📄 Κείμενο νόμου
7β. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 13/16 Απρ.1927 (ΦΕΚ Α΄64) Περί μισθώσεως αρχαιολογικών χώρων. Έχοντες υπόψη το άρθρ.2 του από 12/16 Ιουν.1926 Ν.Δ/τος “περί προσθηκών εις τους περί αρχαιοτήτων και αρχαιολογικής υπηρεσίας νόμους, προτάσσει των επί της Παιδείας κλπ. και επί των Οικονομικών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-Η εκμίσθωσις μέρους ή όλου αρχαιολογικού χώρου μετά την γνωμάτευσιν του αρχαιολογικού Συμβουλίου ενεργείται δια δημοπρασίας προκηρυσσομένης υπό του Υπουργείου της Παιδείας δια δημοσιεύσεως εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως προ ενός τουλάχιστον μηνός από της διεξαγωγής της και ενεργουμένης εν η πόλει κείται ο χώρος ή εν τη έδρα της αρχαιολογικής περιφερείας, εις ην ανήκει ο χώρος και ενώπιον επιτροπής εκ του οικείου Εφόρου αρχαιοτήτων ή του αναπληρωτού του, του οικονομικού εφόρου και του ειρηνοδίκου ή των αναπληρωτών αυτού. Περίληψις της προκηρύξεως δημοσιεύεται εις δύο εφημερίδας, εξ ων μια των εν Αθήναις ημερησίων και η ετέρα του τόπου της διεξαγωγής της δημοπρασίας , τοιχοκολλάται δε εις το δημαρχείον του τόπου της διεξαγωγής της. Άρθρ.2.-Εν τη προκηρύξει αναγράφονται ο χρόνος και οι όροι της μισθώσεως, αι εκ της σημασίας του χώρου ως αρχαιολογικού ιδιαίτεραι υποχρεώσεις και περιορισμοί της μισθώσεως και το κατώτατον όριον του μισθώματος. Άρθρ.3.-Δεκτοί εις την δημοπρασίαν είνε οι κατά την κρίσιν της Επιτροπής φερέγγυοι συνοδεύοντες την προσφοράν αυτών δια γραμματίου παρακαταθήκης ή εγγυητικής επιστολής ανεγνωρισμένης Τραπέζης ίσον προς το εικοστόν της προσφοράς των. Αι προσφοραί γίνονται προφορικώς ενώπιον της Επιτροπής και καταχωρούνται εν τω πρακτικώ της δημοπρασίας, υπογραφομένης υπό της Επιτροπής και του τελευταίου πλειοδότου. Μετά το πέρας της δημοπρασίας και εντός πέντε ημερών γίνονται δεκταί προσφοραί υπερβαίνουσαι το υπό του τελευταίου πλειοδότου προσενεχθέν ποσόν κατά 5% τουλάχιστον. Τα πρακτικά υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργείου της Παιδείας. Μετά την έγκρισιν της δημοπρασίας επιστρέφονται εις τους μετασχόντας τα εγγυητήρια πλην των υπερ ου κατεκυρώθη πλειοδότου, επιστρεφομένων μετά την υπογραφήν της συμβάσεως. Εν περιπτώσει νέας προσφοράς καλείται ο τελευταίος πλειοδότης με δικαίωμα προτιμήσεως επί ίσοις όροις. Άρθρ.4.-Η δημοπρασία ακυρουμένη δια το ασύμφορον του αποτελέσματος ή λόγω διεξαγωγής της παρά τας διατάξεις του παρόντος επαναλαμβάνεται μετά δέκα ημέρας από της ακυρώσεως, δημοσιευομένης της ακυρώσεως, δια τοιχοκολλήσεως εις το Δημαρχείον και τον τόπον της διεξαγωγής. Άρθρ.5.-Εγκρινομένου του αποτελέσματος καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης ίνα εντός δεκαημέρου προσέλθη προς σύνταξιν του μισθωτηρίου συμβολαίου. Μη προσερχομένου τούτου η δημοπρασια επαναλαμβάνεται εκπιπτομένης υπέρ του Δημοσίου της εγγυήσεως. Πάσα ζημία προκύπτουσα εκ της ακυρώσεως της δημοπρασίας βαρύνει προσθέτως τον αποσχόντα πλειοδότην και εισπράττεται κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις. Εις τους αυτούς επί της Παιδείας κλπ. και Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Δ/τος. (Αντί για τη σελ.896, 01) Σελ.896, 01(α) Τεύχος 695-Σελ.129 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.7α-7β 29 31.Λ.β.7β Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 30 7(γ). ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 30 Δεκ.1927/21 Ιαν.1928 (ΦΕΚ Α΄6) Περί τρόπου εκτελέσεως αρχαιολογικών ανασκαφών. Έχοντες υπόψη τον Νόμ.ΗΧΜΣΤ΄ περί αρχαιοτήτων ως ετροποποιήθη δια του Νόμ.2447 κλπ. νόμων περί αρχαιολογικής υπηρεσίας και το άρθρ.3 του από 12/16 Ιουν.1926 Ν.Δ/τος περί προσθηκών εις τους περί αρχαιοτήτων και αρχαιολογικής υπηρεσίας νόμους, προτάσσει του επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1)Αι υπό των εν εδάφ.1 και 2 της 1 παραγράφου του 3 άρθρου του Ν.Δ. της 12/26 Ιουν.1926 μνημονευομένων υπαλλήλων εκτελούμεναι δαπάνη του Δημοσίου ανασκαφαί απαφασίζονται υπό του αρχαιολογικού Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει των υπαλλήλων τούτων. Βλ. και άρθρ.35 Π.Δ. της 9-24 Αυγ.1932 ΦΕΚ Α΄275 (κατωτ.αριθ.11). 2)Αι δαπάνη της αρχαιολογικής εταιρείας γινόμεναι ανασκαφαί αποφασίζονται υπό του Συμβουλίου ταύτης, εκτελούνται δε μετ’ έγκρισιν του Αρχαιολογικού Συμβουλίου παρεχομένην τη αιτήσει της αρχαιολοτικής εταιρείας υποβαλλομένη δι’ αναφοράς του Συμβουλίου ταύτης εις το Υπουργείον, ένα μήνα τουλάχιστον προ του χρόνου της ενάρξεως της ανασκαφής. Εν τη αιτήσει πρέπει να δηλούται και ο μέλλων να διευθύνη την ανασκαφήν. 3)Αι αιτήσεις περί χορηγήσεως αδείας ανασκαφών εις ξένας αρχαιολογικάς σχολάς υποβάλλονται εις το Υπουργείον ένα μήνα τουλάχιστον προ του χρόνου της ενάρξεως τούτων. Αι αιτήσεις πρέπει να περιέχωσι τα ονόματα του μέλλοντος να διευθύνη την ανασκαφήν και πάντων, όσοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ως αρχαιολογικοί ή τεχνικοί (σχεδιασταί, φωτογράφοι) συνεργάται θα μετάσχωσιν εις ταύτας. 4)Εις πάσαν αίτησιν προς εκτέλεσιν ανασκαφών ορίζεται η σημερινή θέσις και ο χώρος κατά προσέγγισιν, εν ω θα γίνη η ανασκαφή, και αναφέρεται αν ούτος ανήκει εν όλω ή εν μέρει εις ιδιώτας, και επομένως αν θα είνε ανάγκη απαλλοτριώσεων, ο σκοπός ον επιδιώκει η ανασκαφή και αι υπάρχουσαι ενδείξεις περί επιτυχίας του σκοπού αυτού. Εις τας αιτήσεις των εν τω 1 εδαφίω του παρόντος άρθρου υπαλλήλων πρέπει να ορίζεται και η απαιτηθησομένη ως έγγιστα δαπάνη, και το χρηματικόν ποσόν, όπερ θα είνε αναγκαίον αμέσως κατά την έναρξιν της ανασκαφής. 5)Ουδείς δικαιούται να επιχειρήση ανασκαφήν εν ιδιωτικώ κτήματι άνευ εγγράφου συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου παρεχομένης δι’ αναφοράς του προς το Υπουργείον, εν τη οποία πάντως θα δηλούται αν ο ιδιοκτήτης παρέχει το κτήμα του προς ανασκαφήν δωρεάν, ή επιθυμεί να τύχη των νομίμων αποζημιώσεων. Αλλά και μετά την αδείαν ταύτην εγκρίνεται η ανασκαφή εν ιδιωτικώ κτήματι και προς της απαλλοτριώσεως του μόνον αν δεν υπάρχωσι σαφείς ενδείξεις περί υπάρξεως σπουδαίων οπωσδήποτε αρχαιοτήτων εν αυτώ. Εν η δε περιπτώσει είνε οπωσδήποτε φανερά η ύπαρξις σπουδαίων αρχαιοτήτων, της ανασκαφής πρέπει αναγκαίως να προηγηθή απαλλοτρίωσις. 6)Εις τον διευθύνοντα ανασκαφήν εκτελουμένην υπό του δημοσίου ή της αρχαιολογικής Εταιρείας, προσκολλάται αναγκαίως ως βοηθός εκτελών χρέη γραφέως αυτού και επόπτου των εργατών, επιμελητής αρχαιοτήτων έχων βαθμόν κατώτερον του διευθύνοντος την ανασκαφήν, ή εν ελλείψει τούτου φοιτητής της φιλολογίας ή θεολογίας αν πρόκειται περί ανασκαφής Βυζαντινών μνημείων ή ελλείψει και τούτου απόφοιτος του γυμνασίου. Ο βοηθός ορίζεται κατά πρότασιν του μέλλοντος να διευθύνη την ανασκαφήν ήν πρέπει να εγκρίνη ο Υπουργός προσλαμβάνεται δε επί ημερομισθίω οριζομένω υπό του αρχαιολογικού Συμβουλίου και καταβαλλομένω εφ’ όσον διαρκεί η ανασκαφή και η κανονική εις Μουσεία παράδοσις των ευρημάτων ταύτης. Εν ανασκαφή της αρχαιολογικής Εταιρείας ο διορισμός του βοηθού γίνεται υπό του Συμβουλίου ταύτης, αλλά το όνομα και τα προσόντα τούτου γίνονται γνωστά εις το Υπουργείον προς της ενάρξεως της ανασκαφής. 7)Ο διευθύνων ανασκαφήν του δημοσίου ή της αρχαιολογικής Εταιρείας οφείλει να αναφέρη τηλεγραφικώς εις το Υπουργείον παν σπουδαίον εύρημα άμα τη ανακαλύψει του, να αποστείλλη εις το τέλος εκάστης εβδομάδος έκθεσιν περί της πορείας της ανασκαφής και κατά δεκαπενθήμερον περίληψιν του υπ’ αυτού τηρουμένου ημερολογίου της ανασκαφής. Αδικαιολόγητος παράλειψις της εκτελέσεως των ανωτέρω διατάξεων έχει αναγκαίαν συνέπειαν την διακοπήν της ανασκαφής και δύναται να προκαλέση την τιμωρίαν του υπευθύνου υπαλλήλου. Ο Διευθυντής του αρχαιολογικού τμήματος υποχρεούται να παρακολουθή την ακριβή τήρησιν της διατάξεως ταύτης. Μετά το πέρας της ανασκαφής του δημοσίου ή της αρχαιολογικής Εταιρείας ο διευθύνων ταύτην οφείλει να αποστέλλη εις το Υπουργείον ακριβές αντίγραφον του Ημερολογίου της ανασκαφής, εν ω πλην των αναγκαίων εις την εξαγωγήν επιστημονικών συμπερασμάτων λεπτομερών παρατηρήσεων αναγράφεται και ο αριθμός των καθ’ εκάστην ημέραν εργαζομένων εργατών. Τα ημερολόγια ταύτα φυλάσσονται εν ιδιαιτέρω αρχείω του αρχαιολογικού τμήματος, και δεν δύναται να γίνη χρήσις αυτών προς επιστημονικήν εκμετάλλευσιν υπό άλλου πλήν του διευθύνοντος την ανασκαφήν, πριν γίνη η δημοσίευσις των αποτελεσμάτων της ανασκαφης, ή πριν παρέλθη τριετία από της εκτελέσεως της ανασκαφής. 8)Άπαξ τουλάχιστον κατ’ έτος οφείλει να γίνεται η κατά νόμον επιθεώρησις των εκτελουμέ(Αντί για τη σελ.896, 03) Σελ.896, 03(α) Τεύχος 746-Σελ.39 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.7(γ) 31 νων ανασκαφών υπό ενός ή πλειόνων μελών του αρχαιολογικού Συμβουλίου αποστελλομένων προς τούτο δια διαταγής του Υπουργού. 9)Αι ως άνω διατάξεις, πλην των αφορωσών την τήρησιν ημερολογίου και αποστολήν αντιγράφου τούτου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί συντόμων ανασκαφών γινομένων διαταγή του Υπουργείου συνεπεία τυχαίων ευρημάτων. 10)Ο παρακολουθών την ανασκαφήν ξένης αρχαιολογικής Σχολής αντιπρόσωπος του Υπουργείου χρησιμεύει και ως σύνδεσμος μεταξύ των εκτελούντων την ανασκαφήν και του Υπουργείου και των επιτοπίων αρχών διαβιβάζων πάσαν σχετικήν προς τας εργασίας της ανασκαφής αίτησιν τούτων, και ευκολύνων αυτούς δια παντός νομίμου μέσου εις την επιτυχίαν του σκοπού της ανασκαφής. Ούτος οφείλει να σημειώνη καθ’ εκάστην ημέραν παν ότι παρουσιάζεται εις κινητά ή ακίνητα ευρήματα κατά την ανασκαφήν και να αναφέρη τηλεγραφικώς τα σπουδαιότερα των ευρημάτων άμα τη ευρέσει των εις το Υπουργείον κατά δε το τέλος εκάστης εβδομάδος περίληψιν περί των αποτελεσμάτων των γενομένων εργασιών. Οι διευθύνοντες την ανασκαφήν οφείλουσι να βοηθώσι προθύμως τον αντιπρόσωπον του Υπουργείου εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος αυτού τούτου παρέχοντος πάσαν ζητουμένην παρ’ αυτών πληροφορίαν. Μετά το πέρας ή την διακοπήν της ανασκαφής ο διευθύνων την ανασκαφήν αποστέλλει εις το Υπουργείον έκθεσιν, εν η αναφέρονται περιληπτικώς τα αποτελέσματα της ανασκαφής. Η έκθεσις δημοσιεύεται εν τω Αρχαιολογικώ Δελτίω. 11)Εάν η ανασκαφή γίνεται εν τόμω μη γειτονεύονται προς πόλιν ή χωρίον η ξένη αρχαιολογική Σχολή οφείλει να μεριμνήση περί κατοικίας του αντιπροσώπου του Υπουργείου καθ’ ον τρόπον θα ληφθή φροντίς και περί των ιδίων αυτής αντιπροσώπων, παρέχουσα συγχρόνως εις αυτόν πάσαν ευκολίαν προς μεταφοράν των αναγκαίων εις την διατροφήν αυτού. Η υπό στέγην τοποθέτησις των ευρημάτων είνε υποχρέωσις της εκτελούσης την ανασκαφήν σχολής, ήτις υπέχει και πάσαν δαπάνην μεταφοράς και καθαρισμού αυτών μέχρι της οριστικής παραδόσεώς των εις Μουσείον. Τα ευρήματα υπάγονται αμέσως μετά την εύρεσιν αυτών εις την δικαιοδοσίαν του Κράτους ασκουμένην υπό του αντιπροσώπου αυτού. Εις τούτον πρέπει να ανακοινούται πάσα τυχόν μετακίνησις αυτών και πάσα επ’΄αυτών γινομένη εργασία. Σελ.896, 04(α) Τεύχος 746-Σελ.40 12)Τα κινητά ευρήματα εκάστης ημέρας της ανασκαφής φυλάσσονται χωριστά μέχρι της διαλογής και προχείρου καταγραφής τούτων, ήτις οφείλει να γίνη, ει δυνατόν, προ του πέρατος της ανασκαφής, πάντως δ’ ευθύς μετά ταύτην. Εάν η ανασκαφή γίνεται εις τόπον, όπου δεν υπάρχει Μουσείον ή άλλο κατάλληλον δημόσιον, δημοτικόν ή κοινοτικόν κτίριον προς φύλαξιν των ευρημάτων, δύναται εγκρίσει του Υπουργείου να μισθώνεται κατάλληλον ιδιωτικόν οίκημα προς τον σκοπόν τούτον. 13)Τα κινητά, προς οριστικήν τοποθέτησιν ή προς καθορισμόν και μελέτην προοριζόμενα, ευρήματα των ανασκαφών μεταφέρονται, αφού γίνη τούτο προηγουμένως γνωστόν εις το Υπουργείον, εις το πλησιέστερον κεντρικής πόλεως μουσείον ή εις το μουσείον Αθηνών συνοδευόμενα, ει δυνατόν, αυτοπροσώπως υπό του διευθυντού της ανασκαφής, ή του αντιπροσώπου του Υπουργείου εν ανασκαφή ξένης αρχαιολογικής Σχολής. Η συσκευή των ευρημάτων πρέπει να γίνεται μετά πάσης προσοχής, όπως αποφευγεται φθορά των αρχαίων. Υπεύθυνος δια την εκ κακής τυχόν συσκευής φθοράν είνε ο διευθύνων την ανασκαφήν. 14)Κατά την συσκευήν γίνονται πρόχειρα σημειώματα του περιεχομένου εκάστου κιβωτίου ή των δι’ άλλου τρόπου συσκευής μεταφερομένων αρχαίων. Αντίγραφα των σημειωμάτων τούτων αποστέλλονται εις το Υπουργείον συγχρόνως μετά της αναγγελίας της μεταφοράς των αρχαίων. Τα κιβώτια εντός των οποίων μεταφέρονται τα αρχαία ασφαλίζονται καλώς δια περιδεμάτων και σφραγίζονται δια της σφραγίδος του διευθύνοντος την ανασκαφήν, και του αντιπροσώπου του Υπουργείου εν ανασκαφή ξένης Αρχαιολογικής Σχολής. 15)Εάν το Μουσείον, εις ο μεταφέρονται τα ευρήματα των ανασκαφών δεν διευθύνεται υπό του διευθύνοντος την ανασκαφήν, οφείλει ούτος να γνωρίση την μεταφοράν εις τον διευθυντήν του Μουσείου παραδίδων εις αυτόν κατ’ αριθμόν τα εσφραγισμένα κιβώτια, ή άλλα σκεύη εν οις περιέχονται αρχαία, ή τα μεμονωμένα αρχαία, ως και αντίγραφα των σημειωμάτων περί του περιεχομένου των κιβωτίων. 16)Κατά την απισφράγισιν και το άνοιγμα των κιβωτίων οφείλει να παρίσταται αυτοπροσώπως ο διευθυντής της ανασκαφής και ο διευθυντής του Μουσείου ή αντιπρόσωπος τούτου, και να γίνη προ της παραδόσεως των αρχαίων εις τους τεχνίτας του Μουσείου προς καθαρισμόν ο έλεγχος του περιεχομένου των κιβωτίων επί τη βάσει των σημειωμάτων του διευθύνοντος την ανασκαφήν. 31.Λ.β.7(γ) Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 32 17)Ο Διευθυντής της ανασκαφής του Δημοσίου οφείλει το βραδύτερον εντός τριών μηνών μετά το πέρας ταύτης ν’ αποστέλλη προς δημοσίευσιν εις το Αρχαιολογικόν Δελτίον βραχείαν έκθεσιν περί της πορείας και των πορισμάτων των ανασκαφών. Μετά της εκθέσεως ταύτης δύναται να δημοσιεύωνται και τα σχεδιαγράμματα και εικόνες της ανασκαφής και των σπουδαιοτέρων ευρημάτων. Ομοίαν υποχρέωσιν έχει και ο διευθύνων ανασκαφήν της Αρχαιολογικής Εταιρείας, αλλ’ η δημοσίευσις γίνεται εν τη Αρχ. Εφημερίδι και τοις Πρακτικοίς της Αρχαιολογικής Εταιρείας. 18)Αν ο διευθύνων ανασκαφήν του δημοσίου ή της Αρχαιολογικής Εταιρείας δεν δημοσιεύση τα αποτελέσματα της ανασκαφής το βραδύτερον εντός τριετίας από της αποπερατώσεως ταύτης, δύναται κατ΄ απόφασιν του αρχαιολογικού Συμβουλίου ν’ απολέση το δικαίωμα της εκτελέσεως άλλης ανασκαφής. 19)Θεωρείται ότι έχει παραιτηθή παντός δικαιώματος από μιας ανασκαφής η Αρχαιολογική Εταιρεία και η ξένη αρχαιολογική Σχολή, εφ’ όσον επί μίαν πενταετίαν διεκόπη πάσα επί ταύτης σκαφική εργασία. Ομοίως θεωρείται, ότι έχει παραιτηθή από παντός δικαιώματος προτεραιότητος δημοσιεύσεως ευρημάτων οιοσδήποτε διευθυντής ανασκαφής ή ξένη αρχαιολογική σχολή, αν η δημοσίευσις τούτων δεν έγινε εντός δεκαετίας από της ευρέσεως, άνευ σπουδαίας δικαιολογίας. 20)Εάν παρατηρήση ο διευθύνων την ανασκαφήν, ότι εις μνημείον τι αποκεκαλυμμένον πρότερον εν τω χώρω της ανασκαφής, απειλείται κίνδυνος καταστροφής ή και απλής βλάβης δια της συνεχίσεως της ανασκαφής, οφείλει προ τούτου να λαμβάνη παν μέτρον αναγκαίον προς συντήρησιν και υποστήριξιν του μνημείου. Το αυτό πρέπει να γίνεται και εις παν νεωστί δια των ανασκαφών αποκαλυπτόμενον μνημείον. Αν ο κίνδυνος είνε σπουδαίος και είνε ανάγκη να γίνωσι σοβαρά έργα υποστηρίξεως, οφείλει ο διευθύνων διακοπτών την ανασκαφήν να ζητή παρά του Υπουργείου την αποστολήν ειδικού υπαλλήλου της υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων μνημείων, και να αναμένη την άφιξιν τούτου. 21)Μετά το πέρας ή την διακοπήν της ανασκαφής γίνεται, εάν αναλυφθώσι σπουδαία οπωσδήποτε αξία διατηρήσεως μνημεία, η τακτοποίησις του χώρου της ανασκαφής απομακρυνομένων των αχρήστων λίθων και χωμάτων από του μνημείου εις τρόπον ώστε να μη κωλύεται η θέα τούτων, και τοποθετουμένων των ανηκόντων εις αυτό λίθων, ούτως ώστε να γίνεται κατά το δυνατόν αντιληπτός ο αρχαίος προορισμός τούτων και των μνημείων. Εάν εν τω χώρω της ανασκαφής είνε κίνδυνος να σχηματίζωνται δια της σωρεύσεως των υδάτων τέλματα, πρέπει να λαμβάνεται φροντίς περί αποχετεύσεως τούτων. Αν η ανασκαφή γίνεται υπό ξένης αρχαιολογικής Σχολής, ή δαπάνη των εν τοις εδαφ.20, 21 έργων βαρύνει ταύτην. 22)Η παράλειψις της εκτελέσεως των εν τοις παρ.20 και 21 διατάξεων δύναται να έχη ως επακολούθημα την διακοπήν της ανασκαφής, και την άρσιν της αδείας της ανασκαφής. Άρθρ.2.-1)Ξένα επιστημονικά ιδρύματα επιθυμούντα να εκτελέσωσιν ανασκαφήν εν Ελλάδι πράττουσι τούτο δια της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας ή μίας των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών. Διευθυντής της ανασκαφής πρέπει να είναι αρχαιολόγος, όστις έχει ήδη εκτελέση ανασκαφήν εν Ελλάδι ή εν χώραις, όπου υπάρχουσιν Ελληνικαί αρχαιότητες. Η ανασκαφή θεωρείται ως ανασκαφή της Ελληνικής αρχαιολογικής εταιρίας ή της ξένης αρχαιολογικής σχολής και υπάγεται εις τας σχετικάς προς τας ανασκαφάς των ιδρυμάτων τούτων διατάξεις του παρόντος Δ/τος. 2)Ξένοι επιστήμονες επιθυμούντες να ενεργήσωσι εν Ελλάδι ανασκαφήν εν συνεργασία μετά των εν τω 1 εδαφίω της πρώτης παραγράφου του 3 άρθρου του Ν.Δ. της 12/26 Ιουν.1926 Ελλήνων αρχαιολόγων καταβάλλοντες μέρος ή το όλον της δαπάνης δύνανται να πράττωσι τούτο κατόπιν αδείας του Υπουργείου παρεχομένης μετ’ έγκρισιν του Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Η αίτησις προς παραχώρησιν της αδείας υποβάλλεται από κοινού υπό του ξένου επιστήμονος και του Έλληνος αρχαιολόγου, δηλούται δ’ εν αυτή αν η δαπάνη θα καταβληθή εν όλω ή εν μέρει υπό του ξένου επιστήμονος. Η ανασκαφή θεωρείται ως ανασκαφή του Ελληνικού Δημοσίου και υπάγεται εις τας σχετικάς προς τας ανασκαφάς του Δημοσίου διατάξεις του παρόντος Δ/τος, αλλ’ η δημοσίευσις των αποτελεσμάτων της ανασκαφής δύναται εγκρίσει του Υπουργείου να γίνεται και εις ξένην γλώσσαν. Άρθρ.3.-1)Ιδιώται επιθυμούντες να εκτελέσωσιν ιδία δαπάνη ανασκαφήν εν κτήματι ανήκοντι εις αυτούς ή εις άλλον ιδιώτην, παρά του οποίου έλαβον την άδειαν εκτελέσεως ανασκαφής εν τω κτήματί του δια συμβολαιογραφικής πράξεως, υποβάλλουσι εις το Υπουργείον την σχετικήν αίτησιν μετά των αποδεικτικών της ιδιοκτησίας αυτών εγγράφων, ή του αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξεως, δι’ ης έλαβον παρά του ιδιοκτήτου άδειαν να εκτελέσωσι ανασκαφήν εν αλλοτρίω κτήματι. Εν τη αιτήσει θα δηλούται ωρισμένως η θέσις εν η πρόκειται να γίνη η ανασκαφή, ο επιδιωκόμενος υπό ταύτης σκοπός, αι υπάρχουσαι ένδείξεις προς επιτυχίαν του σκοπού τούτου, και το ποσόν της δαπάνης, το οποίον πρόκειται να διατεθή χάριν της ανασκαφής. Επί τη βάσει των στοιχείων τούτων το Αρχαιολογικόν Συμβούλιον κρίνει περί της σκοπιμότητος της εκτελέσεως της ανασκαφής και παρέχει ή αρνείται την άδειαν. (Μετά την σελ.896, 04) Σελ.896, 05 Τεύχος 594-Σελ.97 Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 31.Λ.β.7(γ) 33 2)Την δαπάνη ιδιώτου εκτελουμένην ανασκαφήν διευθύνει αναγκαίως ο έφορος αρχαιοτήτων της περιφερείας, εν η πρόκειται να γίνη αύτη ή αν ούτος είνε άλλως απησχολημένος, εις των δικαιουμένων κατά τον νόμον να διευθύνωσι ανασκαφάς δημοσίων υπαλλήλων. Εφ’ όσον ουδείς των υπαλλήλων τούτων είνε διαθέσιμος, η εκτέλεσις της ανασκαφής αναβάλλεται. 3)Ο διευθύνων ιδιωτικήν ανασκαφήν ορίζει τον αριθμόν των εργατών και προσλαμβάνει και απολύει τούτους κατ’ ιδίαν εκλογήν και κρίσιν. Ο ίδιος ορίζει και τον χρόνον της ενάρξεως και της λήξεως της ανασκαφής. 4)Προς της ενάρξεως της ανασκαφής ο ιδιώτης οφείλει να θέση εις την διάθεσιν του διευθυντού της ανασκαφής δημοσίου υπαλλήλου παρά τω εγγύτερον προς τον τόπον της ανασκαφής ευρισκομένω υποκαταστήματι της Εθνικής ή άλλης Τραπέζης το όλον ή μέρος, κατά την κρίσιν του διευθύνοντος την ανασκαφήν υπαλλήλου, του ποσού το οποίον εδήλωσεν, ότι θέλει να δαπανήση εις την ανασκαφήν. Το ποσόν τούτο αναλαμβάνεται τμηματικώς αναλόγως των αναγκών της ανασκαφής. Αν η ανασκαφή διακοπή πριν δαπανηθή το υπέρ ταύτης κατατεθειμένον ποσόν, το υπόλοιπον επιστρέφεται εις τον ιδιώτην. 5)Ο ιδιώτης δύναται να παρακολουθή την ανασκαφήν χωρίς να δικαιούται να αναμιγνύεται εις τον τρόπον της εκτελέσεως ταύτης. Εις τούτον οφείλει ο διευθύνων την ανασκαφήν να παρέχη εις το τέλος εκάστης εβδομάδος, ή τη αιτήσει του καθ’ εκάστην ημέραν κατάλογον των γινομένων ευρημάτων. 6)Αι δαπάνη ιδιωτών εκτελούμεναι ανασκαφαί θεωρούνται ως ανασκαφαί του Ελληνικού Δημοσίου και υπάγονται εις τας σχετικάς προς ταύτας διατάξεις του παρόντος Δ/τος. Εις τον αυτόν επί της Παιδείας κλπ. αναθέτομεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. Σελ.896, 06 Τεύχος 594-Σελ.98 31.Λ.β.7(γ) Αναζήτηση και διαφύλαξη Αρχαιοτήτων 34
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.