📄 Κείμενο νόμου
33. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αριθ. 26500/ΙΙΙ-157 της 10 Ιαν./8 Φεβρ. 1954 Περί τροποποιήσεως της υπ’ αριθ. 159675/ΙΙΙ/ 158/7-5-1952 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Έχοντες υπόψη τας διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρ.6 και το άρθρ. 10 Νόμ. 2097/52 περί ρυθμίσεως ειδικών τινών περιπτώσεων εφαρμογής του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων κλπ., αποφασίζομεν: Τροποποιούντες την υπ’ αριθ. 159675/ΙΙΙ/157 της 7 Μαΐου 1952 (Φ.Ε.Κ. 107/1952 τεύχος Β΄) ημετέραν απόφασιν καθορίζομεν τα κάτωθι : (Αντί της σελ. 207) Σελ. 207(α) Τεύχος 419 – Σελ. 131 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων 25.Γ.β.32-33 α)Χρέη εν γένει προς το Δημόσιον εξ επιστροφής αχρεωστήτως ληφθεισών συντάξεων οιασδήποτε κατηγορίας ή επιδομάτων ως και εφεδρικών επιδομάτων βεβαιούμενα εις τα Δημόσια Ταμεία από της λήψεως της παρούσης εισπράττονται άνευ ουδεμιάς προσαυξήσεως εφόσον μεν ο οφειλέτης συνταξιοδοτείται ή μισθοδοτείται εκ του Ταμείου του Δημοσίου Δήμου Κοινότητος ή Νομικού προσώπου, δια παρακρατήσεως του 1/10 των μηνιαίων αποδοχών ή συντάξεως αρχομένης από του επομένου της βεβαιώσεως μηνός εις πάσαν δ’ άλλην περίπτωσιν μετ’ αίτησιν του οφειλέτου εις αναλόγους μηνιαίας ίσας δόσεις καθοριζομένας εφ’ άπαξ εν συσχετισμώ προς την οικονομικήν κατάστασιν του οφειλέτου υπό του Διευθυντού του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου κατά την παρασχεθείσαν εξουσιοδότησιν δια της υπ’ αριθ. 369030/31-10-53 αποφάσεως ημών (εγκύκλιος 13/1953). β)Χρέη προς το Δημόσιον της αυτής ως άνω προελεύσεως βεβαιωμένα κατά την λήψιν της παρούσης εις τα Δημόσια Ταμεία και ων δεν έχει ήδη ρυθμισθή κατά τας διατάξεις της υπ’ αριθ. 159675/ΙΙΙ/157/7-5-52 ως ανωτέρω αποφάσεως ημών η εις δόσεις τμηματική καταβολή εισπράττεται άνευ προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής εφόσον μεν ο οφειλέτης μισθοδοτείται ή συνταξιοδοτείται εκ του Δημοσίου Ταμείου ή εκ Δήμου Κοινότητος Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δια παρακρατήσεως του 1/10 των μηνιαίων αποδοχών και συντάξεως αρχομένης από του μηνός Φεβρουαρίου 1954, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν εις μηνιαίας ίσας δόσεις καθοριζομένας αιτήσει του οφειλέτου εφ’ άπαξ και αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτου δια πράξεως του Διευθυντού του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου. γ)Αποφάσεις ημών ή των Διευθυντών των Ταμείων περί τμηματικής καταβολής χρεών της προκειμένης κατηγορίας εκδοθείσαι υπό το κράτος της 159675/ΙΙΙ/157/7-5-1952 αποφάσεως ημών διατηρούνται εν ισχύϊ δια τας μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1954 ληξιπροθέσμους καθισταμένας δόσεις του από 1 Μαρτ. 1954 απαιτητού μέρους της τυχόν υφισταμένης οφειλής δυναμένου να υπαχθή εις την κατά τα ανωτέρω παράγρ. (β) ρύθμισιν. δ)Η περί καθορισμού των δόσεων αίτησις του οφειλέτου εις ην ούτος περίπτωσιν ούτε συνταξιοδοτείται ούτε μισθοδοτείται δέον να υποβληθή εις τον διευθυντήν του αρμοδίου δημοσίου ταμείου επί μεν βεβαιωμένων ή βεβαιωθησομένων μέχρις 28 Φεβρουαρίου 1954 χρεών εντός τριμήνου από της ισχύος της παρούσης επί δε των από 1ης Μαρτ. 1954 και εφεξής βεβαιωθησομένων εντός τριμήνου από της βεβαιώσεως. Σελ. 208(α) Τεύχος 419 – Σελ. 132 ε)Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος των κατά τα’ ανωτέρω καθορισθεισών υπολογίζονται αι προσαυξήσεις της περιπτώσεως ΙΙ του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1517/50 34. ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2858 της 29 Μαϊου/2 Ιουν. 1954 Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινών αφορωσών εις την είσπραξιν των δημοσίων εσόδων. Άρθρ.1.-Νομικά εν γένει πρόσωπα, Ιδρύματα, Οργανισμοί, Δήμοι και Κοινότητες δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις προνομιακής κατατάξεως εν αναγκαστικώ πλειστηριασμώ κινητών ή ακινήτων επισπευδομένω υπό του Δημοσίου, ή εις ον ανηγγέλθη το Δημόσιον δια τα προς αυτό χρέη του οφειλέτου, κατατάσσονται προνομιακώς έναντι του Δημοσίου μόνον δια τα προς αυτά βεβαιούμενα χρέη του οφειλέτου τα ανήκοντα εις το τρέχον οικονομικόν έτος ουχί δε και δια τα εις προηγούμενα έτη έστω και βεβαιωθέντα εις το τρέχον οικονομικόν έτος. Βλ περιορισμόν της προνομιακής κατατάξεως εν παρ. 4 άρθρ. 4 Ν.Δ. 3908/1958 (κατωτ. σελ. 212,13) Βλ. όμως και νεωτέρας διατάξεις περί κατατάξεως εν άρθρ. 1039 Πολιτ. Δικον. (τόμ. 10 σελ. 153). Άρθρ.8.-1.Η συγκρότησις των Επιτροπών του άρθρ. 17 του Ν. 5940/53 και του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1845/51 ενεργείται από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 25.Γ.β.34 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων 2.Δια χρέη εν γένει προς το Δημόσιον, ων το βασικόν ποσόν δεν υπερβαίνει τας δρχ. 50.000 δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών δι’ αποφάσεων αυτού δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να μεταβιβάζη την βάσει των κειμένων διατάξεων αρμοδιότητα και εις τους Διευθυντάς των Ταμείων ή Τελωνείων, παρ’ οις έχει βεβαιωθή το χρέος, κυρουμένης της υπ’ αριθ. 369030/31.10.53 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. «Η αληθής έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρ. 8 του Νόμ. 2858/1954 «περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων αφορωσών εις την είσπραξιν των δημοσίων εσόδων «είναι ότι η δια ταύτης κυρουμένη υπ’ αριθ. 369030/31.10.53 απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών ισχύει μέχρις εκδόσεως νεωτέρας τοιαύτης. (Άρθρ. 4ον παρ. 2 Ν.Δ. 3908/1958). 3.Προς κάλυψιν μέρους της συναφούς δαπάνης του Δημοσίου επί παντός υπέρ τρίτων πραγματοποιουμένου δια των Δημοσίων Ταμείων εσόδου παρακρατείται ποσοστόν 5%. Το ποσοστόν τούτο ορίζεται εις 1% επί εσόδων των τρίτων συνεισπραττομένων μετά των του Δημοσίου ή παρακρατουμένων υπ’ αυτού, ως και δι’ εκτέλεσιν λογιστικών και διαχειριστικών καθηκόντων δια λογαριασμόν τρίτων εν γένει. Το αυτό ποσοστόν 1% παρακρατείται δια την είσπραξιν εσόδων Δήμων και Κοινοτήτων και δια την δια λογαριασμόν των εκτέλεσιν λογιστικών και διαχειριστικών καθηκόντων Τα ως ανωτέρω καθοριζόμενα ποσοστά παρακρατούνται κατά την απόδοσιν τοις δικαιούχοις εκ των υπερ αυτών εισπράξεων, αποτελούν δε έσοδον του Δημοσίου. Ειδικά Ταμεία και λογαριασμοί ων οι προϋπολογισμοί συνδημοσιεύονται μετά του προϋπολογισμού του Κράτους, ειδικαί Δημόσιαι Υπηρεσίαι, Οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα επιχορηγούμενοι υπό του προϋπολογισμού του Κράτους, το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Μετοχικά Ταμεία Προνοίας, Υγείας και Αλληλοβοηθείας Πολιτικών Υπαλλήλων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, ων τα έσοδα εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων ή η λογιστική και διαχειριστική των υπηρεσία διεξάγεται δια των Δημοσίων Ταμείων, δεν υπόκεινται εις παρακράτησιν ποσοστού τινος υπέρ του Δημοσίου. 4.Η δαπάνη εκτυπώσεως των παρά του Δημοσίου διατιθεμένων διαχειριστικών βιβλίων και εντύπων δια την εκτέλεσιν της Ταμειακής Υπηρεσίας των Δήμων και Κοινοτήτων δια παρακρατήσεως εκ των υπέρ τούτων πραγματοποιουμένων εισπράξεων παρά των Δημοσίων Ταμείων. 5.Κυρούται η υπ’ αριθ. 359699/1953 απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών περί καθορισμού της τιμής των βιβλιαρίων διαβατηρίων εις δραχμάς είκοσι χιλιάδας δια το εσωτερικόν και τεσσαράκοντα χιλιάδας δια το εξωτερικόν. 6.Κυρούται η υπ’ αριθ. 43840/17.2.54 απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών περί τακτοποιήσεως οφειλών διανομέων παντοπωλών των νήσων Λέρου, Πάτμου και Λειψών καταβληθεισών εις το αρμόδιον δια την είσπραξιν όργανον του Δημοσίου και μη εισαχθεισών υπ’ αυτού εις το Δημόσιον Ταμείον λόγω ιδιοποιήσεως. 7.Κυρούται η υπ’ αριθ. 43842/17.2.1954 κοινή απόφασις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης «περί καθορισμού τρόπου βεβαιώσεως και εισπράξεως των προβλεπομένων εκ των διατάξεων του άρθρ. 20 (παρ. 3) του Ν. 2246/1952 δικαιωμάτων Συμβολαιογράφων και Υποθηκοφυλάκων επί της προκυπτούσης διαφοράς μεταξύ του αρχικώς δηλωθέντος τιμήματος μεταβιβαζομένου ακινήτου και της οριστικοποιηθείσης επί πλέον αξίας τούτου». 8.Η αληθής έννοια της διατάξεως του άρθρ. 3 του Ν. 2707/1953 είναι ότι δύνανται να διαγραφώσι κατά τας διατάξεις του Ν. 2097/52 αι εν αυτή αναφερόμεναι οφειλαί αι ανήκουσαι εις τα μέχρι και του 1952-53 οικονομικά έτη, ανεξαρτήτως χρόνου βεβαιώσεως αυτών εις τα Δημόσια Ταμεία Άρθρ.9.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πάσα δε γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τας διατάξεις αυτού καταργείται. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών καθορισθήσονται αι αναγκαίαι προς εκτέλεσιν των διατάξεων του παρόντος νόμου λεπτομέρειαι. (Αντί της σελ. 211) Σελ. 211(α) 115 – 65 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων 25.Γ.β.34 25.Γ.β.34 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων Άρθρ.2-1.Αποφάσει του Υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένη μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρ. 17 του Ν. 5940/1933, δύναται ν’ αναστέλληται η είσπραξις οφειλών πάσης φύσεως προς το Δημόσιον και Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου επιχειρήσεων, αίτινες εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος ήθελον τεθή υπό αναγκαστικήν διαχείρησιν κατά τας ειδικάς περί ταύτης διατάξεις. 2.Αι οφειλαί πάσης φύσεως προς το Δημόσιον και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, των αυτών ως άνω επιχειρήσεων ενοποιούμεναι μετά των μέχρι του διορισμού του διαχειριστού προσαυξήσεων εκπροθέσμου ανακριβείας ή παραλείψεως δηλώσεως και εκπροθέσμου καταβολής, δύνανται να καταβληθώσιν εις δόσεις, ο αριθμός των οποίων καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρ. 17 του Ν. 5940/1933, εκτιμώσης την οικονομικήν κατάστασιν εκάστης επιχειρήσεως. Εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου καταβολής μιας δόσεως οφείλονται πλην του ως άνω ενοποιουμένου ποσού της δόσεως και αι δια το βασικόν ποσόν της δόσεως ταύτης οφειλόμεναι προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής από της ενοποιήσεως του χρέους και εφεξής. 25.Γ.β.34 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων Αποφάσει του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρ. 17 του Ν. 5940/1933 χωρεί τροποποίησις των κατά τ’ ανωτέρω καθορισθεισών δόσεων εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις του οφειλέτου ήθελε μεταβληθή. 3.«Την αναγκαστικήν διαχείρισιν επιχειρήσεως ης αι προς το Δημόσιον και Ν.Π.Δ.Δ. οφειλαί πάσης φύσεως υπερβαίνουσι το ποσόν των δραχμών πεντακοσίων χιλιάδων, δύναται να αιτήται και ο Υπουργός των Οικονομικών, όστις κατά την τοιαύτην περίπτωσιν δύναται να αναλαμβάνη την ευθύνην δια τας πράξεις ή παραλείψεις του προτεινομένου υπ’ αυτού διαχειριστού». Αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 3336/1955. 4.Η υπό αναγκαστικήν διαχείρισιν τεθείσα επιχείρησις υποχρεούται εις την εμπρόθεσμον καταβολήν των κατά τας διατάξεις του παρόντος καθορισθεισών δόσεων των οφειλών αυτής ως και των από του διορισμού του διαχειριστού ή επόπτου καθισταμένων απαιτητών πάσης φύσεως οφειλών προς το Δημόσιον και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Η μη εμπρόθεσμος καταβολή των ανωτέρω οφειλών πέραν των εν εδαφίω β΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου συνεπειών επάγεται και την εφαρμογήν των διατάξεων των φορολογικών νόμων και των περί εισπράξεως των Δημοσίων εσόδων πλην του της προσωπικής κρατήσεως του διαχειριστού ή επόπτου. Κατ’ εξαίρεσιν χωρεί προσωπική κράτησις του διαχειριστού ή επόπτου μετά εξάμηνον από της αναλήψεως των καθηκόντων των εις περίπτωσιν καθυστερήσεως πληρωμής των πάσης φύσεως οφειλών της υπό αναγκαστικήν διαχείρησιν επιχειρήσεως προς το Δημόσιον και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου των δημιουργουμένων από της αναλήψεως της διαχειρίσεως ή της εποπτείας ταύτης. Άρθρ.3.-1.Οφειλομένη αξία αυτοκινήτων ή ελκυστήρων παραχωρηθέντων υπό της ΕΜΕΛ, ΟΥΝΡΑ, ή υπό του Κράτους, επί πληρωμή του αντιτίμου αυτών, προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα Δήμους και Κοινότητας, καταστραφέντων ή υποστάντων ζημίας από του 1945 και εφεξής συνεπεία συμμοριακής δράσεως διαγράφεται εν όλω ή εν μέρει εφ’ όσον α)εξ επισήμων εγγράφων των στρατιωτικών ή αστυνομικών αρχών αποδεικνύεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ή ελκυστήρος είχε συμμορφωθή προς τους υπό των στρατιωτικών αρχών καθωρισμένους κανονισμούς πορείας και ότι η καταστροφή ήτο αποτέλεσμα ή συνδέεται προς τον κατά των συμμοριτών αγώνα και β)τα υπολείμματα εις εξαρτήματα κλπ. του καταστραφέντος αυτοκινήτου ή ελκυστήρος παρελήφθησαν ή ηχρηστεύθησαν παρά των εντεταλμένων προς τούτο οργάνων. Η διαγραφή ενεργείται δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Επιθεωρητού Δημοσίων Υπολόγων αιτήσει του οφειλέτου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτού υποβαλλομένη εις το διώκον την είσπραξιν του χρέους Δημόσιον Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξ μηνών από της ισχύος του παρόντος. Πέραν των εν εδαφ. 1 δικαιολογητικών δέον να υποβληθή και έκθεσις δύο πραγματογνωμόνων δημοσίων λειτουργών της περιοχής του καταστραφέντος αυτοκινήτου εξ ων, ο εις εκ των Σωμάτων Ασφαλείας, οριζομένων δι’ αποφάσεων του Υπουργού Συγκοινωνιών. Οι περί ων πρόκειται οφειλέται υποχρεούνται εις καταβολήν εις οκτώ μηνιαίας δόσεις καταβλητέας ως εν τη επομένη παρ. 2 ορίζεται, των μέχρι της καταστροφής του αυτοκινήτου ή ελκυστήρος ληξιπροθέσμων δόσεων έτι δε πλέον ποσού ίσου προς την τυχόν καταβληθείσαν αυτοίς δια την καταστροφήν αποζημίωσιν υπό των Στρατιωτικών ή άλλων Δημοσίων αρχών, του συνόλου των ληξιπροθέσμων τούτων δόσεων και της αποζημιώσεως μη δυναμένου να υπερβή το ποσόν του χρέους. Εν περιπτώσει μη καταβολής τοιαύτης αποζημιώσεως οι δικαιούχοι δέον μετά της περί διαγραφής του χρέους αιτήσεώς των να υποβάλωσιν έγγραφον δήλωσιν παραιτήσεως από ταύτης. 2. Οφειλαί εξ αντιτίμου ζώων παραχωρηθέντων υπό της ΕΜΕΛ, ΟΥΝΡΑ ή του Κράτους προς αγρότας, διαγράφονται εάν τα δι’ α το χρέος ζώα έθανον ον χρόνον ετέλουν εν επιτάξει ή διατεταγμένη υπηρεσία του Στρατού ή της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής διαρκούντος του κατά του συμμοριτισμού αγώνος και οι δικαιούχοι δεν απεζημιώθησαν υπό του Κράτους, δια την απώλειαν ταύτην. Εάν κατεβλήθη αποζημίωσις υπολειπομένη της οφειλής διαγράφεται μόνον το υπερβαίνον την καταβληθείσαν αποζημίωσιν ποσόν. Η διαγραφή ενεργείται δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Επιθεωρητού Δημοσίων Υπολόγων αιτήσει του οφειλέτου, υποβαλλομένη εις το διώκον την είσπραξιν του χρέους Δημοσίου Ταμείον εντός προθεσμίας εξ μηνών από της ισχύος του παρόντος. 3.Οφειλαί εξ αντιτίμου ζώων προελεύσεως εξωτερικού παραχωρηθέντων υπό της ΕΜΕΛ, ΟΥΝΡΑ ή του Κράτους επί πληρωμή της αξίας αυτών εις αγρότας εξοφλούμενοι εις οκτώ ίσας μηνιαίας δόσεις της πρώτης από του επομένου μηνός από της επί αποδείξει κοινοποιήσεως εις τον οφειλέτην ειδικής προς τούτο προσκλήσεως του διώκοντος Δημοσίου Ταμείου περί καταβολής του χρέους απαλλάσσονται προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής. (Αντί της σελ. 209(α) Σελ. 209(β) ΜΓ – 73 Κώδικας περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων 25.Γ.β.34 Εν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολής μιας των ως άνω δόσεων καθίσταται εξ ολοκλήρου ληξιπρόθεσμον το απομένον υπόλοιπον χρέους προσαυξανόμενον με τας νομίμους προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής από της χρονολογίας καθ’ ην έδει να καταβληθή η μη πληρωθείσα δόσις. 4. Αι προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής χρεών εξ αντιτίμου εφοδίων και ειδών συσκευασίας προκυψάντων εκ της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών Κοινοτικών ή άλλων Επιτροπών Διανομών ως και διανομέων παντοπωλών άρχονται από του επομένου μηνός της κοινοποιήσεως εις τον οφειλέτην της προσκλήσεως του αρμοδίου Ταμείου περί καταβολής του χρέους, μη δυνάμεναι εν πάση περιπτώσει να υπερβώσιν την αρχικήν οφειλήν. ΄Αρθρ.4.-1.Φόροι κληρονομίας, δωρεάς και προικός βεβαιωθέντες εις το Δημόσιον Ταμείον και εφ’ άπαξ εισπρακτέοι, λόγω μη υποβολής αιτήσεως του υποχρέου περί καταβολής των εις εξαμηνιαίας δόσεις επιτρέπεται να καταβάλλωνται εις εξαμηνιαίας δόσεις εφ’ όσον αιτήσηται τούτο ο οφειλέτης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της επί αποδείξει ειδοποιήσεως του Δημοσίου Ταμείου περί του βεβαιωθέντος και εφ’ άπαξ καταβλητέου χρέους του. Η αυτή τρίμηνος προθεσμία ορίζεται δια τα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος βεβαιωθέντα ταύτα χρέη, αρχομένη από της δημοσιεύσεως τούτου. Το παραδεκτόν της αιτήσεως συν τη οποία δέον να καταβληθή η πρώτη εξαμηνιαία δόσις και το νόμιμον υπέρ του Δημοσίου παράβολον, ως και την παρασχετέαν εγγύησιν καθορίζει ο αρμόδιος Οικονομικής Έφορος. Γενομένης δεκτής της ανωτέρω αιτήσεως μερίμνη του Οικονομικού Εφόρου διαγράφεται το βεβαιωμένον χρέος ως εφ’ άπαξ εξ ολοκλήρου καταβλητέον και επαναβεβαιούται ως καταβλητέον εις τας καθορισθείσας δόσεις δυναμένας να επαυξηθώσι κατά την υπό της επομένης παραγράφου καθοριζομένην διαδικασίαν. 2.Αι εξαμηνιαίαι δόσεις φόρων κληρονομίας, δωρεάς και προικός, αι χορηγούμεναι υπό του Οικονομικού Εφόρου, δεν δύνανται να ορισθώσιν δια πάσαν περίπτωσιν πλείονες των τεσσάρων, ανεξαρτήτως βαθμού συγγενείας. Αι υπό του Οικονομικού Εφόρου οριζόμεναι δόσεις δύνανται να αυξηθώσι μέχρι του διπλασίου υπό του Υπουργού μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρ. 8 του Ν. 5420/32 αιτήσει του οφειλέτου. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνωμάτευσιν της Επιτροπής του άρθρ. 8 τουΝ. 5420/32 επιτρέπεται ο περιορισμός του αριθμού των εκάστοτε υπολειπομένων καταβλητέων εξαμηνιαίων δόσεων των φόρων κληρονομίας, δωρεάς ή προικός. Σελ. 210(β) ΜΓ – 74 4.(Κατηργήθη υπό του άρθρ. 1 παρ.8 Νόμ. 3104/1954 (τόμ. 27 σελ.296,02α). Άρθρ.5.-Χρέη προς το Δημόσιον εκ της φορολογίας του Α.Ν. 182/1945, της φορολογίας του Α.Ν. 651/45 εξ ελλειμμάτων δημοσίας διαχειρίσεως ή εκ χρηματικής ποινής ή προστίμου επί λαθρεμπορία ή παραβάσει των Τελωνειακών Νόμων ή των περί μονοπωλίων ή των περί καπνού νόμων ως και των Νόμων περί προστασίας του Εθνικού νομίσματος, διαγραφόμενα κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του Νόμου 2097/1952, δύνανται να επαναβεβαιωθώσιν εν όλω ή εν μέρει αποφάσει του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής του άρθρου 1 του Α.Ν. 1845/1951, εφ’ όσον μεταγενεστέρως ήθελε βελτιωθή η οικονομική κατάστασις του οφειλέτου. Άρθρ.6.-1.Κατά των αποφάσεων των Επιτροπών Διεκδικήσεων των άρθρ. 14 και 21 του Α.Ν. 410/1945, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, δι’ ων απερρίφθησαν διεκδικητικαί προσφυγαί κατά πρωτοκόλλων κατασχέσεως δύναται να ασκήται το κατά το άρθρ. 12 παρ.1 του Α.Ν. 771/1945 και το άρθρ. 5 παρ.1, 3 και επ.του Ν.Δ. 140/1946 ένδικον μέσον αναθεωρήσεως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών, αρχομένης από της επιδόσεως αυτών και μη δυναμένης εν πάση περιπτώσει να λήξη προ της συμπληρώσεως 60 ημερών από της ισχύος του παρόντος. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και επί αποφάσεων εκδοθεισών προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, της προθεσμίας οριζομένης εις 60 ημέρας από της ισχύος του παρόντος. 2.Η δευτέρα περίοδος της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 2279 του 1952 καταργείται. Άρθρ.7.-Η προθεσμία υποβολής διεκδικητικών προσφυγών κατά πρωτοκόλλων κατασχέσεων ενώπιον των Επιτροπών Διεκδικήσεων του Α.Ν. 410/1945 παρατείνεται επί τρίμηνον από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Απορριφθείσαι τοιαύται προσφυγαί, ως εκπρόθεσμοι, ανασυζητούνται αιτήσει των ενδιαφερομένων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.