📄 Κείμενο νόμου
19. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 174 της 21/28 Σεπτ. 1973 (ΦΕΚ Α΄ 248) Περί κυρώσεως της εν Μόντρεαλ υπογραφείσης Διεθνούς Συμβάσεως δια την καταστολήν παρανόμων πράξεων κατά της ασφαλείας της Πολιτικής Αεροπορίας. Άρθρον πρώτον. Κυρούται και κτάται ισχύν νόμου η εν Μόντρεαλ τη 23η Σεπτεμβρίου 1971 υπογραφείσα Διεθνής Σύμβασις δια την καταστολήν παρανόμων πράξεων κατά της ασφαλείας της Πολιτικής Αεροπορίας, ης το κείμενον έπεται εν πρωτοτύπω εις την Αγγλικήν γλώσσαν και εν μεταφράσει εις την Ελληνικήν: ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΛΑΒΟΝΤΑ ΥΠ’ ΟΨΙΝ ότι παράνομοι πράξεις κατά της ασφαλείας της Πολιτικής Αεροπορίας θέτουν εις κίνδυνον την ασφάλειαν προσώπων και πραγμάτων, έχουν σοβαράν επίδρασιν επί της εκτελέσεως των αεροπορικών δρομολογίων και υπονομεύουν την εμπιστοσύνην των λαών της υφηλίου εις την ασφάλειαν της Πολιτικής Αεροπορίας, ότι τοιαύται πράξεις απασχολούν σοβαρώς ταύτα, ότι προς το σκοπόν αποτρέψεως τοιούτων πράξεων υφίσταται επείγουσα ανάγκη προβλέψεως καταλλήλων μέτρων δια τον κολασμόν των δραστών. ΣΥΝΕΦΩΝΗΣΑΝ ΩΣ ΚΑΤΩΤΕΡΩ: Άρθρον 1. 1.Τελεί παράβασιν παν πρόσωπον το οποίον παρανόμως και σκοπίμως: (α)προβαίνει εις πράξιν βίας κατά προσώπου επί αεροσκάφους εν πτήσει εφ’ όσον η τοιαύτη πράξις θέλει θέσει εν κινδύνω την ασφάλειαν του εν λόγω αεροσκάφους ή (β)καταστρέφει αεροσκάφος εν λειτουργία ή επιφέρει ζημίαν εις το εν λόγω αεροσκάφος ήτις καθιστά τούτο ακατάλληλον προς πτήσιν ή ήτις δυνατόν να θέση εν κινδύνω την ασφάλειαν αυτού εν πτήσει, ή (γ)τοποθετεί ή προκαλεί την δι’ οιουδήποτε τρόπου τοποθέτησιν επί αεροσκάφους εν λειτουργία συσκευής ή ουσίας ήτις δυνατόν να καταστρέψη το εν λόγω αεροσκάφος ή προξενήση εις τούτο ζημίαν ήτις καθιστά τούτο ακατάλληλον προς πτήσιν ή δυνατόν να θέση εν κινδύνω την ασφάλειαν του αεροσκάφους εν πτήσει, ή (δ)καταστρέφει ή επιφέρει ζημίας εις τας εγκαταστάσεις ή υπηρεσίας αεροναυτιλίας ή παρεμβαίνει εις την λειτουργίαν τούτων, εφ’ όσον οιαδήποτε τοιαύτη πράξις δυνατόν να θέση εν κινδύνω την ασφάλειαν αεροσκάφους εν πτήσει, ή (ε)διαβιβάζει πληροφορίας ας γνωρίζει ότι είναι ψευδείς θέτων ούτω εις κίνδυνον την ασφάλειαν αεροσκάφους εν πτήσει. «ΙΑ.Οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράττει αδίκημα, εάν παράνομα και εσκεμμένα χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε συσκευή, ουσία ή όπλο: (α)Εκτελεί μία πράξη βίας, εναντίον προσώπου σε έναν αερολιμένα που εξυπηρετεί τη διεθνή πολιτική αεροπορία, η οποία προκαλεί ή είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο, ή (β)καταστρέφει ή προκαλεί σοβαρές ζημιές στις εγκαταστάσεις ενός αερολιμένα, που εξυπηρετεί τη διεθνή πολιτική αεροπορία, ή σε αεροσκάφη που βρίσκονται σταθμευμένα ή επιφέρει αναστάτωση στις υπηρεσίες του αερολιμένα. Εάν μια τέτοια πράξη θέτει σε κίνδυνο ή είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια σ’ αυτόν τον αερολιμένα». Η παρ. ΙΑ, προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ, 1913/1990, ΦΕΚ Α΄ 177 (κατωτ. αριθ. 27). 2.Τελεί ωσαύτως παράβασιν παν πρόσωπον το οποίον: (α)αποπειράται να τελέση οιανδήποτε εκ των αναφερομένων εν παρ. 1 «η παρ. ΙΑ» του παρόντος Άρθρου παραβάσεων, Οι μέσα σε « » λέξεις προστέθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 11 Νόμ. 1913/1990, ΦΕΚ Α΄ 127, (κατωτ. αριιθ. 27). (β)είναι συνεργός προσώπου ο τελεί ή αποπειράται να τελέση οιανδήποτε τοιαύτην παράβασιν. Άρθρον 2. Δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως: (α)αεροσκάφος θεωρείται εν πτήσει από της στιγμής καθ’ ην άπασαι αι εξωτερικαί θύραι αυτού εκλείσθησαν μετά την επιβίβασιν, μέχρι της στιγμής καθ’ ην μία των θυρών τούτων ηνοίχθη προς τον σκοπόν αποβιβάσεως• εν περιπτώσει αναγκαστικής προσγειώσεως η πτήσις θεωρείται συνεχιζομένη μέχρις ου αι αρμόδιαι αρχαί αναλάβουν την ευθύνην δια το αεροσκάφος και τα επ’ αυτού πρόσωπα και πράγματα. (β)αεροσκάφος θεωρείται εν λειτουργία από της ενάρξεως της προ της πτήσεως προετοιμασίας αυτού υπό του προσωπικού εδάφους ή του πληρώματος δια μίαν ωρισμένην πτήσιν μέχρι παρόδου είκοσι τεσσάρων ωρών μετά οιανδήποτε προσγείωσιν εν πάση περιπτώσει, η περίοδος λειτουργίας θα επεκτείνεται εφ’ ολοκλήρου της περιόδου κατά την διάρκειαν της οποίας το αεροσκάφος ευρίσκεται εν πτήσει ως ορίζεται εν παραγράφω (α) του παρόντος Άρθρου. Άρθρον 3. Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος αναλαμβάνει την υποχρεώσιν να καταστήση τας αναφερομένας εν Άρθρω 1 παραβάσεις κολασίμους δι’ αυστηρών ποινών. Άρθρον 4. 1.Η παρούσα Σύμβασις δεν εφαρμόζεται επί αεροσκαφών χρησιμοποιουμένων δια σκοπούς στρατιωτικούς, τελωνειακούς ή αστυνομικούς. 2.Εις τας προβλεπομένας υπό των υποπαραγράφων (α), (β), (γ) και (ε) της παραγράφου 1 του Άρθρου 1 περιπτώσις η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως εάν το αεροσκάφος εκτελή διεθνή πτήσιν ή πτήσιν εσωτερικού, μόνον εφ’ όσον: (α)το πραγματικόν ή προβλεπόμενον σημείον απογειώσεως ή προσγειώσεως του αεροσκάφους κείται εκτός της επικρατείας του Κράτους νηολογήσεως του αεροσκάφους τούτου, ή (β)η παράβασις τελείται εντός της επικρατείας κράτους ετέρου του Κράτους νηολογήσεως του αεροσκάφους. 3.Παρά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος Άρθρου, εις τας προβλεπομένας υπό των υποπαραγράφων (α), (β), (γ) και (ε) της παραγράφου 1 του Άρθρου 1 περιπτώσεις η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται ωσαύτως εφ’ όσον ο δράστης ή ο ύποπτος της παραβάσεως ευρίσκεται εντός της επικρατείας Κράτους ετέρου του Κράτους νηολογήσεως του αεροσκάφους. (Αντί για τη σελ. 920,27) Σελ. 920,27(α) Τεύχος 1146-Σελ. 45 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 38.Π.α.19 383 4.Ως προς τα μνημονευόμενα εν Άρθρω 9 Κράτη και εις τας προβλεπομένας υπό των υποπαραγράφων (α), (β), (γ) και (ε) της παραγράφου 1 του Άρθρου 1 περιπτώσεις, η παρούσα Σύμβασις δεν εφαρμόζεται εφ’ όσον τα αναφερόμενα εν υποπαραγράφω (α) της παραγράφου 2 του παρόντος Άρθρου σημεία κείνται εντός της επικρατείας του αυτού Κράτους το δε Κράτος τούτο είναι έν εκ των αναφερομένων εν Άρθρω 9 εκτός εάν η παράβασις τελείται ή ο δράστης ή ο ύποπτος της παραβάσεως ευρίσκεται εντός της επικρατείας Κράτους ετέρου του εν λόγω Κράτους. 5.Εις τας προβλεπομένας υπό της υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου 1 του Άρθρου 1 περιπτώσεις, η παρούσα Σύμβασις εφαρμόζεται μόνον εφ’ όσον αι εγκαταστάσεις και υπηρεσίαι αεροναυτιλίας χρησιμοποιούνται εις την διεθνή αεροναυτιλίαν. 6.Αι διατάξεις των παραγράφων, 2, 3, 4 και 5 του παρόντος Άρθρου εφαρμόζονται ωσαύτως εις τας προβλεπομένας υπό της παραγράφου 2 του Άρθρου 1 περιπτώσεις. Άρθρον 5. 1.Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα δια την ενάσκησιν της δικαιοδοσίας του επί παραβάσεων εις τας κάτωθι περιπτώσεις: (α)όταν η παράβασις τελείται εντός της επικρατείας του Κράτους τούτου, (β)όταν η παράβασις τελείται κατά ή επί αεροσκάφους εγγεγραμμένου εν τω νηολογίω του Κράτους τούτου, (γ)όταν το αεροσκάφος εφ’ ου τελείται η παράβασις προσγειούται εις την επικράτειαν αυτού μετά του υπόπτου της παραβάσεως ευρισκομένου εισέτι επί του εν λόγω αεροσκάφους, (δ)όταν η παράβασις τελείται κατά ή επί αεροσκάφους μεμισθωμένου άνευ πληρώματος εις πρόσωπον ούτινος η κυρίως έδρα εργασίας, ή, εάν δεν υφίσταται τοιαύτη, η μόνιμος κατοικία, ευρίσκεται εις το Κράτος τούτο. 2.Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος λαμβάνει ωσαύτως τα αναγκαία μέτρα δια την ενάσκησιν της δικαιοδοσίας του επί των αναφερομένων εν Άρθρω 1, παράγραφος 1 (α), (β) και (γ) και εν Άρθρω 1, παράγραφος 2 παραβάσεων καθ’ ην έκτασιν η παράγραφος αύτη αναφέρεται εις τας εν λόγω παραβάσεις, εις ην περίπτωσιν ο ύποπτος της παραβάσεως ευρίσκεται, εντός της επικρατείας του και το εν λόγω Κράτος δεν εκδίδει τούτον συμφώνως των Άρθρω 8 εις οιονδήποτε εκ των αναφερομένων εν τη υποπαραγράφω 1 του παρόντος Άρθρου Κρατών. Σελ. 920,28(α) Τεύχος 1146-Σελ. 46 «2Α.Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα λαμβάνει, επίσης, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ασκήσει τη διαδικασία του επί των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 1, παρ. ΙΑ, και στο άρθρ. 1, παρ. 2, στην έκταση που η παράγραφος αυτή σχετίζεται με τις παραβάσεις αυτές, στην περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβάτης βρίσκεται μέσα στην επικράτειά του, και το εν λόγω κράτος δεν τον εκδίδει σε εφαρμογή του άρθρ. 8, στο κράτος που αναφέρεται στην παρ. Ι(α) του παρόντος άρθρου». Η παρ. 2Α, προστέθηκε από το άρθρ. ΙΙΙ Νόμ. 1913/1990, ΦΕΚ Α΄ 177 (κατωτ. αριθ 27). 3.Η παρούσα Σύμβασις δεν αποκλείει οιανδήποτε ποινικήν δικαιοδοσίαν ασκουμένην συμφώνως προς το εσωτερικόν δίκαιον. Άρθρον 6. 1.Εφ’ όσον κρίνη ότι αι περιστάσεις δικαιολογούν τούτο, παν Συμβαλλόμενον Κράτος εντός της επικρατείας του οποίου ευρίσκεται ο δράστης ή ο ύποπτος τοιαύτης πράξεως θέλει θέσει τούτον υπό κράτησιν ή λάβει έτερα μέτρα ίνα εξασφαλίση την παρουσίαν τούτου. Η κράτησις αύτη και τα έτερα μέτρα δέον να είναι τα προβλεπόμενα υπό του δικαίου του εν λόγω Κράτους, αλλά δεν δύνανται να συνεχισθούν ει μη μόνον εφ’ όσον διαρκή η αναγκαία προθεσμία δια την ενάσκησιν ποινικής διώξεως ή διαδικασίας εκδόσεως. 2.Το εν λόγω Κράτος προβαίνει πάραυτα εις προκαταρκτικήν εξέτασιν επί των γεγονότων. 3.Παν υπό κράτησιν πρόσωπον κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1 του παρόντος Άρθρου διευκολύνεται όπως επικοινωνή πάραυτα μετά του πλησιεστέρου αρμοδίου αντιπροσώπου του Κράτους ούτινος είναι υπήκοος. 4.Ότε συμφώνως τω παρόντι Άρθρω Κράτος έθεσεν πρόσωπον υπό κράτησιν, γνωστοποιεί πάραυτα εις τα αναφερόμενα εν Άρθρω 5 παράγραφος 1 Κράτη, εις το Κράτος εθνικότητος του υπό κράτησιν προσώπου ως και εις οιονδήποτε έτερον ενδιαφερόμενον Κράτος, εφ’ όσον κρίνη τούτο σκόπιμον, ότι το πρόσωπον τούτο ευρίσκεται υπό κράτησιν και τας περιστάσεις υπό τας οποίας εθεωρήθη αναγκαία η κράτησίς του. Το Κράτος όπερ ενεργεί την προκαταρκτικήν εξέτασιν συμφώνως τη παραγράφω 2 του παρόντος Άρθρου, ανακοινοί άνευ καθυστερήσεως τα πορίσματά του εις τα ρηθέντα Κράτη και δηλώνει κατά πόσον προτίθεται να ασκήση την δικαιοδοσίαν του. 38.Π.α.19 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 384 ΄Αρθρον 7. Το Συμβαλλόμενον Κράτος εντός της επικρατείας του οποίου ευρίσκεται ο ύποπτος της παραβάσεως, εφ’ όσον δεν εκδίδη τούτον, υποχρεούται, άνευ οιασδήποτε εξαιρέσεως και ανεξαρτήτως εάν η παράβασις ετελέσθη εντός της επικρατείας του, να παραπέμψη την υπόθεσιν εις τας αρμοδίας αρχάς του δια την άσκησιν ποινικής διώξεως. Αι εν λόγω αρχαί λαμβάνουν την απόφασίν των ως να επρόκειτο περί παραβάσεως σοβαράς φύσεως του κοινού δικαίου συμφώνως τη νομοθεσία του εν λόγω Κράτους. Άρθρον 8. 1.Αι τοιαύται παραβάσεις θεωρούνται ότι περιλαμβάνονται ως παραβάσεις επαγόμεναι έκδοσιν εις οιανδήποτε συνθήκην εκδόσεως υφισταμένην μεταξύ Συμβαλλομένων Κρατών. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν όπως περιλάβουν τας τοιαύτας παραβάσεις ως παραβάσεις επαγομένας έκδοσιν εις οιανδήποτε συνθήκην εκδόσεως συναφθησομένην μεταξύ των. 2.Εάν Συμβαλλόμενον Κράτος, όπερ δια την έκδοσιν προϋποθέτει την ύπαρξιν συνθήκης, λάβη αίτησιν περί εκδόσεως παρ’ ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους μεθ’ ου δεν υφίσταται συνθήκη εκδόσεως, δύναται κατά την κρίσιν του να θεωρήση την παρούσαν Σύμβασιν ως νομικήν βάσιν δια την έκδοσιν αναφορικώς προς τας παραβάσεις. Η έκδοσις θα υπόκειται και εις τους ετέρους όρους οι οποίοι προβλέπονται υπό του δικαίου του Κράτους προς ο απηυθύνθη η αίτησις. 3.Συμβαλλόμενα Κράτη άτινα δεν προϋποθέτουν δια την έκδοσιν την ύπαρξιν συνθήκης, αναγνωρίζουν μεταξύ των τας παραβάσεις ως παραβάσεις επαγομένας έκδοσιν συμφώνως προς τους προβλεπομένους όρους υπό του δικαίου του Κράτους προς ο απηυθύνθη η αίτησις. 4.Δια τους σκοπούς εκδόσεως μεταξύ Συμβαλλομένων Κρατών, εκάστη των παραβάσεων θεωρείται τελεσθείσα ουχί μόνον εις τον τόπον ένθα έλαβε χώραν αλλ’ ωσαύτως εντός της επικρατείας των Κρατών άτινα απαιτείται να ασκήσουν δικαιοδοσίαν συμφώνως τω Άρθρω 5 παραγρ. 1 (β), (γ) και (δ). Άρθρον 9. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη άτινα συνιστούν οργανισμούς από κοινού εκμεταλλεύσεως αεροπορικών μεταφορών ή διεθνείς οργανισμούς εκμεταλλεύσεως, οίτινες χρησιμοποιούν αεροσκάφη εγγεγραμμένα εις κοινόν ή διεθνές νηολόγιον, δια των καταλλήλων μέσων, ορίζουν μεταξύ των, δι’ έν έκαστον αεροσκάφος το Κράτος ο θα ασκή την δικαιοδοσίαν του και θα έχη τα προνόμια του Κράτους νηολογήσεως δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως, θα πληροφορούν δε περί τούτου τον Οργανισμόν Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας όστις γνωστοποιεί την δήλωσιν ταύτην εις άπαντα τα Κράτη Μέλη της παρούσης Συμβάσεως. (Μετά την σελ. 92,28(α) Σελ. 920,281 Τεύχος 1146-Σελ. 47 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 38.Π.α.19 385 38.Π.α.19 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 386 Άρθρον 10. 1.Τα Συμβαλλόμενα Κράτη, συμφώνως προς το διεθνές και εσωτερικόν των δίκαιον, καταβάλλουν προσπάθειαν προς λήψιν απάντων των δυνατών μέτρων ίνα αποτρέπουν τας αναφερομένας εν Άρθρω 1 παραβάσεις. 2.Εάν η πτήσις αεροσκάφους καθυστερήση ή διακοπή συνεπεία τελέσεως μιας των αναφερομένων εν Άρθρω 1 παραβάσεων, το Συμβαλλόμενον Κράτος εντός της επικρατείας του οποίου ευρίσκονται το αεροσκάφος, οι επιβάται ή το πλήρωμα διευκολύνει την συνέχισιν του ταξειδίου επιβατών και πληρώματος, ευθύς ως τούτο θα είναι δυνατόν, και, άνευ καθυστερήσεως, επιστρέφει το αεροσκάφος και το φορτίον τούτου εις τα πρόσωπα άτινα δικαιούνται να κατέχουν ταύτα νομίμως. Άρθρον 11. 1.Συμβαλλομενα Κράτη παρέχουν μεταξύ των την μεγίστην δυνατήν βοήθειαν εν σχέσει προς την εγειρομένην ποινικήν διαδικασίαν αναφορικώς προς τας παραβάσεις. Το δίκαιον του Κράτους προς ο απευθύνεται η αίτησις εφαρμόζεται εις απάσας τας περιπτώσεις. 2.Αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος Άρθρου δεν επηρρεάζουν τας απορρεούσας υποχρεώσεις εξ ετέρας συνθήκης, διμερούς ή πολυμερούς, ήτις διέπει ή θα διέπη εν συνόλω ή εν μέρει την αμοιβαίαν βοήθειαν επί ποινικών θεμάτων. Άρθρον 12. Παν Συμβαλλόμενον Κράτος ο έχει λογους να πιστεύη ότι πρόκειται να τελεσθή μία των εν Άρθρω 1 αναφερομένων παραβάσεων, παρέχει συμφώνως προς το εσωτερικόν του δίκαιον πάσαν σχετικήν πληροφορίαν ην κατέχει εις τα Κράτη άτινα πιστεύει ότι είναι τα εν Άρθρω 5, παράγραφος 1, αναφερόμενα Κράτη. Άρθρον 13. Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος, συμφώνως τω εσωτερικώ του δικαίω αναφέρει, το ταχύτερον δυνατόν, εις το Συμβούλιον του Οργανισμού Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας πάσαν σχετικήν πληροφορίαν ην κατέχει αναφορικώς προς: α)τας συνθήκας της παραβάσεως β)τας αναληφθείσας ενεργείας συμφώνως τω άρθρω 10, παράγραφος 2. γ)τα ληφθέντα μέτρα αναφορικώς προς τον δράστην ή τον ύποπτον της παραβάσεως και, ειδικώτερον, τα αποτελέσματα οιασδήποτε διαδικασίας εκδόσεως ή ετέρας νομικής διαδικασίας. Άρθρον 14. 1.Πάσα διαφορά μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Συμβαλλομένων Κρατών αφορώσα την ερμηνείαν ή την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως ήτις δεν δύναται να διευθετηθή δια διαπραγματεύσεων θα υποβάλλεται τη αιτήσει του ενός εξ αυτών εις διαιτησίαν. Εάν εντός έξ μηνών από της ημερομηνίας της αιτήσεως διαιτησίας τα μέρη δεν συμφωνήσουν επί της οργανώσεως της διαιτησίας, οιονδήποτε των Μερών τούτων δύναται να υποβάλη την διαφωνίαν εις το δικαστήριον της Διεθνούς Δικαιοσύνης δι’ αιτήσεως συμφώνως προς το καταστατικόν του Δικαστηρίου. 2.Έκαστον Κράτος δύναται κατά την υπογραφήν ή επικύρωσιν της παρούσης Συμβάσεως ή κατά την προσχώρησιν εις ταύτην, να δηλώση ότι δεν θεωρεί εαυτό δεσμευόμενον υπό των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου. Τα έτερα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν θα θεωρούνται δεσμευόμενα υπό των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου έναντι Συμβαλλομένου Κράτους όπερ έχει διατυπώσει τοιαύτην επιφύλαξιν. 3.Οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Κράτος, έχον διατυπώσει επιφύλαξιν συμφώνως προς τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου δύναται ανά πάσαν στιγμήν να αποσύρη την επιφύλαξιν ταύτην δια γνωστοποιήσεως απευθυνομένης προς τας Κυβερνήσεις παρά ταις οποίας είναι κατατεθειμένη η Σύμβασις. Άρθρον 15. 1.Η παρούσα Σύμβασις θα ανοιγή προς υπογραφήν εν Μόντρεαλ την 23ην Σεπτεμβρίου 1971 υπό των συμμετεχόντων Κρατών εις την Διεθνή Διάσκεψιν Αεροπορικού Δικαίου συγκαλουμένην εν Μόντρεαλ από 8ης μέχρι 23ης Σεπτεμβρίου 1971 (εφεξής καλουμένης ως Διασκέψεως Μόντρεαλ). Μετά την 10ην Οκτωβρίου 1971, η Σύμβασις θα ανοιγή προς υπογραφήν υφ’ απάντων των Κρατών εν Μόσχα, Λονδίνω και Ουάσιγκτώνι. Οιονδήποτε Κράτος όπερ δεν υπογράφει την παρούσαν Σύμβασιν προ της θέσεως ταύτης εν ισχύϊ δύναται συμφώνως τη παραγράφω 3 του παρόντος Άρθρου να προσχωρήση οποτεδήποτε εις ταύτην. 2.Η παρούσα Σύμβασις θα υπόκειται εις επικύρωσιν υπό των υπογραψάντων Κρατών. Τα όργανα επικυρώσεως και τα όργανα προσχωρήσεως θα κατατίθενται παρά ταις Κυβερνήσεσι των Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών Σοβιετικής Ενώσεως, του Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρεταννίας και Β. Ιρλανδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αίτινες δια της παρούσης ορίζονται ως αι Κυβερνήσεις παρά ταις οποίαις θα είναι κατατεθειμένη η Σύμβασις. 3.Η παρούσα Σύμβασις θέλει τεθή εν ισχύϊ τριάκοντα ημέρας από της ημερομηνίας καταθέσεως των οργάνων επικυρώσεως υπό δέκα Κρατών υπογραψάντων την παρούσαν Σύμβασιν άτινα συμμετέσχον εις την Διάσκεψιν Μόντρεαλ. 4.Δια τα έτερα Κράτη η παρούσα Σύμβασις θέλει τεθή εν ισχύϊ κατά την ημερομηνίαν θέσεως εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως συμφώνως τη παραγράφω 3 του παρόντος Άρθρου, ή τριάκοντα ημέρας από της ημερομηνίας καταθέσεως των οργάνων επικυρώσεως ή προσχωρήσεως τούτων, εάν η δευτέρα ημερομηνία έπεται της πρώτης. 5.Αι Κυβερνήσεις παρά ταις οποίαις είναι κατατεθειμένη η Σύμβασις πληροφορούν πάραυτα άπαντα τα υπογράψαντα και προσχωρούντα Κράτη περί της ημερομηνίας εκάστης υπογραφής, της ημερομηνίας καταθέσεως εκάστου οργάνου επικυρώσεως ή προσχωρήσεως, της ημερομηνίας θέσεως εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως και λοιπάς γνωστοποιήσεις. 6.Ευθύς ως η παρούσα Σύμβασις τεθή εν ισχύϊ θα καταχωρισθή υπό των Κυβερνήσεως παρά ταις οποίαις είναι κατατεθειμένη, συμφώνως τω Άρθρω 102 του Καταστατικού Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών και τω Άρθρω 83 της Συμβάσεως περί Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας (Σικάγον 1944). Άρθρον 16. 1.Παν Συμβαλλόμενον Κράτος δύναται να καταγγείλη την παρούσαν Σύμβασιν δι’ εγγράφου γνωστοποιήσεως προς τας Κυβερνήσεις παρά ταις οποίαις είναι κατατεθειμένη. 2.Η καταγγελία αύτη θα έχη ισχύν μετά πάροδον έξ μηνών από της ημερομηνίας λήψεως της γνωστοποιήσεως υπό των Κυβερνήσεως παρά ταις οποίαις είναι κατατεθειμένη η Σύμβασις. ΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΙΝ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο υπό των οικείων των Κυβερνήσεων, υπέγραψαν την παρούσαν Σύμβασιν. (Μετά την σελ. 920,28) Σελ. 920,29 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 38.Π.α.19 387 ΕΓΕΝΕΤΟ εν Μόντρεαλ την εικοστήν τρίτην ημέραν του μηνός Σεπτεμβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού εβδομηκοστού πρώτου έτους εις τρία πρωτότυπα, έκαστον των οποίων συνετάγη εις τέσσερα αυθεντικά κείμενα εις την Αγγλικήν, Γαλλικήν, Ρωσσικήν και Ισπανικήν γλώσσαν. Άρθρον δεύτερον Η ισχύς της, κατά τα ανωτέρω, κυρουμένης Συμβάσεως άρχεται συμφώνως προς τα εν άρθρω 15 αυτής ειδικώτερον καθοριζόμενα. Σελ. 920,30 38.Π.α.19 Πολυεθνείς Αεροπορικές Συμβάσεις 388
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.