← Ελλάδα

2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Οκτ. 1947 Περί εκτελέσεως του άρθρ. 1 του ψηφίσματος ΚΗ΄ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν

Εν συντομία

Αυτό το διάταγμα καθορίζει τις διαδικασίες και τους όρους για τη φορολογική απαλλαγή σε ιδιωτικές οικοδομές που ανεγείρονται, επεκτείνονται, συμπληρώνονται ή επισκευάζονται, με σκοπό την παροχή διευκολύνσεων για την ανοικοδόμηση.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Οκτ. 1947 Περί εκτελέσεως του άρθρ. 1 του ψηφίσματος ΚΗ΄ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν». Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν» και ιδόντες την υπ’ αριθ. 503 ε.έτους σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Απαλλάσσονται από του φόρου καθαρών προσόδων α΄ κατηγορίας και παντός άλλου συμβεβαιουμένου ή παρομαρτούντος φόρου ή τέλους υπέρ οιουδήποτε. α)Αι οικοδομαί αι ανεγερθείσαι εξ ολοκλήρου από της 1ης Ιαν. 1945 και αι εφεξής και μέχρι της 31 Δεκ. 1952 ανεγερθησόμεναι, αδιαφόρως αν προ της ανεγέρσεως αυτών υπήρχεν ή όχι εν τω αντιστοίχω οικοπέδω οικοδομή καταστραφείσα ή κατεδαφισθείσα δι’ οιονδήποτε λόγον. β)Τα τμήματα οικοδομών τα ανεγερθέντα είτε δια προσθήκης καθ’ ύψος, είτε κατ’ επέκτασιν επί υφισταμένων οικοδομών από της 1ης Ιαν. 1945 και τα εφεξής και μέχρι 31 Δεκ. 1952 ανεγερθησόμενα, γ)Αι ημιτελείς οικοδομαί αι συμπληρωθείσαι από της 1 Ιαν. 1945 και αι εφεξής και μέχρι 31 Δεκ. 1952 συμπληρωθησόμεναι. δ)Αι οικοδομαί ή τμήματα αυτών αι βλαβείσαι εις βαθμόν καθιστώντα αδύνατον την χρησιμοποίησιν αυτών δι’ ην χρήσιν εκ κατασκευής προωρίζοντο συνεπεία ζημιών εκ του πολέμου, θεομηνίας, βιαίου συμβάντος και επιτάξεως, αίτινες αποκατεστάθησαν δια επισκευών ριζικών από 1ης Μαΐου 1941 και χρησιμοποιούνται δι’ ην χρήσιν εκ κατασκευής προωρίζοντο ή θέλουσιν αποκατασταθή μέχρι 31 Δεκ. 1952 δια ριζικών επισκευών ίνα καταστή δυνατή η ως άνω χρησιμοποίησις αυτών, εφ’ όσον η δαπάνη των ριζικών επισκευών της οικοδομής ή του τμήματος αυτής δεν είναι μικροτέρα του ενός έκτου της απαιτουμένης δια την εξ υπαρχής, κατά τον χρόνον της ενεργείας της ριζικής επισκευής, ανέγερσιν της οικοδομής ή του τμήματος αυτής. Δεν θεωρείται αποκατάστασις η εκτέλεσις προχείρων και προσωρινών κατασκευών προς στοιχειώδη εξασφάλισιν κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης. 2.Κατά τας περιπτώσεις β΄, γ΄, και δ΄, της προηγουμένης παραγράφου η απαλλαγή παρέχεται μόνον δια τα ανεγερθέντα ή ανεγειρόμενα νέα τμήματα (ή ορόφους ή διαμερίσματα ή τμήματα τούτων) ή τα συμπληρωθέντα ή συμπληρούμενα ημιτελή τμήματα τα καθιστάμενα δια της συμπληρώσεως χρησιμοποιήσιμα δι’ ην χρήσιν εκ κατασκευής προωρίζοντο και τα οποία δεν ήσαν χρησιμοποιήσιμα προ της συμπληρώσεως αυτών ή τα συνεπεία ριζικών επισκευών αποκαθιστάμενα εις κατάστασιν χρήσεως τμήματα βλαβεισών οικοδομών. 3.Η κατά την παρ. 1 φορολογική απαλλαγή ολοσχερής δια τας μέχρι 31 Μαρτ. 1955 κτωμένας προσόδους περιορίζεται δια τας από 1ης Απρ. 1955 έως 31 Μαρτ. 1960 προσόδους εις τα ακόλουθα ποσοστά: Πρόσοδοι από 1.4.1955 μέχρι 31.3.1956 εις τα 90% Πρόσοδοι από 1.4.1956 μέχρι 31.3.1957 εις τα 75% Πρόσοδοι από 1.4.1957 μέχρι 31.3.1958 εις τα 60% Πρόσοδοι από 1.4.1958 μέχρι 31.3.1959 εις τα 45% Πρόσοδοι από 1.4.1959 μέχρι 31.3.1960 εις τα 30% Άρθρ.2.-1.Δια την παροχήν της απαλλαγής κατά τας περί ων το προηγούμενον άρθρον περιπτώσεις απαιτείται όπως α)αι εργασίαι δια την ανέγερσιν, προσθήκην ή επέκτασιν, αποπεράτωσιν και επισκευήν εκτελούνται κατόπιν νομίμου αδείας της αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Ανοικοδομήσεως ή των ενασκούντων την αρμοδιότητα ταύτης κατά τας υφισταμένας διατάξεις Αρχών και β)τηρούνται κατά την εκτέλεσιν των εργασιών αι ισχύουσαι εκάΣελ. 319 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση 27.Ζ.γ.2 στοτε σχετικαί περί σχεδίων πόλεων διατάξεις εν γένει και οι εκ τούτων και των συναφών οικοδομικών κανονισμών απορρέοντος περιορισμοί. Οι περιορισμοί του εδαφ. β΄ προσδιωρίσθησαν λεπτομερώς δια του Β.Δ. 19/21 Αυγ. 1948 (κατωτ. αριθ. 3). 2.Παρέκκλισις από των ανωτέρω όρων συγχωρείται μόνον ως προς τον όρον α΄ και μόνον δια τας μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος γενομένας άνευ νομίμου αδείας εργασίας, υπό την απαράβατον προϋπόθεσιν της τηρήσεως εν πάση περιπτώσει του όρου β΄. 3.Οικοδομαί ή τμήματα αυτών εμπίπτουσαι εις τας περιπτώσεις της παρ. 1 του άθρ. 1, εφ’ ων διαπιστούνται παραβάσεις των οικοδομικών κανονισμών επαγόμεναι κατά τας υφισταμένας διατάξεις κατεδάφισιν προς άρσιν των παραβάσεων υπόκεινται εις την κατά το άνω άρθρον φορολογικήν απαλλαγήν μόνον μετά την άρσιν των παραβάσεων. 4.Η κατά το άρθρ. 1 φορολογική απαλλαγή δεν παρέχεται α)δι’ οικοδομάς εκ των εμπιπτουσών εις τας περιπτώσεις της παρ. 1 του αυτού άρθρ. 1, ρυμοτομουμένας εν όλω ή εν μέρει υπό του ισχύοντος κατά τον χρόνον της ανεγέρσεως, προσθήκης ή επεκτάσεως, συμπληρώσεως και ριζικής επισκευής σχεδίου ρυμοτομίας, β)δι’ οικοδομάς ως άνω επί γηπέδων κειμένων εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων ρυμοτομίας, προκειμένου δε περί οικισμών υφισταμένων κατά το έτος 1923 και μη εχόντων εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας εκτός της εκτισμένης περιοχής αυτών. Ως σχέδιον ρυμοτομίας, δια την εφαρμογήν του παρόντος και μόνον, θεωρείται ως προς τους προσφυγικούς συνοικισμούς τους ανεγερθέντας υπό του Κράτους ή εγκρίσει τούτου ή υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων τους μη περιληφθέντας εντός των εγκεκριμένων σχεδίων ρυμοτομίας το κτηματολογικόν διάγραμμα του συνοικισμού. 5.Κατ’ εξαίρεσιν της περιπτώσεως β΄ της προηγουμένης παραγράφου η φορολογική απαλλαγή παρέχεται δια τα εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων ανεγειρόμενα σανατόρια και νοσοκομεία, ως και δια τα καταστραφέντα εκ του πολέμου και επανοικοδομούμενα εργοστάσια, εφ’ όσον τύχουν της εγκρίσεως της αρμοδίας δια την έκδοσιν αδείας οικοδομής Αρχής και πληρούνται οι προς ταύτα όροι και περιορισμοί οι διέποντες την δόμησιν εκτός των πόλεων και των οικισμών εν γένει. Σελ. 320 6.Περί της υπαγωγής της εν εκάστη περιπτώσει οικοδομής εις τας περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρ.1 του παρόντος, της εκτελέσεως των εργασιών κατόπιν νομίμου αδείας και της τηρήσεως των κατά την περίπτωσιν β΄ της ανωτέρω παρ. 1 περιορισμών εκδίδεται, επί τη αιτήσει του κυρίου της οικοδομής, βεβαίωσις του αρμοδίου Πολεοδομικού Γραφείου ή της ασκούσης την αρμοδιότητα τούτου Τεχνικής Κρατικής Υπηρεσίας. 7.Επί πάσης ως προς την κατά την προηγουμένην παράγραφον βεβαίωσιν αντιρρήσεως, ως και την επί πάσης αμφιβολίας περί την εφαρμογήν του άρθρου τούτου αποφαίνεται οριστικώς και ανεκλήτως ο Υπουργός της Ανοικοδομήσεως μετά γνώμην του Συμβουλίου Ανοικοδομήσεως. Άρθρ.3.-1.Δια την κατά τ’ ανωτέρω απαλλαγήν ο δικαιούμενος ταύτης κύριος της οικοδομής οφείλει να υποβάλη εις τον αρμόδιον της τοποθεσίας του ακινήτου Οικονομικόν Έφορον αίτησιν μετά της κατά την παρ. 6 του προηγουμένου άρθρου βεβαιώσεως. Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως μετά της οικείας βεβαιώσεως συνεπάγεται αυτοδικαίως την αναστολήν της υποχρεώσεως προς καταβολήν των οικείων φόρων και τελών, μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως. 2.Η αίτησις πρέπει να περιέχη το ονοματεπώνυμον, διεύθυνσιν και επάγγελμα του αιτούντος, ως και περιγραφήν του ακινήτου ή τμήματος αυτού, του οποίου ζητείται η απαλλαγή εκ της φορολογίας, προσδιορισμόν της τοποθεσίας αυτού, χρονολογίαν ενάρξεως της ανοικοδομήσεως ή επισκευής και τέλος χρονολογίαν περαιώσεως των οικοδομικών εργασιών. Η αίτησις δέον να περιέχη προς τούτοις τον διορισμόν αντικλήτου διαμένοντος εις την έδραν της Οικονομικής Εφορίας όπου κείται το ακίνητον. 3.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αίτησις υποβάλλεται εντός διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της αποπερατώσεως της οικοδομής ή περατώσεως της επισκευής. 27.Ζ.γ.2 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση Δια τας κατά την χρονολογίαν της δημοσιεύσεως του παρόντος αποπερατωμένας ή αποκατεστημένας οικοδομάς, αίτινες εμπίπτουν εις τας διατάξεις του παρόντος η αίτησις απαλλαγής υποβάλλεται εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος, ανατρεπτικής προθεσμίας. Η ανωτέρω προθεσμία παρετάθη αλλεπαλλήλως μέχρι της 31 Δεκ. 1949 δια των Β.Δ. 30 Μαρτ./6 Απρ. 1948, άρθρου 7 Α.Ν. καθορισμού προθεσμίας υποβολής αιτήσεων απαλλαγής εκ του φόρου οικοδομών κατά το ΚΗ΄ Ψήφισμα. Δια του τελευταίου ωρίσθη ότι αιτήσεις απορριφθείσαι ως εκπρόθεσμοι, εισάγονται εις τας αυτάς Επιτροπάς προς συζήτησιν επί της ουσίας αιτήσει των ενδιαφερομένων υποβαλλομένη εντός δύο μηνών από του Β.Δ. τούτου. 4.Επί της αιτήσεως ταύτης αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν Επιτροπή συνιστωμένη: α)Εξ ενός Πρωτοδίκου ή Παρέδρου, ως Προέδρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του, παρά του αρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκου εις ας περιπτώσεις εν τη έδρα της Οικονομικής Εφορίας δεν εδρεύει Πρωτοδικείον, αναπληρουμένου εν απουσία ή κωλύματι ή μη υπάρξει τοιούτου υπό ετέρου Ειρηνοδίκου της περιφερείας της Οικονομικής Εφορίας ή του πλησιεστέρου προς ταύτην Ειρηνοδίκου οριζομένου υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών. β)Εξ ενός μονίμου οικονομικού υπαλλήλου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, επί βαθμώ τουλάχιστον Τμηματάρχου β΄ τάξεως προκειμένου περί της περιφερείας της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού των Οικονομικών, εξ ενός ετέρου δε μονίμου οικονομικού υπαλλήλου προκειμένου περί των λοιπών πόλεων και περιοχών οριζομένου μετά του αναπληρωτού αυτού υπό του οικείου Γεν. Διοικητού ή Νομάρχου. γ)Εξ ενός υπαλλήλου Πολιτικού Μηχανικού, Αρχιτέκτονος ή Τοπογράφου Δημοσίας τινός Τεχνικής Υπηρεσίας ή της μηχανικής υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού Ανοικοδομήσεως ή κατ’ εξουσιοδότησιν τούτου υπό του οικείου Περιφερειακού Διευθυντού της Ανοικοδομήσεως. Η ως άνω Επιτροπή συνιστάται εν τη έδρα εκάστης Οικονομικής Εφορίας. Επιτρέπεται η σύστασις και πλειόνων της μιας Επιτροπής εις την έδραν της εκάστης Οικον. Εφορίας, κατόπιν αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Ανοικοδομήσεως, εις πόλεις εμφανιζούσας έντονον οικοδομικήν κίνησιν. Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί Εφοριακός ή έτερος Οικονομικός υπάλληλος οριζόμενος υπό του Προέδρου της Επιτροπής, όστις και επιμελείται της τηρήσεως των πρακτικών εν ιδίω βιβλίω. Η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω καταστήματι της Οικονομικής Εφορίας κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου αυτής και επί τη αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου. Αι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν πρέπει δε να είναι επαρκώς ητιολογημέναι και να περιλαμβάνωσι το όνομα, επώνυμον, πατρώνυμον, επάγγελμα και κατοικίαν του αιτούντος κυρίου, περιγραφομένου εν αυταίς λεπτομερώς του περί ου αύται ακινήτου ή τμήματος αυτού δι’ ο η απαλλαγή. Δια την εκδίκασιν της αιτήσεως απαλλαγής ως και της αιτήσεως αναθεωρήσεως, την έκδοσιν αποφάσεως της επιτροπής και την κοινοποίησιν αυτών ακολουθείται η υπό του Κώδικος Φορολογίας καθαρών προσόδων δια την εκδίκασιν ενστάσεων διαγραφομένη διαδικασία. 5.Αι αποφάσεις της κατά την προηγουμένην παράγραφον Επιτροπής δύνανται να αναθεωρώνται ως κατωτέρω υποβαλλομένης προς τούτο αιτήσεως υπό του ενδιαφερομένου προς τον οικείον Οικον. Έφορον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Εντός της αυτής προθεσμίας δικαιούται εις αίτησιν αναθεωρήσεως και ο Οικον. Έφορος. Η αίτησις αναθεωρήσεως εκδικάζεται υπό της εκδούσης την απόφασιν Πρωτοδίκου Επιτροπής, τη συμμετοχή εις αυτήν και ετέρων δύο μελών. α)ενός οικονομικού υπαλλήλου και β)ενός πολιτικού μηχανικού ή Αρχιτέκτονος ή Τοπογράφου υπαλλήλου ή ιδιώτου, οριζομένων των μελών τούτων, μετά των αναπληρωτών των, καθ’ ον τρόπον ορίζονται και τα λοιπά μέλη. Η Επιτροπή αύτη συντίθεται κατά πλειοψηφίαν εκ μελών μη συμπραξάντων εις την έκδοσιν της αποφάσεως, ης ζητείται η αναθεώρησις. Χρέη γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί ο γραμματεύς της Πρωτοδίκου Επιτροπής. Κατά τα λοιπά ως προς τας συνεδριάσεις, την έκδοσιν των αποφάσεων κλπ. εφαρμόζονται τα εν τη προηγουμένη παραγράφω. 6.Εις τον Πρόεδρον, τα μέλη και τον Γραμματέα των 3 Επιτροπών και τον εκπρόσωπον του Δημοσίου Οικονομικόν Έφορον, καταβάλλεται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν ή κατά απόφασιν βαρύνουσα το εκ της κρατήσεως ενός επί τοις εκατόν, περί ης η παράγρ. 3 του άρθρου 2 του Ψηφίσματος ΚΗ΄, έσοδον το διατιθέμενον εις τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Ανοικοδομήσεως και κανονιζομένη δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Ανοικοδομήσεως. 7.Η κατά το παρόν άρθρον τελεσίδικος αΣελ. 321 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση 27.Ζ.γ.2 πόφασις ισχύει ου μόνον έναντι του Δημοσίου, αλλά και έναντι οιουδήποτε τρίτου έχοντος αυθύπαρκτον ή παράγωγον φορολογικόν δικαίωμα (Δήμοι, Κοινότητες, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εν γένει κλπ.) μη δυναμένου μετά την ισχύν της απαλλαγής να επιβάλλη φόρον, τέλος ή δικαίωμα. 8.Άπασα η διαδικασία μέχρι της εκδόσεως και των αποφάσεων διενεργείται ατελώς άνευ καταβολής οιουδήποτε φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου και οιουδήποτε ετέρου προσώπου. 9.Η απόφασις εκδίδεται επ’ ονόματι του αιτούντος την απαλλαγήν κυρίου ή συγκυρίου ή και συγκυρίων του ακινήτου. Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως εξ οιουδήποτε λόγου της οικοδομής διαρκούντος του χρόνου της απαλλαγής, ο νέος ιδιοκτήτης δικαιούται υποβάλλων εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον αίτησιν μετά του σχετικού τίτλου μεταβιβάσεως, να ζητήση την επ’ ονόματί του συνέχισιν της απαλλαγής. Άρθρον 4 1.Απαλλάσσονται από του αναλογικού τέλους χαρτοσήμου και παντός δικαιώματος υπέρ οιουδήποτε εν γένει Ταμείου ή Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου: α)αι συμβάσεις και προσυμβάσεις δια την σύστασιν ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή τμήματα αυτών ή και δια την τροποποίησιν υφισταμένων τοιούτων συμφωνιών, εφ’ όσον δια της καταρτίσεως ή της τροποποιήσεως τούτων επιδιώκεται η ανοικοδόμησις κατά τινα των περιπτώσεων της παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος Β.Δ/τος ήτοι δι’ ανεγέρσεως νέων οικοδομών, δι’ επαυξήσεως υφισταμένων είτε δια προσθήκης καθ’ ύψος είτε δι’ επεκτάσεως, δια συμπληρώσεως ημιτελών οικοδομών ως και δια ριζικής επισκευής βλαβεισών οικοδομών. β)Αι συμβάσεις δια την παροχήν ενυποθήκων δανείων δια την ανοικοδόμησιν κατά τα εδάφια α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος Β. Δ/τος και δια την συμπλήρωσιν εν γένει ημιτελών οικοδομών έστω και αν δεν συντρέχωσιν αι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του αυτού ως άνω άρθρου 1, ως και δια την επισκευήν οικοδομών περί ων το εδάφιον δ΄ της παρ. 1 του ως άνω άθρρου 1, έστω και αν αύτη δεν είναι ριζική. γ)Πάσα σύμβασις και προσύμβασις μεταξύ του κυρίου του ακινήτου ή του επικαρπωτού ή του επιφανειούχου και αρχιτέκτονος ή πολιτικού μηχανικού κλπ. ή εργολάβου αναφερομένη εις την μελέτην, επίβλεψιν και εκτέλεσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον ή σύστημα συμφωνίας εργασιών ανοικοδομήσεως εμπιπτουσών εις το προηγούμενον εδάφιον β΄ ή αποσκοπούσα εις την εξασφάλισιν επί οιαδήποτε Σελ. 322 ασφαλεία, εμπραγμάτω ή προσωπική, της τηρήσεως των όρων της τοιαύτης ως άνω συμβάσεως ή και των εκ των εργασιών τούτων νομίμων δικαιωμάτων οιουδήποτε των συμβαλλομένων. δ)Πάσα σύμβασις και προσύμβασις περί εκμισθώσεως οικοδομών ή τμημάτων αυτών περί ων η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του παρόντος Β. Διατάγματος και δι’ οσονδήποτε χρόνον, πάντως όμως ουχί πέραν της 31 Μαρτίου 1960. 2.Η κατά την προηγούμενην παράγραφον απαλλαγή παρέχεται μόνον δια συμβάσεις και προσυμβάσεις συναπτομένας μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1952 και περαιτέρω μέχρι 1 Δεκ. 1957 εφ’ όσον ήθελε χωρίση η εκ της παραγρ. 1 του άρθρου 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄, παράτασις. 3.Τα δικαιώματα των μεσιτών δια την σύναψιν των κατά την παράγραφον 1 συμβάσεων και προσυμβάσεων περιορίζονται εις το ήμισυ. Άρθρον 5 1.Απαλλάσσονται παντός τέλους και δικαιώματος υπέρ οιουδήποτε: α)η μεταγραφή των συμβάσεων περί ων το εδάφιον α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος Β. Διατάγματος και β)η εγγραφή και εξάλειψις υποθηκών εγγραφομένων προς ασφάλειαν δανείων περί ων το εδάφιον β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος Β. Διατάγματος ή δια τους εν τω εδαφίω γ΄ της αυτής παραγράφου σκοπούς. 2.Δεν χωρεί απαλλαγή κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου από των δικαιωμάτων των αμίσθων υποθηκοφυλάκων, περιορίζονται όμως ταύτα δια τας εμπιπτούσας εις τας διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου περιπτώσεις εις το ήμισυ. Άρθρον 6 1.Αι κατά τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος απαλλαγαί, εξαιρέσει της περί ης το εδάφιον β΄της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος, παρέχονται υπό τον όρον της εντός αναπτρεπτικής προθεσμίας δύο ετών από της συνάψεως της συμβάσεως αποπερατώσεως της ανοικοδομήσεως, δι’ ην η σύμβασις. 2.Οι συμβολαιογράφοι δικαιούνται να αρνώνται την κατάρτισιν προσυμβάσεων και συμβάσεων επί απαλλαγή από των τελών χαρτοσήμου και λοιπών υπέρ τρίτων δικαιωμάτων εάν ήθελον πεισθή ότι δεν συντρέχουσιν οι κατά το παρόν Βασ. Διάταγμα απαιτούμενοι όροι, υποχρεούνται δε όπως αποστέλλωσιν εις τον Οικονομ. Έφορον της περιφερείας εις ην κείται το ακίνητον αντίγραφον της συμβάσεως και της τυχόν προσυμβάσεως μετά σημειώματος επί τούτου του ποσού των μη καταβληθέντων τελών χαρτοσήμου και τελών μεταγραφής ή εγγραφής και εξαλείψεως υποθήκης ως και των λοιπών κατά την περίπτωσιν δικαιωμάτων υπέρ τρίτων. 3.Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως της ανοικοδομήσεως εντός της κατά την ανωτέρω 27.Ζ.γ.2 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση παρ. 1 προθεσμίας, κατόπιν βεβαιώσεως της αρμοδίας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, εκδιδομένης αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου, της τοποθεσίας του ακινήτου ό αφορά η σύμβασις, ο Οικον. Έφορος ούτος επιμελείται της βεβαιώσεως του ποσού των περί ων η απαλλαγή τελών και δικαιωμάτων εις βάρος των τυχόντων ταύτης υπέρ του Δημοσίου και των υπέρ ων τα μη καταβληθέντα τέλη και δικαιώματα τρίτων της εισπράξεως ενεργουμένης κατά τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων. Τα εισπραττόμενα υπέρ τρίτων τέλη και δικαιώματα αποδίδονται κατά τα ορισθησόμενα δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 4.Επί πάσης αντιρρήσεως ή αμφιβολίας είτε εκ μέρους του Οικονομ. Εφόρου είτε εκ μέρους του τυχόντος της απαλλαγής ως προς την αποπεράτωσιν της ανοικοδομήσεως εντός της κατά την ως άνω παρ. 1 διετούς προθεσμίας αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως ο Υπουργός Ανοικοδομήσεως μετά γνώμην του Συμβουλίου Ανοικοδομήσεως. 5.Ειδικώς προκειμένου περί των συμβάσεων και προσυμβάσεων περί ων το εδάφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος Β.Δ/τος παρακρατείται υπό του Συμβολαιογράφου εκ του ποσού του δανείου και εις βάρος του δανειζομένου κατατιθέμενον υπό του Συμβολαιογράφου και επ’ ονόματί του εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων ποσόν αντιστοιχούν προς τας απαλλαγάς των άρθρ. 4 και 5 του παρόντος Β. Δ/τος, γιγνομένης περί τούτου ρητής μνείας εις το συμβόλαιον, εις ο προσαρτάται και το σχετικόν γραμμάτιον παρακαταθήκης. Δια την επιστροφήν του ως άνω ποσού εις τον δανειζόμενον δέον ούτος να προσκομίση εις τον Οικον. Έφορον της τοποθεσίας του ακινήτου εντός της κατά την ως άνω παρ. 1 διετούς προθεσμίας βεβαίωσιν της αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας, εξ ης να προκύπτη ότι εξετελέσθησαν αι εργασίαι ανοικοδομήσεως, δι’ ην το δάνειον, καλύπτουσαι κατά τα τρία τέταρτα τουλάχιστον το ποσόν του δανείου. Την βεβαίωσιν ταύτην διαβιβάζει ο Οικον. Έφορος δι’ εγγράφου του εις τον συντάξαντα το συμβόλαιον συμβολαιογράφον δια την έκδοσιν υπ’ αυτού εγγράφου εντολής κατά τας περί παρακαταθηκών διατάξεις προς εξόφλησιν του γραμματίου παρακαταθήκης υπό του δανειζομένου. Το έγγραφον του Οικονομικού Εφόρου και η βεβαίωσις της Πολεοδομικής Υπηρεσίας επισυνάπτωνται εις το συμβόλαιον, συντασσομένης υπ’ αυτό σχετικής πράξεως. Επί πάσης αντιρρήσεως ή αμφιβολίας είτε εκ μέρους του Οικον. Εφόρου είτε εκ μέρους του δανειζομένου ως προς την κατά τα ανωτέρω κάλυψιν του δανείου, αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως ο Υπουργός Ανοικοδομήσεως μετά γνώμην του Συμβουλίου Ανοικοδομήσεως, αναστελλομένης εν τοιαύτη περιπτώσει της επιστροφής μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Υπουργού Ανοικοδομήσεως. Εν περιπτώσει μη προσαγωγής εις τον Οικονομικόν Έφορον της ως άνω βεβαιώσεως της Πολεοδομικής Υπηρεσίας εντός της κατά την παρ. 1 του παρόντος διετούς προθεσμίας, ο Οικον. Έφορος ειδοποιεί περί τούτου δι’ εγγράφου του τον Συμβολαιογράφον, όστις οφείλει εντός μηνός από της λήψεως του εγγράφου να αναλάβη το κατατεθέν ποσόν και να καταβάλη εξ αυτού εις μεν το Δημόσιον Ταμείον το μέρος το αναλογούν εις τα υπέρ του Δημοσίου τέλη και δικαιώματα δια διπλοτύπου εισπράξεως επισυναπτομένου εις το συμβόλαιον, εις δε τους τρίτους τα εις αυτούς αναλογούντα δι’ αποδείξεων επισυναπτομένων και τούτων εις το συμβόλαιον συντασσομένης υπ’ αυτό της σχετικής δια την επισύναψιν πράξεως. Εις το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Β. Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.