινής Διανομής πωλητών βενζίνης και δι’ εξ μήνας από της 1 Μαρτ. 1946». Τα εδάφ. α΄ και β΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3691/94 της 13/14 Φεβρ. 1946 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 28). Δια της υπ’ αριθ. 2781/Υ.233 της 5/18 Φεβρ. 1969 απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 115), οι εν τω ανωτέρω άρθρω προβλεπόμενοι πόροι του Ταμείου εμειώθησαν από 1 Μαρτ. 1969 κατά ποσοστόν 30%, δια δε της υπ’ αριθ. Φ.210/2625 της 6/24 Ιουλ. (Αντί για τη σελ. 1391(δ) Σελ. 1391(ε) Τεύχος 1206-Σελ. 31 167 1971 ομοίας (ΦΕΚ Β΄589), εμειώθησαν από 1 Αυγ. 1971 κατά ποσοστόν 30% εισέτι, πέραν της δια της ανωτέρω υπ’ αριθ. 2781/Υ.233/1969 απόφ. επελθούσης μειώσεως. Δια της υπ’ αριθ. 210/3056 της 13/27 Ιουν. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 716) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών οι πόροι του Ταμείου εμειώθησαν περαιτέρω ως ακολούθως: α)Από 1 Αυγ. 1973 κατά ποσοστόν 20%, επί του εκ 50% ποσοστού επί της προμηθείας των πρατηριούχων πετρελαιοειδών προϊόντων, του απομένοντος ποσοστού υπέρ του Ταμείου περιοριζομένου εις 10%. β)(Από 1 Αυγ. 1974 κατά ποσοστόν 10% εισέτι, επί του εκ 50% ποσοστού επί της προμηθείας των πρατηριούχων, του απομένοντος ποσοστού υπέρ του Ταμείου περιοριζομενου ούτω εις 5%). Η ανωτέρω εντός ( ) υπό στοιχ. β διάταξις κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 210 οίκ. 2276 της 9/19 Ιουλ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 725) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Διευκρινίζοντες την υπ’ αριθ. 3691/94/13.2.46 (ΦΕΚ 28/14.2.46 τεύχος Β΄) ημετέραν απόφασιν «περί τροποποιήσεως της υπ’ αριθ. 29456/1946 αποφάσεως», ορίζομεν ότι, η τελευταία περίοδος του εδαφ. β΄ της ως άνω αποφάσεως περί προσωρινής απαλλαγής εκ της υποχρεώσεως προς εισφοράν των πρατηρίων θαλάσσης, δεν αφορά τους πωλητάς αποκλειστικώς και μόνον πετρελαίου εις πετρελαιοκίνητα ιστιοφόρα του λιμένος Πειραιώς, καθ’ όσον ούτοι δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του Νόμ. 1606/1939, τας καθοριζούσας τους υποχρέους προς εισφοράν εις το Ταμείον Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης ως μη κεκτημένοι την ιδιότητα του πρατηριούχου βενζίνης συμφώνως προς την παρ. 5 του άρθρ. 1 του Α.Ν. της 5/5/35 «περί διαθέσεως βενζίνης και των πρατηρίων πωλήσεως αυτής» «και συνεπώς είναι απηλλαγμένοι πάσης υποχρεώσεως προς εισφοράν προς το εν λόγω Ταμείον». (Αποφ. Υπ. Εργ. 36314/3410 της 20/30 Ιαν. 1947-ΦΕΚ Β΄ 9). Δια της υπ’ αριθ. 51186/4/54 της 22 Σεπτ./7 Οκτ. 1954 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 197-Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 226/1954) απαλλάσσεται των ανωτέρω πόρων η Γενική Επιμελητεία Βασιλικής χορηγίας, δια τας υπέρ αυτής διατιθεμένας ποσότητας βενζίνης και πετρελαιοειδών προς εξυπηρέτησιν των Ανακτορικών οχημάτων. Δια του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 3335 της 28/31 Αυγ. 1955 (ΦΕΚ Α΄238) ωρίσθη ότι οι ΣΕΚ και τα λοιπά υπό κρατικήν εκμετάλλευσιν τελούντα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά δίκτυα ΣΠΑΠ, ΣΒΔΕ, ΣΘ, ΣΓΕ και ΚΕΤΘ (Κρατική Εκμετάλλευσις Τροχιοδρόμων Θεσσαλονίκης), δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του Α.Ν. 1606/1939, δια τας από της ισχύος των διατάξεων τούτων διατεθείσας και διατιθεμένας Σελ. 1392(ε) Τεύχος 1206-Σελ. 32 εφεξής ποσότητας βενζίνης, πετρελαίου και λοιπών πετρελαιοειδών. Δια της υπ’ αριθ. 68145/Ε.2194 της 18 Δεκ. 1958/5 Ιαν. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 3), από 1ης Δεκ. 1958 απαλλάσσεται η Α.Ε. «Ελληνικά Ναυπηγεία» της υποχρεώσεως καταβολής των υπέρ του Ταμείου Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητων Βενζίνης πόρων. Δια της υπ’ αριθ. 62 της 6/6 Απρ. 1963 Π.Υ.Σ. (ΦΕΚ Α΄ 46), απηλλάγη η Α.Ε. «Αστ. Συγκοινωνίαι Περιοχής Αθηνών-Α.Σ.Π.Α. της εκ του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1606/1939 προβλεπομένης εισφοράς υπέρ του Ταμείου Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης επί της δια την κίνησιν των ιδίων αυτής λεωφορείων αναλισκομένης ποσότητος ακαθάρτου πετρελαίου, της εναποθηκευμένης και χορηγουμένης δια των ιδίων αυτής δεξαμενών και αντλιών. Δυνάμει του άρθρ. 18 Ν.Δ. 4354/1964 (τόμ. 21Α σελ. 350,28) η Ανώνυμος Εταιρεία «ΑΣΠΑ» απαλλάσσεται αφ’ ης συνεστήθη της εκ του ανωτέρω άρθρ. 2 εισφοράς υπέρ του Ταμείου Προνοίας και Κοινής διανομής Πωλητών βενζίνης επί της, δια την λειτουργίαν των ιδίων της Λεωφορείων, καταναλισκομένης ποσότητος πετρελαίων, εφ’ όσον ταύτα δεν προμηθεύεται παρά των πρατηριούχων και πωλητών βενζίνης περί ων το άνω Ταμείον. γ)«Το εκ δώρων, κληροδοτημάτων και πάσης άλλης νομίμου αιτίας περιερχόμενον τω Ταμείω ποσόν». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29451/826 της 10/19 Ιαν. 1946 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄11). Με την 210/788/10-22 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 405) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 485/28-7-1992), ορίστηκε ότι: «Η προβλεπόμενη από το άρθρ. 2 του Α.Ν. 1606/39 εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων, όπως καθορίστηκε με την 210/3056/13.6.73 (716 τ.Β΄) Υπουργική Απόφαση, ορίζεται σε ποσοστό 10% επί του μικτού κέρδους 4,95% των Βενζινοπωλών που υπολογίζεται με βάση την τιμή χονδρικής πώλησης των υγρών καυσίμων (από την Εταιρεία προς τον πρατηριούχο) για κάθε εμπορική συναλλαγή». 39.Ν.γ.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 168 Άρθρ.3.-Μέτοχοι του Ταμείου τούτου έσονται υποχρεωτικώς άπαντες οι εν τη περιοχή ακτίνος 20 χιλιομέτρων από της Πλατείας Ομονοίας Αθηνών διατηρούντες Πρατήρια πωλήσεως βενζίνης και πετρελαίου, ως και οι κάτοχοι Σταθμών Αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας, ανεξαρτήτως φύλου. Πωλητής ή πρατηριούχος βενζίνης ή πετρελαίου ή κάτοχος σταθμού αυτοκινήτων μετά βενζιναντλίας, κατά τας τυχόν εκφράσεις του παρόντος, νοείται ο κατά την παρ. 5 του άρθρ. 1 του από 25/5/1935 Α. Νόμου «περί διαθέσεως βενζίνης και των πρατηρίων πωλήσεως αυτής» πρατηριούχος. Δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 124/1946 (ΦΕΚ Α΄ 300) κατέστησαν υποχρεωτικώς μέτοχοι του Ταμείου πάντες οι κεκτημένοι αδείας λειτουργίας Βενζιναντλίας, ως και οι αναγνωρισθέντες ως πρατηριούχοι κατά τας διατάξεις του Ν.Δ/τος τούτου. Άρθρ.4.-1.Πάντες οι μετέχοντες του Ταμείου υποχρεούνται όπως αναγγέλωσι προηγουμένως εις το Ταμείον απάσας τας πράξεις αγοράς βενζίνης ή πετρελαίου, απαγορευομένης της μετά των εισαγωγέων βενζίνης ή πετρελαίου συναλλαγής αυτών, άνευ ειδοποιήσεως του Ταμείου, εφόσον η τοιαύτη συναλλαγή προϋποθέτει αγοράν βενζίνης ουχί πλέον των 2.000 γαλονίων ή πετρελαίου ουχί πλέον των τριών τόννων δι’ εκάστην παραγγελίαν και παράδοσιν. Δια τας τοιαύτας αγοράς οι Μέτοχοι υποχρεούνται όπως καταθέτωσιν εις το Ταμείον το υπό του άρθρ. 3 του παρόντος Νόμου προβλεπόμενον ποσοστόν κρατήσεως εφ’ εκάστου γαλονίου βενζίνης ή τόννου πετρελαίου, επί τη οικεία δε βεβαιώσει του Ταμείου, ότι κατεβλήθη παρ’ αυτώ το κεκανονισμένον ποσοστόν κρατήσεως προβαίνουσιν εις τας εκάστοτε αγοράς βενζίνης ή πετρελαίου και την παραλαβήν τούτων. 2.Απαγορεύεται εις τους εισαγωγείς βενζίνης και πετρελαίου όπως παραδίδωσιν βενζίνην ή πετρέλαιον εις τους μετόχους του Ταμείου άνευ της κατά την προηγουμένην παράγραφον βεβαιώσεως του Ταμείου, εφόσον αι πωλούμεναι ποσότητες βενζίνης ή πετρελαίου είναι ελάσσοντες των εν τω άρθρ. 14 παρ. 1 του παρόντος αναφερομένων ποσοτήτων. (Μετά την σελ. 1392(γ) Σελ. 1392,01 Τεύχος 505-Σελ. 141 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 39.Ν.γ.1 169 39.Ν.γ.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προν.& Κοινής Διανομής Πωλ.Βενζίνης Αθηνών-Πειρ.& Περιχ. 170 3.Οι εισαγωγείς βενζίνης και πετρελαίου δια τας παρ’ αυτών πραγματοποιουμένας, άνευ γνώσεως του Ταμείου, πωλήσεις βενζίνης ή πετρελαίου, κατά τας διατάξεις του παρόντος, υπόχρεοι εισίν όπως παρακρατώσιν το υπέρ του Ταμείου ποσοστόν κατά γαλόνιον βενζίνης ή τόννον πετρελαίου και καταθέτωσι τούτο εις το εν λόγω Ταμείον άχρι της πέμπτης ημέρας του επομένου μηνός, αφ’ ου επραγματοποιήθη η πώλησις. 4.Οι εισαγωγείς βενζίνης ή πετρελαίου υποχρεούνται όπως υποβάλλωσι κατά μήνα εις το Ταμείον λεπτομερή κατάστασιν των παρ’ αυτών άνευ γνώσεως του Ταμείου πραγματοποιουμένων πωλήσεων βενζίνης ή πετρελαίου και εξ ης σαφώς να προκύπτωσι: α) η ποσότης της πωληθείσης βενζίνης ή πετρελαίου, β) το ονοματεπώνυμον και η διεύθυνσις του αγοραστού και γ) αν παρεκρατήθη και κατεβλήθη εις το Ταμείον το προβλεπόμενον ποσοστόν κρατήσεως κατά γαλόνιον βενζίνης ή τόννον πετρελαίου. 5.Οι Διευθυνταί ή επιτετραμμένοι επιχειρήσεων ή εργασιών παρά των οποίων χρησιμοποιείται βενζίνη ή πετρέλαιον ως ύλη κατεργασίας δια την παραγωγήν των προϊόντων αυτών, ή ως κινητήριος δύναμις των εγκαταστάσεων τούτων, υποχρεούνται όπως γνωρίζωσιν εις το Ταμείον τας παρ’ αυτών χρησιμοποιουμένας ποσότητας βενζίνης ή πετρελαίου δια την τοιούτου είδους εργασίαν, υποβάλλοντες προς τούτο υπεύθυνον δήλωσιν. Η ανωτέρω παρ. 5 κατηργήθη δια του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 643/1941 (ΦΕΚ Α΄ 375) αλλά το άρθρον τούτο (8), κατηργήθη από της ισχύος του δια του άρθρ. 1 του Νόμ. 1238/1944 (ΦΕΚ Α΄ 46). Άρθρ.5.-Το Ταμείον δια των παρ’ αυτού εντεταλμένων οργάνων δύναται να προβαίνη εις έλεγχον των υποβαλλομένων αυτώ καταστάσεων κατά μήνα ή υπευθύνων δηλώσεων δια παντός τρόπου και δι’ εξετάσεως των βιβλίων των υποχρέων. Άρθρ.6.-Αι απαιτήσεις του Ταμείου κατά των υποχρέων προς καταβολήν του οριζομένου ποσοστού κατά γαλόνιον βενζίνης ή τόννον πετρελαίου, εισπράττονται κατά τας διατάξεις των κειμένων περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων Νόμων, απαγγελομένης άμα και προσωπικής κρατήσεως κατά του τοιούτου οφειλέτου. Βλ. ήδη και τας διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 και 3 του Νόμ. 2097/1952 «περί ρυθμίσεως ειδικών τινων περιπτώσεων εφαρμογής του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και άλλων τινών διατάξεων» (Τόμ. 25 σελ. 197 και 198). Εν περιπτώσει πτωχεύσεως, αι παρά του πτωχεύσαντος εις το Ταμείον οφειλόμεναι εισφοραί των τελευταίων εξ μηνών και αι εισφοραί δι’ ας εκκρεμεί δίκη, ή υπεβλήθη μήνυσις, εισίν προνομιούχοι και υπάγονται εις την τάξιν των υπαλληλικών και εργατικών μισθών επόμεναι τούτων. Περί της επιβαρύνσεως των καθυστερουμένων εισφορών προς άπαντας τους Οργανισμούς Κοινων. Ασφαλίσεως βλ. Π.Υ.Σ. 92/1956 κυρωθείσαν δια του Ν.Δ. 3762/1957 (τόμ. 15Β σελ. 144,07), και άρθρ. 3 του αυτού Ν.Δ/τος (σελ. 144,12). Όσον αφορά την ρύθμισιν τρόπου εξοφλήσεως καθυστερουμένων εισφορών βλ. 1) τας ανωτέρω διατάξεις, 2) Π.Υ.Σ. 162/1959 κυρωθείσαν δια του Νόμ. 4052/1960 (τόμ. 15Β σελ. 124,49 και επ.), και 3)άρθρ.10 Νόμ. 4321/1963 (τόμ. 39 σελ. 12,04) εν συνδυασμώ προς την υπ’ αριθ. 51909/1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (τόμ. 15Β σελ. 124,02). Άρθρ.7.-Οι παραβάται των διατάξεων των άρθρ. 4, 5 και 14 του παρόντος επί τη υποβολή μηνύσεως κατ’ αυτών παρά του Ταμείου, εισάγονται ενώπιον των αρμοδίων Πλημμελειοδικείων δι’ απ’ ευθείας κλήσεως και εντός 30 ημερών από της υποβολής της μηνύσεως, τιμωρούνται δε δια χρηματικής ποινής απο δραχ. 5.000 μέχρι δρχ. 50.000, ή δια φυλακίσεως 30 ημερών μέχρι τριών μηνών, και εν υποτροπή δι’ αμφοτερών των ποινών.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.