← Ελλάδα

59. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 1 της 25 Αυγ. /23 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α’ 275) Περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχουσα υπ’

Εν συντομία

Αυτός ο κανονισμός καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας και τις διαδικασίες των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Περιγράφει τους κανόνες συζήτησης, ψηφοφορίας και συμπεριφοράς των μελών της.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
59. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 1 της 25 Αυγ. /23 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α’ 275) Περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχουσα υπ’ όψει: 1.Την διάταξιν του εδαφίου ια΄ του άρθρου 4 του Ν. 590/1977 «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Την διάταξιν της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του αυτού ως άνω νόμου. 3.Την από 25.8.1977 απόφασιν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, αποφασίζει: Ψηφίζει τον υπ’ αριθμ. 1/1977 Κανονισμόν «περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος» έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 1 Περί Εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος Άρθρον 1. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος συνεδριάζει εν Αθήναις και εν τω συνήθει Συνοδικώ ιερώ Καταστήματι, εκτός αν άλλως αποφασίση η ΔΙΣ ή εάν συντρέχη η περίπτωσις του άρθρου 12 παραγρ. 2 του Ν. 590/1977. Άρθρον 10. 1.Τα θέματα συζητούνται κατά την εν τη Ημερησία Διατάξει σειράν αυτών. 2.Οι ομιλούντες ίστανται. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται να επιτραπή η αγόρευσις καθημένου του ομιλούντος. 3.Οι ομιλούντες απευθύνονται προς τον κ. Μακ. Πρόεδρον και την Ι. Σύνοδον, ουδέποτε δε προς έτερον Συνοδικόν Σύνεδρον. 33.Α.γ.59 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 85 Άρθρον 11. 1.Ο λόγος είναι ελεύθερος. Ουδείς όμως δύναται να ομιλήση πριν ή ζητήση και λάβη αρμοδίως την άδειαν. Η άδεια χορηγήται υπό του Μακαρ. Προέδρου κατά σειράν προτεραιότητος των αιτήσεων. 2.Προς τούτο, μεθ’ εκάστην εισήγησιν επί του εκάστοτε θέματος της Ημερησίας Διατάξεως επακολουθεί ολιγόλεπτον διάλειμμα, ίνα οι θέλοντες να λάβωσι τον λόγον επί του θέματος της γενομένης εισηγήσεως δυνηθώσι να δηλώσωσι τούτο. Η δήλωσις γίνεται εις τον Αρχιγραμματέα της Ι. Συνόδου, ο οποίος και παραδίδει το κατάλογον εις τον Πρόεδρον, ούτος δε τηρεί την σειράν προτεραιότητος των δηλωσάντων, ίνα ομιλήσωσιν. Οι λαμβάνοντες τον λόγον δύνανται να ομιλήσωσιν το πολύ επί 15΄ της ώρας. 3.Εφ’ όσον εξαντληθή ο κατάλογος των εγγεγραμμένων ίνα ομιλήσουν και εφ’ όσον, κατά την κρίσιν του Προέδρου υφίστανται χρονικά περιθώρια δύναται οι επιθυμούντες να δευτερολογήσουν. Εν τη περιπτώσει ταύτη καθιστούν την επιθυμίαν των γνωστήν δια του Αρχιγραμματέως εις τον Μακαριώτατον Πρόεδρον. Ο χρόνος της δευτερολογίας δεν δύναται να υπερβή τα 5΄ λεπτά. 4.Αμοιβαία αλλαγή της σειράς προτεραιότητος των ομιλητώ επιτρέπεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των. 5.Κατ’ εξαίρεσιν τω ανωτέρω οι εκάστοτε οριζόμενοι Εισηγηταί επί συγκεκριμένου θέματος δύνανται να ομιλήσουν, αναπτύσσοντες την εισήγησίν των επί 30΄ λεπτά 6.Εφ’ όσον δια θέμα της Ημερησίας Διατάξεως θα αναπτυχθούν πλείονες της μιας Εισηγήσεως η συζήτησις άρχεται μετά την ανάπτυξιν των Εισηγητών. Άρθρον 12. 1.Αι συζητήσει περιορίζονται αυστηρώς επί του εκάστοτε συζητουμένου θέματος του οριζομένου υπό της Ημερησίας Διατάξεως, αι δε διακοπαί απαγορεύονται. Μόνον εις τον Πρόεδρον επιτρέπεται να διακόπτη τον ομιλούντα, εφ’ όσον παραβιάζει ο Κανονισμός, ίνα ανακαλέση τούτον εις την τάξιν. 2.Ο Πρόεδρος υποχρεούται, όπως διακόψη τον ομιλούντα εάν ούτος εκφεύγη των ορίων των συζητουμένου θέματος ή εάν εκτρέπεται εις ανοικείους εκφράσεις στρεφομένας εναντίον των μελών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ή της Πολιτείας, εάν δε ο ομιλητής δεν συμμορφούται προς την υπόδειξιν, ο Πρόεδρος υποχρεούται ίνα διακόψη την συνεδρίαν και θέση υπό κατηγορίαν τον παρεκτραπέντα κατά τα εν τοις επομένοις οριζόμενα. 3.Έκαστος εκ των Σεβασμιωτάτων Συνέδρων έχει δικαίωμα δια σημειώματος, αποστελλομένου εις τον Πρόεδρον, να ζητήση την διακοπήν της συζητήσεως εφ’ όσον παραβιάζεται ο Κανονισμός ή ετέθη ζήτημα προσωπικόν. Ο υποβάλλων το σημείωμα οφείλει να μνημονεύη το άρθρον, το οποίον νομίζει ότι παραβιάζεται ή πως ακριβώς εθίγη προσωπικώς εκ της διεξαγομένης συζητήσεως. 4.Ο εκάστοτε εισηγητής δύναται να ομιλήση και πάλιν, εφ’ όσον του εζητήθησαν επεξηγήσεις των απόψεών του, επί του θέματος το οποίον εισηγήθη. 5.Αι απαντήσεις επί υποβληθεισών ερωτήσεων προς διασάφησιν τω απόψεων του εισηγητού έχουν προτεραιότητα. Άρθρον 13. Εάν πέντε εκ τω παρόντων κατά την συνεδρίαν Συνοδικοί Σύνεδροι υποβάλωσιν εγγράφως εις τον Πρόεδρον πρότασιν περί διακοπής της συζητήσεως προ της εξαντλήσεως του πίνακος των επιθυμούντων να ομιλήσωσιν, ούτος υποχρεούται όπως θέση την πρότασιν εις ψηφοφορίαν. Άρθρον 14. Δεν επιτρέπεται αι διαλογικαί συζητήσεις μεταξύ των Συνέδρων οι διαξιφισμοί και αι προσωπικαί διενέξεις. Διακοπαί, επιτρέποντος του ομιλούντος, είναι επιτρεπταί μόνον κατόπιν συγκαταθέσεως του Μακ. Προέδρου. 2.Ο λαμβάνων τον λόγον ομιλεί μόνον επί του συζητουμένου θέματος, μη επιτρεπομένης της επεκτάσεως αυτού εις θέματα άσχετα. Άλλως, και μετά προηγουμένην προειδοποίησιν, ο Πρόεδρος του αφαιρεί τον λόγον. 3.Εάν τις λάβη τον λόγον άνευ αδείας του Μακ. Προέδρου ή εάν εξακολουθήση ομιλών μετά την αφαίρεσιν αυτού, τα παρ’ αυτού λεγόμενα, τη εντολή του Μακ. Προέδρου, δεν αναγράφονται εις τα Πρακτικά. Άρθρον 15. Δεν επιτρέπεται συμπεριφορά ανάρμοστος προς την ιερότητα του έργου της Ι. Συνόδου ως και η εκ προθέσεως παρεμπόδισις της διεξαγωγής συνεδριάσεως ή η διατάραξις αυτής δι’ εγέρσεως θορύβου ή αταξίας ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον. Άρθρον 16. 1.Συνοδικός Σύνεδρος παραβαίνων τας διατάξεις των προηγουμένων άρθρων προσκαλείται υπό του Μακ. Προέδρου, όπως ανακαλέση οιανδήποτε ανάρμοστον ή ανεπίτρεπτον έκφρασιν, δυστροπών δε ανακαλείται υπ’ αυτού εις την τάξιν. 2.Εάν ο ανακληθείς εις την τάξιν συνεχίζη την ανεπίτρεπτον συμπεριφοράν του ο Μακ. Πρόεδρος διατάσσει την αναγραφήν εις τα Πρακτικά της γενομένης ανακλήσεως. Προ της λήψεως της τοιαύτης αποφάσεως ο Μακ. Πρόεδρος εγείρεται της θέσεώς του και, προαναγγέλων την πρόθεσίν του, καλεί τον παρεκτρεπόμενον να παράσχη εξηγήσεις και ικανοποίησιν. Η Ι.Σ.Ι. αποφαίνεται δι’ αναστάσεως εάν θεωρή επαρκείς τας δικαιολογίας. 3.Εάν μετά την αναγραφήν της ανακλήσεως εις τα Πρακτικά ο ανακληθείς εις την τάξιν εμμένη εις την ανεπίτρεπτον αυτού συμπεριφοράν, ο Μακ. Πρόεδρος διατυπώνει κατ’ αυτού μορφήν, αναγραφομένην εις τα Πρακτικά. 4.Εάν και μετά την μορφήν εξακολουθή η απάδουσα συμπεριφορά εκ μέρους του Συνοδικού Ιεράρχου, ούτος δύναται αποφάσει του Μακ. Προέδρου, να αποκλεισθή της συμμετοχής εις μίαν μέχρι τριών των επομένων συνεδριών. Άρθρον 17. 1.Ο αποκλεισμός εκ των συνεδριών της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας επιβάλλεται ιδία: α)Όταν ο Ιεράρχης δια βίας ή απειλών αποπειράται ή επιβάλλη εις την Ι. Σύνοδον ή εις μέλος Αυτής την εκτέλεσιν ή παράλειψιν πράξεως αναγομένης εις την αποστολήν της. β)Όταν καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποπειράται ή παρακωλύη την διεξαγωγήν ψηφοφορίας. γ)Όταν συνεχίζη, μετά την ανάκλησιν εις την τάξιν και την μορφήν, την ανεπίτρεπτον και ανάρμοστον συμπεριφοράν του έναντι του Σώματος, του Μακ. Προέδρου και των Σεβ. Μελών αυτού. δ)Όταν δια κραυγών διατόρων ή άλλων θορυβωδών εκδηλώσεων ασεβή προς την Ι.Σ.Ι. 2.Του αποκλεισμού δύναται να προηγηθή απομάκρυνσις ή αποβολή του παρεκτραπέντος εκ της συνεδρίας. Προ της αποβολής καλείται ούτος όπως δικαιολογηθή. (Μετά την σελ. 40,344) Σελ. 40,345 Τεύχος 661-Σελ. 29 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 33.Α.γ.59 86 3.Εις βαρείας περιπτώσεως παρεκτροπής, δύναται η ΙΣΙ να επεκτείνη τον αποκλεισμόν πέρα των 3 συνεδριών. 4.Εν περιπτώσει υποτροπής του άπαξ παρεκτράποντος και κατά τα ανωτέρω αποβληθέντος Ιεράρχου η ποινή της αποβολής διπλασιάζεται. 5.Εις περίπτωσιν τρίτης υποτροπής ο κατά το ανωτέρω εκβληθείς Ιεράρχης τίθεται αυτεπαγγέλτως υπό κατηγορίαν με το ερώτημα της εκπτώσεως από του θρόνου του, ορίζεται εν τη αυτή Συνεδρία δια κληρώσεως ανακριτής εκ των μελών της ΙΣΙ, ακολουθείται δε κατά τα λοιπά η τακτική διαδικασία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης. Άρθρον 18. Απαγορεύονται οι γραπτοί λόγοι, εξαιρέσει των Εισηγήσεων. Μετά την προφορικήν ανάπτυξιν του θέματος, δύναται ο ομιλητής να καταθέση, εάν βούλεται, γραπτόν κείμενον δια τα Πρακτικά, όπερ δε αναγιγνώσκεται. Εν τη περιπτώσει ταύτη εις τα Πρακτικά αναγράφεται ότι το κατατεθέν κείμενον δε ανεγνώσθη εν τη Συνεδρία. Επιτρέπεται η χρήσις σημειώσεων προς υποβοήθησιν της μνήμης του ομιλούντος. Η απαγόρευσις αύτη δε ισχύει προκειμένου περί εισηγήσεως ανατεθείσης εντολή της ΔΙΣ ή του Προέδρου Αυτής. Άρθρον 2 1.Αι συνεδρίαι της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, γνωσταί ούσαι εκ προτέρων, δια της κοινοποιουμένης τοις Σεβασμιωτάτοις Συνέδροις Ημερησίας Διατάξεως των εργασιών αυτής, άρχονται και λήγουν δια προσευχής τελουμένης υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου ή εν κωλύματι ή απουσία αυτού υπό του Αντιπροέδρου ή και τούτου κωλυομένου υπό του επομένου τη τάξει κατόπιν εξουσιοδοτήσεως παρεχομένης αυτοίς υπό του Προέδρου. Εν περιπτώσει χηρείας του θρόνου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών η αρμοδιότης αύτη του Προέδρου παρέχεται αυτοδικαίως εις τον κατ’ άρθρον 12 Ν. 590/1977 Τοποτηρητήν. 2.Αι συνεδρίαι της Ι.Σ.Ι. άρχονται τη 9 η πρωϊνή ώρα και λήγουν τη 12 η μεσημβρινή εκτός εάν άλλως αποφασίση Αύτη. Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 33.Α.γ.58-59 83 (Μετά την σελ. 40,342) Σελ. 40,343 Τεύχος 661-Σελ. 27 84 Άρθρον 19. 1.Μετά το πέρας της επί εκάστου θέματος συζητήσεως, εφ’ όσον υφίσταται ανάγκη λήψεως αποφάσεων, αύται εξαγγέλονται υπό του Προέδρου εις πρότασιν ή προτάσεις, επί των οποίων καλείται έκαστος τω Συνέδρων να ψηφίση μη επιτροπένης αιτιολογήσεως της ψήφου. 2.Άν αι προς ψήφισιν αποφάσεις είναι πλείονες της μιας δύνανται αύται κατά την κρίσιν του Προέδρου να τεθώσιν εις ψηφοφορίαν πάσαι ομού ή και μεμονωμένος. 3.Η ψηφοφορία δύναται να είναι φανερά ή μυστική. Η μυστική διεξάγεται δι’ ομοιομόρφων ψηφοδελτίων, ριπτομένων εις ειδικήν ψηφοδόχων, επί τη εκφωνήσει του ονόματος του ψηφίζαντος. Η ψηφοφορία άρχεται πάντοτε από των νεωτέρων, του Προέδρου ψηφίζοντος τελευταίου. Αι ψήφοι συλλέγονται υπό του Αντιπροέδρου και του Αρχιγραμματέως τα δε ονόματα εκφωνούνται υπό του Αρχιγραμματέως. Η διαλογή των ψήφων γίνεται υπό του Προέδρου, βοηθουμένου υπό του Αρχιγραμματέως. 4.Μυστική ψηφοφορία διεξάγεται εις τας περιπτώσεις, εις τας οποίας απαιτείται τούτο υπό των κειμένων διατάξεων, η εζητήθη υπό των υποβαλλόντων την πρότασιν η ζητηθή υπό πέντε τουλάχιστον Συνοδικών Συνέδρων, και εγκριθή υπό της Συνόδου. Άρθρον 20. 1.Επί φανεράς ψηφοφορίας ο κατόπιν παραχθείσης αδείας απουσιάζων Σύνεδρος δύναται να αναθέση γραπτώς εις τινα των παρόντων Συνέδρω την αντιπροσώπευσιν αυτού εν τη Συνεδρία και το κατ’ εξουσιοδότησιν χειρισμόν της ψήφου αυτού επί τινος συγκεκριμένου και σαφώς καθοριζομένου εκάστοτε θέματος, δια το οποίον διεξάγεται ψηφοφορία. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο παρασχόν την εξουσιοδότησιν λογίζεται παρών εν τη Συνεδρία προσυπογράφει δε το Πρακτικόν ταύτης υποχρεωτικώς. Σελ. 40,346 Τεύχος 661-Σελ. 30 2.Έκαστος των εν Συνεδρία παρισταμένων δύναται να εκπροσωπή μόνον ένα δεδικαιολογημένως απουσιάζοντα Σύνεδρον. Διά τον Μακαριώτατον Πρόεδρον δεν ισχύει ο περιορισμός ούτος. Άρθρον 21. Η διαδικασία των εις την Ι.Σ.Ι. εισαγομένων Κανονισμών ορίζεται ως ακολούθως: 1.Εφ’ όσον υπάρχη Εισηγητής, ούτος αναπτύσσει την επί του εισαγομένου Κανονισμού Εισήγησίν του. 2.Ακολουθεί η ανάγνωσις του Κανονισμού, μεθ’ ην άρχεται η κατ’ αρχήν συζήτησις. Έκαστος των εγγραφομένων ομιλητών δύναται να ομιλήση επί 5΄ λεπτά ίνα αναπτύξη τη γνώμην του περί του εάν ο εισαγόμενος προς ψήφισιν Κανονισμός θα γίνη κατ’ αρχήν δεκτός ή όχι. Δευτερολογίαι δεν επιτρέπονται. 3.Περατωθείσης της κατ’ αρχήν συζητήσεως διεξάγεται, ψηφοφορία περί του εάν θα γίνη κατ’ αρχήν δεκτός ο Κανονισμός. 4.Είτα άρχεται η κατ’ άρθρον συζήτησις. Έκαστος των Συνέδρων δύναται να ομιλήση επί 3΄ λεπτά έως 5΄ λεπτά επί ενός εκάστου των συζητουμένων άρθρων, εφ’ όσον θα έχη εγγραφή εγκαίρως εις τον κατάλογον των αγορητών, ήτοι προς της ενάρξεως της κατ’ άρθρον συζητήσεως, δηλών τα άρθρα, εφ’ ων προτίθεται να ομιλήση. 5.Εξαντληθέντος του καταλόγου των ομιλητών επί του πρώτου άρθρου, τίθεται τούτο εις ψηφοφορίαν, μεθ’ ο ακολουθεί η συζήτησις επί του δευτέρου άρθρου κ.ο.κ. Δευτερολογίαι δε επιτρέπονται. 6.Προτάσεις προς τροποποίησιν άρθρων ψηφιζομένου Κανονισμού κατατίθενται και γραπτώς εις την Αρχιγραμματείαν. 7.Είτα αύται, αξιολογούμεναι υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου, τίθενται προς ψηφοφορίαν εν τη οικεία θέσει των. 8.Επί των άρθρων δια τα οποία διεξήχθη ψηφοφορία δε επιτρέπεται πλέον συζητήσις ή τροποποίησις τούτων εν τη αυτή Συνελεύσει της ΙΣΙ. 9.Οι ψηφιζόμενοι Κανονισμοί υπογράφονται εν τέλει υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου και του Αρχιγραμματέως και αποστέλλονται προς δημοσίευσιν δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Τα πρωτότυπα των ούτωσι ψηφισθέντων Κανονισμών υπογράφονται υποχρεωτικώς και εις διπλούν υφ’ όλων των παρόντων εν τη Συνεδρία Μητροπολιτών και κατατίθενται εις το Αρχείον της Ιεράς Συνόδου προς ασφαλή διαφύλαξιν. Άρθρον 22. Εις την διακριτικήν ευχέρειαν της ΙΣΙ επαφίεται να εγκρίνη Κανονισμός άνευ της διαδικασίας του προηγουμένου άρθρου. Εν τη περιπτώσει ταύτη οι προτάσει του Μακ. Προέδρου εισαγόμενοι Κανονισμοί εγκρίνονται κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρον και εις το σύνολον δια μιας ψηφοφορίας. 33.Α.γ.59 Καταστατικός Νόμος Εκκλησίας της Ελλάδος 87 Άρθρον 23. 1.Τα πρακτικά των συνεδριών συντάσσονται υπό του Γραμματέως Πρακτικογράφου, επικουρουμένου υπό του Βοηθού Γραμματέως, τη εποπτεία του Αρχιγραμματέως, και αποδίδουν, κατά το εφικτόν, πιστώς τα διαμειβόμενα εν ταις συνεδρίαις. 2.Η επικύρωσις των Πρακτικών γίνεται κατά την αμέσως επομένην συνεδρίαν υπό της ΙΣΙ, κατόπιν αναγνώσεώς αυτών υπό του συντάξαντος ταύτα Γραμματέως. 3.Κατ’ εξαίρεσιν επί εκτάκτου συνελεύσεως της ΙΣΙ η ανάγνωσις και η επικύρωσις των Πρακτικών δύναται να γίνη κατά την προτελευταίαν και την τελευταίαν ημέραν των Συνεδριών εφ’ όσον περί τούτου θα αποφασίση η ΙΣΙ, προτάσει του Προέδρου. 4.Μετά την ανάγνωσιν των Πρακτικών έκαστος Σύνεδρος δύναται να προτείνη την διόρθωσιν ή την συμπλήρωσιν των υπ’ αυτού λεχθέντων και μη επαρκώς διατυπωθέντων επιφέρων και διορθώσεις των εκ παραδρομής κατά την αγόρευσίν του παρεισφρησάντων φραστικών ή αριθμητικών λαθών. 5.Τα Πρακτικά υπογράφονται υποχρεωτικώς υπό πάντων των συμμετασχόντων εν ταις Συνεδρίαις Σεβασμιωτάτων Ιεραρχών εν τη τελευταία σελίδι του Πρακτικού. Ο Μακαριώτατος Πρόεδρος μονογραφεί επί πλέον και εκάστην σελίδα των Πρακτικών. 6.Τυχόν άρνησις υπογραφής των Πρακτικών εκ μέρους Συνοδικού Συνέδρου θεωρείται παρακώλυσις των εργασιών της ΙΣΙ. 7.Το Πρακτικόν της τελευταίας ημέρας της Συνεδρίας επί εκτάκτου ή τακτικής συνελεύσεως της ΙΣΙ επικυρούται αυθημερόν και υπογράφεται υπό μόνου του Μακαρ. Προέδρου, γίνεται δε περί τούτου ειδική μνεία εν τέλει του Πρακτικού. Άρθρον 24. 1.Πρακτικά των συνεδριάσεων της ΙΣΙ δύναται, μετ’ απόφασιν Αυτής, να δημοσιεύωνται εις το δελτίον «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ή εις τον Τύπον, ως και αι εισηγήσεις και αι αποφάσεις Αυτής. 2.Αι ενώπιον της ΙΣΙ αναπτυσσόμεναι εισηγήσεις δύνανται να δημοσιεύωνται τη εγγράφω αδεία της ΙΣΙ και τη συγκαταθέσει του Εισηγητού. Άρθρον 25. Διαρκούσης της συνεδριάσεως της Ιεράς Συνόδου, η είσοδος εις την αίθουσαν επιτρέπεται μόνον εις πρόσωπα κληθέντα ειδικώς υπό του Προέδρου. Άρθρον.26. Ο παρών Κανονισμός εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ψηφισθείς υπό της ιδίας, δύναται να τροποποιηθή κατόπιν προτάσεως του 1/3 του συνόλου των εν ενεργεία Μητροπολιτών, εφ’ ης αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν η ΙΣΙ κατά την διαδικασίαν του άρθρου 3 παραγρ. 4 του παρόντος Κανονισμού. Άρθρον 27. Πάσα γενική ή ειδική διάταξις Κανονισμού αντικειμένη εις τον παρόντα Κανονισμόν καταργείται. Άρθρον 28. Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της ημέρας της υπό της ΙΣΙ ψηφίσεως του, δημοσιευθήσεται δε δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του Περιοδικού «Εκκλησία». Άρθρον 3. 1.Επί τακτικής συνελεύσεως της Ι.Σ.Ι. δύναται αύτη να αποφασίση την συζήτησιν και ετέρων θεμάτων, πλην εκείνων τα οποία αναγράφονται εν τη Ημερησία Διατάξει. 2.Επί εκτάκτου συνελεύσεως η ΙΣΙ δεν δύναται να επιληφθή ετέρων Θεμάτων πλην εκείνων, δια τα οποία, εκτάκτως συνεκλήθη, επιφυλασσομένης μόνον της παραγρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 590/ 1977. 3.Δια την κατά την παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου συζήτησιν ετέρων θεμάτων εκτός Ημερησίας Διατάξεως απαιτείται γραπτή αίτησις υπογραφομένη υπό του 1/5 τουλάχιστον των παρόντων εν τη Συνεδρία Ιεραρχών. Εν τη αιτήσει ταύτη δέον όπως εκτίθενται οι λόγοι οι επιβάλλοντες την έκτακτον συζήτησι του προτεινομένου θέματος. 4.Η αίτησις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, τίθεται υπό την έγκρισιν της ΙΣΙ, ήτις αποφαίνεται δια φανεράς ψηφοφορίας, εφ’ όσον δε αύτη λάβη την απόλυτον πλειονοψηφίαν των παρόντων Συνοδικών Συνέδρων το δια της αιτήσεως προταθέν θέμα εισάγεται προς συζήτησιν εκτός Ημερησίας Διατάξεως. Άρθρον 4. 1.Καθ’ εκάστην τακτικήν ή έκτακτον Συνέλευσιν της ΙΣΙ τελείται εναρκτήριος Αρχιερατική Θεία Λειτουργία τελουμένη υπό του νεωτέρου τη τάξει των ενεργεία Μητροοπολιτών εν τω Συνοδικώ Παρεκκλησίων, εκτός εάν άλλως αποφασισθή υπό του Μακριωτάτου Προέδρου. Κατ’ αυτήν τελείται μνημόνευσις των από της τελευταίας συνελεύσεως της ΙΣΙ και εντεύθεν προς Κύριον μεταναστών Αρχιερέων. 2.Εάν η συνέλευσις πραγματοποιήται προς πλήρωσιν του θρόνου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η κατά τα ύπερθεν θεία Λειτουργία τελείται εν τω Καθεδρικώ Ναώ Αθηνών. 3.Κατά την εναρκτήριο Συνεδρίαν αμέσως μετά τας κατά το έθος γενομένας προσφωνήσεως και αντιφωήσεις η ΙΣΙ εκλέγει τριμελή εκ Συνέδρων Επιτροπήν επί του Τύπου. προτάσει του Μακαριωτάτου Προέδρου. Η Επιτροπή αύτη αναλαμβάνη την ευθύνην ενημερώσεως του Τύπου και των Ραδιοτηλεοπτικών Προγραμμάτων επί των εργασιών της ΙΣΙ δι’ εκδόσεως ανακοινωθέντων, δια συνεντεύξεων κλπ. εν συνεργασία μετά του Γραφείου της επί του Τύπου Συνοδικής Επιτροπής. 4.Η δημοσία ανακοίνωσις περί των γενομένων εν τη Ιερά Συνόδω συζητήσεων και των ληφθεισών αποφάσεων γίνεται μόνον δια της υπ’ αυτής εκλεγείσης τριμελούς επί του Τύπου Επιτροπής, απαγορευομένης της παροχής πληροφοριών υπό ετέρων Συνέδρων. Άρθρον 5. Η ΙΣΙ ευρίσκεται εν απαρτία εάν οι παρόντες Μητροπολίται είναι πλείονες του ημίσεος αριθμού του συνόλου αυτών εκτός εάν η λήψις αποφάσεων Σελ. 40,344 Τεύχος 661-Σελ. 28 επί των συζητουμένων θεμάτων απαιτή ηυξημένην πλειονοψηφίαν, υπαγορευομένην εκ των διατάξεων της κειμένης Νομοθεσίας, επιφυμένην εκ των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν. 590/197. Άρθρον 6. 1.Η παρουσία πάντων των εν ενεργεία Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών κατά πάσας τας τακτικάς ή εκτάκτους συνελεύσεις της Ι.Σ.Ι. είναι υποχρεωτική επιφυλασσομένης μόνον της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 4 του Ν. 590/1977. 2.Άδειαι απουσίας εκ μιας ή περισσοτέρων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας χορηγούνται μόνον υπό της ιδίας. Η άδεια χορηγείται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου Ιεράρχου, εν τη οποία δέον να διαλαμβάνωνται οι λόγοι δια τους οποίους αιτείται ούτος την εκ των συνεδριάσεων άδειαν απουσίας. 3.Αποχώρησις Συνέδρου διαρκούσης της Συνεδρίας ένεκα διαφωνίας και εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, δεν επιτρέπεται. Ο ούτως αποχωρών αποκλείεται άνευ ετέρου εκ τριών Συνεδριών των αμέσως επομένων από της αποχωρήσεως του εργασίμων ημερών. Άρθρον 7. Αντιπρόεδρος της ΙΣΙ είναι ο κατά το άρθρον 5 του Ν. 590/1977 εκ των μελών αυτής έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης. Άρθρον 8. Κατά την διάρκειαν των συνεδριών οι Σεβασμιώτατοι Σύνεδροι φέρουσιν επανωκαλύμμαυχον και εγκόλπιον Άρθρον 9. 1.Ο Μακαριώτατος Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξιν και την λήξιν των Συνεδριών, διευθύνει τας Συνεδρίας και τας εν αυταίς διεξαγομένας συζητήσεις, δίδει ή αφαιρεί τον λόγον εις τους Συνέδρους είναι υπεύθυνος δια την πιστήν τήρησιν και εφαρμογήν του παρόντος Κανονισμού ως και δια την ευκοσμίαν των εν ταις Συνεδρίαις διεξαγομένων συζητήσεων, προς προστασίαν της οποίας εάν τούτο κρίνεται αναπόφευκτον, δύναται να διακόπτη την Συνεδρίαν. Ωσαύτως ο Πρόεδρος ασκεί και πάσαν άλλην αρμοδιότητα παρεχομένην αυτώ υπό τε των ιερών Κανόνων, των Νόμων του Κράτους και των Κανονισμών της Ιεράς Συνόδου. 2.Εις το έργον του ο Πρόεδρος βοηθείται υπό του Αντιπροέδρου της Ι.Σ.Ι.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.