← Ελλάδα

7. ΝΟΜΟΣ 3400 της 9/15 Σεπτ.1927 Περί ανασυστάσεως του εκ της πυρκαϊάς της 1617 Μαρτ. 1927 καταστραφέντος αρχείου του Πρωτοδικείου Ηλείας και της εισα

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την ανασύσταση των αρχείων του Πρωτοδικείου Ηλείας και της εισαγγελίας του, τα οποία καταστράφηκαν από πυρκαγιά στις 16-17 Μαρτίου 1927. Θεσπίζει διαδικασίες και υποχρεώσεις για την αποκατάσταση των χαμένων εγγράφων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
7. ΝΟΜΟΣ 3400 της 9/15 Σεπτ.1927 Περί ανασυστάσεως του εκ της πυρκαϊάς της 1617 Μαρτ. 1927 καταστραφέντος αρχείου του Πρωτοδικείου Ηλείας και της εισαγγελίας αυτού. Πρβλ. και το Β.Δ. της 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.1.-Πας κάτοχος πρωτοτύπου εγγράφου πολιτικής ή ποινικής φύσεως προερχομένου εκ του Πρωτοδικείου και εισαγγελίας Ηλείας υποχρεούται εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος να καταθέση τούτο παρά τω γραμματεί του δικαστηρίου τούτου. Μετά την παρέλευσιν της άνω προθεσμίας τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών και δια χρηματικής ποινής μέχρι δραχμών είκοσι χιλιάδων, ή δια της ετέρας των ποινών τούτων. 2.«Πας κάτοχος αντιπεφωνημένων αντιγράφων ή αποσπασμάτων, είτε κεκυρωμένων είτε μη υπό του αρμοδίου γραμματέως δια της υπογραφής του των εν τη παρ. 1 του παρόντος αναφερομένων εγγράφων υποχρεούται εντός της αυτής τριμήνου προθεσμίας και επί τη αυτή ποινή να καταθέση τούτο παρά τω αυτώ γραμματεί». 3.Δικηγόρος κατέχων υπό την ιδιότητά του οιονδήποτε αντιπεφωνημένον αντίγραφον εγγράφου ποινικής ή πολιτικής φύσεως υποχρεούται, εντός μηνός αφ’ ης ζητηθή εγγράφως παρ’ οιουδήποτε έχοντος συμφέρον, να καταθέση τούτο παρά τω γραμματεί, εν αρνήσει δε υπόκειται εις την αυτήν ως άνω ποινήν. 4.Τα κατά τας παραγρ. 1, 2 και 3 κατατεθέντα πρωτότυπα ή αντιπεφωνημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα, θεωρούμενα και προσυπογραφόμενα υπό του προέδρου, επέχουσι θέσιν πρωτοτύπου, κατατιθέμενα εις το αρχείον του οικείου δικαστικού γραφείου, εξ’ ων ο γραμματεύς υποχρεούται να εκδώση εφ’ άπαξ αντίγραφον εφ’ απλού προς τον καταθέσαντα. 6.Β.ι.7 Αρχεία Δικαστηρίων «5.Εκ των ανωτέρω εγγράφων και εισηγητικών εκθέσεων τα μη κεκυρωμένα δια της υπογραφής του αρμοδίου γραμματέως προσάγονται εις τον πρόεδρον πρωτοδικών όστις αφού καλέση τους πληρεξουσίους δικηγόρους ή ελλείψει τοιούτων τους διαδίκους και τον αρμόδιον του τμήματος γραμματέα, τον εκδόσαντα τα τοιαύτα έγγραφα ή συμμετασχόντα εις την εισηγητικήν έκθεσιν, και βεβαιωθή παρ’ αυτών περί της γνησιότητας τούτων επικυροί ταύτα δια της υπογραφής του». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρ. 2 παρ.2 Β.Δ. 21/28 Αυγ.1939 (κατωτ. αρ. 9). Η παρ. 5 προσετέθη υπό της παρ. 3 του αυτού άρθρου. Ως προς την προθεσμίαν της παρ. 1 πρβλ. την παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρ. 2. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. Άρθρ.8.-Αι προθεσμίαι, δικαστικαί τε και συμβατικαί, προς διεξαγωγήν αποδείξεων, δηλώσεως αποδοχής ή αντεπαγωγής όρκου και δόσεως αυτού, αρξάμεναι προ της 24 Μαρτ. 1939 άρχονται δια νέας κοινοποιήσεως, του διαρρεύσαντος χρόνου μη υπολογιζομένου». Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 7 του Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.9.-«Προς βεβαίωσιν της καταστροφής εκ της ανωτέρω αιτίας παντός εν γένει δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, αποδείξεων, κλπ., και του περιεχομένου αυτών τηρείται η διαδικασία των περί απωλείας εγγράφων διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας, διεξαγομένη κατά την επ’ αναφορά διαδικασίαν ενώπιον του δικαστηρίου «εκτός των γραμματίων εις διαταγήν και συναλλαγματικών, εφ’ ων έχουσιν εφαρμογήν αι σχετικαί διατάξεις του ν.5325 (11.Βδ.2) και των τραπεζιτικών επιταγών εφ’ ων αι σχετικαί διατάξεις του ν.5960 (11.Βε.3)». Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 8 του Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.10.-Επί τη απωλεία εκ της πυρκαϊάς γραμματίου παρακαταθήκης, επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, εκδίδεται υπό του εκδόντος τούτου ταμίου πιστοποιητικόν, εις ο δέον να εμφαίνηται πότε τούτο εξεδόθη, δια ποίον ποσόν, αιτίαν κλπ. και υπ’ ευθύνην του ταμίου ότι τούτο δεν εξωφλήθη, άνευ άλλης τινός διατυπώσεως ή εγκρίσεως της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού ή της διευθύνσεως του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Το ούτως εκδιδόμενον πιστοποιητικόν επέχει θέσιν γραμματίου και δύναται και εξοφληθή υπό του δικαιούχου. Προκειμένου περί εκδόσεως αντιγράφων, διπλοτύπων καταβολής δικαστικού ενσήμου αγωγών ή οιουδήποτε άλλου αντιγράφου ή πιστοποιητικού σχέσιν έχοντος με την αντικατάστασιν των εκ της πυρκαϊάς απολεσθέντων, επιτρέπεται να εκδίδηται τοιούτον απ’ ευθείας υπό του ταμίου Ηλείας, άνευ ουδεμιάς άλλης διατυπώσεως ή εγκρίσεως της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού ή της κεντρικής διευθύνσεως του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Άρθρ.11.-Τα τέλη των συζητηθεισών και μη δημοσιευθεισών αποφάσεων, εφ’ όσον αύται αποδεδειγμένως κατεστράφησαν, επιστρέφονται εις τους καταθέσαντας ταύτα πληρεξουσίους, κατόπιν ενόρκου βεβαιώσεώς των ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου. 6.Β.ι.7 Αρχεία Δικαστηρίων Άρθρ.12.-1.Εάν εκ της επισυμβάσης πυρκαϊάς κατεστράφησαν βουλεύματα μετά των οικείων δικογραφιών, αποφαινόμενα την προσωρινήν επί εγγυήσει απόλυσιν κατηγορουμένου, άτινα δεν είχον εισέτι διαβιβασθή προς εκτέλεσιν εις τον εισαγγελέα, επιτρέπεται ίνα, επί τη αιτήσει του κατηγορουμένου, απαπληρωθή το απολεσθέν βούλευμα δι’ εκδόσεως νέου τοιούτου υπό του δικαστικού συμβουλίου, εάν η απώλεια και το περιεχόμενον τούτου βεβαιωθώσιν ενώπιον αυτού υπό του προέδρου, ή του εισαγγελέως, ή του ανακριτού, ή του εισηγητού, ή του επί των βουλευμάτων υπαλλήλου και του συνηγόρου του κατηγορουμένου. 2.Η προσωρινή απόλυσις επί εγγυήσει κατηγορουμένου, γενομένη κατόπιν βουλεύματος καταστραφέντος, αποδεικνύεται εκ των παρά του επιστάτου των φυλακών τηρουμένων βιβλίων. 3.Εάν προ της πυρκαϊάς διετάχθη η προσωρινή επί εγγυήσει απόλυσις κατηγορουμένου, ο καταθέσας την εγγύησιν αναλαμβάνει ταύτην, εάν εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος, προκειμένου περί πλημμελήματος, ή ενός έτους, προκειμένου περί κακουργήματος δεν εκδοθή παραπεμπτικόν βούλευμα. Βλ. και άρθρ.9 Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτέρω αρ.9) ως προς την προθεσμίαν. Άρθρ.13.-1.Εάν κατά την αυτήν πυρκαϊάν κατεστράφησαν μετά των σχετικών δικογραφιών βουλεύματα, δι’ ων παραπέμπονται κατηγορούμενοι εις το ακροατήριον οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ενεργείται νέα ανάκρισις επί ταις αυταίς πράξεσιν, επί τη βάσει νέας εγκλήσεως, εγχειριζομένης τω εισαγγελί παρά του παθόντος, εάν πρόκειται περί αδικήματος διωκομένου κατ’ έγκλησιν άνευ περιορισμού τινός του νόμου, κατόπιν δε παραγγελίας της εισαγγελικής αρχής, επί των εξ επαγγέλματος διωκομένων. 2.Εάν κατατεθή, κατά το άρθρ. 1, υπό οιουδήποτε κατόχου αντίγραφον παραπεμπτικού βουλεύματος, απολεσθείσης εκ της άνω αιτίας της δικογραφίας, ενεργείται εξέτασις κατά παραγγελίαν του αρμοδίου εισαγγελέως προς ανασχηματισμόν αυτής, δυναμένου του εισαγγελέως επί πλημμελημάτων να εισαγάγη την υπόθεσιν εις το ακροατήριον και άνευ τοιαύτης εξετάσεως, εάν εκ του βουλεύματος παρέχωνται αυτώ τα στοιχεία της εισαγωγής. 3.Επί καταστροφής απαλλακτικού ή παύοντος προσωρινώς την καταδίωξιν βουλεύματος καθ’ ου είχεν ασκηθή ένδικον μέσον διατάσσεται νέα εξέτασις προς ανασχηματισμόν της δικογραφίας, κατά τα εν παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Η άσκησις του ενδίκου μέσου πιστοποιείται δια βουλεύματος του συμβουλίου μετά βεβαίωσιν του αρμοδίου δικαστικού υπαλλήλου του Πρωτοδικείου ή της εισαγγελίας και του διαδίκου μετά του συνηγόρου του. Εάν δεν είχεν ασκηθή ένδικον μέσον κατά του απαλλακτικού βουλεύματος εντός της υπό του νόμου τεταγμένης προθεσμίας, βεβαιούται δε η έκδοσις του βουλεύματος και ή μη άσκησις του ενδίκου μέσου, κατά τα άνω εκτιθέμενα, το βούλευμα θεωρείται απρόσβλητον. 4.Εάν δεν είχεν εκδοθεί βούλευμα, επαναλαμβάνεται η ανάκρισις, επί τη βάσει νέας μηνύσεως ή παραγγελίας, κατά τα εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Άρθρ.14.-Κατά τον αυτόν τρόπον ανασχηματίζεται η δικογραφία και όταν είχεν εκδοθή απόφασις καταδικαστική, καθ’ ης είχεν ασκηθή εμπροθέσμως ένδικον μέσον, της ασκήσεως τούτου βεβαιουμένης κατά τα εν παρ. 3 του προηγουμένου άρθρου οριζόμενα. Εν τοιαύτη περιπτώσει εν τη κατ’ έφεσιν ή κατ’ ανακοπήν δίκη αναγιγνώσκονται αι μαρτυρίαι αι ληφθείσαι κατά τον ανασχηματισμόν της δικογραφίας, και ανώμοτοι ούσαι. Άρθρ.15.-Προκειμένου περί μετατροπής ποινής φυλακίσεως ή κρατήσεως εις χρηματικήν ποινήν ή πρόστιμον, εάν βεβαιωμένως κατεστράφησαν υπό της πυρκαϊάς τα σχετικά ποινικά μητρώα, οφείλει ο αιτών να δηλώση ενόρκως ενώπιον του ειρηνοδίκου Πύργου ότι δεν μετέτρεψεν άλλοτε τοιαύτην ποινήν. Άρθρ.16.-Οι εν προφυλακίσει διατελούντες ήδη κατηγορούμενοι, εφ’ όσον η πράξις αυτών φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, απολύονται επί εγγυήσει, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των τυχόν απαγορευουσών την προσωρινήν επ’ εγγυήσει απόλυσιν διατάξεων. Άρθρ.17.-Εφ’ όσον δεν έχουσι βεβαιωθή τα δικαστικά έξοδα καταδικαστικής αποφάσεως του πλημμελειοδικείου, απολύεται ο καταδικασθείς εκ των φυλακών μετά την λήξιν της ποινής του, αφού καταβάλη δια δικαστικά έξοδα δραχ. 300. άρθρ. 2 ν.110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Άρθρ.18.-Επί καταδικαστικών αποφάσεων εκδοθεισών κατ’ αντιμωλίαν και επιδικασασών τελεσιδίκως αποζημειώσεις εις του παθόντας, είτε δια ψυχικήν οδύνην είτε δια πολιτικάς απαιτήσεις, καταστραφεισών δε εκ της πυρκαϊάς, η ύπαρξις αυτών, εφ’ όσον κατά το άρθρ. 1 του παρόντος δεν προσήχθη αντίγραφον ή απόσπασμα αυτών, βεβαιούται υπό του προέδρου κατά την επ’ αναφορά διαδικασίαν, εξεταζομένων των δικηγόρων των διαδίκων. Άρθρ.19.-Ανακοπαί κατ’ ερήμην αποφάσεων του Πλημμελειοδικείου, εφ’ όσον δεν προσάγεται επιδοτήριον αποδεικνύον το εκπρόθεσμον αυτών, θεωρούνται εμπρόθεσμοι, της περί εκτελέσεως αυτών διαταγής του εισαγγελέως μη αποδεικνυούσης τελεσιδικίαν. Σελ. 239 Αρχεία Δικαστηρίων 6.Β.ι.7 Άρθρ.20.-«Άπαντα τα υπό του ανωτέρω νόμου προβλεπόμενα έγγραφα, πράξεις, αιτήσεις και λοιπά πάσης διαδικασίας, προβλεπομένης υπό του νόμου τούτου, ενεργούνται και γράφονται εφ’ απλού άνευ καταβολής παντός τέλους, φόρου και ενσήμου, προβλεπομένων υπό πάντων των ειδικών νόμων, ήτοι ενσήμων αντιγραφικών δικαιωμάτων, ενσήμων Ταμείου Συντάξεως Νομικών, και ενσήμων ανεγέρσεως φυλακών και δικαστικών μεγάρων». Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 10 Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.21.-Το δημόσιον δύναται προσωρινώς να εγκαταστήση το κατάστημα του Πρωτοδικείου και εισαγγελίας εις άλλα οικήματα, μεμισθωμένα παρ’ αυτού εν τη πόλει Πύργου και χρησιμοποιούμενα ως διδακτήρια ή δι’ άλλας δημοσίας υπηρεσίας, συμπτυσσομένων των άλλων υπηρεσιών ή μισθουμένων ετέρων δια ταύτας οικημάτων, χωρίς η τοιαύτη εναλλαγή της χρήσεως να θεωρήται χαλεπωτέρα, του δημοσίου ουδόλως ευθυνομένου δια τοιαύτην εναλλαγήν. Άρθρ.22.-Πάσα συμπλήρωσις και ερμηνεία του νόμου τούτου, ενδεικνυομένη εκ της εφαρμογής του δύναται να γίνη δια Π.Δ/τος, προκαλουμένου υπό του επί της Δικαιοσύνης υπουργού, επί τη ητιολογημένη εκθέσει του παρ’ Εφέταις εισαγγελέως. Βάσει των άρθρ. 22 και 23 εξεδόθη το Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.23.-Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί πάσης εν τω μέλλοντι εκ πυρκαϊάς ή οιουδήποτε άλλου λόγου μερικής ή ολικής καταστροφής αρχείων οιουδήποτε δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Η εφαρμογή του νόμου τούτου επεξετάθη και προς ανασύστασιν των αρχείων. α)Πρωτοδικείου, Εισαγγελίας, Ειρηνοδικείου και Πταισματοδικείου Κοζάνης, δια του Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). β)Πρωτοδικείου, εισαγγελίας και Ειρηνοδικείου Καστορίας, καταστραφέντων εκ του εμπρησμού της 3-4 Νοεμ.1943, δια του Κ.Δ. 10 Φεβρ./6 Απρ.1944. γ)Ειρηνοδικείου Τζουμέρκων, καταστραφέντων εκ πυρπολήσεως της 25 Οκτ. 1943, δια του Κ.Δ. 3/12 Μαΐου 1944. δ)Ειρηνοδικείου Βάλτης καταστραφέντων εκ πυρκαϊάς της 30 Ιαν. 1944, δια του Β.Δ. 2/18 Μαΐου 1946. Σελ. 240 ε)Πρωτοδικείου, εισαγγελίας, ειρηνοδικείου και Πταισματοδικείου Σερρών και Ειρηνοδικείων Σιδηροκάστρου και Φυλλίδος καταστραφέντων συνεπεία πολεμικών γεγονότων, δια του Β.Δ. 2/25 Μαΐου 1946. ς)Πρωτοδικείου Καβάλλας καταστραφέντων συνεπεία πολεμικών γεγονότων, δια του Β.Δ. 23 Νοεμ./18 Δεκ.1946. ζ)Πρωτοδικείου Άρτης, καταστραφέντων συνεπεία πολεμικών γεγονότων, δια του Β.Δ. 8/31 Ιαν.1947. η)Εφετείου Πρωτοδικείου, ειρηνοδικείου και Πταισματοδικείου Κερκύρας καταστραφέντων συνεπεία πολεμικών γεγονότων, δια του Β.Δ. 8/31 Ιαν. 1947. θ)Ειρηνοδικείου Μουριών (Ηλείας) καταστραφέντων συνεπεία πολεμικών γεγονότων, δια του Β.Δ. 30 Ιουν./23 Ιουλ. 1947. ι)Πρωτοδικείου Εδέσσης καταστραφέντων υπό συμμοριτών δια του Β.Δ. 1/10 Φεβρ. 1950. Βλ. και άρθρ. 1 και 8 ν.1579/1918 ανωτ. αρ. 6, άρθρον μόνον ν.5853/1933 κατωτ. αριθμός 8, ως και αυτόθι σχόλια. Άρθρ.24.-«Εάν κατά την πυρκαϊάν κατεστράφη ο κατάλογος των ενόρκων, γίνεται ανασύνταξις αυτού υπό του Προέδρου και του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών εντός 15 ημερών από της καταστροφής. Ο ούτω συνταχθείς κατάλογος κηρύσσεται εντός ετέρων πέντε ημερών οριστικός υπό του παρ’ Εφέταις Εισαγγελέως, και ισχύει μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του κατά τας διατάξεις των άρθρ. 14 έως 19 του κωδικοποιημένου νόμ. 5026, «περί δικαστηρίου κακουργιοδικών» συνταχθησομένου κατά το επόμενον έτος καταλόγου ενόρκων. 2.Αι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου εφαρμόζονται και εις πάσαν περίπτωσιν εξ οιασδήποτε αιτίας καταστροφής των καταλόγων των ενόρκων. Το άρθρ.24 προσετέθη δια του Α.Ν. 405/1945 (κατωτ. αρ. 10). 6.Β.ι.7 Αρχεία Δικαστηρίων Άρθρ.2.-Δικασταί ή δικαστικοί πάρεδροι υπηρετήσαντες ή υπηρετούντες παρά τω Πρωτοδικείω Ηλείας και διορισθέντες εισηγηταί επί εκδικασθεισών πολιτικών ή ποινικών υποθέσεων υποχρεούται εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος ν’ αποστείλωσιν ή προσαγάγωσιν εις τον πρόεδρον των πρωτοδικών Ηλείας άπαντα τα παρ’ αυτών τυχόν τηρούμενα σχέδια πολιτικών ή ποινικών αποφάσεων ή βουλευμάτων (εάν και εφ’ όσον ετηρήθησαν παρ’ αυτών τοιαύτα), συμβάλλοντες ούτως εις την ανασύστασιν του αρχείου. Ο πρόεδρος, επί τη αιτήσει τινός ενδιαφερομένου διαδίκου, έχων ταύτα υπ’ όψη και συσχετίζων προς τα παρά παντός κατόχου προσαγόμενα έγγραφα, κατά τα εν άρθρ. 1 του παρόντος, και προς τας τυχόν γενομένας εξομολογήσεις των διαδίκων ή πληρεξουσίων των, καταρτίζει το ιστορικόν της καταστραφείσης αποφάσεως, του σκεπτικού και του διατακτικού λαμβανομένων εκ του σχεδίου, μετά προηγουμένην κλήτευσιν προς ακρόασιν των διαδίκων ή των πληρεξουσίων των. Η ουτωσί καταρτιζομένη απόφασις, κατατιθεμένη εις το αρχείον και εις το οικείον τμήμα, πολιτικόν, ποινικόν, ή βουλευμάτων αποτελεί το πρωτότυπον. Η παράβασις της διατάξεως του άρθρου τούτου αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα. Άρθρ.3.-1.Τα παρά τω γραμματεί κατατεθειμένα προ της πυρκαϊάς και απολεσθέντα πρωτότυπα αγωγών αντικαθίστανται παρά μεν του ενάγοντος δια καταθέσεως νέου τοιούτου εκ του εις χείρας του ευρισκομένου σχεδίου, παρά δε του εναγομένου δια καταθέσεως του προς αυτόν κοινοποιηθέντος αντιγράφου. 2.Το απολεσθέν πρωτότυπον ανακοπής, εφέσεως, αναιρέσεως, ή αναψηλαφίσεως αντικαθίσταται ή δι’ αντιγράφου του εις χείρας του ασκήσαντος το ένδικον τούτο μέσον δικηγόρου ή διαδίκου ευρισκομένου σχεδίου ή δια του κοινοποιηθέντος εις τον αντίδικον του αντιγράφου αυτού, κατατιθεμένου παρά τω γραμματεί, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 1 του παρόντος. Πρβλ. και το άρθρ. 3 του Β.Δ. της 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9) ως προς την προθεσμίαν. Άρθρ.4.-1.Ο ασκήσας ένδικον μέσον, το πρωτότυπον του οποίου απωλέσθη, υποχρεούται, εφ’ όσον δεν έχει ληφθή επίσημον αντίγραφον αυτού, βεβαιούν και τον χρόνον της καταθέσεως, εντός μηνός από της ισχύος του παρόντος να καταθέση παρά τω γραμματεί αντίγραφον τούτου μετά του επιδοτηρίου, του αποδεικνύοντος την κλήτευσιν του αντιδίκου του προς συζήτησιν του ενδίκου τούτου μέσου, ή της προς αυτόν κοινοποιηθείσης κλήσεως προς συζήτησιν τούτου. Τα έγγραφα ταύτα, μη υποκείμενα εις τέλος, καταχωριζόμενα εις τα οικεία βιβλία των ενδίκων μέσων, επέχουσι θέσιν πρωτοτύπου. 2.Εν περιπτώσει αδυναμίας υποβολής των εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένων εγγράφων, ή εμπρόθεσμος ενάσκησις ενδίκου μέσου προς συζήτησιν του οποίου παρ’ ουδενός των διαδίκων εγένετο κλήσις, βεβαιούται δι’ αποφάσεως του προέδρου, ενώπιον του οποίου υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος αίτησις, εν ή εκτίθεται το εμπρόθεσμον της καταθέσεως του απολεσθέντος πρωτοτύπου του ενδίκου μέσου και οι λόγοι αυτού. Δια το παραδεκτόν ή μη της αιτήσεως, κατά την συζήτησιν της οποίας καλείται και ο καθ’ ου απευθύνεται, δύναται να εξετασθώσι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων. 3.Δια το παραδεκτόν της ως άνω αναπληρουμένης ανακοπής, εφ’ όσον αποδεικνύεται ότι η κατάθεσις εγένετο υπό το κράτος του από 4/9 Σεπτ. 1925 Ν.Δ/τος περί της εν μέρει καταργήσεως της ερημοδικίας και προσθήκης εις το άρθρ. 25 της Πολιτικής Δικονομίας (10.Αβ.49), δεν απαιτείται νέα κατάθεσις παραβόλου, δικαστικών εξόδων επιδικασθέντων, και των τελών ανακοπής. Πρβλ. και το άρθρ.4 του Β.Δ. της 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9) ως προς τας προθεσμίας. Σελ. 237 Αρχεία Δικαστηρίων 6.Β.ι.7 Άρθρ.5.-Το απολεσθέν πρακτικόν ορκοδοσίας δύναται να αντικαταστασθή, του ομόσαντος δίδοντος εκ νέου τον όρκον επί τη βάσει του εις τας χείρας του ευρισκομένου αντιγράφου της επιβαλλούσης τον όρκον αποφάσεως ή επιδοτηρίου της κοινοποιήσεώς της, εάν εις τούτο έχει καταχωρισθή το θέμα του όρκου. Εν ελλείψει τούτων δύναται να ζητήση ομόσων, κατά το άρθρ. 1 του παρόντος παρά του αντιδίκου του το προς αυτόν κοινοποιηθέν αντίγραφον της αποφάσεως. «Εν ελλείψει δε και τούτου δύναται να ζητήση την βεβαίωσιν της δόσεως του όρκου παρά του προέδρου των Πρωτοδικών, ενώπιον του οποίου, καλουμένου του καθ’ ου η αίτησις, δύναται να εξετασθώσιν ως μάρτυρες και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων». Το εντός « » τρίτον εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 5 του Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.6.-Εάν κατά πάσαν νέαν συζήτησιν υποθέσεως, είτε ενώπιον του Πρωτοδικείου είτε ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου, δεν δύνανται να προσαχθώσιν αντίγραφα των κατά τας προηγουμένας συζητήσεις προτάσεων επί εκδοθεισών αποφάσεων, τότε αι υποβαλλόμεναι προτάσεις κατά την νέαν συζήτησιν της υποθέσεως, περιέχουσαι απάσας τας ενστάσεις και ισχυρισμούς των διαδίκων επί της υποθέσεως ή οιασδήποτε αξιώσεως, λογίζονται ως απ’ αρχής υποβληθείσαι, απαγορευομένης της ενστάσεως απαραδέκτου αυτών το πρώτον προβαλλομένων. Άρθρ.7.-Εν περιπτώσει καθ’ ην, καταστραφεισών των διαφόρου είδους εισηγητικών εκθέσεων και μη κατατεθέντος αντιγράφου τούτων εντός της άνω ωρισμένης προθεσμίας, τότε, υπαρχούσης της διατασσούσης αποδείξεις απόφασεως, αύται επαναλαμβάνονται, κοινοποιουμένης της αποφάσεως ταύτης εκ νέου, ωσεί μη είχε κοινοποιηθή αύτη. «Μη υπαρχούσης δε ή μη κατατεθείσης εντός της ρηθείσης προθεσμίας του άρθρ. 2 παρ. 1 του παρόντος Δ/τος και της διαταξάσης τας αποδείξεις αποφάσεως, έκαστος των διαδίκων, εφ’ όσον δεν κατέστη εκπρόθεσμος προ της 24 Μαρτ. 1939 και εφ’ όσον δεν ανεπληρώθη η απωλεσθείσα απόφασις επί τη βάσει των διατάξεων του άρθρ. 2 του ν.3400 ως αύται συμπληρούνται δια του παρόντος Δ/τος, δικαιούται να εισαγάγη εκ νέου την υπόθεσιν απ’ αρχής. Το αυτό δε δικαίωμα θα έχη έκαστος των διαδίκων εν περιπτώσει απωλείας και μη καταθέσεως ή αναπληρώσεως ως άνω εντός της αυτής προθεσμίας της απωλεσθείσης αποφάσεως και αν δεν διεξήχθησαν συνεπεία αυτής αποδείξεις ως και αν δεν διετάσσοντο τοιαύται δι’ αυτής, μη Σελ. 238 εφαρμοζομένων εν ταις άνω περιπτώσεσι των διατάξεων του άρθρ. 475 της Πολιτικής Δικονομίας». Η παρ.2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 6 Β.Δ. 21/28 Αυγ. 1939 (κατ. αριθ. 9).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.