📄 Κείμενο νόμου
92. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΠΡ ΑΞΙΣ της 4/5 Σεπτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 238) Περί αποκαταστάσεως της τάξεως και ευρυθμίας εν τη Δικαιοσύνη. Για τις υποχρεώσεις των Δικαστικών λειτουργών προς το Τ.Π.Δ.Υ . που αποκαταστάθηκαν με την πιο πάνω Συντακτική πράξη βλ. άρθρ. 18 Νόμ. 1276/24-24 Αυγ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 100) (κατωτ. αριθ. 137). Έχοντες υπ’ όψει: α)Την επιτακτικήν αξίωσιν του Ελληνικού Λαού όπως αποκατασταθή Δικαιοσύνη ανταποκρινομένη πλήρως εις την υψηλήν αποστολήν αυτής, βάσει της καθολικής αναγνωρίσεως θεμελιωδών κανόνων οργανώσεως και λειτουργίας της ανεξαρτήτου δικαστικής εξουσίας. β)Την ανάγκην όπως εμπεδωθή η γαλήνη εις την λειτουργίαν της Δικαιοσύνης, ικανοποιούσης την γενικήν περί δικαίου συνείδησιν και ικανής να διασφαλίση τας ατομικάς και πολιτικάς ελευθερίας, κατοχυρουμένης της απροσκόπτου και αρμονικής συνεργασίας των λειτουργιών της Πολιτείας. Ιδόντες επί πλέον και τας διατάξεις των άρθρ. 3 και 10 παρ. 1 και 2 της Καταστατικής Συντακτικής Πράξεως της 1ης Αυγ. 1974, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, Αποφασίζομεν: Άρθρ.1.-1.Το Βασιλ. Διάταγμα από 26/26.6.1969 «περί αποδοχής, παραιτήσεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας» (ΦΕΚ 197/26.6.1969, τεύχ. Γ΄) τυγχάνει εξ υπαρχής άκυρον και εστερημένον πάσης νομικής συνεπείας. 2.Αναγνωρίζονται ως άκυρα και ανίσχυρα απ’ αρχής τα Β.Δ/τα:α)της 30/30.6.1969 (ΦΕΚ 208, τευχ. Γ΄), β)της 30/30.6.1969 (ΦΕΚ 208, τευχ. Γ΄) και γ)της 1/1.7.1969 (ΦΕΚ 213, τευχ. Γ΄) περί αποδοχής της παραιτήσεως των εν αυτοίς αναφερομένων αντιπροέδρου και συμβούλων της Επικρατείας. Άρθρ.8.-1.Η κατά τα εν τοις ηγουμένοις άρθροις αποκατάστασις των δικαστικών λειτουργών δεν δημιουργεί δικαίωμα απολήψεως αποδοχών διά τον χρόνον, καθ’ ον ούτοι παρέμειναν εκτός υπηρεσίας, εφ’ όσον και καθ’ ον χρόνον ούτοι ελάμβανον αποδοχάς ή πλήρη σύνταξιν εκ του δημοσίου ταμείου. Οι μη λαβόντες τοιαύτας αποδοχάς ή πλήρη σύνταξιν, δικαιούνται αναδρομικώς των αποδοχών των, αφ’ ης απεμακρύνθησαν, συμψηφιζομένων προς ταύτας των τυχόν ληφθέντων εν τω μεταξύ ποσών μειωμένης συντάξεως, ή εφ’ άπαξ βοηθήματος εκ του δημοσίου ταμείου. 2.Εκ των απολαμβανομένων κατά τα ως άνω αναδρομικώς αποδοχών εκπίπτοναι επίσης τα ποσά, άτινα αποδεδειγμένως εισεπράχθησαν υπό των αποκαθισταμένων δικαστικών λειτουργών, κατά το διάστημα καθ’ ο ούτοι παρέμειναν εκτός υπηρεσίας, εκ παροχής υπηρεσιών εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 3.Εκκρεμείς δίκαι έχουσαι ως αντικείμενον την διεκδίκησιν πάσης φύσεως αποδοχών, βοηθημάτων, μερισμάτων κλπ., αναφερομένων εις την κατά την παρ. 1 του άρθρ. 4 χρονικήν περίοδον καταργούνται. 4.Η προς τους δικαιούχους καταβολή των κατά τα ανωτέρω υπολογιζομένων αποδοχών ενεργείται κατά τα διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθοριζόμενα. 5.Εκ της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης δεν δημιουργείται υποχρέωσις επιστροφής πάσης φύσεως αποδοχών, δικαστικών λειτουργών. 6.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογήν και διά τους κατά τον ενδιάμεσον χρόνον καταληφθέντας υπό του ορίου ηλικίας, ή και προ τούτου αποβιώσαντας δικαστικούς λειτουργούς διά τον μέχρι της αποχωρήσεως, ή του θανάτου τούτων, αντιστοίχως, χρόνον. 7.Η σύνταξις των ήδη εξελθόντων της υπηρεσίας δικαστικών λειτουργών καθορίζεται εκ νέου από της ισχύος της παρούσης βάσει των αποδοχών του βαθμού εις ον προάγονται ή επαναφέρονται ούτοι. Εξεδόθη η υπ’ αριθ. 109080 της 31 Οκτ./7 Νοεμ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1123) απόφ. Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών περί τρόπου καταβολής αναδρομικώς αποδοχών εις αποκατασταθέντας Δικαστικούς λειτουργούς. Άρθρ.9.-1.Η κατά τας διατάξεις της παρούσης αποκατάστασις των δικαστικών λειτουργών, ουδεμίαν έχει συνέπειαν επί του κύρους αποφάσεων, εκδοθεισών άνευ της συμμετοχής αυτών, ή αποφάσεων τας οποίας έδει να εκδώσουν ούτοι προσωπικώς υπό την ιδιότητα αυτών. Ομοίως, ουδεμίαν έχει συνέπειαν η απουσία των επί του κύρους αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων συμβουλίων ή άλλων πράξεων εκδοθεισών άνευ της συμμετοχής τούτων ή παρ’ άλλων λειτουργών, ασκούντων τα εις την θέσιν αυτών ανήκοντα καθήκοντα. 2.Η κατά τας διατάξεις, ομοίως, της παρούσης επαναφορά των δικαστικών λειτουργών εις τους κλάδους και βαθμούς, τους οποίους κατείχον προ της ακυρουμένης προαγωγής ή του διορισμού των, ουδεμίαν έχει συνέπειαν επί του κύρους δικαστικών αποφάσεων, ή αποφάσεων ή άλλων πράξεων δικαστικών ή μη συμβουλίων, εκδοθεισών τη συμμετοχή αυτών, ή υπ’ αυτών, ενεργούντων ως μονομελών οργάνων, εν τη ασκήσει δικαιοδοσίας κλπ. ανηκούσης εις την προ της παρούσης προσδοθείσαν αυτής ιδιότητα. Ομοίως, ουδεμίαν ασκεί συνέπειαν ή μη συμμετοχή αυτών εις την έκδοσιν αποφάσεων ή άλλων πράξεων δικαστικών ή μη, εις την έκδοσιν των οποίων έδει να μετάσχουν βάσει της θέσεως και του βαθμού εις ον επαναφέρονται δια της παρούσης. (Μετά την σελ. 294,686) Σελ. 294,687 Τεύχος 546-Σελ. 37 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών 6.Γ .α.92 Άρθρ.10.-1.Εντός τριμήνου αποκλειστικής προθεσμίας από της ισχύος της παρούσης ο Υπουργός της Δικαιοσύνης εγείρει την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, κατά παντός δικαστικού λειτουργού, εμφανιζομένου βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ως υποπεσόντος εις πειθαρχικόν παράπτωμα από της 21ης Απρ. 1967 μέχρι της 23ης Ιουλ. 1974, αναφερόμενον εις παράβασιν των κανόνων περί απονομής της δικαιοσύνης και ασκήσεως των συναφών προς την λειτουργίαν ταύτης καθηκόντων, ή εις παράβασιν των σχετικών προς την εσωτερικήν λειτουργίαν και τάξιν των δικαστηρίων και τας εκ τούτων δημιουργουμένας υπηρεσιακάς σχέσεις και υποχρεώσεις κανόνων, ή τέλος, εις μη αξιοπρεπή ενέργειαν ή συμπεριφοράν, εκδηλωθείσαν εντός ή εκτός της υπηρεσίας, κατά τρόπον θίγοντα το κύρος και το γόητρον της Δικαιοσύνης. 2.Ομοίως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης εγείρει την πειθαρχικήν αγωγήν, κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα κατά παντός δικαστικού λειτουργού διορισθέντος εις θέσιν Υπουργού ή Υφυπουργού ή Γενικού Γραμματέως Υπουργείου διαρκούσης της εν τη αυτή παραγράφω περιόδου. 3.Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του άρθρ. 6 της παρούσης. Άρθρ.11.-1.Τα εν άρθρ. 4 της παρούσης οριζόμενα έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί δικαστικών λειτουργών εξαναγκασθέντων εις παραίτησιν κατά την αυτήν περίοδον διά λόγους οφειλομένους εις την διαμορφωθείσαν και κρατούσαν εις την Δικαιοσύνην κατάστασιν. 2.Προς τούτο, ο εξαναγκασθείς εις παραίτησιν δι’ αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς το Υπουργείον Δικαιοσύνης εντός δέκα πέντε ημερών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, οφείλει να εκθέση εν σαφηνεία και πληρότητι τους λόγους, δι’ ους εξηναγκάσθη εις παραίτησιν. Μετ’ έλεγχον των προβαλλομένων στοιχείων υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, υποχρεουμένου εις σύνταξιν λεπτομερούς και εμπεριστατωμένης εκθέσεως, αποφαίνεται περί της υπαγωγής του εις τας διατάξεις, του παρόντος άρθρου, το κατά περίπτωσιν αρμόδιον δικαστικόν συμβούλιον. Η απόφασις του Συμβουλίου είναι υποχρεωτική διά τον Υπουργόν. Άρθρ.12.-1.Αι διατάξεις της παρούσης έχουν εφαρμογήν και επί των κατεχόντων ήδη τας θέσεις του Προέδρου και Αντιπροέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του παρ’ αυτώ Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας και του Γενικού Επιτρόπου της Σελ. 294,688 Τεύχος 546-Σελ. 38 Επικρατείας επί της φορολογικής Δικαιοσύνης, ως και επί των Συμβούλων και Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Προκειμένου περί του Ελεγκτικού Συνεδρίου την πειθαρχικήν δίωξιν κατά τα εν άρθρ. 6 και 10 της παρούσης ασκεί ο Υπουργός των Οικονομικών. 2.Οι διορισθέντες, απ’ ευθείας ως Σύμβουλοι, ή ως Πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου από της 21ης Απρ. 1967 μέχρι της 23ης Ιουλ. 1974 ανεξαρτήτως του ήδη υπ αυτών κατεχομένου βαθμού, επανέρχονται αυτοδικαίως εις την κατάστασιν, τον κλάδον και την θέσιν ην κατείχον προ του διορισμού των, ως υπεράριθμοι. Ούτοι επανακρίνονται εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης υπό τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενός εκ των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και ενός Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, οριζομένων δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Εις περίπτωσιν ευνοϊκής κρίσεως ούτοι επαναδιορίζονται επί τω αυτώ βαθμώ, ον είχον εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον διατηρούντες άπαντα τα πλεονεκτήματας της προτέρας υπηρεσίας των. Οι μη επαναδιοριζόμενοι δικαιούνται να προσμετρήσουν διά την περαιτέρω σταδιοδρομίαν των εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον διανυθείσαν υπηρεσίαν διά πάσαν περίπτωσιν κατά τας κειμένας διατάξεις. 3.Επιφυλασσομένων των εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένων, Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου προαχθέντες κατόπιν μειώσεως των προ της 21ης Απρ. 1967 καθιερωμένων προσόντων προαγωγής, περιλαμβανομένου και του χρόνου υπηρεσίας εις τον προηγούμενον βαθμόν, επαναφέρονται αυτοδικαίως από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις τον βαθμόν του Παρέδρου και εις την τότε σειράν αρχαιότητος, του χρόνου της μέχρι σήμερον υπηρεσίας θεωρουμένου ως διανυθέντος εις τον βαθμόν του Παρέδρου. 4.Σύμβουλοι και Πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέχρι οριστικής ρυθμίσεως της θέσέως των εξακολουθούν ασκούντες τα εις αυτούς ανατεθειμένα καθήκοντα. 6.Γ.α.92 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών Άρθρ.13.-1.Αι πράξεις διορισμού των μελών του κατά το Ν.Δ. 803/1971 Συνταγματικού Δικαστηρίου ανακαλούνται, θεωρούμεναι ως μηδέποτε εκδοθείσαι. 2.Οι διορισθέντες ως μέλη του ως άνω Δικαστηρίου θεωρούνται εξακολουθούντες κατέχοντες τον βαθμόν και την θέσιν ην είχον προ του κατά την προηγουμένην παράγραφον διορισμού των μέχρι σήμερον, εφ’ όσον διατηρούνται εισέτι εν υπηρεσία ή μέχρι της τυχόν εν τω μεταξύ επελθούσης καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποχωρήσεώς των εκ της δημοσίας υπηρεσίας. 3.Η σύνταξις των εκ τούτων αποχωρησάντων προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος εκ της υπηρεσίας αναθεωρείται και κανονίζεται επί τη βάσει των αποδοχών του βαθμού και της θέσεως, ην κατείχον προ του διορισμού των ως μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και επί τη βάσει του μέχρι του διορισμού τούτου χρόνου, άνευ προσμετρήσεως πλασματικού χρόνου ή προσαυξήσεως τινός. Αποδοχαί αχρεωστήτως καταβληθείσαι εις τους εν παρ. 1 αναφερομένους πέραν των ώντινων ούτοι δικαιούνται κατά τα δια του παρόντος άρθρου οριζόμενα δεν αναζητούνται. Ομοίως δεν αναζητούνται ποσά καταβληθέντα δια συντάξεις, βοηθήματα κλπ. καθ’ υπέρβασιν των επί τη βάσει του παρόντος υπολογιζομένων. Άρθρ.14.-1.Τα κατά το άρθρ. 9 του Ν.Δ. 962/1971 «περί κώδικος δικαστικών λειτουργών» κωλύματα εκ ποινικής καταδίκης επισυμβάσης μετά την 21ην Απρ. 1967, λαμβάνονται υπ’ όψιν μόνον εφ’ όσον η καταδίκη εγένετο δι’ αποφάσεως τακτικού ποινικού δικαστηρίου. 2.Η διάταξις του τελευταίου εδαφίου του Ν.Δ. 519/1974 «περί χορηγήσεως αμνηστίας» (τόμ. 9 σελ. 186,11) καθ’ ην δεν δημιουργείται δικαίωμα αποζημιώσεως των αμνηστευομένων δεν αφορά και εις μισθούς ή εν γένει αποδοχάς ας ούτοι ως δικαστικοί λειτουργοί ή πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι κατά νόμον εδικαιούντο και θα ελάμβανον μέχρι της εξόδου των εκ της υπηρεσίας της επισυμβάσης συνεπεία του αμνηστευθέντος αδικήματος, όπερ δεν δημιουργεί κώλυμα δια την λήψιν των αποδοχών τούτων. 3-4.(Κατηργήθησαν δια της παρ. 3 του άρθρ. 3 Συντ. Πράξεως της 24/24 Σεπτ. 1974, τόμ. 1 σελ. 23). Άρθρ.15.-Δια Ν.Δ/των, η ισχύς των οποίων δύναται να ανατρέξη εις τον χρόνον ενάρξεως της ισχύος της παρούσης δύνανται να ρυθμισθούν τα εκ της εφαρμογής των ορισμών του άρθρ. 7 της παρούσης ανακύπτοντα τυχόν ζητήματα και να συμπληρούνται αι διατάξεις της παρούσης εν αρμονία προς το περιεχόμενον ταύτης. Άρθρ.16.-Η ισχύς της παρούσης άρχεται από της δημοσιεύσεώς της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ.2.-1.Η ΚΔ΄/1968 Συντακτική Πράξις «περί εξυγιάνσεως της τακτικής Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ 118/28.5.1968, τευχ. Α΄) ακυρούται εξ υπαρχής και θεωρείται μηδέποτε υπάρξασα. 2.Αναγνωρίζεται ως άκυρον και ανίσχυρον το Β.Δ. της 29/29.5.1968 (ΦΕΚ 196, τεύχ. Γ΄) περί απολύσεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου και των άλλων ονομαστικώς επίσης αναφερομένων ισοβίων και μονίμων λειτουργών της τακτικής δικαιοσύνης. 3.Αποφάσεις Συμβουλίων Νομιμοφροσύνης εκδοθείσαι εις βάρος δικαστικών λειτουργών πάσης κατηγορίας και παντός βαθμού από της 21ης Απρ. 1967 μέχρι και της 23ης Ιουλ. 1974 και αι επί τη βάσει τούτων εκδοθείσαι διοικητικαί πράξεις ακυρούνται αυτοδικαίως, θεωρούμενοι ως μηδέποτε υπάρξασαι. 4.Το Ν.Δ. 228/1969 «περί της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων» ον αντίθετον προς την συνταγματικήν τάξιν της διακρίσεως των εξουσιών τυγχάνει άκυρον εξ υπαρχής και θεωρειται ως μηδέποτε υπάρξαν. 5.Δικαστικαί αποφάσεις πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, εκδοθείσαι κατ’ εφαρμογήν του ως άνω ν.δ/τος ακυρούνται δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, κατόπιν αιτήσεως ασκουμένης υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Η ακύρωσις αύτη δεν επάγεται περαιτέρω εννόμους συνεπείας, υπέρ ή εις βάρος των διαδίκων μεταξύ των οποίων εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφασις. Άρθρ.3.-1.Από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης ανακαλείται αυτοδικαίως, εν όψει των ειδικών συνθηκών υφ’ ας ετελέσθη αύτη, η προαγωγή των ήδη υπηρετούντων ή των οπωσδήποτε εξελθόντων της υπηρεσίας, εις τους βαθμούς του Προέδρου και Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. 2.Οι κατέχοντες ή καθέξαντες τους ως άνω βαθμούς και θέσεις επανέρχονται αυτοδικαίως εις τους κλάδους και τους βαθμούς, ους κατείχον προ της 21ης Απρ. 1967. 3.Ο χρόνος υπηρεσίας των εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου λειτουργών λογίζεται διανυθείς εν τω κλάδω και εν τω βαθμώ εις ους επανέρχονται ούτοι διά της παρούσης. Άρθρ.4.-1.Δικαστικοί λειτουργοί πάσης κατηγορίας και παντός βαθμού απομακρυνθέντες της υπηρεσίας από της 21ης Απρ. 1967 μέχρι και της 23ης Ιουλ. 1974, αποκαθίστανται αυτοδικαίως εις τον κλάδον και τον βαθμόν τον οποίον έφερον κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των, θεωρούμενοι ως μηδέποτε αποχωρήσαντες της ενεργού υπηρεσίας. 2.Η αποκατάστασις ενεργείται διά Π.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Δικαιοσύνης, άνευ άλλης διατυπώσεως. Προκειμένου περί λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ως άνω διάταγμα εκδίδεται προτάσει του Υπουργού Οικονομικών. 3.Οι καταληφθέντες υπό του ορίου ηλικίας κατά τον ενδιάμεσον χρόνον θεωρούνται εξελθόντες της υπηρεσίας διά τον λόγον τούτον, κατά τας επί του θέματος τούτου ισχύουσας διατάξεις. Εάν μέχρι του χρόνου τούτου προήχθη νεώτερός των εις ανώτερον βαθμόν, προάγονται και ούτοι εις τον αυτόν βαθμόν, αναδρομικώς από της προαγωγής του νεωτέρου των, διά π.δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης, άνευ άλλης διατυπώσεως. Δι’ ομοίου διατάγματος βεβαιούται και η έξοδος αυτών εκ της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας, απονεμομένου του τίτλου του αντιστοίχου επιτίμου δικαστικού λειτουργού. (Αντί για τη σελ. 294,685) Σελ. 294,685(α) Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 127 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών 6.Γ .α.92 4.Της κατά τας διατάξεις της παρούσης αποκαταστάσεως εξαιρούνται οι απομακρυνθέντες κατόπιν συμπληρώσεως εν υπηρεσία του κατά το Σύνταγμα, ορίου ηλικίας, ή συνεπεία ποινικής καταδίκης υπό τακτικού ποινικού δικαστηρίου, ή ένεκεν νόσου ή ανεπαρκείας τηρηθεισών των νομίμων προϋποθέσεων. Επίσης εξαιρούνται οι αποδεχθέντες αξίωμα Υπουργού, Υφυπουργού ή Γενικού Γραμματέως, ως και οι αποκτήσαντες ιδιότητα δημοσίου εν γένει λειτουργού ή υπαλλήλου ασυμβίβαστον, κατά τας τότε ισχυούσας διατάξεις προς το δικαστικόν λειτούργημα, πλην της του δικηγόρου. Άρθρ.5.-1.Άμα τη εκδόσει των δ/των περί της αποκαταστάσεως των εν τη παρ. 2 του άρθρ. 1 και εν ταις παρ. 2 και 3 του άρθρ. 2 της παρούσης μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, το Υπουργικόν Συμβούλιον διά πράξεως αυτού, επιλέγει κατ’ ελευθέραν κρίσιν και επί τη βάσει του συνόλου των στοιχείων περί της εν γένει σταδιοδρομίας εκάστου, τον Πρόεδρον και τους Αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον Πρόεδρον και τους Αντιπροέδρος και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μεταξύ πάντων των αποκαθισταμένων ως και των κατά τον χρόνον της επιλογής υπηρετούντων επί τοις βαθμοίς του Συμβούλου της Επικρατείας ή του Αρεοπαγίτου και Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου αντιστοίχως, των εχόντων τα προς προαγωγήν προσόντα. Της κρίσεως εξαιρούνται ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι προαχθέντες εις τους βαθμούς τούτους μετά την εν άρθρ. 1 της παρούσης απομάκρυνσιν του Προέδρου του Δικαστηρίου και τας εν συνεχεία υποβληθείσας παραιτήσεις των μελών αυτού, ως και ο νυν Πρόεδρος και ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου περί ων η παρ. 1 του άρθρ. 3 της παρούσης. 2.Το Υπουργικόν Συμβούλιον προβαίνει εις την πλήρωσιν των κατά τ’ ανωτέρω θέσεων, μη δεσμευόμενον, εκ της μη εισέτι κρίσεως περί προαγωγής των κατά τας διατάξεις της παρούσης αποκαθισταμένων δικαστικών λειτουργών ή εκ της εκκρεμότητος της καταστάσεως των κατά το άρθρ. 10 της παρούσης δικαστικών λειτουργών. 3.Οι υπό του Υπουργικού Συμβουλίου επιλεγόμενοι προάγονται εις τον βαθμόν του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Προέδρου, Αντιπροέδρου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, διά π.δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σελ. 294,686(α) Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 128 Άρθρ.6.-1.Οι κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 3 λειτουργοί η προαγωγή των οποίων ακυρούται κατά τα εις την αυτήν παράγραφον οριζόμενα παραπέμπονται εις το κατ’ άρθρ. 111 του Συντάγματος Συμβούλιον προς κρίσιν των συνθηκών, υφ’ ας εγένετο η προαγωγή των εις τους περί ων αι αυταί διατάξεις βαθμούς και θέσεις, του τρόπου, καθ’ ον εξεπλήρωσαν ούτοι τα καθήκοντά των και της εν γένει συμπεριφοράς αυτών, εντός και εκτός της υπηρεσίας, διαρκούσης της περιόδου από 21 Απρ. 1967 μέχρις 23 Ιουλ. 1974, εκτιμωμένης ιδιαιτέρως ως στοιχείου επιβαρυντικού της αναμίξεως αυτών εις πράξεις, δι’ ων καταρρίπτεται το κύρος των ανωτάτων λειτουργών της ανεξαρτήτου δικαιοσύνης. Μέχρι της οριστικής κρίσεως αυτών οπωσδήποτε δε μέχρι λήξεως του αρχομένου δικαστικού έτους, ούτοι δεν μετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπον των εργασιών του Δικαστηρίου. 2.Η παραπομπή εις το Συμβουλίον της προηγουμένης παραγράφου γίνεται διά πράξεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εντός τριών μηνών από της ισχύος της παρούσης. Της παραπομπής προηγείται λεπτομερής έλεγχος, διεξαγόμενος υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, υποχρεουμένου εις υποβολήν εμπεριστατωμένου πορίσματος εντός μηνός το βραδύτερον από της σχετικής παραγγελίας. 3.Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφαίνεται περί της παραμονής ή της οριστικής παύσεως των κατά τας διατάξεις της παραγράφου ταύτης δικαστικών λειτουργών. 4.Η διάταξις της πρώτης παραγράφου του άρθρου τούτου δεν έχει εφαρμογήν επί Αρεοπαγιτών, επιλεγομένων προς πλήρωσιν της θέσεως Προέδρου, Αντιπροέδρου ή Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατόπιν της κατ’ άρθρ. 5 της παρούσης κρίσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. 6.Γ.α.92 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών Άρθρ.7.-1.Οι κατά τας διατάξεις της παρούσης αποκαθιστάμενοι δικαστικοί λειτουργοί, καταλαμβάνουν τυχόν υφισταμένας κενάς ή, ελλείψει τοιούτων, διά του παρόντος επί τούτω συνιστωμένας προσωρινάς αντιστοίχους οργανικάς θέσεις, αίτινες καταργούνται αυτοδικαίως εκλιπόντος του υπαγορεύσαντος την σύστασιν αυτών λόγου. 2.Δικαστικοί λειτουργοί, πλην των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, απολυθέντες ή απομακρυνθέντες της υπηρεσίας και αποκαθιστάμενοι κατά τους όρους της παρούσης, προάγονται εις ανώτερον βαθμόν, μέχρι και του βαθμού του Συμβούλου της Επικρατείας, του Αρεοπαγίτου και Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατόπιν εφ’ άπαξ και ενιαίας κρίσεως αυτών υπό του οικείου δικαστικού συμβουλίου, εφ’ όσον κατά τον εν τω μεταξύ χρόνον προήχθη νεώτερός των εις τον αυτόν βαθμόν. Εν περιπτώσει ευνοϊκής κρίσεως ούτοι αποκαθίστανται εις την σειράν αρχαιότητος ην θα είχον βάσει της περί προαγωγής των κρίσεως αν η κρίσις αύτη είχεν πραγματοποιηθή καθ’ ον χρόνον εκρίθη και ο προαχθείς νεώτερός των. 3.Η τοποθέτησις των αποκαθισταμένων δικαστικών λειτουργών, ενεργείται μετά τον οριστικόν καθορισμόν του βαθμού και της σειράς αρχαιότητος αυτών, κατά τας κειμένας διατάξεις, άνευ δεσμεύσεως εκ της αριθμητικής κατανομής των οργανικών θέσεων παρ’ εκάστω Δικαστηρίω ή Εισαγγελία ή Τμήματι Δικαστηρίου. 4.Οι αποκαθιστάμενοι κατά τους όρους της παρούσης και επανερχόμενοι εις την ενεργόν υπηρεσίαν δικαστικοί λειτουργοί, πλην των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, υποχρεούνται όπως άμα τη κοινοποιήσει του σχετικού διατάγματος προσέλθουν και καταθέσουν δήλωσιν εμφανίσεως εις την οικίαν Διεύθυνσιν του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.