📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 19/21 Απρ. 1924 Περί συστάσεως εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας. Άρθρ.1.-«1. Συνιστάται εν τη Πρωτευούση εκάστου Νομού Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας αποτελουμένη εκ του Νομάρχου, του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών και του αρμοδίου Διοικητού Χωροφυλακής ή Αστυνομικού Διευθυντού. Της Επιτροπής του Νομού Αττικής μετέχει, προκειμένου περί των κατοικούντων εις περιοχήν αστυνομευομένην υπό της Χωροφυλακής, ο Διοικητής Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης. Απόντος, κωλυομένου ή μη υπάρχοντος τινός των μελών της Επιτροπής τούτο αναπληρούται υπό του νομίμως αναπληρούντος αυτό εις τα κύρια καθήκοντά του. Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο Νομάρχης, τούτου δε απόντος ή κωλυομένου ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών. Εισηγητής της υποθέσεως είναι ο μετέχων της Επιτροπής Διοικητής Χωροφυλακής ή Αστυνομικός Διευθυντής ή ο νόμιμος αναπληρωτής αυτών, χρέη δε Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί κατώτερος Αξιωματικός Χωροφυλακής ή Αστυνομίας Πόλεων, οριζόμενος κατά περίπτωσιν υπ’ αυτού». Η παρ. 1 τροποποιηθείσα δια των άρθρ. 1 Ν.Δ. 207/41, άρθρ. 1 Ν.Δ. 4/4 Μαΐου 1946, κυρωθέντος δια του Νόμ. 41/1946 και άρθρ. 1 Α.Ν. 165/1967 (κατωτ. αριθ. 25) αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 11/1968 (κατωτ. αριθ. 26). «2.Όταν εις την πρωτεύουσαν του Νομού δεν λειτουργεί Πρωτοδικείον αρμοδία Πρωτοβάθμιος Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας καθίσταται η της έδρας του Πρωτοδικείου εις το οποίον πρό της συστάσεως του μη λειτουργούντος υπείγετο δικαστικώς η περιφέρεια». Η εντός « » παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρου δευτέρου του Νόμ. 41/1946. Βλ. και άρθρ. 3 Ν.Δ. 25/28 Σεπτ. 1928 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρ.6.-Οι αγροφύλακες αφ’ ετέρου οφείλουσιν εξ επαγγέλματος να εξετάζωσι καθ’ εκάστην προς ανακάλυψιν υπάρχοντος τυχόν εις την περιφέρειάν των κρησφυγέτου συμμορίας τινός ή και μεμονωμένων ληστών ή άλλων συσσωματωμένων κακοποιών και να πληροφορώσι περί τούτου τον οικείον αποσπασματάρχην ή διοικητήν Σταθμού ή τον πρόεδρον της κοινότητος, τιμωρούμενοι εν περιπτώσει αποκρύψεως δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Την αυτήν υποχρέωσιν έχουσι και οι ποιμένες. Οι λαμβάνοντες τοιαύτας πληροφορίας αποσπασματάρχαι, διοικηταί Σταθμών, πρόεδροι κοινοτήτων ή οιοσδήποτε άλλος εις ον ως εκ της δημοσίας θέσεώς του, εγένετο τοιαύτη ανακοίνωσις, οφείλουσι να τηρώσιν απόλυτον εχεμύθειαν, τιμωρούμενοι εν περιπτώσει παραβάσεως και εφ’ όσον δεν υπάρχη βαρυτέρα του δικαίου παράβασις, δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και εάν εκ της παραβιάσεως της εχεμυθείας επεσυνέβη αδίκημα τι δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών. Άρθρ.7.-Εις τας περιπτώσεις του άρθ. 8 του Νόμ. ΤΟΔ΄(8.Βγ.2) και 5 του παρόντος ο αρνούμενος άνευ νομίμου λόγου να υπηρετήση εις την καταδίωξιν της ληστείας, τιμωρείται δια χρηματικής ποινής (δραχ. 50-5.000) ή δια φυλακίσεως 5 ημερών μέχρι τριών μηνών, ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων. Εις το διπλάσιον των ποινών τούτων υπόκεινται οι βλαχοποιμένες οίτινες παρά την απαγόρευσιν της επί της ασφαλείας Επιτροπής, εγκαταλείπουσι τας θερινάς βοσκάς, ίνα μεταβώσιν εις τας χειμερινάς τοιαύτας και τανάπαλιν. Εν πάσει περιπτώσει η Επιτροπή δικαιούται να διατάξη την βιαίαν επαναφοράν αυτών εις τας εξ ών ανεχώρησαν βοσκάς. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμ. 110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Άρθρ.8.-«1.Η περί εκτοπίσεως απόφασις ανακαλείται υπό της εκδούσης ταύτην Επιτροπής Ασφαλείας. Η αυτή επιτροπή δύναται εις πάσαν περίπτωσιν να άρη την διαταχθείσαν εκτόπισιν ή να μειώση τον χρόνον διαρκείας αυτής, εάν κρίνη ότι το συμφέρον της Δημοσίας ασφαλείας επιβάλλει τούτο. Δύναται επίσης δια τον αυτόν λόγον, προ τη λήξεως του χρόνου της εκτοπίσεως, να παρατείνη τούτο εν συνεχεία, χωρίς όμως ο προδιαδραμών χρόνος της παρατεινομένης εκτοπίσεως και ο της νέας παρατάσεως να δύναται αθροιστικώς να υπερβαίνη τους είκοσι τέσσαρας μήνας. Κατά της περί παρατάσεως αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας χωρεί έφεσις, συμφώνως προς την παρ. 7 του άρθρ. 2 του παρόντος. Κυρούνται αι μέχρι της ισχύος του παρόντος εκδοθείσαι αποφάσεις των Επιτροπών Δημοσίας Ασφαλείας αι διατάσσουσαι παράτασιν του χρόνου της εκτοπίσεως. Αι αποφάσεις αύται ισχύουσι δια συνολικόν συνεχή χρόνον εκτοπίσεως μη υπερβαίνοντα τον καθοριζόμενον δια του παρόντος άρθρου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 392/1947. Δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 4234/1962 (τόμ. 8 σελ. 128, 21) επετράπη η παράτασις της εκτοπίσεως επί ετέρου 24 μήνας, δια βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/δικών. 2.«Η περί εκτοπίσεως απόφασις δύναται ν’ ανακληθή οποτεδήποτε υπό του Υπουργού της Δημοσίας Τάξεως, εάν κατά την κρίσιν του συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Δύναται επίσης ο αυτός Υπουργός να διατάσση την διακοπήν της εκτοπίσεως, είτε εφ’ ωρισμένον χρόνον είτε επ’ αόριστον. 3.Κυρούνται αι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος διαταχθείσαι υπό του Υπουργού της Δημοσίας Τάξεως ανακλήσεις ή διακοπαί εκτοπίσεως και απολύσεως των προσωρινώς, κρατουμένων προς εκτόπισιν. 4.Τα οδοιπορικά έξοδα των εκτοπιζομένων ως και η διατροφή των εξ αυτών απόρων βαρύνουσι τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως». Αι παρ. 2-4 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 25/25 Φεβρ. 1947. Σελ.286(α) 200-046 287 Άρθρ.9.-Οι δυνάμει του παρόντος κατατασσόμενοι εις την Χωροφυλακήν υπόκεινται εις τους στρατιωτικούς νόμους και κανονισμούς, λαμβάνουσι δε ως αποδοχάς κατά μήνα: 1)οι χωροφύλακες δραχ.(1000), 2)οι υπενωμοτάρχαι δραχ. (1100), 3)οι ενωμοτάρχοι δραχ. (1200) και εφ’ όσον υπηρετούσιν εις μεταβατικά αποσπάσματα, λαμβάνουσι προσέτι και τας κεκανονισμένας δια τους οπλίτας της Χωροφυλακής αποζημιώσεις μεταβατικής υπηρεσίας των αυτών αποδοχών δικαιούνται και οι οπλίται της Χωροφυλακής, εφ’ όσον υπηρετούσιν εις μεταβατικά αποσπάματα. Δικαιούνται επίσης, άμα τη κατατάξει των, ιματισμού και αρβυλών. Των εις την μεταβατικήν υπηρεσίαν ασχολουμένων, αι αρβύλαι ανανεούνται κατά πάσαν τριμηνίαν, στερουμένης δε της αποθήκης τοιούτων, καταβάλλεται αυτοίς το αντίτιμον. Οι έχοντες ιδιωτικούς ίππους εν υπηρεσία αποζημιούνται ιδιαιτέρως δια την συντήρησιν αυτών, του ποσού της αποζημιώσεως οριζομένου δι’ αποφάσεως της επιτροπής επί της δημοσίας ασφαλείας. Άρθρ.10.-Αι υπό των άρθρ. 18-20 του νόμ. ΤΟΔ΄περί καταδιώξεως της ληστείας (8.Βγ.2), ως ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων τοιούτων, παρεχόμεναι αποζημιώσεις, αμοιβαί και συντάξεις δεκαπλασιάζονται, δικαιούνται δε αυτών κατά τας εκεί διαστολάς και πάντες οι οπλίται του Στρατού και της Χωροφυλακής. Δεκαπλασιάζεται ωσαύτως και η υπό του άρθρ.27 του αυτού νόμου απαιτουμένη ποσότης της εγγυήσεως παρά των ποιμενικών ομάδων. Άρθρ.11-12.(Κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 6 Ν.Δ. 207/1941). Απονομαί ηθικών αμοιβών Άρθρ.13.-Ενδεικνυομένης της απονομής ηθικής αμοιβής εις διαπρέψαντας εν συμπλοκαίς μετά ληστών ή άλλων κακοποιών στοιχείων στρατιωτικούς, ή προς βεβαίωσιν της προκαλούσης την αμοιβήν πράξεως προανάκρισις οφείλει να περατώται εντός 15 ημερών κατ’ ανώτατον όρον, μεθ’ ό υποβάλλεται ιεραρχικώς προς τον Υπουργόν (της Εννόμου Τάξεως). Αι καθ’ ιεραρχίαν αρχαί εκφέρουσι σαφώς την γνώμην των. Ο Υπουργός (της Εννόμου Τάξεως) αποφαίνεται εντός δέκα ημερών αφ’ ής περιέλθη εις την υπηρεσίαν του η σχετική πρότασις. Πόροι επιτροπών. Τρόπος διαθέσεων αυτών Άρθρ.2.-1.Σκοπός της Επιτροπής είναι η τελεία αποκατάστασις της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως εν τη περιφερεία της οικείας Διοικήσεως Χωροφυλακής και επί τούτω δικαιούται ν’ αποφασίζη: 1.«Περί προσωρινής κατατάξεως χωροφυλάκων μέχρι συμπληρώσεως της οργανικής δυνάμεως των οικείων Διοικήσεων Χωροφυλακής επί πλέον δε και του απαιτουμένου αριθμού τοιούτων, επί θητεία ής η διάρκεια ορίζεται παρ’ αυτής, τηρουμένων κατά το δυνατόν των διατάξεων του νόμ. ΦΜ΄ «περί εντοπίων υπαλλήλων» δια την φρούρησιν των φυλακών, των δημοσίων καταστημάτων και των απαιτουμένων δια τας λόγω των περιστάσεων δημιουργηθείσας εκτάκτους φρουράς και λοιπάς υπηρεσίας Χωροφυλακής προς συντήρησιν της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως. Οι ούτω καταταχθησόμενοι χωροφύλακες δέον να ώσιν έφεδροι οπλίται προτιμωμένων των λαβόντων μέρος εις τον τελευταίον πόλεμον και δη υπηρετησάντων εις την ζώνην των επιχειρήσεων, να έχωσι γραμματικάς γνώσεις τουλάχιστον εξαταξίου δημοτικού σχολείου και ηλικίαν ουχί ανωτέραν των 35 ετών. Ο ανώτατος αριθμός των κατά Διοίκησιν Χωροφυλακής καταταχθησομένων χωροφυλάκων ορίζεται δια διαταγών του επί της Δημοσίας Ασφαλείας υπουργού προτάσει του Αρχηγού Χωροφυλακής». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.14.-Δια την κατά πρώτον εφαρμογήν των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 2 παρέχεται εις τον Υπουργόν (της Εννόμου Τάξεως) εφ’ άπαξ πίστωσις δραχμών 20.000.000. Νέα πίστωσις δύναται να χορηγηθή αποφάσει του Υπουργικού Συμβουλίου. Το ποσόν τούτο διανέμεται κατά τας ανάγκας της υπηρεσίας εις τας κατά τόπους διαχειρίσεις χρηματικού Χωροφυλακής επ’ ονόματι των οικείων Επιτροπών, παρ’ ών διατίθεται συμφώνως προς τας εξής διατάξεις. Δι’ εκάστην ωρισμένην περίπτωσιν το υπό της Επιτροπής καθωρισμένον ποσόν θα καταβάλληται υπό των ρηθεισών Διαχειρίσεων Χρηματικού, επί τη βάσει αποφάσεως της εν λόγω Επιτροπής, βεβαιούσης την εκτέλεσιν της συμφωνηθείσης υπηρεσίας και ιδιοχείρου αποδείξεως, επί ενσήμου χάρτου των δικαιούχων. Τα δικαιολογητικά ταύτα μετ’ αντιγράφου της σχετικής συμφωνίας και καταστάσεων εμφαινουσών τα άτομα, εις ά εγένετο η καταβολή, και το καταβληθέν ποσόν υποβάλλονται δι’ εμπιστευτικής απορρήτου αναφοράς εις το Υπουργείον (Εννόμου Τάξεως). Άρθρ.15.-Υπό του Προέδρου Επιτροπής επί της ασφαλείας τηρείται βιβλίον καταχωρίσεως συμφωνιών μεταξύ των εν τη παρ. 2 του άρθρ. 2 διαλαμβανομένων ατόμων και της Επιτροπής, εις ό προσυπογράφονται αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη. Το βιβλίον τούτο φυλάσσεται επιμελώς υπό του Προέδρου, πάσα δε ακριτομύθεια ως προς τε τας συναφθείσας συμφωνίας και τα μεθ’ ών συνεβλήθη η Επιτροπή άτομα, συνεπάγεται τας ποινάς της τελευταίας παραγράφου του άρθρ. 6 του παρόντος. ΄Αρθρ.16.-Ωσαύτως και οι Πρόεδροι των Ταμειακών Επιτροπών τηρούσιν ίδιον βιβλίον καταχωρίσεως των πιστώσεων και των δι’ αμοιβάς κατατιθεμένων ποσών, η φύλαξις του οποίου εναπόκειται εις τούτους. Πάσα δε παραμέλησις ως προς την εχεμύθειαν συνεπάγεται τας ποινάς της τελευταίας παραγράφου του άρθρ. 6. Ακροτελεύτιοι ορισμοί Άρθρ.17.-Κατά την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, κατ’ εξαίρεσιν της παρ. 1 του άρθρ. 2, οι επί της δημοσίας ασφαλείας επιτροπαί, δύνανται εν τη κατατάξει εθελοντών να υπερβώσιν, εγκρίσει του (επί της Εννόμου Τάξεως) Υπουργού, τα όρια της οργανικής δυνάμεως των οικείων Διοικήσεων Χωροφυλακής, εάν προς την αποκατάστασιν της δημοσίας ασφαλείας ή υπό του Οργανισμού της Χωροφυλακής προβλεπομένη δύναμις κρίνεται αριθμητικώς ανεπαρκής. Άρθρ.18.-Εγκρίνονται αι διαταγή του Υπουργού (της Εννόμου Τάξεως) ενεργηθείσαι προ της δημοσιεύσεως του παρόντος ανακλήσεις αξιωματικών και κατατάξεις εθελοντών υπαξιωματικών και χωροφυλάκων, υπαγομένων Σελ.287 288 και των τελευταίων τούτων εις τας διατάξεις του παρόντος, ως προς τας αποδοχάς και λοιπάς αποζημιώσεις. ΄Αρθρ.19.-Αι διατάξεις του νόμ.ΤΟΔ΄περί καταδιώξεως της ληστείας (8 Βγ.2), ως ετροποποιήθησαν δια μεταγενεστέρων νόμων, ισχύουσιν εφ’ όσον δεν τροποποιούνται δια του παρόντος. Άρθρ.20.-«Η παρεχομένη εις τον επί των Εσωτερικών Υπουργόν δικαιοδοσία ως προς τας διατάξεις του περί ληστείας Νόμου μεταβιβάζεται εις τον τοιούτον Δημοσίας Ασφαλείας όπου δε το από 19/21-4-1924 Ν.Δ/μα περί συστάσεως εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας ομιλεί περί του Υπουργού (Εννόμου Τάξεως), νοείται ο Υπουργός Δημοσίας Ασφαλείας». Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 7 Ν.Δ. 207/1941. Άρθρ.21.-Αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος κανονισθήσονται δια διαταγών του Υπουργού της (Εννόμου Τάξεως). Άρθρ.22.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον καταργείται. Το παρόν θέλει ισχύσει μετά δέκα ημέρας από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλήν της παρ. 1 του άρθρ. 11 ήτις ισχύει από της δημοσιεύσεως. Εις τον επί της (Εννόμου Τάξεως) Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Ν.Δ/τος, ανακοινωθησομένου εις την Εθνοσυνέλευσιν, άμα ως συνέλθη. άρθρ. 2 Ν. Δ. 207/1941. «Μόνιμοι οπλίται της Χωρ/κής, απολυόμενοι λόγω νυμφεύσεως ή τη αιτήσει των, δύνανται αν επιθυμώσι και αν κριθώσι κατάλληλοι να εξακολουθήσωσι υπηρετούντες εν τη Χωροφυλακή, ως άνευ θητείας και αν έτι υπερέβησαν το 35ον έτος της ηλικίας των ή και αν δεν κέκτηνται τας υπό του Νόμου απαιτουμένας γραμματικάς γνώσεις. Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται και οι απολυθέντες ήδη εκ των τάξεων της Χωρ/κής επί ταις ανωτέρω αιτίαις μόνιμοι οπλίται εφόσον δεν συνεπληρώθη έτος από της ημέρας της απολύσεώς των, βεβαιουμένης εκ του εις χείρας των απολυτηρίου εγγράφου». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του Νόμ. 88/1943 (κατωτ. αριθ. 15). (Αντί της σελ. 283(α) Σελ.283(β) Τεύχος 346-005 284 2.Περί αναθέσεως της καταδιώξεως ωρισμένων ληστών ή άλλων κακοποιών στοιχείων ή της ανακαλύψεως των δραστών οιωνδήποτε αδικημάτων, κατά την περιφέρειαν αυτής διαπραχθέντων, εις ιδιώτας επί συμπεφωνημένη χρηματική αμοιβή, ήτις, εάν πρόκειται περί επικεκηρυγμένων ληστών, είναι πάντοτε άσχετος προς την δια του περί επικηρύξεως Δ/τος καθορισθησομένην αμοιβήν. 3.Περί επικηρύξεως επικινδύνων φυγοδίκων διαπραξάντων ληστείαν ορίζουσα δια της ιδίας αποφάσεως το ποσόν της χρηματικής αμοιβής, ήτις δύναται να καταβάλληται είτε εκ του δημοσίου ταμείου, κατά τα οριζόμενα υπό των εν ισχύϊ νόμων περί ληστείας, είτε εκ της εις την διάθεσιν αυτής, κατά τας διατάξεις του παρόντος, υπαρχούσης πιστώσεως. 4.Περί προσωρινής αναστολής της ισχύος των Διαταγμάτων περί επικηρύξεως ληστών. 5.Περί απαγορέυσεως εις τας ποιμενικάς ομάδας ή και εις μεμονωμένους ποιμένας του να μεταβαίνωσιν εκ των θερινών εις τας χειμερινάς βοσκάς και τανάπαλιν και αν έτι προθυμοποιώνται να παράσχωσι την υπό του άρθρ. 27 του νόμ. ΤΟΔ΄(8.Βγ.2), ως τροποποιείται δια του παρόντος, απαιτουμένην εγγύησιν. 6.Περί παντός ετέρου μέτρου όπερ υπόσχεται, εντός των ορίων του νόμου, την εξυπηρέτησιν της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας. 7.«1.Περί εκτοπίσεως παντός ατόμου υπόπτου υποθάλψεως ληστών ή φυγοδίκων και παντός άλλου ατόμου υπόπτου διαπράξεως λαθρεμπορίας ή άλλων πράξεων αντικειμένων εις την Δημοσίαν Τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της Χώρας, ορίζουσα την διάρκειαν ταύτης, ήτις δεν δύναται να είναι ανωτέρα του έτους και τον τόπον εις όν θέλει εκτοπισθή. 2.Κατά της (τοιαύτης) αποφάσεως της Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας επιτρέπεται έφεσις ενώπιον της οικείας δευτεροβαθμίου Επιτροπής εντός τριών ημερών από της κοινοποιήσεώς της, υπό του εκτοπιζομένου ή του Εισηγητού Διοικητού Χωροφυλακής ή Αστυνομικού Διευθυντού. Η εντός ( ) λέξις διεγράφη δια της παρ. 2 άρθρου δευτέρου Νόμ. 41/1946 (κατ. αριθ. 17). «3.(Κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 4 Ν.Δ. 11/1968, κατωτ. αριθ. 26). 4.Η έφεσις αναστέλλει την εκτέλεσιν της περί εκτοπίσεως αποφάσεως της πρωτοβαθμίου Επιτροπής, μέχρις όμως της εκδόσεως της αποφάσεως της δευτεροβαθμίου Επιτροπής κρατείται προσωρινώς ο εκκαλών υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, εκτός εάν ο Υπουργός της Δημοσίας Τάξεως διατάξη την απόλυσιν αυτού, δυνάμενος να θέση εις τον απολυόμενον και όρους περιοριστικούς της κινήσεως αυτού. Ο χρόνος της προσωρινής ταύτης κρατήσεως συνυπολογίζεται εις την διάρκειαν της εκτοπίσεως». 5.(Κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 4 Ν.Δ. 11/1968, κατωτ. αριθ. 26). Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.2 του Νόμ. 41/1946 πλήν των αριθμών 3 και 4 οίτινες διεμορφώθησαν τελικώς ως άνω δια του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 25 Φεβρ. 1947. Σελ.284(β) 346-006 285 «8.Ο Υπουργός Δημοσίας Ασφαλείας δύναται να προκηρύσση χρηματικάς αμοιβάς α)δια την ανακάλυψιν και σύλληψιν ληστών ή άλλων κακοποιών στοιχείων και β)δια την αποτελεσματικήν κατάδειξιν ή σύλληψιν δραστών οιωνδήποτε αδικημάτων, εφ’ όσον η αρμοδία Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας δεν προέβη εις την προκήρυξιν τοιαύτης αμοιβής». Η παρ. 8 προσετέθη υπό του άρθρ. 2 Ν. Δ. 833/1941(κατωτ. αριθ.11). «Δια την επιτέλεσιν του εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένου σκοπού της Επιτροπής Ασφαλείας αύτη δικαιούται να προτείνη, καθ’ ομόφωνον γνώμην των μελών αυτής: α)Περί οριστικής εκτοπίσεως και εγκαταστάσεως εις περιφερείας άλλων Νομών είτε ομάδων ολοκλήρων ομού, είτε οικογενειών μεμονωμένων ποιμένων σκηνιτών (Σαρακατσαναίων, Καρατζολιτών κτλ.).Η τοιαύτη πρότασις εκτοπίσεως και αλλαχού εγκαταστάσεως ενεργείται μετά προηγουμένην συνεννόησιν του Νομάρχου Προέδρου της Επιτροπής Ασφαλείας του μέρους εξ ού γενήσεται αύτη, προς τον ή τους Νομάρχας των περιφερειών εκείνων εις ας θα ήτο εύκολον και θα εκρίνετο συμφέρουσα να γίνη η εγκατάστασις των εκτοπιζομένων οικογενειών ή ομάδων υπέρ των οποίων θα ελαμβάνετο εν ταυτώ και μέριμνα η προσήκουσα περί της αγροτικής αυτών εγκαταστάσεως εκ μέρους της Κυβερνήσεως, κατά πρότασιν των ενδιαφερομένων Νομαρχών και κατόπιν πάντοτε Δ/τος εκδιδομένου εκάστοτε προτάσει του επί των Εσωτερικών Υπουργού. β)Κατά της τοιαύτης αποφάσεως περί ομαδικής εκτοπίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών εντός ημερών δέκα από της κοινοποιήσεως της εκτοπιστικής αποφάσεως. Επί της προσφυγής ταύτης το Συμβούλιον απόφαίνεται οριστικώς δυνάμενον προ της εκδόσεως της αποφάσεώς του να καλέση και εξετάση οιαδήποτε πρόσωπα κρίνει αναγκαίον. γ)Περί οριστικής εκτοπίσεως και εγκαταστάσεως εις περιφερείας άλλων Νομών του Κράτους μετά των οικογενειών των προσώπων τα οποία είχον προηγουμένως επικηρυχθή εις ληστάς, αμνηστευθέντα δε δι’ οιουσδήποτε λόγους κατά το πρόσφατον παρελθόν, επανήλθον εις τας εστίας των, εάν και εφ’ όσον η εις ταύτας διαμονή των θα εκρίνετο ως ασύμφορος εις την Δημοσίαν Ασφάλειαν, λαμβανομένης μερίμνης προ της εκτοπίσεως και της αλλαχού εγκαταστάσεως και τούτων αναλόγου προς την αναφερομένην εις το προηγούμενον εδάφιον του παρόντος άρθρου». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 25/28 Σεπτ. 1928, ως τούτο εκυρώθη δια του Νόμ. 4253/1929. Άρθρ.3.-Προκειμένου περί καταδιώξεως κακοποιών εντός της περιφερείας των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών, Κερκύρας και Θεσσαλονίκης, μετέχει της Επιτροπής αντί του Διοικητού Χωροφυλακής ο Αστυνομικός Διευθυντής. ΄Αρθρ.4.-Η Επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν, αλλά εάν μειονοψηφούν μέλος τυγχάνη ο Διοικητής της Χωροφυλακής ή ο Αστυνομικός Διευθυντής, δικαιούται να υποβάλλη την υπόθεσιν εις τον Υπουργόν (της Εννόμου Τάξεως), αποφασίζοντα κατ’ ελευθέραν κρίσιν. Υποχρεώσεις Προέδρων Κοινοτήτων, αγροφυλάκων κλπ. Αμοιβαί. Ποιναί παραβάσεων Άρθρ.5.-Οι πρόεδροι κοινοτήτων, πληροφορούμενοι την εμφάνισιν ληστών εντός της περιφερείας των, ή άλλων συσσωματωμένων κακοποιών, οφείλουσι να ειδοποιώσιν αμέσως το πλησιέστερον μεταβατικόν απόσπασμα ή στρατιωτικόν Σταθμόν και συγχρόνως δι’ επί τούτω απεσταλμένων να παρακολουθώσιν, ει δυνατόν, τας κινήσεις τούτων, μέχρι της αφίξεως της στρατιωτικής δυνάμεως, προς τον ηγήτορα της οποίας παρέχουσι πάσαν σχετικήν πληροφορίαν και την δυνατήν ενίσχυσιν εις ενόπλους άνδρας εάν αιτήσηται τοιαύτην ο Διοικητής της στρατιωτικής δυνάμεως τιμωρούμενοι εν περιπτώσει παραλείψεως δια φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών ή χρηματικής ποινής μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων. «Ομοίως υποχρεούνται οι Πρόεδροι Κοινοτήτων των περιφερειών εκείνων εις τας οποίας λόγω του εγκλήματος της ληστείας θα επεβάλλετο η λήψις του μέτρου τούτου, και επί τη ειδική προσκλήσει του οικείου Γενικού Διοικητού ή Νομάρχου ή και του επιτοπίου Διοικητού Χωροφυλακής, να υποβάλλωσι καθ’ εβδομάδα ονομαστικήν κατάστασιν των προσώπων εκείνων, άτινα ως εκ της επιδεικνυομένης υπ’ αυτών διαγωγής, του τρόπου του ζήν αυτών και των σχέσεών των προς πρόσωπα ενδεχομένως συνδεόμενα μετά ληστοσυμμοριών ή μεμονωμένων ληστών, θα καθίσταντο ύποπτα και θα επεβάλλετο δια τούτο η παρακολούθησίς των εκ μέρους της Χωροφυλακής. Εν περιπτώσει αρνήσεως ή ολιγωρίας προς υποβολήν των καταστάσεων τούτων επιβάλλεται κατά των ενόχων ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός μηνός ή χρηματική ποινή μέχρι χιλίων δραχμών ή και αμφότεραι αι ποιναί αύται, εάν θα συνέτρεχε προς τούτο επιβαρυντική περίπτωσις». Το εντός « » εδάφ. β΄προσετέθη υπό του άρθρ. 2 του Ν.Δ. της 25/28 Σεπτ. 1928, ως εκυρώθη δια του Νόμ. 4253/1929. (Αντί της σελ. 285) Σελ. 285(α) 286 Ουδείς εκ των υποχρέων κατά το άρθρ. 8 του Νόμ. ΤΟΔ΄περί καταδιώξεως της ληστείας (8.Βγ.2), να υπηρετή εις την καταδίωξιν της ληστείας, δικαιούται κατά την περίπτωσιν ταύτην ν’ αρνηθή υπακοήν εις τον πρόεδρον της κοινότητος επί τω λόγω ότι εξεπλήρωσεν ήδη άπασαν την υποχρέωσίν του.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.