← Ελλάδα

14. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 119 της 21/30 Ιουλ. 1973 (ΦΕΚ Α΄ 167) Περί καθορισμού των ωρών εργασίας και αναπαύσεως του προσωπικού κινήσεως των Κ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει τις ώρες εργασίας και ανάπαυσης για το προσωπικό κίνησης των υπεραστικών και αστικών λεωφορείων των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεως Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Υ.Λ.) απλής φυλακής.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
14. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 119 της 21/30 Ιουλ. 1973 (ΦΕΚ Α΄ 167) Περί καθορισμού των ωρών εργασίας και αναπαύσεως του προσωπικού κινήσεως των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεως Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Υ.Λ.) υπεραστικών και αστικών τοιούτων απλής φυλακής. Έχοντες υπ’ όψει: α)Τον Νόμ. 3221/1955 «περί κυρώσεως της υπ’ αριθ. 211/1954 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου και συμπληρώσεως του άρθρ. 3 του Νόμ. 2119/1952 «περί των δια των λεωφορείων αυτοκινήτων συγκοινωνιών» και ιδία την παρ. γ΄ του άρθρ. 8 του Νόμου τούτου. β)Το Ν.Δ. 3789/1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας». γ)Το Β.Δ. 238/1971 «περί καθορισμού των μεταφερομένων θέσεων ως και της μετατάξεως υπαλλήλων εκ του Υπουργείου Συγκοινωνιών εις το Υπουργείον Εργασίας, κατ’ εφαρμογήν του Ν.Δ. 1/1968 «και ιδία το άρθρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρ. 4 αυτού, εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 9 του υπ’ αριθ. 867/1960 Β.Δ/τος «περί Οργανισμού της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών». δ)Το Β.Δ. 40/1972 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των ισχυουσών διατάξεων περί Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων» εν συνδυασμώ προς το Ν.Δ. 1174/1972. ε)Τας γνώμας της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Α.Ε.) και της Πανελληνίου Ομοσπονδίας Υπαλληλικού Προσωπικού Αυτοκινήτων (Π.Ο.Υ.Π.Α.) ς)Την γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας διατυπωθείσαν εν ταις από 1.7.1972, 15.9.1972, 16.10.1972 και 1.11.1972 πράξεσιν αυτού. ζ)Την γνώμην του Συμβουλίου Επικρατείας διατυπωθείσαν εν τω υπ’ αριθ 318/24.5.1973 πρακτικώ αυτού, προτάσει του Ημετέρου επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Αντικείμενον Κανονισμού Άρθρ.1.-Δια του παρόντος Κανονισμού καθορίζονται αι ώραι εργασίας και αι αναπαύσεις του προσωπικού κινήσεως των ΚΤΕΥΛ και ΚΤΕΛ υπεραστικών και αστικών απλής φυλακής. «Οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού, που καθορίζουν για τους μισθωτούς χρονικά όρια εργασίας, αναπαύσεις, τήρηση ορισμένων εντύπων κλπ., ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες των λεωφορείων, εφόσον αυτοί εργάζονται ως οδηγοί στα λεωφορεία τους, που είναι ενταγμένα στα ΚΤΕΛ». Η άνω μέσα σε « » δεύτερη παράγραφος προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 549/20 Ιουλ.-13 Αυγ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 96). Πραγματική εργασία Άρθρ.10.-Η σειρά εργασίας του προσωπικού κινήσεως μεταβάλλεται καθ’ εκάστην περίοδο εργασίας εις τρόπον ώστε το προσωπικόν του εργαζόμενον κατά τας απογευματινάς και νυκτερινάς ώρας μιάς εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας να εργάζηται κατά τας πρωϊνάς της επομένης τοιαύτης εφ’ όσον το επιτρέπει η απλή φυλακή. Άρθρ.11.-1.Οι ιδιοκτήται των λεωφορείων και οι Πρόεδροι των ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΥΛ δεν επιτρέπεται ν’ απασχολήσουν κατά την αυτήν εργασιακήν ημέραν υπαλλήλους ή προσωπικόν κινήσεως εργασθέντας εις έτερον εργοδότην επί οκτάωρον. Δύναται μόνον ν’ απασχολήσουν προσωπικόν κινήσεως ή υπαλλήλους εργασθέντας κατά την αυτήν ημέραν παρ’ άλλοις εργοδόταις ολιγωτέρας των 8 ωρών, μόνον δε δια τον χρόνον τον απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν, το πολύ, δεκαώρου ημερησίας απασχολήσεως. 2.Προσωπικόν κινήσεως απασχολούμενον παρά ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΥΛ ή τελούν εν αδεία ή αναπαύσει δεν επιτρέπεται ν’ απασχοληθή εις ετέρας εργασίας. 3.Οι παραβάται της διατάξεως της παρ. 2 τιμωρούνται, εκτός των άλλων υπό του νόμου προβλεπομένων κυρώσεων, δια τριημέρου αργίας και εν υποτροπή, δια των υπό του Κανονισμού προσωπικού προβλεπομένων πειθαρχικών κυρώσεων. Κυρώσεις Άρθρ.12.-Η παράλειψις θεωρήσεως των βιβλίων εργασίας προσωπικού και Δρομολογίων, ως και η μη αναγραφή εν αυτώ των οριζομένων στοιχείων ή και πάσα εν γένει παράβασις των διατάξεων του παρόντος Π.Δ/τος συνεπάγεται την επιβολήν των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων των προβλεπομένων υπό του Νόμ. 2193/1920, του άρθρ. 1 του Νόμ. 2943/1922, της παρ. 2 του άρθρ. 33 του Νόμ. 2119/1952 και του άρθρ. 1 του Νόμ. 3216/1955 ως και των λοιπών ισχυουσών σχετικών διατάξεων. (Αντί για τη σελ. 254,241(β)Σελ. 254,241(γ) Τεύχος Ι-62Σελ.39 Ώρες εργασίας προσωπικού αυτοκινήτων 15.Ι.δ.14 364 Ισχύς Κανονισμού Άρθρ.13.-Από της ισχύος του παρόντος Κανονισμού καταργείται το από 2/17.7.1956 Β.Δ/μα «περί Κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού των λεωφορείων αυτοκινήτων». Άρθρ.14.-Η ισχύς του δια του παρόντος εκδιδομένου κανονισμού άρχεται μετά εν τρίμηνον από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.2.-1.Η πραγματική εργασία περιλαμβάνει τον χρόνον: α)Της επί του λεωφορείου εργασίας. β)Της παραδόσεως των εισπράξεων υπό του εισπράκτορος. γ)Της επισκευής ή συντηρήσεως του λεωφορείου, εφ’ όσον εις ταύτας συμμετέχει το προσωπικόν. δ)Της φορτοεκφορτώσεως των αποσκευών. ε)Της αγόνου διαδρομής και ς)Των κάτω των 45 λεπτών της ώρας, διαλειμμάτων ή αναμονής του προσωπικού δι’ ανάληψιν υπηρεσίας ή παραμονής τούτου εντός πλωτού μέσου δι’ ου μεταφέρεται το λεωφορείον. 2.Ο χρόνος παραδόσεως των εισπράξεων ανεξαρτήτως απαιτουμένου χρόνου πραγματώσεως ταύτης ορίζεται εις 20 πρώτα λεπτά της ώρας δι’ εκάστην παράδοσιν και υπολογίζεται μόνον εφ’ όσον η παράδοσις δεν συμπίπτει με χρόνον υπολογιζόμενον ως πραγματική εργασία εξ άλλης αιτίας. 3.Ως χρόνος επισκευής ή συντηρήσεως του λεωφορείου νοείται πάσα εν γένει απασχόλησις (συμμετοχή του προσωπικού) σχετιζομένη με την μέριμναν δια την κανονικήν λειτουργίαν του λεωφορείου. 4.Ως χρόνος αγόνου διαδρομής νοείται ο χρόνος ο απαιτούμενος δια τον οδηγόν προς έλεγχον παραλαβήν και άνευ επιβατών κίνησιν του λεωφορείου από του σταθμού ή του χώρου σταθμεύσεως τούτου εις τον τοιούτον επιβιβάσεως των επιβατών, ως και ο χρόνος δια την κίνησιν του λεωφορείου από του χώρου επιβιβάσεως των επιβατών εις τον σταθμόν ή τον χώρον σταθμεύσεως τούτου, ορίζεται δε ούτος εις την πρώτην περίπτωσιν εις 15 πρώτα λεπτά και εις την δευτέραν εις 10 πρώτα λεπτά της ώρας. Ο κατά το προηγούμενον εδάφιον της παρούσης παραγράφου οριζόμενος χρόνος υπολογίζεται κεχωρισμένως δι’ εκάστην πραγματοποιουμένην άγονον διαδρομήν προς παραλαβήν ή παράδοσιν του λεωφορείου κατά την διάρκειαν της καθ’ ημέραν απασχολήσεως και εφ’ όσον ο χρόνος ούτος της αγόνου διαδρομής δεν συμπίπτει με χρόνον υπολογιζόμενον ως πραγματική εργασία εξ άλλης τινός αιτίας. Χρόνος αγόνου διαδρομής υπολογίζεται και δια τον εισπράκτορα, εφ’ όσον το λεωφορείον κατά την παραλαβήν ή παράδοσιν συνοδεύεται και υπό του εισπράκτορος υποχρεωτικώς. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο χώρος σταθμεύσεως του λεωφορείου είναι ο αυτός προς τον της επιβιβάσεως ή αποβιβάσεως των επιβατών ή η άγονος διαδρομή εξυπηρετεί το προσωπικόν δια την μετάβασιν εις την κατοικίαν του, χρόνος αγόνου διαδρομής δεν υπολογίζεται ειμή μόνον κατά εν δεκάλεπτον δια τον έλεγχον κανονικής λειτουργίας του λεωφορείου κατά την παραλαβήν τούτου μετά την διακοπήν ως και μετά την πραγματοποίησιν διαλείμματος. (Αντί για τη σελ. 254,21)Σελ. 254,21(α) Τεύχος ΣΤ72-Σελ. 107 Ώρες εργασίας προσωπικού αυτοκινήτων 15.Ι.δ.14 360 Απασχόλησις Άρθρ.3.-1.Η καθ’ ημέραν απασχόλησις άρχεται μετά την λήξιν της διακοπής ή αναπαύσεως ανεξαρτήτως ώρας του εικοσιτετραώρου και περιλαμβάνει τον χρόνον: α)Της πραγματικής εργασίας, περί ης το άρθρ. 2 του παρόντος. β)Της ετοιμότητος προς εργασίαν. γ)Της άνω των 45 λεπτών της ώρας, διαρκείας δια την επισκευήν ή συντήρησιν του λεωφορείου, εις ην δεν συμμετέχει το προσωπικόν, εφ’ όσον αύτη δεν συμπίπτει με διάλειμμα, εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν ή διακοπήν της εργασίας του προσωπικού. Η εκ του λόγου τούτου απασχόλησις του μισθωτού εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπολογισθή πέραν του 8ώρου εργασίας. 2.Ως ετοιμότης προς εργασίαν νοείται πάσα άνω των 45 λεπτών της ώρας αναμονή του προσωπικού εις διατεταγμένην θέσιν δι’ ανάληψιν υπηρεσίας καθ’ ην το προσωπικόν δεν δύναται να διαθέση εαυτό ελευθέρως και η άνω των 45 λεπτών της ώρας παραμονή του προσωπικού εντός πλωτού μέσου δι’ ου μεταφέρεται το λεωφορείον. Διάρκεια Άρθρ.4.-1.Ο χρόνος της πραγματικής εργασίας δεν δύναται να υπερβαίνη τας 8 ώρας ημερησίως, ουδέ τας 48 ώρας εβδομαδιαίως. 2.Ο χρόνος της απασχολήσεως, εις ην συμπεριλαμβάνεται και η ετοιμότης, δεν δύναται να υπερβαίνη τας 10 ώρας ημερησίως και τας 48 ώρας εβδομαδιαίως. Το τυχόν πραγματοποιούμενον πλέον του 8ώρου δίωρον ετοιμότητος κατά τινας ημέρας εξαημέρου περιόδου εργασίας δύναται να συμψηφίζεται προς τας επί έλαττον του οκταώρου ώρας πραγματικής εργασίας ή απασχολήσεως ετέρων ημερών εργασίας της αυτής περιόδου εργασίας. 3.Συνυπολογιζομένου του χρόνου των διαλειμμάτων και των υπερωριών η απασχόλησις του μισθωτού δεν δύναται να υπερβή τας δώδεκα ώρας καθ’ εκάστην εργάσιμον ημέραν, ουδέ τας 72 ώρας δι’ εξαήμερον περίοδον εργασίας. Υπερωρίαι Άρθρ.5.-1.Υπερωριακή εργασία νοείται: Α.Καθ’ ημέραν: α)Πάσα υπέρβασις του οκταώρου της πραγματικής εργασίας, και Σελ. 254,22(α) Τεύχος ΣΤ72-Σελ. 108 β)Πάσα υπέρβασις του δεκαώρου της απασχολήσεως, μετ’ αφαίρεσιν των τυχόν υπερβάσεων του οκταώρου της πραγματικής εργασίας, και Β.Καθ’ εβδομάδα: Πάσα υπέρβασις, εντός διαστήματος 6 ημερών εργασίας, του τεσσαρακονταοκταώρου της απασχολήσεως μετ’ αφαίρεσιν των τυχόν πραγματοποιηθεισών καθ’ ημέραν υπερωριών. 2.Υπέρβασις των κατά το άρθρ. 4 οριζομένων ανωτάτων ορίων πραγματικής εργασίας ή απασχολήσεως, λογιζομένη ως υπερωρία, επιτρέπεται εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α)Εκτελέσεως ενός δρομολογίου διαρκείας μεγαλυτέρας του εν άρθρ. 4 οριζομένου ορίου πραγματικής εργασίας. β)Εξαιρετικής σωρρεύσεως εργασίας δυναμένης να προβλεφθή, και γ)Παραμονών των εξαιρεσίμων ημερών ή τοπικών εορτών. 3.Αι κατά τ’ ανωτέρω υπερωρίαι δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας 2 ώρας καθ’ ημέραν ουδέ τας 120 ετησίως, ασχέτως αν αύται πραγματοποιούνται κατ’ επαύξησιν του χρόνου της πραγματικής εργασίας ή απασχολήσεως ή αμφοτέρων. Κατ’ εξαίρεσιν υπέρβασις μόνον του διώρου της καθ’ ημέραν υπερωριακής απασχολήσεως επιτρέπεται προς πραγματοποίησιν ενός δρομολογίου περί ου η περίπτ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. 4.Κατ’ εξαίρεσιν επίσης επιτρέπεται υπέρβασις των κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένων υπερωριών εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Επειγούσης φύσεως εργασιών παροδικού χαρακτήρος ή εξαιρετικής επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως του κοινού μη δυναμένων να προβλεφθούν. Η κατά την θερινήν περίοδον συνεχής ηυξημένη επιβατική κίνησις δεν αποτελεί λόγον πραγματοποιήσεως των κατά την έννοιαν της παρούσης παραγράφου υπερωριών. β)Επειγούσης εργασίας η εκτέλεσιν της οποίας είναι αναγκαία δια την πρόληψιν ατυχημάτων, την οργάνωσιν μέτρων σωτηρίας ή την αντιμετώπισιν επελθουσών αιφνιδίων ζημιών εις τα αυτοκίνητα. γ)Επιβαλλομένης επισκευής αυτοκινήτων ή καθυστερήσεως εκτελέσεως δρομολογίων οφειλομένων εις ανωτέραν βίαν. δ)Επιστρατεύσεως ή οσάκις παρίσταται ανάγκη στρατιωτικών μεταφορών δια λεωφορείων αυτοκινήτων. ε)Ανωτέρας βίας. ς)Απροόπτου κωλύματος ή απροβλέπτου καθυστερήσεως υπαλλήλου δι’ ανάληψιν υπηρεσίας. 15.Ι.δ.14 Ώρες εργασίας προσωπικού αυτοκινήτων 361 5.Αι κατά τα ανωτέρω υπερωρίαι, συνυπολογιζομένων και των εν παρ. 3 οριζομένων υπερωριών, δεν δύνανται να υπερβαίνουν κατ’ ανώτατον όριον α) κατά μεν την πρώτην ημέραν τας 5 ώρας, δι’ εκάστην δε των εν συνεχεία τεσσάρων ημερών τας 3 ώρας και β) κατ’ έτος τας 240 ώρας. 6.Επιφυλασσομένης της ισχύος των διατάξεων του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 4020/1959, η αμοιβή εκάστης ώρας υπερωριακής απασχολήσεως των κατά το παρόν άρθρον οριζομένων υπερωριών ισούται προς το ωρομίσθιον εξευρισκόμενον δια διαιρέσεως των καταβαλλομένων μηνιαίως αποδοχών του μισθωτού δια του αριθμού 200 και προσηυξημένον κατά ποσοστόν: α)30% δια τας μέχρις 60 ώρας ετησίως. β)50% δια τας πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρις 120 και γ)75% δια τας πέραν των 120 ωρών ετησίως. Διάλειμμα Άρθρ.6.-1.Διάλειμμα είναι το ενδιαφέρον διάστημα παύσεως της καθ’ ημέραν απασχολήσεως. 2.Η διάρκεια του διαλείμματος ορίζεται από 45 πρώτα λεπτά της ώρας μέχρι πέντε ωρών, με δύο το πολύ διαλείμματα ημερησίως ουχί μείζονα των 5 ωρών εν συνόλω και μέχρι 12 ώρας δι’ εβδομαδιαίαν περίοδον εργασίας με τέσσαρα το πολύ διαλείμματα εβδομαδιαίως, χορηγούμενα κατά κανόνα εις την έδραν του υπαλλήλου. 3.Υπέρτερον των 45 πρώτων λεπτών της ώρας διάλειμμα δεν δύναται να λάβη χώραν προ της εκτελέσεως τριώρου τουλάχιστον πραγματικής εργασίας από της ενάρξεως ταύτης, κατά την διάρκειαν δε τούτου το προσωπικόν δικαιούται να απομακρύνεται του χώρου της εργασίας του. Επί εξαώρου πραγματικής εργασίας, πραγματοποιείται μεταξύ τετάρτης και έκτης ώρας εν ημίωρον διάλειμμα εφ’ όσον μέχρι της τετάρτης ώρας δεν επραγματοποιήθη τοιούτον. 4.Πάσα, υπαιτιότητι του εργοδότου, υπέρβασις των διαλειμμάτων πέραν των 5 ωρών καθ’ ημέραν και των 12 ωρών καθ’ εβδομαδιαίαν περίοδον εργασίας ως και το ήμισυ του χρόνου των τυχόν εκτός έδρας πραγματοποιουμένων διαλειμμάτων, θεωρείται ως χρόνος ετοιμότητος. Διακοπή Άρθρ.7.-Διακοπή είναι το διάστημα από της λήξεως της καθ’ ημέραν απασχολήσεως του μισθωτού μέχρι της ενάρξεως της επομένης τοιαύτης υπό του ιδίου και ορίζεται κατ’ ελάχιστον δεκάωρος και άπαξ της εβδομάδος 8ωρος. Ανάπαυσις Άρθρ.8.-1.Ανάπαυσις είναι διακοπή της απασχολήσεως 24 ωρών τουλάχιστον, καθ’ ην το προσωπικόν δικαιούται να απομακρυνθή εκ της εργασίας του, χορηγουμένη ανά περίοδον κατά μέγιστον όριον 8 εργασίμων ημερών. 2.Η εβδομαδιαία ανάπαυσις δέον όπως χορηγήται εις την έδραν του μισθωτού, υπολογιζομένης της ενάρξεως αυτής από της λήξεως της διακοπής του τελευταίου εικοσιτετραώρου απασχολήσεως. 3.Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις επιτρέπεται όπως αι εβδομαδιαίαι αναπαύσεις χορηγώνται ανά δύο το πολύ, ότε η διάρκεια της διπλής ταύτης αναπαύσεως ορίζεται τουλάχιστον τεσσαρακονταοκτάωρος, αρχομένη κατά τα εν παρ. 2 οριζόμενα. 4.Αι αναπαύσεις ορίζονται εις 13, εξ ων αι 2 τουλάχιστον κατά Κυριακήν ανά περίοδον 91 εικοσιτετράωρον. «5.Πέραν των κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένων, το προσωπικόν κινήσεως δικαιούται κατ’ έτος προσθέτων αναπαύσεως ισαρίθμων προς τας κατά το Β.Δ. 748/1966 «περί κωδικοποιήσεως, καταργήσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας» και τον Α.Ν. 380/1968 «περί καθιερώσεως της 1ης Μαΐου ως ημέρας υποχρεωτικής αργίας». Αι πρόσθετοι αύται αναπαύσεις χορηγούνται κατά την κρίσιν του ΚΤΕΛ εντός της εβδομάδος εις ην εμπίπτει η ημέρα υποχρεωτικής αργίας ή κατά την προηγουμένην ή επομένην εβδομάδα». Η παρ. 5 προσετέθη δια του Π.Δ. 611 της 12/21 Αυγ. 1976 (ΦΕΚ Α΄ 225 διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 241/1976). «6.Οι πρόσθετες αναπαύσεις, που προβλέπει η προηγουμένη παράγραφος, χορηγούνται και στους εκδότες εισιτηρίων με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγούνται στο προσωπικό κινήσεως». Η παρ. 6 προστέθηκε από το άρθρ. 4 Π.Δ. 549/20 Ιουλ.-13 Αυγ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 96). Τηρούμενα βιβλία έντυπα Άρθρ.9.-1.Ο Πρόεδρος του ΚΤΕΛ ή ΚΤΕΥΛ ή ο υπό του Δ.Σ. αυτού εξουσιοδοτημένος υπάλληλος υποχρεούται όπως: α)Μεριμνά δια την υπό της μεσημβρίας της προηγουμένης ημέρας ανάρτησιν εις τα οικεία γραφεία πίνακος εμφαίνοντος τον τόπον και ώραν ενάρξεως και λήξεως της εν γένει απασχολήσεως του προσωπικού κινήσεως. β)Υποβάλη προς θεώρησιν εις το οικείον Τμήμα ή Γραφείον Εργασίας ή όπου δεν εδρεύουν τοιαύτα, εις την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν, προ της χρησιμοποιήσεώς των τα κάτωθι στοιχεία. αα)Βιβλίον υπερωριών προσωπικού εν ω καταχωρούνται ημερολογιακώς αι υπό του προσωπικού πραγματοποιούμεναι υπερωρίαι, ββ)μηνιαίον πίνακα εβδομαδιαίων αναπαύσεων του προσωπικού κινήσεως, ένθα αναγράφεται το ονοματεπώνυμον εκάστου μισθωτού και η ημερομηνία εβδομαδιαίας αναπαύσεως αυτού, γγ)δι’ έκαστον λεωφορείον, ημερήσιον βιβλίον εργασίας προσωπικού και δρομολογίων. (Αντί για τη σελ. 254,23(α)Σελ. 254,23(β) Τεύχος ΣΤ72-Σελ. 109 Ώρες εργασίας προσωπικού αυτοκινήτων 15.Ι.δ.14 362 2.Έκαστον φύλλον του ημερησίου βιβλίου εργασίας προσωπικού και δρομολογίων περιέχει πίνακα εις ον απεικονίζονται η απασχόλησις του προσωπικού κινήσεως κατά εργασιακήν ημέραν και τα δρομολόγια του λεωφορείου, αι δε εν αυτώ εγγραφαί αποτυπώνται εις τετραπλούν δια χημικού χάρτου. Α΄.Εις έκαστον φύλλον, άνωθεν του πίνακος, αναγράφονται εις κάθετον διάταξιν, συμπληρωμένα αναλόγως τα κάτωθι στοιχεία: α)Εις το άνω αριστερόν μέρος του φύλλου: «ΚΤΕΥΛ» ή «ΚΤΕΛ», εις ο είναι εντεταγμένον το λεωφορείον, «ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ», «ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ», «ΟΔΗΓΟΣ», «ΕΙΣΠΡΑΚΤΩΡ», και «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ», εις ην ανήκει η εργασιακή ημέρα. β)Εις το άνω μέσον μέρος του φύλλου: «ΗΜΕΡΗΣΙΟΝ ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΩΝ της ………….», «Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΚΤΕΥΛ» ή «Ο ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ», ένθα τίθεται η υπογραφή του αρμοδίου, η έδρα και η ημερομηνία θεωρήσεως παρ’ αυτού του βιβλίου, και γ)Εις το άνω δεξιόν μέρος «ΑΥΞΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ» του φύλλου και, κάτωθεν αυτού το «ΤΜΗΜΑ ή ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» και, κάτωθεν τούτου, «Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ» ένθα τίθεται η υπογραφή και η ημερομηνία θεωρήσεως του βιβλίου παρ’ αυτού. Β΄.Ο ως άνω πίναξ, φέρων την επικεφαλίδα «ΠΙΝΑΞ» και χωριζόμενος δι’ οριζοντίων γραμμών, περιλαμβάνει 5 κυρίας καθέτους στήλας εις ας αναγράφονται: α)Εις την πρώτην κάθετον στήλην: Αι λέξεις «ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΙΣ ΜΕΤΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΩΝ και ΥΠΕΡΩΡΙΩΝ» και, κάτωθεν ταύτης, εις υποστήλας, «ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΕΩΣ», και «ΩΡΑ ΛΗΞΕΩΣ». β)Εις την δευτέραν: η λέξις «ΕΤΟΙΜΟΤΗΣ» και, κάτωθεν ταύτης, εις υποστήλας, «ΑΠΟ», «ΕΩΣ», «ΔΙΑΡΚΕΙΑ». δ)Εις την τετάρτην: η λέξις «ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ», και κάτωθεν ταύτης εις υποστήλας, «ΑΠΟ», «ΕΩΣ», «ΔΙΑΡΚΕΙΑ», και ε)Εις την πέμπτην: αι λέξεις «ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΣΤΑΘΜΑΡΧΩΝ». Σελ. 254,04(β) Τεύχος ΣΤ72-Σελ. 110 15.Ι.δ.14 Ώρες εργασίας προσωπικού αυτοκινήτων 363 Γ΄.Κάτωθεν του ανωτέρω πίνακος αναγράφονται: α)Εις το κάτω αριστερόν μέρος του φύλλου «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ» εις ο αφίεται και ελεύθερος χώρος δια την αναγραφήν τυχόν παρατηρήσεων. β)Εις το κάτω μέσον μέρος του φύλλου: «ΟΔΗΓΟΣ», «ΕΙΣΠΡΑΚΤΩΡ» ένθα τίθενται αι υπογραφαί του οδηγού και εισπράκτορος αντιστοίχως, και γ)Εις το κάτω δεξιόν μέρος του φύλλου: διάγραμμα, φέρον την επικεφαλίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΥΝΟΛΑ ΕΙΣ ΩΡΑΣ» και χωριζόμενον δι’ οριζοντίων γραμμών, περιλαμβάνει τρεις καθέτους στήλας, εις ας αναγράφονται, εις κάθετον διάταξιν: αα)Εις την πρώτην κάθετον στήλην: «ΕΙΔΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ», «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» «ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΟΣ», «ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ», «ΥΠΕΡΩΡΙΩΝ», ββ)Εις την δευτέραν κάθετον στήλην: «ΟΔΗΓΟΥ», και γγ)εις την τρίτην κάθετον στήλην: «ΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΟΣ», Δ΄.Αι εις τον πίνακα αναγραφόμεναι ενδείξεις αφορούν από κοινού εις τον οδηγόν και εισπράκτορα, αι δε αφορώσαι κεχωρισμένως εκάτερον σημειούνται εις τον χώρον των παρατηρήσεων. Ε΄.Άπασαι αι εις τον πίνακα αναγραφόμεναι ενδείξεις, ελεγχόμεναι θεωρούνται ανά δρομολόγιον υπό των σταθμαρχών του τόπου ενάρξεως του δρομολογίου και του τόπου λήξεως αυτού, αντιστοίχως, μη υπάρχοντος δε σταθμάρχου εις τον τόπον λήξεως του δρομολογίου, ο έλεγχος και η θεώρησις των ενδείξεων αμφοτέρων των δρομολογίων διενεργείται υπό του σταθμάρχου του τόπου ενάρξεως αυτού. ΣΤ΄.Ο εισπράκτωρ υποχρεούται όπως μετά το πέρας της εργασίας εκάστης ημέρας παραλαμβάνη το εν αντίτυπον του ημερησίου βιβλίου εργασίας και δρομολογίων, όπερ ταξινομεί και διαφυλάττει εις οικείον φάκελλον δια την διενέργειαν ελέγχου παρά των αρμοδίων οργάνων, παραδίδη τα δύο έτερα αντίτυπα εις το ΚΤΕΥΛ ή ΚΤΕΛ, του τετάρτου παραμένοντος εις το στέλεχος όπερ διαφυλασσεται υπό του οδηγού εντός του λεωφορείου, προς διενέργειαν ελέγχου παρά των αρμοδίων οργάνων. Ζ΄.Η υπηρεσία του ΚΤΕΥΛ ή ΚΤΕΛ υποχρεούται όπως ταξινομή τα παραδιδόμενα αυτή αντίτυπα του ημερησίου βιβλίου εργασίας και δρομολογίων και διαφυλάττη ταύτα δια την διενέργειαν ελέγχου τούτων παρά των αρμοδίων οργάνων, ως και δια την ενδεχομένην χορήγησιν αντιγράφου εις το εις ο αφορούν ταύτα προσωπικόν. Η΄.Εις το τέλος εκάστης εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας ο Πρόεδρος του ΚΤΕΥΛ ή ΚΤΕΛ ή ο προς τούτο εντεταλμένος υπάλληλος υποχρεούται όπως υποβάλλη αμελλητί εις το αρμόδιον Τμήμα ή Γραφείον Εργασίας, ή όπου δεν εδρεύουν τοιαύτα, εις την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν, ανά εν αντίτυπον του Ημερησίου Βιβλίου Εργασίας και Δρομολογίων των εντός της περιόδου εργασίας ημερών εργασίας του προσωπικού. Θ΄.Δια την κανονικήν τήρησιν και συμπλήρωσιν των Ημερησίων Βιβλίων Εργασίας και Δρομολογίων, συμφώνως προς τας ανωτέρω διατάξεις, ευθύνονται, αναλόγως της περιπτώσεως, ο Σταθμάρχης, ο Ελεγκτής, ο οδηγός ή ο εισπράκτωρ, δια δε την προμήθειαν, θεώρησιν και υποβολήν εις την αρμοδίαν Αρχήν, ο Πρόεδρος του ΚΤΕΥΛ ή ΚΤΕΛ, ο προς τούτο εντεταλμένος υπάλληλος ή ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου αναλόγως της αρμοδιότητος εκάστου. 3.Το δια του άρθρ. 7 παρ. 10 περίπτ. 2 του υπ’ αριθ. 235/1968 Β.Δ/τος «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 25.6/6.8.1956 Β.Δ/τος προβλεπόμενον ατομικόν βιβλιάριον εργασίας του προσωπικού καταργείται. Μεταβολή σειράς εργασίας

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.