← Ελλάδα

5. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22 Οκτ./2 Νοεμ. 1926 Περί κωδικοποιήσεως των εμφυτευτικών νόμων. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 8 του από 6 Φεβρ. 1926 Ν.Δ/τος π

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και τροποποιεί προηγούμενους νόμους σχετικά με την εξαγορά της ψιλής κυριότητας εμφυτευτικών κτημάτων. Επιτρέπει στους εμφυτευτές να αγοράσουν την πλήρη κυριότητα των κτημάτων που καλλιεργούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 22 Οκτ./2 Νοεμ. 1926 Περί κωδικοποιήσεως των εμφυτευτικών νόμων. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 8 του από 6 Φεβρ. 1926 Ν.Δ/τος περί τροποποιήσεως του ν. 2189 περί εξαγοράς της κυριότητος των εμφυτευτικών κτημάτων, ως ούτος έχει τροποποιηθή δια των 2926 και 2927 και του Ν.Δ. της 13 Αυγ. 1923, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Τας ισχυούσας διατάξεις των κάτωθι νόμων και Ν.Δ/των: α)του ν. 2189 περί εξαγοράς της κυριότητος εμφυτευτικών κτημάτων, β)του ν. 2926 περί τροποποιήσεως του ν. 2189 περί εξαγοράς κλπ., γ)του ν. 2927 περί συμπληρώσεως του ν. 2189 περί εξαγοράς κλπ., και δ)του Ν.Δ. της 6 Φεβρ. 1926 περί τροποποιήσεως του ν. 2189 περί εξαγοράς κλπ. κωδικοποιούμεν εις έν ενιαίον κείμενον έχον ούτω: Άρθρ.1.(Άρθρ. 1 εδ. 1 ν. 2189 και άρθρ. 1 Ν.Δ. της 6 Φεβρ. 1926).-1.Επιτρέπεται η εξαγορά του δικαιώματος της ψιλής κυριότητος εμφυτευτικών κτημάτων οιασδήποτε εκτάσεως αντί αποζημιώσεως καθοριζομένης εις τα επόμενα Άρθρ. 9.(Άρθρ. 5 ν. 2189, άρθρ. 3 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926 ως ετροποποιήθη υπό των ν. 3479 και 5222).1.Η επιδικασθείσα τω κυρίω αποζημίωσις καταβάλλεται αυτώ εις έξ ίσας δόσεις πληρωτέας κατ’ Οκτώβριον εκάστου έτους, δικαιούται όμως ο εις καταβολήν υπόχρεως να αποπληρώση την αποζημίωσιν εις ολιγωτέρας των έξ δόσεων ή και εφ’ άπαξ. 2.Μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της αποζημιώσεως εξακολουθεί υφισταμένη μεταξύ κυρίου και εμφυτευτού η νομική σχέσις της εμφυτεύσεως. Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν της αποζημιώσεως της ορισθείσης υπό του προέδρου των πρωτοδικών η κυριότης του κτήματος μεταβιβάζεται εις τον εμφυτευτήν δια μεταγραφής της διαταξάσης την εξαγοράν αποφάσεως. Μετά την έκδοσιν της αποφάσεως του εφετείου υποχρεούται ο εμφυτευτής ή ο ψιλός κύριος εις την καταβολήν της διαφοράς του πλείονος ή ελάσσονος της αποζημιώσεως εις τρεις ίσας δόσεις μετά νομίμου τόκου, καταβαλλομένας τον Οκτώβριον εκάστου έτους. Εις περίπτωσιν καθ’ ην το εφετείον καθώρισε την εις τον ψιλόν κύριον οφειλομένην αποζημίωσιν εις ποσόν τριπλάσιον και πλέον κατά στρέμμα της υπό του προέδρου των πρωτοδικών καθορισθείσης αποζημιώσεως, αύτη καταβάλλεται εις δέκα ίσας δόσεις εντόκως προς 4%, καταβαλλομένας τον Οκτώβριο εκάστου έτους. Δια την καταβολήν της επί πλέον τυχόν διαφοράς της αποζημιώσεως υπό του εμφυτευτού είναι υπέγγυον το εξαγορασθέν κτήμα, έχοντος του ιδιοκτήτου προνομιακά προ παντός άλλου δανειστού ενυποθήκου ή ενεχυρογράφου δικαιώματα επ’ αυτού. Άρθρ.10.(Άρθρ. 2 εδάφ. 2 ν. 2926).-Ο υπό του εμφυτευτού από της υποβολής της περί εξαγοράς αιτήσεώς του μέχρι της εκδόσεως της οριστικής επί ταύτης αποφάσεως καταβαλλόμενος κανών, η αξία του οποίου καθορίζεται εν περιπτώσει καταβολής αυτού εις είδος δια της αυτής αποφάσεως, εκπίπτεται τη αιτήσει του εμφυτευτού εκ της ορισθείσης δια την εξαγοράν του δικαιώματος και ψιλού κυρίου αποζημιώσεως, υπολογιζομένης εν τοιαύτη περιπτώσει εντόκως προς 8% από του χρόνου της υποβολής της αιτήσεως. «Εις τους μη εξ επαγγέλματος καλλιεργητάς και ψιλούς κυρίους εμφυτευτικών κτημάτων εχόντων γεωργικήν αξίαν αφίνεται, τη αιτήσει τούτων, το 1/5 των απαλλοτριωμένων εμφυτευτικών κτημάτων. Η διάταξις αύτη δια τους μη καλλιεργητάς ψιλούς κυρίους ισχύει δια τας αιτήσεις περί εξαγοράς εμφυτευτικών δικαιωμάτων, τας υποβληθείσας ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών αρχών από 1 Ιαν. 1927 και εφ’ ων δεν εξεδόθη από της ισχύος του παρόντος Ν.Δ/τος τελεσίδικος απόφασις». Αι εντός « » β΄ και γ΄ περίοδοι προσετέθησαν υπό του άρθρ.8 του Ν.Δ. της 13/13 Νοεμ. 1927 ως τούτο εκυρώθη υπό του ν. 3479 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρ.11.(Άρθρ. 6 ν. 2189 και άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 6/15 Φεβρ. 1926, ως ετροποποιήθησαν υπό του ν. 3479).-«Εάν το εξαγοραζόμενον κτήμα βαρύνεται με υποθήκην ή προσημείωσιν εκ χρεών βαρυνόντων τον ψιλόν κύριον, αι καταβολαί των δόσεων γίνονται παρά του υποχρέου απ’ ευθείας εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων ή δια λογαριασμόν αυτού εις τα επαρχιακά ταμεία επί εκδόσει γραμματίου παρακαταθήκης, εν τω οποίω αναγράφονται τα κατατιθέμενα ποσά εις μετρητά και η αιτία της καταθέσεως, αποδίδονται δε κατόπιν εγγράφου αδείας του αρμοδίου προέδρου των πρωτοδικών, τηρουμένης αναλόγως της διαδικασίας του Αγροτικού Νόμου (άρθρ. 86 και 87 του Αγροτικού Νόμου της 15 Οκτ. 1926)». Άρθρ.12.(Άρθρ. 1 εδ. 3 του ν. 2189).-Δυνάμει αποφάσεως του υπουργικού συμβουλίου, εκδιδομένης μετά γνωμοδότησιν του συμβουλίου εποικισμού και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να εξαιρεθούν, εφ’ ωρισμένον χρόνον, της εφαρμογής των περί εξαγοράς της ψιλής κυριότητος διατάξεων του παρόντος νόμου αγροτικά κτήματα, εντός της περιοχής των οποίων λειτουργούν μεγάλαι βιομηχανικαί εγκαταστάσεις, χρησιμοποιούσαι τα προϊόντα του κτήματος ως πρώτην ύλην της βιομηχανίας των. Σελ. 263 Εμφυτευτικά Κτήματα 17.Γ.β.5 Άρθρ.13.(Άρθρ. 9 ν. 2189 ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 5 του Ν.Δ. της 6/15 Φεβρ. 1926, και ως τούτο ετροποποιήθη υπό του νόμου 3479).-1.Εξαιρούνται των διατάξεων του παρόντος νόμου, του ψιλού κυρίου υποχρεουμένου εις την κατά τα κατωτέρω οριζόμενα εξαγοράν των εμφυτευτικών δικαιωμάτων, αι εμφυτευτικαί εκτάσεις αι κατά βεβαίωσιν του αρμοδίου νομομηχανικού κείμεναι: α)εντός του σχεδίου των πόλεων των εχουσών πληθυσμόν άνω των 10.000 κατοίκων, β)εντός της οικοδομικής ζώνης των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Πατρών ή και εις ακτίνα 1000 μέτρων από ταύτης, και γ)εντός της οικοδομικής ζώνης των προαστείων, χωρίων και συνοικισμών εν γένει των περιφερειών των τ.δ. Αθηνών, Πειραιώς και Πατρών. 2.Εάν εμφυτευτική έκτασις ένεκα της γειτνιάσεως αυτής εις σιδηροδρομικούς σταθμούς, συνοικισμούς μη περιλαμβανομένους εις τους ορισμούς του προηγουμένου εδαφίου, έχη κατά την κρίσιν των αρμοδίων δικαστηρίων αξίαν μάλλον οικοπέδου ή γεωργικής εκμεταλλεύσεως και δη υπερβαίνουσαν το τριπλάσιον της αξίας της πλησιοχώρου πέραν του συνοικισμού κειμένης συνήθους καθαράς γεωργικής εκμεταλλεύσεως, ο ψιλός κύριος δικαιούται να εξαγοράση έναντι αποζημιώσεως τα εμφυτευτικά δικαιώματα. 3.Η εις τον εμφυτευτήν οφειλομένη αποζημίωσις ορίζεται εις τα 50% της τρεχούσης ολικής αξίας του κτήματος προκειμένου περί εμφυτευτικών δικαιωμάτων κτηθέντων από 25ετίας και πλέον, εις το 40% της τρεχούσης ολικής αξίας προκειμένου περί εμφυτευτικών δικαιωμάτων κτηθέντων από 15ετίας μέχρι 25ετίας, και εις τα 30% της τρεχούσης ολικής αξίας προκειμένου περί εμφυτευτικών δικαιωμάτων κτηθέντων από χρόνου κατωτέρου της 15ετίας, του ψιλού κυρίου υποχρεουμένου να αποζημιώση τον εμφυτευτήν δια πάσας τας γενομένας υπ’ αυτού εν τω κτήματι μονίμους βελτιώσεις. 4.Ο ψιλός κύριος δικαιούται να εκλέξη μεταξύ της εις τον εμφυτευτήν καταβολής της επιδικασθείσης κατά το προηγούμενον εδάφιον αποζημιώσεως και της εις αυτόν παραχωρήσεως του δικαιώματος της εξ αδιαιρέτου κυριότητος επί του κτήματος δια δηλώσεως αυτού, γινομένης ενώπιον του γραμματέως του εκδόντος την περί αποζημιώσεως απόφασιν δικαστηρίου εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της ρηθείσης αποφάσεως. Η δήλωσις αύτη υπόκειται εις τας περί μεταγραφής διατάξεις του ν. ΤΣΤ΄ του 1856 (τ.7). Μεταγραφείσης της δηλώσεως ταύτης ο εμφυτευτής καθίσταται αυτοδικαίως συγκύριος επί των 50, 40 ή 30% του κτήματος. Σελ. 264 5.Εφέσεις κατ’ αποφάσεων προέδρων πρωτοδικών, απορριφθείσαι υπό του εφετείου δι’ έλλειψιν αρμοδιότητος, δικάζονται αύθις υπό του αρμοδίου δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μετά νόμιμον κλήσιν των διαδίκων. 6.Εις τας εκκρεμείς δίκας η ιδιότης της εμφυτευτικής εκτάσεως ως οικοπέδου μάλλον ή γεωργικής εκμεταλλεύσεως προτείνεται κατά πάσαν στάσιν της δίκης και εξετάζεται υπό του δικαστού, ανεξαρτήτως αν ήδη απεφάνθη περί της ιδιότητος ταύτης και ο υπουργός της Γεωργίας. (7.Αιτήσεις εμφυτευτού περί εξαγοράς ψιλής κυριότητος ή ψιλού κυρίου περί εξαγοράς εμφυτευτικών δικαιωμάτων, εκδικασθείσαι υπό το κράτος διατάξεων του από 6 Φεβρ. 1926 Ν.Δ/τος περί εξαγοράς κυριότητος κλπ. εμφυτευτικών κτημάτων, εφ’ όσον υπάρχει αμφισβήτησις αν αι επίδικοι εκτάσεις έχουσιν οικοπεδικήν αξίαν, και ουχί και αι δίκαι επί των οποίων δεν υπάρχει τοιαύτη αμφισβήτησις ενώπιον του αρμοδίου εφετείου, ανασυζητούνται επί τη αιτήσει εμφυτευτού ή ψιλού κυρίου. Εν τη περιπτώσει ταύτη αίρεται η τελεσιδικία, υποχρεουμένου του εφετείου ν’ αποφανθή συνωδά ταις διατάξεσι του παρόντος ως προς την οφειλομένην αποζημίωσιν και ως προς το εάν το κτήμα κέκτηται οικοπεδικήν αξίαν μάλλον ή γεωργικήν τοιαύτην). 8.Αι ήδη εκκρεμούσαι ενώπιον των δικαστηρίων σχετικαί τω παρόντι δίκαι υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος, ακυρουμένης πάσης προδικαστικής αποφάσεως αντικειμένης εις τας παρούσας διατάξεις. 9.Τρόπος καταβολής της εις τον εμφυτευτήν οφειλομένης αποζημιώσεως και διαδικασία προς εξαγοράν του εμφυτευτικού δικαιώματος εφαρμόζεται αναλόγως η εν τω παρόντι οριζομένη και άνευ της εν άρθρ. 12 ατελείας, μόνον δε μετά την τελεσιδικίαν και την εξόφλησιν της ορισθείσης αποζημιώσεως επέρχεται κατάργησις της εμφυτευτικής σχέσεως. Το εντός ( ) εδ. 7 κατηργήθη υπό του ν. 4641 (κατωτ. αρ. 7). Άρθρ.14.(Άρθρ. 4 νόμ. 2926).-Μέλλουσαι εμφυτεύσεις διαλύονται αυτοδικαίως μετά πάροδον 33 ετών από της συστάσεώς των, μη ισχυούσης ουδεμιάς εναντίας συμφωνίας. Ο εμφυτευτής καθίσταται κύριος της εκτάσεως άνευ αποζημιώσεώς τινος προς τον ψιλόν κύριον μετά την πάροδον 33 ετών, κατά το διάστημα των οποίων δεν δύναται να εξαγορασθή κατά τον παρόντα νόμον η κυριότης. 17.Γ.β.5 Εμφυτευτικά Κτήματα Άρθρ.15.(Άρθρ. 8 εδάφ. 2 και 3 ν. 2189).-1.Το ανώτατον όριον του εις είδος καταβλητέου ετησίου κανόνος ορίζεται δια μεν τας υφισταμένας ήδη εμφυτεύσεις εις είκοσιν επί τοις εκατόν, δια δε τας συνομολογηθησομένας μετά την ισχύν του παρόντος νόμου εις δέκα πέντε τοις εκατόν επί του ακαθαρίστου εισοδήματος. 2.Πάσα πέραν του ορίου τούτου συμφωνία θεωρείται αθέμιτος και είναι αυτοδικαίως άκυρος, εφαρμοζομένων κατ’ αναλογίαν και των ποινικών διατάξεων του νόμου ΓΩΛΖ΄ του 1911 «περί συμβατικού τόκου, τοκογλυφίας και αισχροκερδείας». «3.Εις τας περιπτώσεις, καθ’ ας παρεχωρήθησαν υπό εμφυτευτικούς όρους φυτείαι έτοιμαι ήδη, όσον αφορά το ποσοστόν του ετησίου κανόνος ισχύουν αι μεταξύ των μερών συμφωνίαι, αφ’ ης αύται εγένοντο». Το εδ. 3 προσετέθη υπό του ν. 4641 (κατωτ. αριθ. 7). 4.Η παρά του εμφυτευτού μη έγκαιρος κατ’ έτος καταβολή του οφειλομένου εμφυτευτικού κανόνος επάγεται την διάλυσιν της εμφυτεύσεως και την αποβολήν του εμφυτευτού, διατασσομένην υπό του αρμοδίου Προέδρου των Πρωτοδικών κατά την διαδικασίαν του νόμου ΒΧΗ΄, ως ούτος ετροποποιήθη. Η ενώπιον του Προέδρου έμπρακτος προσφορά του κανόνος και πάντων εν γένει των εξόδων του ενάγοντος, οριζομένων υπό του Προέδρου, δύναται να επιφέρη την κατάργησιν της δίκης. Το εδάφ. 4 προσετέθη δια του Ν.Δ. 1669/1942. Άρθρ.16.(Άρθρ. 3 νόμ. 2926).-1.Αι διατάξεις των άρθρα. 2.Επί εμφυτευτικών εκτάσεων, ευρισκομένων εντός κτήματος κηρυχθέντος κατά την αγροτικήν νομοθεσίαν απαλλοτριωτέου, έχει εφαρμογήν η διαδικασία αυτής, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρ. 17 και 120 του Αγροτικού Νόμου της 15 Οκτ. 1926. άρθρ. 2 εδ. 1, 3, 6 και 10 του παρόντος (άρθρ. 1 και 2 ν. 2926) εφαρμόζονται και επί των οπωσδήποτε εκκρεμών προ της 30 Ιουλ. 1922 (ημέραν καθ’ ην ίσχυσεν ο νόμος 2926) αιτήσεων των εμφυτευτών περί εξαγοράς του περί αποζημιώσεως δικαιώματος του ψιλού κυρίου, «συμψηφιζομένων άμα των τυχόν γενομένων παρακαταθηκών μετά των τόκων εις την επιδικασθείσαν αποζημίωσιν». 2.Επί των τοιούτων όμως υποθέσεων εκ της αποζημιώσεως του ψιλού κυρίου εκπίπτεται, κατά την διάταξιν του άρθρ. 10 του παρόντος, μόνον ο από της ισχύος του ν. 2926 και εφεξής μέχρι της τελεσιδικίας της αποφάσεως καταβαλλόμενος κανών υπό του εμφυτευτού, όστις δύναται να υποβάλη και αυτοτελή περί τούτου αίτησιν ενώπιον του κατά το άρθρ. 2 του παρόντος προέδρου των πρωτοδικών, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν του αυτού άρθρου. 3.Επί αιτήσεων υποβληθεισών ή υποβληθησομένων από της 1 Ιουν. 1922 και κατόπιν δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά τον κανόνα του 1922. Η εντός « » περίοδος του εδάφ. 1 προσετέθη υπό του άρθρ. 7 του ν. 3479 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρ.17.(Άρθρ. 6 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926).-Εξαιρετικώς αι ενώπιον των εφετείων εκκρεμείς αποφάσεις αι μη συζητηθείσαι μέχρι της 15 Φεβρ. 1926 (ημέρας ισχύος Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926) εκδικάζονται υπό τούτων. Άρθρ.18.(Άρθρ. 12 ν. 2189).-Άπασα η κατά τον παρόντα νόμον διαδικασία περί της εξαγοράς της ψιλής κυριότητος εμφυτευτικών κτημάτων διεξάγεται εφ’ απλού χάρτου, υποχρεούται δε μετά το πέρας αυτής ο εμφυτευτής να καταβάλη μετά των τελών μεταγραφής και αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου επί τη βάσει της επιδικασθείσης εις τον ιδιοκτήτην αποζημιώσεως. Άρθρ.19.(Άρθρ. 8 εδ. 1 ν. 2189 και άρθρ. 7 εδ. 2 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926).-1.Η ισχύς των περί εξαγοράς διατάξεων του παρόντος νόμου παύει αυτοδικαίως μετά την 31 Δεκ. 1930. 2.Ο εμφυτευτικός νόμος δεν έχει εφαρμογήν εν Επτανήσω, εν η ισχύουσιν ειδικαί διατάξεις, (δύναται όμως δια Διατάγματος να επεκταθή εν Λευκάδι). Η εντός ( ) φράσις κατηργήθη υπό του Ν.Δ. της 13/13 Νοεμ. 1927 κυρωθέντος υπό του ν. 3479 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρ.2.(Άρθρ. 2 εδ. 1 ν. 2189, άρθρ. 1 εδ. 1 ν. 2926, άρθρ. 2 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926).-1.Το δικαίωμα εξαγοράς ασκεί ο αυτοπροσώπως επί μίαν τουλάχιστον δεκαετίαν καλλιεργών εμφυτευτής, εις την οποίαν υπολογίζεται και ο χρόνος των δικαιοπαρόχων του ομοίων εμφυτευτών, υποβάλλων αίτησιν ενώπιον του εκ της τοποθεσίας του κτήματος αρμοδίου προέδρου των πρωτοδικών, όστις αποφαίνεται επί πάντων των συναφών προς την εξαγοράν ζητημάτων. 2.Διαδικασία ενώπιον του προέδρου τηρείται η εις τα άρθρ. 634 και επόμενα της Πολιτικής Δικονομίας διαγραφομένη. 3.«Κατά της οριστικής αποφάσεως του προέδρου των πρωτοδικών επιτρέπεται έφεσις ενώπιον του αρμοδίου εφετείου εντός προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής, παρατεινομένης λόγω αποστάσεως. Η έφεσις συζητείται ως νόμω προτετιμημένη προ πάσης άλλης την πρώτην δικάσιμον από της κοινοποιήσεώς της. Η απόφασις του εφετείου είναι τελεσίδικος και αμετάκλητος. Αι οριστικαί αποφάσεις του προέδρου των πρωτοδικών και του εφετείου, καθιστάμεναι τελεσίδικοι και αμετάκλητοι, αποτελούσι τίτλον εκτελεστόν». Το εντός « » εδ. 3 ετροποποιήθη ως άνω υπό του Ν.Δ. της 13/13 Νοεμ. 1927, ως τούτο εκυρώθη υπό του ν. 3479 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρ.3.(Άρθρ. 2 εδ. 3 ν. 2189, άρθρ. 2 εδ. 3 ν. 2926).-1.Αυτοπρόσωπος καλλιέργεια εννοείται η ενεργουμένη κατά το δυνατόν μέτρον παρά του εμφυτευτού και των μελών της οικογενείας. 2.Την έννοιαν του όρου «αυτοπροσώπως» δεν αναιρεί και η πρόσληψις τυχόν εργατών υπό του αυτοπροσώπως καλλιεργούντος. Σελ. 261 Εμφυτευτικά Κτήματα 17.Γ.β.1-5 Άρθρ.4.(Άρθρ.1 ν. 2927 και άρθρ. 2 εδ. 3 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926, ως ετροποποιήθη υπό του κυρώσαντος τούτο ν. 3479).-«1.Εις περίπτωσιν καθ’ ην παρεχωρήθη φυτεία ήδη ετοίμη εις τον εμφυτευτήν δια συμβολαίου υπό όρους εμφυτευτικούς, το δικαίωμα της εξαγοράς ασκεί ο εμφυτευτής μετά την πάροδον τουλάχιστον εικοσιπενταετίας, παρατεινομένης αναλόγως εις τας περιπτώσεις ταύτας της ισχύος των διατάξεων, οσάκις ο ψιλός κύριος κέκτηται ελευθέραν φυτείαν ανωτέραν των τριάκοντα στρεμμάτων. 2.Εις περίπτωσιν δε καθ’ ην ήθελεν είναι ιδιοκτήτης ελευθέρας φυτείας κατωτέρας των τριάκοντα στρεμμάτων, το δικαίωμα εξαγοράς ασκείται μετά τεσσαρακονταετίαν. 3.Εις τας περιπτώσεις των προηγουμένων εδαφίων η άσκησις του δικαιώματος εξαγοράς περιορίζεται μόνον επί των 2/3 της φυτείας, του τελευταίου 1/3 απαλλαττομένου του εμφυτευτικού βάρους δια της αυτής δικαστικής αποφάσεως. 4.Δια της αυτής διαδικασίας δύναται και ο ψιλός κύριος να επιδιώξη την υπέρ αυτού ως άνω μερικήν απαλλαγήν από εμφυτευτικού βάρους. 5.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο ψιλός κύριος συνέτρεξε δι’ ιδίων δαπανών εις την εμφύτευσιν η άσκησις του δικαιώματος της εξαγοράς περιορίζεται εις τα τρία τέταρτα της φυτείας, του τελευταίου τετάρτου απαλλαττομένου του εμφυτευτικού βάρους δια της αυτής δικαστικής αποφάσεως». Άρθρ.5.(Άρθρ. 2 εδ. 1 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926 ως ετροποποιήθη υπό του ν. 3479).-1.Εν τη εννοία της εμφυτεύσεως κατά τας περί εξαγοράς αυτής διατάξεις δεν περιλαμβάνεται ως συστατικόν στοιχείον το συμβολαιογραφικόν έγγραφον, απαιτουμένων κατά τα λοιπά των προς ύπαρξιν της εμφυτεύσεως υπό του αστικού δικαίου παραδεδεγμένων στοιχείων και ιδία της εις το διηνεκές εκατέρωθεν αναλήψεως υποχρεώσεων, της διατάξεως ταύτης εφαρμοζομένης και προκειμένου περί κτήσεως εμφυτευτικού δικαιώματος επί κτημάτων ανηκόντων εις μονάς. 2.Αι δια την έλλειψιν τοιούτου συμβολαιογραφικού εγγράφου απορριφθείσαι αιτήσεις εξαγοράς της ψιλής κυριότητος δύνανται να υποβληθώσιν εκ νέου προς εκδίκασιν κατά τας διατάξεις του παρόντος. Σελ. 262 Άρθρ.6.(Άρθρ. 1 εδ. 4 ν. 2926 και άρθρ. 7 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926).-1.Οι ψιλοί κύριοι εμφυτευτικών εκτάσεων, οι όντες κατ’ επάγγελμα καλλιεργηταί τουλάχιστον από του 1920 και μη κεκτημένοι ή αποκτώντες δυνάμει της παρούσης διατάξεως καθαράν έκτασιν φυτειών ανωτέραν των 30 στρεμμάτων, δικαιούνται να διανείμωσι, κατά τας διατάξεις περί διανομής της Πολιτικής Δικονομίας, μετά των εμφυτευτών αυτών τας εμφυτευτικάς εκτάσεις, των τελευταίων τούτων στερουμένων του δικαιώματος της εξαγοράς των εμφυτευτικών δικαιωμάτων, κατά τον παρόντα νόμον, εφ’ όσον ο ψιλός κύριος κατ’ επάγγελμα καλλιεργητής δεν απέκτησεν ιδιόκτητον φυτείαν 30 στρεμμάτων. 2.Εις την έκτασιν ταύτην συνυπολογίζεται και η τυχόν από του 1926 και εντεύθεν οπωσδήποτε μεταβιβασθείσα ή μεταβιβαζομένη εις άλλους παρά του ψιλού κυρίου έκτασις φυτειών. 3.Η επί της διανεμητέας απεριορίστου ιδιοκτησίας προσήκουσα αναλογία εις τον εμφυτευτήν και εις τον ψιλόν κύριον ορίζεται υπό των δικαστηρίων κατά την περί διανομής δίκην. Άρθρ.7.(Άρθρ. 3 ν. 2189).-1.Πλείονες εμφυτευταί εκτάσεων περιλαμβανομένων εντός του αυτού αγροτικού κτήματος, ή κτημάτων ανηκόντων εις τον αυτόν κύριον και κειμένων εν τη αυτή κοινοτική περιφερεία, δύνανται να υποβάλουν κοινήν περί εξαγοράς αίτησιν, τηρουμένων κατά τα λοιπά των περί ομοδικίας διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας. 2.Εν τη προβλεπομένη υπό του προηγουμένου εδαφίου περιπτώσει, οι εμφυτευταί δύνανται, εφ’ όσον ανέρχονται εις τον αριθμόν των επτά τουλάχιστον, να προβούν εις καταρτισμόν συνεταιρισμού εξαγοράς γαιών, ούτινος το καταστατικόν εγκρίνεται υπό του υπουργείου της Γεωργίας επί τη βάσει καθοριζομένου τύπου. 3.Προκειμένης εφαρμογής του άρθρ. 1 εδ. 2 του παρόντος, η σύστασις συνεταιρισμού εξαγοράς είναι υποχρεωτική επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, ουχί όμως εν περιπτώσει εξαγοράς, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, του δικαιώματος της ψιλής κυριότητος επί καθαρώς εμφυτευτικών εκτάσεων. Άρθρ.8.(Άρθ. 4 ν. 2189 και άρθρ. 7 Ν.Δ. 6 Φεβρ. 1926).-1.Η οφειλομένη εις τον ψιλόν κύριον αποζημίωσις προσδιορίζεται επί τη βάσει της τρεχούσης ολικής του κτήματος αξίας, της οποίας το ανήκον εις τον ψιλόν ιδιοκτήτην μέρος εξευρίσκεται κατά τον επόμενον τρόπον. 17.Γ.β.5 Εμφυτευτικά Κτήματα 2.Η ολική του κτήματος αξία αναλύεται εις τα ακόλουθα στοιχεία: α)Την αρχικήν αξίαν της παραχωρηθείσης εις τον εμφυτευτήν ασκεπούς εκτάσεως. β)Τας καταβληθείσας υπό του εμφυτευτού δαπάνας εκχερσώσεως, φυτεύσεως και μονίμων βελτιώσεων και γ)Την υπολειπομένην μετά την αφαίρεσιν των δύο ανωτέρω ποσών διαφοράν προς συμπλήρωσιν της ολικής του κτήματος αξίας. 3.Η καταβλητέα εις τον ιδιοκτήτην αποζημίωσις αποτελείται εκ του αθροίσματος της εν τω προηγουμένω εδαφίω υπό στοιχείον α΄ μνημονευομένης αρχικής του κτήματος αξίας και των τριών δεκάτων της υπό στοιχείον γ΄ αναφερομένης διαφοράς προς συμπλήρωσιν της ολικής αξίας του κτήματος κατ’ ανώτατον όριον, μειούμενον εκάστοτε μέχρι του διπλασίου ποσού του εμφυτευτικού κανόνος επί της ακαθορίστου προσόδου. Εις το ποσόν τούτο προστίθενται και αι παρά του ιδιοκτήτου τυχόν καταβληθείσαι δαπάναι εκ των αναφερομένων εις το στοιχείον β΄. 4.Η ολική αξία του κτήματος εξευρίσκεται επί τη βάσει παντός στοιχείου εκτιμήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.